Συντάκτης: il Notaro

Στις μυλόπετρες της ιστορίας

*

του ΑΓΓΕΛΟΥ ΑΛΑΦΡΟΥ

 ~.~

Η φύση της εικόνας είναι διττή, φέρει μέσα της μια ανεπίλυτη αντίφαση. Για την Σούζαν Σόνταγκ «η φωτογραφία στέλνει ετερόκλητα μηνύματα. Σταματήστε αυτήν την κατάσταση, μας προτρέπει. Από την άλλη όμως αναφωνεί: Τι θέαμα!»1. Πάνω σε αυτήν ακριβώς την αντινομία αναπτύσσεται η προβληματική της ιστορίας του Σεμπάστιαν, ενός εκ των δύο ηρώων στα «Σύνορα» του Βρετανού Χένρυ Νέιλορ που σε σκηνοθεσία Μιχάλη Βιρβιδάκη παίζεται αυτόν τον καιρό στο Θέατρο Κυδωνία των Χανίων. Στην εναρκτήρια σκηνή τον βρίσκουμε στο Πακιστάν, τέλη της δεκαετίας του ’90. Είναι φωτορεπόρτερ, καλύπτει κάποιες τεράστιας έκτασης πλημμύρες που έχουν οδηγήσει στην καταστροφή φτωχούς αγρότες στην επαρχία του Μπαλουχιστάν. Δεν τραβάει μόνο τις λήψεις του, αλλά και ανθρώπινα κορμιά από τη λάσπη: «Όμως για την ώρα έχω βάλει την κάμερα στην άκρη (…) Σήμερα έσωσα έξι ακόμα ζωές». Είναι νέος, αδέκαρος, αφανής, καθ’ ομολογίαν ταλαντούχος, ιδεαλιστής. Στην τέχνη του βλέπει τον φορέα της αλλαγής, στα μάτια των απελπισμένων, όπως τα συλλαμβάνει ο φακός του, την ευαισθητοποίηση του (Δυτικού) κόσμου, το βγάλσιμο της απέραντης δυστυχίας  στο προσκήνιο της σύγχρονης ιστορίας. Περισσότερο απ’ όλα αυτά είναι φιλόδοξος, αναζητά μια κάποια καθιέρωση. Όταν εμπρός από έναν μπουφέ ξενοδοχείου στο Ισλαμαμπάντ γνωρίζει έναν παλιό επιτυχημένο ρεπόρτερ, τον Τζων Μέσεντζερ, δέχεται αμέσως τη δουλειά που εκείνος του προσφέρει: να τον συνοδεύσει, καλύπτοντας φωτογραφικά τη συνέντευξη που θα πάρει από τον, τότε ακόμα άγνωστο στους πολλούς, Οσάμα Μπιν Λάντεν.

Η επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου στη Νέα Υόρκη τρία χρόνια αργότερα, και η ανάδυση του ονόματος του Σαουδάραβα ως συνώνυμο του Διαβόλου, θα τον μετατρέψουν αυτοστιγμεί σε διασημότητα. Η εισχώρησή του στην αρένα του σόου είναι ακαριαία: «Έχω δώσει δώδεκα συνεντεύξεις σε τρεις μέρες. Στον δρόμο όλοι με αναγνωρίζουν». Με πάθος χρυσοθήρα, εκείνος κυνηγά ακόμα ένα είδος ανθρώπινης δυστυχίας που θα είναι μπορετό να πουληθεί στις στήλες των εφημερίδων: «Δεν βρίσκω άλλες συμφορές για να καλύψω. (…) Τίποτα θεομηνίες; Εκρήξεις πετρελαιοπηγών; (…) Φήμες για καινούργιο πόλεμο στο Αφγανιστάν». Αντί αυτών, ο ατζέντης του προτείνει να δουλέψει για έναν αστέρα της μουσικής έναντι αδρής αμοιβής. (περισσότερα…)

Denise Levertov, Ἡ Πηγή

*

Mή λές, μή λές δέν ὑπάρχει νερό
νά παρηγορήσει τήν στέγνια στίς καρδιές μας

Ἔχω δεῖ
τήν πηγή να ξεπηδᾶ ἀπό τόν βραχόκτιστο τοῖχο
καί σένα νά πίνεις ἐκεῖ. Κι ἐγώ ἐπίσης
μπροστά στά μάτια σου
βρῆκα πατήματα καί σκαρφάλωσα
γιά νά πιῶ τό δροσερό νερό.

Ἡ γυναίκα ἐκείνου τοῦ τόπου, σκιάζοντας τά μάτια της,
ἔσμιξε τά φρύδια της παρακολουθώντας – ἀλλ’ ὄχι γιατί
φθονοῦσε τό νερό
μόνο γιατί περίμενε
νά δεῖ πώς ξεδιψάσαμε καί
ἀναζωογονήθηκαμε.

Μή λές, μή λές δέν ὑπάρχει νερό.

(περισσότερα…)

«Το δέντρο είναι η αγάπη»


*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

~.~

Χρήστος Αναγνωστόπουλος
Δέντρο ξανά
Περισπωμένη, 2025

Ο ποιητικός αυτός λόγος, ο ποιητικός αυτός μονόλογος, μας πάει αλλού. Μας βγάζει από τα τρέχοντα και χαώδη και μας εισάγει σε μια ομιλούσα ησυχία, μια σιγαλιά εικόνων, περιγραφών και ενοράσεων. Κι ωστόσο, πολλές από τις εικόνες του προέρχονται από τον σάλαγο της εποχής, βγαίνουν μέσα από καθημερινές πραγματικότητες πλάι στις οποίες σαν μόνιμοι συνοδοί βρίσκονται η μελαγχολία και η μοναξιά.

Ο Χρήστος Αναγνωστόπουλος αργοπορεί. Η ποίησή του βρίσκεται στους αντίποδες της φρενιτιώδους ταχύτητας του σύγχρονου κόσμου. Δεν έχει καμιά σχέση με τον Μαρινέττι, τον φουτουρισμό και την γενικευμένη αμερικανοποίηση του πλανήτη. Σκάβει ένα λαγούμι καταμεσής του κόσμου, το σκάβει πλάι στα σπίτια-ξενοδοχεία των πολλών, το σκάβει αναζητώντας εκείνες τις καθαρές πάναγνες όψεις της ζωής. Αυτές που συνάπτονται με την αγάπη.

Την έχει καθαρίσει από μολέματα, συναισθηματισμούς, μικροαστισμούς και κραιπάλες. Γι’ αυτό:

Σ’ αυτό το δρόμο για την αγάπη
Δύσκολα κανείς θα με συντροφεύει (σ. 18)

Στην πορεία του τον συντροφεύει κάτι σα μεγάλη αφαίρεση. Έχει κληθεί να αφαιρέσει τα περιττά, την προσκόλληση στις αισθήσεις, αυτό τον κατακλυσμό οριζόντιας αναζήτησης χωρίς ουρανό. Έχει άλλη αντίληψη για τα πράγματα που αποκαλύπτεται στους στίχους:

Γιατί οι αποστάσεις δεν μετριούνται
με τα χιλιόμετρα
παρά με την υπερηφάνεια ή την αγάπη (σ. 21)

Αυτοί οι στίχοι θυμίζουν τον Καρούζο όταν γράφει:

Ο χρόνος δεν είναι ρολόγι
είναι χιόνι.
(περισσότερα…)

Καναρίνια, ἀγελάδες, μαθητές: ἐπιβάτες στὸ ἴδιο τρένο

*

«Φτερὰ κι ἀγκάθια»
γράφει ὁ
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

~.~

Πρὶν ἀπὸ χρόνια ἤμουν στὸ ἐκτροφεῖο τοῦ Παναγιώτη Μακρῆ, ἐκτροφέα καναρινιῶν χρώματος, τὰ ὁποῖα τὰ προετοίμαζε γιὰ τοὺς τοπικούς, ἐθνικοὺς καὶ πανευρωπαϊκοὺς ἢ παγκόσμιους μορφολογικοὺς διαγωνισμούς. Γιὰ περισσότερο ἀπὸ μιὰ δεκαετία συμμετεῖχα κι’ ἐγὼ σὲ ἀντίστοιχες ἐκθέσεις μὲ πτηνὰ δικῆς μου ἐκτροφῆς. Ἐξωγενεῖς συνθῆκες μὲ ὁδήγησαν μὲ πολλὴ λύπη νὰ σταματήσω τὸ κοπάδι μου, τὸ ὁποῖο σιγὰ-σιγὰ καὶ θὰ ξαναρχίσω νὰ φτιάχνω, αὐτὴ τὴ φορὰ πιὸ μεθοδικὰ καὶ σίγουρα πιὸ διαχειρίσιμα ἀπ’ ὅ,τι στὸ παρελθόν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὅλα αὐτὰ δὲν ἔχουν καὶ τόση σημασία. Αὐτὸ ποὺ μοῦ ἔκανε τότε ἐντύπωση ἦταν ὅτι ὁ Μακρῆς ἐπισκεπτόταν τὸ ἐκτροφεῖο κάθε δύο μὲ τρεῖς ἡμέρες γιὰ νὰ ταΐσει, νὰ καθαρίσει, νὰ ποτίσει, νὰ παρακολουθήσει τὴν πορεία τῆς ἀναπαραγωγῆς κ.ο.κ. Τὸν εἶχα, λοιπόν, ρωτήσει τότε, τί γίνεται στὸ ἐκτροφεῖο του ὅταν ἐκεῖνος λείπει. Πρακτικὰ ζητήματα ‒ ἄλλωστε, ἦταν ὁ μέντοράς μου: Ἀφήνει κάποιο παράθυρο ἀνοιχτό; Βάζει κάποιο θερμαντικὸ ἢ ψυκτικὸ σῶμα ἀνάλογα τὴν περίοδο; Παρακολουθεῖ μέσω κάποιας κάμερας τὸν χῶρο; Κι’ ἄλλα τέτοια παρόμοια. Ὁ «πτέραρχος» —ἀπόστρατος τῆς Πολεμικῆς Ἀεροπορίας, ἐξ οὗ καὶ τὸ παρατσούκλι— μοῦ ἐξηγοῦσε πάντοτε λεπτομερῶς τὸ τί καὶ τὸ πῶς, τὰ μυστικὰ τοῦ χόμπι μας, καὶ μεταξὺ ἄλλων μοῦ εἶχε πεῖ: «Καὶ φυσικὰ ὅλη μέρα παίζει μουσικὴ τὸ ραδιόφωνο. “Ντέρτι” ἢ “Μελωδία”. Πάντα λαϊκά».

Οἱ σύγχρονες κτηνοτροφικὲς μέθοδοι ἔχουν εἰσαγάγει τὴ μουσικὴ ὡς ἕνα μέσο «ἐξορθολογισμοῦ» τῆς μαζικῆς ἐκτροφῆς τῶν ζώων. Ἐπιπλέον, ἡ μουσικὴ βοηθᾶ στὴν αὐξημένη παραγωγὴ γάλακτος, στὴν παραγωγὴ μαλακότερου κρέατος, στὴ μείωση τῶν τοξινῶν ἕνεκα τοῦ ἄγχους ἐν ὄψει τῆς σφαγῆς, κι’ ἄλλα τέτοια ἀνθρωπιστικὰ μέν, ἐπιτατικὰ τῆς παραγωγῆς δὲ τεχνάσματα. Φυσικά, στὴν περίπτωση αὐτὴ δὲν μιλᾶμε γιὰ ἕνα ἁπλὸ μουσικὸ χαλὶ ἢ ἕναν λευκὸ θόρυβο, ἀλλὰ γιὰ σημαντικὰ ἢ ἀσήμαντα ἔργα τῆς κλασσικῆς μουσικῆς, μιᾶς καὶ οἱ τονικότητες, ἡ ἁρμονία κι’ ὅλα τὰ συμπαρομαρτοῦντα μοιάζουν στοὺς ἐπιστήμονες ὡς ἀποδοτικότερα γιὰ τοὺς στόχους τους. Βέβαια οἱ ἀγελάδες, τὰ αἰγοπρόβατα ἢ οἱ κότες δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ ἐκτιμήσουν τὸ πρελούδιο σὲ ντὸ δίεση ἐλάσσονα τοῦ Ραχμάνινωφ, (περισσότερα…)

Ίδιοι τότε, ίδιοι μετά

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Ίδιοι τότε, ίδιοι μετά. Η σκέψη αυτή ήρθε στον νου μου βγαίνοντας από την αίθουσα όπου είδα την κινηματογραφική ταινία του Γιάννη Σμαραγδή για τον Ιωάννη Καποδίστρια. Μια ταινία έντιμη που, αν μη τι άλλο (πέρα από ορισμένες ανακρίβειες και υπερβολές), αποδίδει πιστά το πρόσωπο ενός πολιτικού ηγέτη εμπνευσμένου και ανιδιοτελούς, ενός ανθρώπου με πίστη αλλά και πατριωτικό ρεαλισμό, ενός χαρακτήρα ευπροσήγορου όσο και αποφασιστικού, απολύτως αφοσιωμένου στο όραμα και στο σχέδιο για τη θεμελίωση σύγχρονου ελληνικού κράτους.

Η σκέψη «Ίδιοι τότε, ίδιοι μετά» αφορά στη δημόσια συζήτηση που για μία ακόμη φορά εγκλωβίστηκε στη διαχρονική και αδιέξοδη πόλωση, με εκατέρωθεν ανοησίες δύο στρατοπέδων που κρατούν τη χώρα δέσμια της καθυστέρησης και της εξάρτησης, με ρητορείες και παντομίμες είτε «εκσυγχρονισμού» είτε «παράδοσης». (Ελλάδα: η χώρα που για να ακριβολογείς πρέπει να χρησιμοποιείς πάντα εισαγωγικά).

Για τους κοντοτιέρους των Φώτων δεν υπάρχει Τότε διαφορετικό από αυτό που φαντασιώνονται ως αναγκαία πορεία προς την πρόοδο. Ακόμη κι αν αυτό σημαίνει αγώνες κοινούς με τους κοτζαμπάσηδες και την ολιγαρχία ή και φόνους («Απόλλων»: «ο τύραννος έπεσε»), προκειμένου να λείψει ο πραγματικά φωτισμένος ηγέτης που θα συγκροτούσε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος χωρίς να ξεριζωθεί η ελληνική ταυτότητα. Δεν διστάζουν για τούτο να διακινούν χοντροκομμένα ψέματα για τον «τύραννο» Καποδίστρια, λες και δεν τον κάλεσε η Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, λες και δεν υπήρξε ο εκλογικός θρίαμβος του 1829 και η Δ΄ εν Άργει Εθνοσυνέλευση. Γράψαμε παλαιότερα για το έργο του κυβερνήτη Καποδίστρια που κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν μπορεί να αμφισβητήσει. (περισσότερα…)

Για τον καινούργιο χρόνο

*

WISHLIST

Να ξυπνώ περισσότερο ήλιος
και να πέφτω πιο λίγο σκοτάδι.
Να με θες όπως είμαι. Το χάδι
στο κορμί μου ν’ απλώνει ζεστό.
Στο ποτήρι να μη λείπει ο φίλος.
Να ξεχάσω το ρήμα «χρωστώ».

Το πλοκάμι του νου να γουλίσω
στης καρδιάς τον ιερό μετεωρίτη.
Να χυθώ στου σκοπού μου την κοίτη
και στη βύθια που προσπερνώ
τη φωνή, να κρατήσω το ίσο.
Το «εν δυνάμει» να κάνω ικανό.

Να φυτεύω τα λόγια μου χάμω
να βλαστήσουν μετά από μένα.
Να πετώ τα ξεχαρβαλωμένα.
Να γελάω. Κι αν είναι γραφτό
ν’ αγαπιέμαι ίσα που ν’ αποκάμω.
Να θυμάμαι το ποίημα μου αυτό.

ΑΝΝΑ ΣΠΥΡΑΤΟΥ

*

*

*

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ὁ Πολιτισμὸς εἰς τὸ χωρίον

Ἔργο τοῦ Σωτήρη Σόρογκα

*

Ὡς πρὸς τὴν δευτέραν Στέργαιναν, δυστυχῶς δὲν ἠλήθευσε τὸ ρητόν, «ἡ πρώτη δούλα, ἡ δεύτερη κυρά». Ἡ Θοδωριά, ἡ πτωχή, ὑπέφερεν ὅλας τὰς ἀγγαρείας, ὅσας τῆς ἐπέβαλλεν ὁ σύζυγός της. Ἀσβεστὰς ἐκεῖνος, φουρνάρισσα αὐτή. Τὸ πτωχὸν νήπιον, ὁ Ἐλευθέρης, δὲν εἶχε χορτάσει τὸ γάλα τῆς μητρός του. Ἐφαίνετο γηράσασα ἤδη, ἂν καὶ μόλις εἶχεν ὑπερβῆ τὸ τριακοστὸν πέμπτον ἔτος. Ὁ μπαρμπα-Στέργιος, δεκαπέντε ἔτη μεγαλύτερός της, τὴν εἶχε πάρει εἰς δεύτερον γάμον, καὶ μάλιστα μὲ τὸ σπαθί του· τὴν ἔκλεψε. Ὁ μικρὸς Ἐλευθέριος, τετραέτης ἤδη, ἦτο ζαρωμένος, χλωμός, ζουριασμένος καὶ ἡ μήτηρ του οὔτε νὰ τὸν θρέψῃ ἦτο ἱκανὴ οὔτε νὰ τὸν «ἀποκόψη» ἠδύνατο. Οἱ μαζοί της, ὡς νὰ εἶχαν παραψηθῆ ἀπὸ τὴν ἀντιλαμπὴν τοῦ φούρνου, ἐκρέμαντο μαραμμένοι ὑπὸ τὴν τραχηλιάν, καὶ ὁ μικρὸς δυσκόλως εὕρισκεν ἐκεῖ σταγόνα γάλακτος.

Τῆς εἶχαν πεθάνει τὰ δύο πρῶτα παιδιά της, τὸ ἓν θῆλυ, τὸ ἄλλο μικρὸν ἀγόρι, καὶ τώρα ὅλαι αἱ ἐλπίδες της ἐκρέμαντο εἰς τὸν Λευθέρην. Ἀλλὰ μέγας φόβος τὴν εἶχε κυριεύσει, διότι καὶ αὐτό της τὸ παιδὶ ἦτον ἄρρωστον. Ἄ! ἡ καρδούλα της ἦτον καμένη! Καλύτερα νὰ μὴ ᾽μβαίνῃ στὸν κόσμο ἄνθρωπος. Ἐνθυμεῖτο μετὰ σπαραγμοῦ τὴν στιγμήν, ὅταν «ἀγγελιάστηκε» τὸ μικρὸν κοράσιόν της. Πηγαίνει καὶ τὸ βρίσκει στὴν κούνια του, ξερό, μελανό, μισοπεθαμένο. Βάζει μιὰ φωνή. Τρέχουν δυὸ γειτόνισσες. «Τί ἔχεις; Τί εἶναι;» «Τὸ παιδί μου! Τὸ παιδί μου!» Φωνάζουν τὸ γιατρό. Ὅσο νὰ ᾽ρθῇ ὁ γιατρός, τὸ κορίτσι «ἔσωσε». Σὲ μιὰ ὥρα, μιὰ ὡρίτσα! Ἦρθεν ἡ γειτόνισσα ἡ Κατερίνα ἡ Μπροστινή, τὸ σαβάνωσε· ἡ Θοδωριὰ ἔψαξε καὶ ηὗρε τὰ ρουχάκια του· ἔσκυφτε μὲς στὴν κασσέλα νὰ τὰ εὕρῃ, κ᾽ ἐμοιρολογοῦσε σιγανά! Ἡ Κατερίνα τὴν ἐμάλωνε, λέγουσα ὅτι δὲν μοιρολογοῦν τὸν νεκρόν, πρὶν τὸν ἐνδύσουν. Τὸ στόλισαν ὄμορφα-ὄμορφα, τὸ ξάπλωσαν στὸ κιλίμι, καὶ τὸ σκέπασαν νὰ μὴν τὸ βλέπῃ ὁ μικρὸς καὶ κλαίῃ. (περισσότερα…)

Ευχές για την καινούργια χρονιά!

*

«Αμετακίνητος μετανάστης»: Θραύσματα για τον Γιώργη Μανουσάκη

*

Μικρό αφιέρωμα στον Γιώργη Μανουσάκη [4/4]

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~ 

1.

Βιβλία του Γιώργη Μανουσάκη πρωτόπεσαν στα χέρια μου πριν από εικοσιπέντε χρόνια. Ήμουν μαθητής του Λυκείου εδώ στα Χανιά, και θυμάμαι σαν να ’ταν σήμερα τον πατέρα μου να φέρνει στο σπίτι δύο ή τρεις ολιγοσέλιδες, κομψά τυπωμένες συλλογές. Αγορασμένες από τον ίδιο, χαρισμένες από τον ποιητή (μακρινή συγγένεια τους συνέδεε), το αγνοώ. Αδυνατώ ν’ ανασύρω απ’ τη μνήμη μου την εντύπωση που τα βιβλία άσκησαν τότε στον έφηβο που υπήρξα. Ιδιαίτερα έντονη πάντως δεν πρέπει να στάθηκε.

Ήταν για μένα η εποχή της υπακοής στα κοινά πρότυπα, στους σπουδαίους Δασκάλους. Σεφέρης, Ελύτης, Καβάφης, ο Έλιοτ ήταν θεοί, έτρεφα πειθήνιο θαυμασμό εμπρός στο εκτόπισμα κάθε λογής αυθεντίας. Ποιας λογής ήταν αυτή, πόσο πρωτογενής, πόσο αυτόφωτη, λίγο μετρούσε, μια νύξη του Γιώργου Σαββίδη ή του Δημήτρη Μαρωνίτη, λ.χ., αρκούσε για να μου προκαλέσει επί εβδομάδες φιλολογικά ρίγη. Όλα αυτά, όπως είναι επόμενο, άφηναν λίγο χώρο για ονόματα ακόμη αχαρτογράφητα στη δημόσια μνήμη, σαν κι αυτό του Μανουσάκη.

Ό,τι μου εντυπώθηκε τότε ήταν πάνω απ’ όλα οι τίτλοι: Ταριχευτήριο πουλιών, Το σώμα της σιωπής. Μου φάνηκε τότε, μου φαίνεται ακόμα και σήμερα, ότι ο ένας δεν είναι παρά επεξήγηση, νοερή προέκταση του άλλου. Από τα αρχαία χρόνια ώς τις μέρες μας, η ισχυρότερη μεταφορά της ανθρώπινης φωνής, υπήρξε πάντα το πουλί που κελαηδά. Αν η σιωπή έχει πράγματι σώμα, σκεφτόμουν, σκέφτομαι ακόμη σήμερα, τότε αυτό πρέπει, δεν μπορεί παρά να είναι το σώμα ενός βαλσαμωμένου πουλιού.

2.

Σ’ αυτήν την πρώτη, την αρχέτυπη έννοια της σιωπής, έμελε να γυρίσω πολλές φορές τα μετέπειτα χρόνια. Θα την ανακάλυπτα στον Λόρδο Τσάντος, τον περίφημο ήρωα του νεαρού Χόφμανσταλ που στη περιβόητη Επιστολή του αρνείται στη γλώσσα κάθε ικανότητα να αρθρώσει τα ουσιώδη. Θα την συναντούσα στον γέροντα Πάουντ, των ύστερων Κάντος, όταν μας παρακινεί ν’ ακούσουμε τον άνεμο. Let the wind speak: όταν τα ανθρώπινα λόγια αστοχούν, μόνη πραγματική ομιλία μένει εκείνη της φύσης. Θα την έβρισκα τέλος με τον ένα ή τον άλλο τρόπο σε πάμπολλες σελίδες της μεταπολεμικής μας ιδίως ποίησης, με διαφορετική κάθε φορά μορφή, κάποτε αδύναμη και εξασθενημένη, αλλά πάντα παρούσα. (περισσότερα…)

Γιὰ τὸν Καποδίστρια τοῦ Γιάννη Σμαραγδῆ

*

τοῦ ΓΙΑΝΝΗ Α. ΤΑΧΟΠΟΥΛΟΥ

~.~

Σινεφὶλ δὲν εἶμαι, γιὰ πολλοὺς καὶ διάφορους λόγους. Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ἔφτιαξαν τὸ θέατρο, οἱ Χριστιανοὶ τὴ θεία λειτουργία, καὶ οἱ Δυτικοὶ περιορίστηκαν σὲ ἕνα φθηνὸ ἀλλὰ λουσάτο μέσο, στὸν κινηματογράφο, ὅπου ὁ ἠθοποιὸς δὲν ἔχει νὰ ἀντικρίσει τὸ κοινό του, ὅπου τὰ ἐφὲ πᾶνε σύννεφο καὶ κατακυριεύουν τὴν ταινία, ὅπου τὸ μέσο εἶναι κατάλληλο ὡς προπαγάνδα γιὰ κάθε λογῆς δικτάτορες καὶ παράφρονες ἐναλλακτικούς, ὅπου κάθε σκηνὴ γυρίζεται 200 φορὲς ὥσπου ἀναπόφευκτα νὰ βγεῖ τὸ τέλειο (σκηνοθετικὰ τέλειο) ἀποτέλεσμα. Ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχουν λεφτὰ γιὰ ἄπειρα γυρίσματα: Τῆς εὐκολίας τὸ ἀνάγνωσμα. Ἴσως ἡ φράση, στὸ Μὲ λένε Ἀρτέμη, «πολὺ νόημα!» νὰ εἶναι ἡ τελικὴ δίκη καὶ καταδίκη γιὰ τὸν ψαγμένο καὶ μὴ κινηματογράφο. Καλῶς ἢ μᾶλλον κακῶς, αὐτὸ ἔχουμε σήμερα, ὅπως τὸν 8ο αἰώνα καὶ σ’ ὄλη τὴν Ἀρχαιότητα εἴχαμε τὶς εἰκονογραφίες καὶ τὰ ἀγάλματα. Ὅπως τότε ἐπικρατοῦσε ἡ δύναμη τῶν εἰκόνων, τώρα κυριαρχεῖ ἡ δύναμη τῆς ταινίας.

Ὅτι οἱ ταινίες ἐποχῆς ἔχουν ἕνα πολιτικὸ μήνυμα εἶναι προφανές. Οἱ 300 ἦταν ἐμμέσως καὶ μιὰ ἀπειλὴ γιὰ τὸ Ἰράν, ἕνας χαρακτηρισμός του ὡς τεράτων. Ἡ Ὑπατία στὴν Agora εἶναι μιὰ λαχταριστὴ νέα, ἐνῶ στὴν πραγματικότητα ὅταν δολοφονήθηκε ἦταν μιὰ μπάμπω βάσει τοῦ προσδόκιμου ζωῆς στὴν ρωμαιοβυζαντινὴ Αἴγυπτο (ἡ παρουσίασή της ὡς μπάμπως θὰ μείωνε τὸ ἀντιχριστιανικὸ μένος -πάντα οἱ ἀντιχριστιανὲς εἶναι αἰσθησιακὲς «ἁμαρτωλὲς» τὸ πολὺ 19 χρόνων), καὶ ἦταν ντυμένη ὡς πόρνη γιὰ τὰ δεδομένα καὶ τῆς παγανιστικῆς ἑλληνορωμαϊκῆς Ἀρχαιότητας (βλ. σχετικὰ καὶ τὸν Πλούταρχο γιὰ τὴν ἰδεατὴ «σώφρονα γυναίκα»)· μεταξὺ ἄλλων, ἐνάντια σὲ κάθε ἱστορικότητα, στὴν ἴδια ταινία ὅσοι χαρακτῆρες προσηλυτίζονται στὸ Χριστιανισμό, ξαφνικὰ παύουν νὰ φοροῦν (τουριστικά…) ἀρχαιοελληνικὰ ροῦχα καὶ φοροῦνε κελεμπίες / χιτζάμπ (!! Ξανά: Ἰράν, πὲς ἀλεύρι…). (περισσότερα…)

«Ήχοι της περασμένης ζωής»: Το Οδοιπορικό των Σφακιών του Γιώργη Μανουσάκη

*

Μικρό ἀφιέρωμα στον Γιώργη Μανουσάκη [3/4]

*

 της ΣΤΕΛΛΑΣ ΑΛΙΓΙΖΑΚΗ

~.~

«Το πρώτο καθήκον του πνευματικού δημιουργού είναι να μην απιστεί στον εαυτό του. Να μην κολακεύει την προβολή κολακεύοντας το πλήθος , να μην ακολουθεί τυφλά τις κατά καιρούς λογοτεχνικές ή καλλιτεχνικές μόδες, να στέκεται πάνω από κομματικές δεσμεύσεις και φανατισμούς. Με μάτι καθαρό να παρατηρεί όσα συμβαίνουν γύρω του . Να καταθέτει όσο γίνεται πιο αντικειμενικά τη μαρτυρία του. Εκφράζοντας με γνησιότητα τον εαυτό του, εκφράζει και την εποχή και τον τόπο του, γιατί κι’ ο πιο εσωστρεφής πνευματικός δημιουργός δε ζει στην έρημο αλλά συνεχώς δέχεται τους ερεθισμούς όλων των εκδηλώσεων της ζωής, στην οποία μετέχει.» [1]

Το Οδοιπορικό των Σφακιών, το πρώτο εκδομένο πεζογράφημα του Γιώργη Μανουσάκη[2], στηρίχτηκε στις εντυπώσεις από μια περιήγηση, που έγινε σε δυο διαδοχικές φάσεις τον Ιούλιο του 1968 αρχικά στο φαράγγι της Σαμαριάς και το καλοκαίρι του επομένου έτους κατά τη διάρκεια μιας εβδομάδας. Σύμφωνα με τον ίδιο το συγγραφέα δεν επρόκειτο για «απλή περιήγηση αλλά για ουσιαστική επικοινωνία με τον τόπο και τους ανθρώπους του, βίωση της ιστορίας και συγκινημένη επαφή με το ξεχωριστό ήθος μιας περιοχής».

«Γνώστης και μύστης της σφακιανής κοσμοαντίληψης»[3] ο συγγραφέας συνθέτει ένα

«ελεγείο της σημερινής φθοράς του τόπου, αλλά κι’ ένα συγκρατημένο σοβαρό στοχαστικό εγκώμιο της προαιώνιας τάξης των πραγμάτων και των δοκιμασμένων ηθών των παλιών καιρών, όπως αυτά καθρεφτίζονται κι’ εκφράζονται στην κατασταλαγμένη σοφία των γερόντων».[4]

Οι εντυπώσεις αυτές «άρχισαν να γράφονται το ίδιο καλοκαίρι, πριν τις ξεθωριάσεις ο χρόνος», γι’ αυτό «το οδοιπορικό κλείνει πια μέσα του όχι μόνο την εικόνα ενός τόπου, μα και μιας εποχής που έχει περάσει ανεπίστροφα.» Το βιβλίο πρωτοκυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κέδρος το 1980, ένα χρόνο μετά τιμήθηκε με Κρατικό Βραβείο και το 2002 επανεκδόθηκε από τις Εκδόσεις Μίτος, συμπληρωμένο με φωτογραφίες. (περισσότερα…)

Η γυναίκα και το σπίτι

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

~.~

Η γυναίκα και το σπίτι, τίτλος περιοδικού κατά τη δεκαετία του 1950, που «βάζει τη γυναίκα στη θέση της», αλλά τουλάχιστον της παραχωρεί μια επικράτεια. «Eίναι φορές που το σπίτι μεγαλώνει απλώνεται, χρειάζεται μεγαλύτερη ελαστικότητα στην ονειροπόληση, μια ονειροπόληση όχι τόσο σχεδιασμένη για να το κατοικήσεις. Το σπίτι μου, λέει ο Γιώργος Σπυριδάκις, είναι διάφανο αλλά όχι από γυαλί. Θα ’λεγες ότι είναι από αχνό. Οι τοίχοι του πυκνώνουν και αραιώνουν ανάλογα με την επιθυμία μου. Άλλοτε τους σφίγγω γύρω μου σαν μια πανοπλία απομόνωσης… Άλλοτε όμως αφήνω τους τοίχους του σπιτιού μου να αναπτυχθούν μέσα στον χώρο τους, μέσα στον χώρο της άπειρης έκτασης.» (Γκαστόν Μπασλάρ).

Δεδομένης της παραπάνω οργανικής σχέσης μεταξύ γυναίκας και σπιτιού, ένα γεγονός που ξαφνικά τρυπά την οικιακή στέγη, και, με όσα επικίνδυνα φερτά αυτό το άνοιγμα υπονοεί, αποτελεί μια δραστική δραματουργική βάση για να γίνει ένα καίριο σχόλιο πάνω στη σχέση της γυναίκας με το άμεσο περιβάλλον της, ήτοι το οικιακό, αλλά και όχι μόνο. Θα λέγαμε το βιολογικό, αν όχι το κοσμολογικό, μέσω της κάθετης σχέσης που υποβάλλει η τρύπα στο ταβάνι η οποία δεσπόζει από την αρχή της ταινίας Αν είχα πόδια, θα σε κλωτσούσα. Από πολύ παλιά η σταθερή αγκυροβόληση τούτου του σώματος, η ακινησία του και η αμετακινησία του στο κέντρο του σπιτιού, στην εστία δηλαδή, είχαν προσλάβει μια εντονότατη συμβολική πύκνωση. Η γυναίκα, η θεά Εστία, σε αντίθεση με τον φτεροκόπο και ταξιδευτή Ερμή, που αποτύπωνε τη διάχυση του αρσενικού μέσα στον φυσικό και κοινωνικό χώρο, συμβόλιζε την ψυχολογική και κοινωνική σταθερότητα, την πάγια αναφορά της ατομικής και συλλογικής συνείδησης.

Όταν αυτή η σχέση υπονομεύεται λοιπόν, υπονομεύεται και ένας βασικός πυρήνας της κοινωνικής συνείδησης: η σχέση της γυναίκας με τον οικιακό της χώρο, η σχέση της γυναίκας με τον άντρα της και την οικογένειά της, η ατομική της συνείδηση, η σχέση της με το ίδιο της το σώμα. (περισσότερα…)