Συντάκτης: il Notaro

Κόρη

*

Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

ΚΟΡΗ

Είμαστε εδώ, στο ανατολικό Κερκέτιο, στο χωριό Κόρη, πάνω από την ανοιχτή θέα του Θεσσαλικού κάμπου. Ψάχνω για Δρυίδες και Αμαδρυάδες μέσα στο σκοτεινό δάσος με τα αιωνόβια δέντρα. Αν είμαι τυχερός θα πετύχω κάποια ξεχασμένη θεϊκή οντότητα να τριγυρίζει έξω από τις σπηλαιώδεις ραγισματιές των δέντρων, προτού ο φλοιός τους τις απορροφήσει ξανά μέσα στο εφτάδιπλο παρελθόν τους. Είναι μεσημέρι πνιγμένο μέσα σ’ ένα φως όλο μυστήριο. Από στιγμή σε στιγμή θ’ ακούσω τη συνοδεία του Πάνα ή του Διονύσου. Γιατί να φοβηθώ; Είμαι τόσο πιστός. (περισσότερα…)

Ματίας Ματέους, Απολογία του Χάους

*

Μετάφραση ΜΑΡΙΑ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗ

χαίρετε τέκνα Διός, δότε δ᾽ ἱμερόεσσαν ἀοιδήν·
κλείετε δ᾽ ἀθανάτων ἱερὸν γένος αἰὲν ἐόντων,
οἳ Γῆς ἐξεγένοντο καὶ Οὐρανοῦ ἀστερόεντος,
Νυκτός τε δνοφερῆς, οὕς θ᾽ ἁλμυρὸς ἔτρεφε Πόντος.
Ησίοδος, Θεογονία (104-107)
Ψυχῆς πείρατα ἰὼν οὐκ ἂν ἐξεύροιο, πᾶσαν ἐπιπορευόμενος ὁδόν.
Ηράκλειτος (DK 22, Β45)

I

Το άσμα της κοσμογονίας
ίσως είναι ένα τέλειο διάγραμμα
με συμπαγή και σταθερή όψη
παρόλα αυτά
πάντα υπερισχύει το Χάος.

II

Η αθωότητα επιβλήθηκε
ενώ νομίζαμε πως μείναμε ανέγγιχτοι από το μεγαλείο της
λες κι η επίκληση στην Ερατώ αρκούσε
για να συντρίψει τη γενιά της.

III

Η πρόθεση να αφεθούμε
απερίσκεπτα στην Ελπίδα
–σαν μετανάστες
που διασχίζουν τη θάλασσα με βάρκα
δίχως να ξέρουν ότι την καθοδηγεί ο Χάρος–
οδηγεί την Ελπίδα
προς τα σκουπίδια μέσα στο δώρο
που έλαβε ο Επιμηθέας.

Καθώς ξεσκεπάζουμε τον φόβο
έχοντας επίγνωση πως είμαστε ευάλωτοι,
συνεχίζεται η μάταιη αποστολή
για να λυτρώσει την ύλη
κλεισμένη στο βάθος του πίθου
που έφερε η Πανδώρα.
Το χειρότερο απ’ όλα τα δεινά
ευχαριστιέται,
προσφέρει την απαραίτητη ανάσα
που αφήνει τον λαιμό
στο έλεος της λάμας. (περισσότερα…)

Παρασκευή 28 Ιουλίου | «Χρυσοβαλάντη και Ονούφρης» της Λίλας Τρουλινού

~.~

Παρασκευή 28 Ιουλίου | Παρουσίαση βιβλίου

«Χρυσοβαλάντη και Ονούφρης»
της Λίλας Τρουλινού

Η Χρυσοβαλάντη και ο Ονούφρης, ένα ζευγάρι εφήβων διδύμων, εκπληκτικής ομοιότητας και ιδανικής αυτάρκειας, δοκιμάζουν τα όρια της σχέσης τους και δοκιμάζονται στο σκληρό περιβάλλον της αγροτικής κρητικής επαρχίας. Ο μόνος δρόμος ανοικτός προς την επιθυμία είναι η μεταμόρφωση.

Για το τελευταίο βιβλίο της Λίλας Τρουλινού, μια νουβέλα για την εφηβική ψυχή και τα άχθη της ιστορίας (Περισπωμένη, 2023), θα μιλήσει η φιλόλογος Σίτσα Κοτσιφάκη. Πιάνο θα παίξει ο Νίκος Περάκης ενώ θα τραγουδήσει η μεσόφωνος Χρυσούλα Περάκη.

Αποσπάσματα από το βιβλίο θα διαβάσει ο  Μιχάλης Βιρβιδάκης.

~.~

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος ΙΑ΄: Ιωάννης Γεωμέτρης | Αποδόσεις Γιώργου Βαρθαλίτη (1/2)

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΥΡΙΩΤΗΣ Ο ΓΕΩΜΕΤΡΗΣ

Αποδόσεις του Γιώργου Βαρθαλίτη  [1/2]

Ένα ευρύτερο τμήμα των ποιητικών έργων του Ιωάννη Γεωμέτρη απέδωσε στη νεοελληνική για πρώτη φορά ο ποιητής Γιώργος Βαρθαλίτης (Ο τρομερός τον νου μου ο έρωτας τυφλώνει, Αρμός, 2012) τον οποίο και ευχαριστώ για την ευγενική άδεια αναδημοσίευσης εδώ. Προτίμησα να παραθέσω τις αποδόσεις του από το πιο πρόσφατο βιβλίο του Τρεις μεγάλοι Βυζαντινοί ποιητές (Αρμός, 2017), όπου συγκεντρώνει τη μεταφραστική του εργασία σε τρεις βυζαντινούς ποιητές, διότι έχει επεξεργαστεί ορισμένες μεταφράσεις του, έχοντας επιφέρει μικρές αλλαγές σε κάποιες από τις αποδόσεις των έργων του Γεωμέτρη, σε σχέση με την προηγούμενη έκδοση.

~•~

Στὴν ἀποστασία.

Αἷμα νὰ ρίξεις σὰ βροχή, οὐρανέ μου, τώρα·
τώρα ντύσου μὲ πένθιμο σκοτάδι, ἀέρα·
ἡ γῆ, ἀπ’ τὸν πόνο μὲ τὰ νύχια σου ξεσκίσου,
ξερίζωσε τὰ δέντρα, ρίξ’ τα σὰν πλεξοῦδες
καὶ βόγγηξε, σκεπάζοντας μὲ μαῦρο ροῦχο
τὸ πρόσωπό σου τώρα ἀντὶ γιὰ τὸ χορτάρι.
Δικό μας αἷμα τὴν Μικρὰν Ἀσίαν ὅλη
τὴ διαφεντεύει καὶ τὸ ξίφος διαχωρίζει,
ὠιμέ!, γονεῖς καὶ συγγενεῖς, παιδιὰ κι ἀδέρφια.
Τρέχει ὁ πατέρας νὰ σκοτώσει τὸ παιδί του·
καὶ τὸ παιδὶ μετὰ φονεύει τὸν πατέρα·
μαχαίρι βγάζει ὁ ἀδερφός, ὢ πικρὴ τρέλα,
γιὰ νὰ τὸ μπήξει μὲς στὸ στέρνο τ᾽ ἀδερφοῦ του.
Κάτω ἀπό μᾶς ἡ γῆ σπαράζεται καὶ σειέται
ἀπὸ τὸν τρόμο κι ἀπὸ πάνω μας οἱ φλόγες
τῶν κεραυνῶν κάνουνε στάχτη καὶ τὴ σκόνη.
Οἱ πολιτεῖες τῆς Ρώμης τώρα τὰ μπεντένια
σὰν κόμη ρίχνουνε στὴ γῆ καὶ σπαραγμένες
κλαῖνε πικρὰ πῶς κλαῖνε κόρες μαυροφόρες.
Οἱ Ἀγαρηνοὶ νικᾶνε· οἱ πόλεις ποὺ ἦταν πρῶτα
στὴ δούλεψή μας πληρωμὴ τώρα ζητᾶνε
κι ἀπὸ τοὺς φόνους ἐναντίον μας καὶ γλεντᾶνε.
Κι αὐτὰ συμβαίνουν ὅπου ὁ ἥλιος ἀνατέλλει.
Μὰ ποιός μπορεῖ τί γίνεται νὰ πεῖ στὴ δύση;
Σμήνη Σκυθῶν σὰν νά ᾽τανε δική τους χώρα
ἀπὸ τὴ μιὰ ἄκρη τὴ διασχίζουν ὣς τὴν ἄλλη•
καὶ σὰν τὴ γῆ ποὺ εὐγενικὰ κλαδιὰ φυτρώνει
ἄνδρες ἀτρόμητους σὰν σίδερο γενναίους
ἀπὸ τὴ ρίζα κόβουνε καὶ βρέφη ξίφη
τὰ σφαγιάζουν· κι ἄλλα τά ᾽χει ἡ μάνα ἀκόμη,
κι ἄλλα ἀναρπάζουνε τὰ βέλη τῶν ἐχθρῶν μας.
Γίνανε σκόνη κι οἱ μεγάλες πολιτεῖες.
Πῶς θὰ μπορέσω δίχως δάκρυα νὰ ἀντικρίσω
Νὰ τρέφουν ἄλογα ὅσες πρὶν ἀνθρώπους τρέφαν;
Χῶρες ὁλόκληρες καὶ τόποι πυρπολοῦνται.
Κι ἐσύ, βασίλισσά μου, ἑστία τοῦ Βυζαντίου,
ποιά συμφορὰ σὲ βρῆκε τώρα, πές μου, πόλη,
πόλις ἡ πρώτη στὰ δεινά, καθὼς πρὶν ἤσουν
ἡ πιὸ τρανὴ τῆς γῆς; Δὲν τρέμεις κάθε μέρα,
ἢ μὴ δὲν πέφτουνε τὰ βάθρα ἀπὸ τὸν τρόμο;
Δὲν εἶδες τὰ κλαδιὰ ποὺ βλάστησε ἡ ἀγκαλιά σου
νεκρὰ νὰ πέφτουνε τὰ βάθρα ἀπὸ τὸν τρόμο;
Δὲν εἶδες τὰ κλαδιὰ ποὺ βλάστησε ἡ ἀγκαλιά σου
νεκρὰ νὰ πέφτουνε στὴ μάχῃ ἀπ᾽ τὸ μαχαίρι
τῶν συγγενῶν τους, ὢ τί φρίκη! Κι ἄλλοι πάλι
καταδικάστηκαν ἐξόριστοι νὰ μένουν,
ἀντὶ στ᾽ ὡραῖα καὶ τὰ λαμπρά τους τὰ παλάτια,
σὲ ἐρημονήσια καὶ σὲ βράχια καὶ φαράγγια
κι ἐκεῖ νὰ σβήνουνε; Κι (ὢ Θεέ μου, ἐσὺ τῶν πάντων
κριτή!) γιὰ αὐτὰ κανεὶς τὴν πέτρινη καρδιά του
δὲν μαλακώνει, δὲν φιλιώνει μὲ τὸν ἄλλον,
κανεὶς τῆς σωτηρίας τὸ φάρμακο ―τὸ δάκρυ―
δὲν χύνει. Μὰ ἔγινε σκοτάδι πιὰ κι ὁ ἥλιος
καὶ τῆς σελήνης κρύφτηκε μὲ μιᾶς τὸ φέγγος
καί, νέας θρησκείας παράξενο σημάδι, ἐφάνη
καινούργιο ἀστέρι, ὅμως ἐγὼ δὲν συλλογιέμαι
μηδὲ τὴ ραθυμιά, μηδὲ τὰ κρίματά μου.
Μὰ κοίταξέ με μ᾽ οἶκτο, Λόγε,
λυπήσου μας, σταμάτα πιὰ τὴ φρίκη ἐτούτη:
σφαγές, ἁλώσεις πόλεων, μάχες, ἀνταρσίες,
φυγές, διώξεις, ἁρπαγές, ποινὲς καὶ δίκες·
λυπήθηκες τὴ Νινευὴ τὴν πολιτεία
καὶ τὸν λαὸ ποὺ τότε ἁμάρτησε, τὸ ξέρω.
Τὸ ποίμνιο ποὺ ἐξαγόρασες μὲ τὸ αἷμα σου εἶμαι,
Χριστέ μου, ἡ μάντρα σου εἶμαι· αὐτὰ ἡ δική σου πόλη,
ἡ πόλη σου βοᾶ, τῶν συμφορῶν της κοίτα
τὴν ἄβυσσον· ὣς πότε θὰ ὑποφέρει;

~•~

Τί λόγια θὰ ἔλεγε ὁ ἐν Ἁγίοις βασιλιὰς Νικηφόρος,
ὅταν ἀποκεφάλιζαν τ᾽ ἀγάλματά του.

Ναί, ξίφος τὸ κεφάλι μου τό ᾽κοψε κι ἀνδροφόνος
τὴν ἐξουσία μου ἅρπαξεν ὁ βασιλιὰς τοῦ σκότους.
Μὰ τὰ νεκρά μου ἀγάλματα γιατί συντρίβει ὁ φθόνος;
Τοῦ Φάλαρι καὶ τοῦ Ἔχετου τὴν τρέλα ξεπερνᾶτε.
Ποιό μίσος τοὺς ἀνδριάντες μου μπορεῖ ὅμως νὰ γκρεμίσει,
τὴν Κρήτη τὴν εὐγενική, τὴ λαμπερὴ τὴν Κύπρο,
καὶ τὴν ἀνίκητη Ταρσό, τῆς Κιλικίας τὰ κάστρα,
τῆς Ἀντιόχειας τὰ τειχιά, τῆς Ἀσσυρίας τις πόλεις;
Πέρσες, Φοίνικες, Ἄραβες, ἔθνη τοῦ κόσμου μύρια,
ὅλα τους στὸ κοντάρι μου γονάτισαν, λυγίσαν.
Ποιός θὰ τὰ σακατέψει αὐτά; Ρίξτε τοὺς τοίχους! Σπάστε!
Μὲς στὶς καρδιὲς ἡ εἰκόνα μου, στὶς χῶρες πάντα μένει.

~•~

Σ᾽ ἕνα στολισμένο σπαθί.

Σπαθὶ γιὰ τοὺς ἐχθρούς μας σιδερένιο·
σπαθὶ γιὰ τοὺς δικούς μας χρυσαφένιο·
σπαθὶ ἐσὺ τρομερὸ γιὰ τοὺς ἐχθρούς μας·
σπαθὶ κι ἐσὺ ἀρωγὸ γιὰ τοὺς δικούς μας·
σπαθί, ποὺ τὴν καρδιὰ δὲν κόβεις μόνον·
σπαθί, τὸ δίστομο τῆς Ρώμης ξίφος·
σπαθί, τοῦ κράτους τὰ δεινὰ ποὺ κόβεις.

~•~

(περισσότερα…)

Στο διαδίκτυο τα verba γίνονται scripta

*

Με το διαδίκτυο έχουμε την εντύπωση ότι έχουν ειπωθεί τα πάντα, έχουν γραφτεί τα πάντα, έχουν συζητηθεί τα πάντα.

Τουλάχιστον έτσι νοιώθω εγώ, όταν περνάω τον χρόνο μου στα λεγόμενα «σόσιαλ» όπου όλοι φλυαρούν αδιάκοπα γραπτώς. Εκεί αποκαλύπτονται οι ανθρώπινοι χαρακτήρες σ’ όλο το μήκος και το πλάτος τους, σ’ όλο το βάθος και τη ρηχότητά τους. Με την καλοσύνη τους ή την αφέλειά τους, με την κακία, την χυδαιότητα, την σκληρότητά τους. (Ειδικά όσοι χρησιμοποιούν ψευδώνυμο, δεν μπορούν τελικά να κρυφτούν. Θέλουν να το βροντοφωνάξουν αυτό που είναι στ’ αλήθεια, στον πυρήνα της ψυχής τους, αυτό που στην «πραγματική ζωή» έχουν καταπιέσει). Άλλοι αποδεικνύονται λογικοί, άλλοι θεότρελοι, παράφρονες. Πολλοί είναι γλυκανάλατοι, μοιράζουν σιροπιαστές ευχές και καλημέρες δεξιά κι αριστερά, επιδίδονται σε δήθεν λογοτεχνικά ή ηθογραφικά γραμμένα σχόλια, άλλοι εκτοξεύουν βρισιές και βωμολοχίες απερίγραπτες ενώ αρκετοί θεωρούν ότι έχουν αναλάβει κάποιο ρόλο καθοδηγητή ή ιεροκήρυκα της new age εποχής και μας βομβαρδίζουν με μηνύματα θετικής σκέψης και αισιοδοξίας. Για κάποιο λόγο πιστεύουν πως κατέχουν το κλειδί της δικής μας ευτυχίας.

Το διαδίκτυο είναι κυρίως ένα μέσον, στο οποίο εκθέτουμε την ματαιοδοξία μας. Πριν την εμφάνιση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης πού εκδηλώναμε αυτή την ματαιοδοξία; Πού επιδεικνύαμε την ομορφιά μας; Πού εκτονώναμε την επιθετικότητά μας; Πού διοχετεύαμε όλη μας την ανάγκη για επικοινωνία; Σχεδόν όλοι οι άνθρωποι που ξέρω, του εαυτού μου συμπεριλαμβανομένου, είναι σαν να φωνάζουμε προς τους άλλους: «προσέξτε με!» Υπάρχει μεγάλη έλλειψη προσοχής, έλλειψη αγάπης ίσως. Κανείς δεν θέλει να κρυφτεί ή να περάσει απαρατήρητος, όλοι ζητούν να τους δώσεις σημασία, το βλέπεις  στις εξυπνάδες που γράφουν, στον επιθετικό τους τρόπο, το βλέπεις ότι θέλουν να προκαλέσουν για να τους δώσεις λίγο απ’ τον χρόνο σου.

Καμμιά φορά, σπανίως, έχεις και ευχάριστες εκπλήξεις. Ένας που τον πίστευες ρηχό, αφήνει να φανεί μια βαθιά σκέψη του, ένας άλλος που τον νόμιζες αδιάφορο, αποδεικνύει με τα γραφόμενά του ότι είναι ευαίσθητος και διακριτικός. (περισσότερα…)

Δευτέρα 24 Ιουλίου | Το Κοινωνικό Ασυνείδητο στη σύγχρονη πραγματικότητα

*

ΘΕΑΤΡΟ ΚΥΔΩΝΙΑ, ΑΙΘΡΙΟΣ ΧΩΡΟΣ
ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΟΥ 2023

Δευτέρα 24 Ιουλίου, 9.00 μ.μ.
Ομιλία – Συζήτηση με το κοινό

Το Κοινωνικό Ασυνείδητο
στη σύγχρονη πραγματικότητα

Ο ψυχίατρος και ψυχοθεραπευτής Κωνσταντίνος Λιόλιος σε μια συνάντηση με το κοινό αναλύει την έννοια του Κοινωνικού Ασυνειδήτου συσχετίζοντάς το με παραδείγματα και αναφορές από την ψυχοπαθολογία των ημερών μας.

Είσοδος ελεύθερη

*

Φόλκερ Γκέρχαρτ, Για την Κοινωνική Οντολογία του Παναγιώτη Κονδύλη

*

Το ακόλουθο άρθρο του Volker Gerhardt, καθηγητή της κοινωνικής φιλοσοφίας και της φιλοσοφίας του δικαίου στο Πανεπιστήμιο Χούμπολτ του Βερολίνου, πρωτοείδε το φως την 4η Μαΐου 2000 στην εφημερίδα DIE ZEIT ως βιβλιοκρισία για το τελευταίο έργο του Παναγιώτη Κονδύλη, Das Politische und der Mensch. Grundzüge der Sozialontologie, Akademie Verlag, Βερολίνο 1999. (Ελληνική έκδοση: Παναγιώτης Κονδύλης, Το πολιτικό και ο άνθρωπος. Βασικές αρχές της κοινωνικής οντολογίας, 2 τόμοι, μετάφραση Λευτέρης Αναγνώστου, Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 2007).

~.~

Τη ζωή του ανθρώπου τη νοηματοδοτούν μόνον οι πράξεις του.
Π. ΚΟΝΔΥΛΗΣ

Όσο περισσότερο αφήνουμε πίσω μας τον Εικοστό αιώνα, τόσο περισσότερο θα ανακαλύπτουμε ότι προς τα τέλη του έζησε στη Χαϊδελβέργη ένας διδάκτορας της φιλοσοφίας που, κινούμενος πέρα και έξω από τα πανεπιστημιακά θέσμια, συνέχισε την παράδοση του Μαξ Βέμπερ με τρόπο πιο δημιουργικό και πρωτότυπο απ’ όλους τους κρατικοδίαιτους καθηγητές της πολιτειολογίας, της κοινωνιολογίας και της φιλοσοφίας μαζί. Κι αυτό ισχύει παρά τα όσα σημαντικά συνεισέφερε στην πολιτική θεωρία ένας Καρλ Γιάσπερς, και δεν επιζητεί να αμφισβητήσει τα επιτεύγματα των ιστορικών που εντρυφούν σ’ όλους αυτούς τους κλάδους.

Ο λόγος είναι για τον Παναγιώτη Κονδύλη, ο οποίος στη δεκαετία του ’70 εκπόνησε μια μεγάλη, φιλόδοξη διδακτορική διατριβή πάνω στη Γένεση της διαλεκτικής (1979), χωρίς όμως αργότερα να εξελιχθεί ακαδημαϊκά ούτε στη Χαϊδελβέργη, ούτε στην Αθήνα. Αυτό ήταν, όπως δίχως δισταγμό θα ομολογούσαμε, και συνέπεια της ευρύνοιας του πνεύματός του που ήξερε να χειρίζεται τεράστιους όγκους υλικού και να υπερσκελίζει με τρόπο κυρίαρχο τα όρια των επιμέρους γνωστικών κλάδων. Καθένα από τα κατοπινά του έργα, που ακολούθησαν σε πυκνά διαστήματα, θα μπορούσε να γίνει ανέτως δεκτό στις Φιλοσοφικές Σχολές ως υφηγετική διατριβή. Καθώς όμως τόσο στη Γερμανία, όσο και στην Ελλάδα δεν του παραχωρήθηκε καν η ιδιότητα του υφηγητή, ο Κονδύλης είχε την ευκαιρία να προσδώσει νέο κύρος στον από καιρό, όπως πιστεύαμε, παροπλισμένο τίτλο του «ιδιωτεύοντος λογίου» [Privatgelehrte].

Όλες οι μεγάλες εργασίες του Παναγιώτη Κονδύλη –από τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό (1981) και τον Συντηρητισμό (1986) ώς τη Θεωρία του πολέμου (1988) και την Κριτική της μεταφυσικής στη νεότερη σκέψη (1990)– αναδιφούν τους ιστορικούς και ανθρωπολογικούς όρους της κοινωνικής σκέψης. Ύστερα από το περιεκτικό πρώτο σχεδίασμα του Ισχύς και απόφαση (1984), μπορούσαμε να εκλάβουμε όλα τα γραπτά του συγγραφέα ως προεργασίες για μια συστηματική και συνολική πραγμάτευση της κοινωνικής φιλοσοφίας.

Πράγματι ο Κονδύλης ξεκίνησε να συντάσσει το έργο αυτό τη δεκαετία του ’90, με κύριο ζητούμενο να περιγράψει και να διευκρινίσει τι τέλος πάντων εννοούμε με την έννοια «κοινωνία»: Πώς την διακρίνουμε από τα συμβεβηκότα του φυσικού περιβάλλοντος; Πώς μπορούμε να συλλάβουμε το ρόλο της ως θεμελιώδους όρου για την ύπαρξη ατόμων και θεσμών, πολιτισμού και πολιτικής; Τι σημαίνει τελικά κοινωνικό γεγονός;

Αυτά είναι τα στοιχειώδη ερωτήματα μιας οντολογίας που δεν θεματίζει το Είναι ως όλον, αλλά εστιάζει όλη της την προσοχή στην κοινωνία. Ο Κονδύλης κάνει λόγο για «κοινωνική οντολογία» και σχεδίαζε να εκθέσει τα θεμελιώδη της γνωρίσματα σε ένα έργο με πάνω από δύο χιλιάδες σελίδες και τον τίτλο Το πολιτικό και ο άνθρωπος. Πρόκειται για εγχείρημα που εκκρεμεί το αργότερο από την εποχή του Κόντ και του Μαρξ. Όμως τα εξαρτημένα ανακλαστικά της κοινωνικής θεωρίας απέναντι σε οτιδήποτε θα μπορούσε να όζει «μεταφυσικής», το αντιστρατεύονταν. Έτσι στον συγγραφέα ανήκει η τιμή ότι αποτόλμησε να καταπιαστεί με ένα μεγάλο σχέδιο, εκεί όπου απέτυχαν οι κοινωνιολόγοι και οι φιλόσοφοι του 19ου και 20ού αιώνα. (περισσότερα…)

Το ταμείο

*

Ήταν λίγο μετά τις τρεις, όταν μπήκε στην καφετέρια. Δεν είχε πολύ κόσμο τέτοια ώρα. Διάλεξε ένα από τα τραπέζια κοντά στη τζαμαρία. Νύσταζε πολύ. Είχε πάνω από έναν μήνα που δεν μπορούσε να κοιμηθεί τα βράδια. Κοιμόταν για λίγο το χάραμα και την άλλη μέρα πάλι τα ίδια. Παρ’ όλα αυτά δεν ήθελε να αλλάξει τη ρουτίνα της υπόλοιπης ημέρας. Πριν την καφετέρια είχε πάει στο σουπερμάρκετ. Είχε διαλέξει το ταμείο με τη μεγαλύτερη ουρά, για να έχει όσο γίνεται περισσότερο χρόνο να παρατηρήσει τους ανθρώπους που περίμεναν. Πριν από αυτόν ήταν μια γυναίκα γύρω στα σαρανταπέντε με σκουροκόκκινα μαλλιά. Κατά την προσφιλή του συνήθεια, άρχισε να φτιάχνει την ταυτότητά της. Ίσως τη λένε Μαίρη. Εργάζεται σε δημόσια υπηρεσία και πήγε στο σουπερμάρκετ μεσημέρι Παρασκευής για τα ψώνια της εβδομάδας. Έχει δύο παιδιά. Τα τρόφιμα για το πρωινό και το δεκατιανό στο καρότσι της ήταν πολλά για ένα παιδί και λίγα για τρία. Άραγε τι θα σκεφτόταν αν ήξερε ότι αυτός ήταν κατάσκοπος της καθημερινότητάς της;

Παρήγγειλε έναν εσπρέσο μέτριο. Εκείνη τη στιγμή, χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η Αναστασία, η γραμματέας του εκδότη του. Πήρε να του θυμίσει την ομιλία του στο καφέ του εκδοτικού οίκου την επόμενη Τετάρτη. Ήταν ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα του οίκου. Η τελευταία του συλλογή διηγημάτων είχε βγει την προηγούμενη χρονιά και είχε πάει πολύ καλά. Ήταν η τέταρτη συλλογή που είχε εκδώσει μέσα σε επτά χρόνια. Όχι κι άσχημα. Τον άλλο μήνα θα γινόταν τριανταεννέα. Νέος ακόμη ή και όχι τόσο πλέον.
Ένιωθε ότι είχε φτάσει στο τέλος ενός δρόμου. Δεν είχε άλλο. Οι μικρές ιστορίες σαν να μην μπορούσαν πλέον να στεγάσουν όλα όσα ήθελε να γράψει. Κάτι έμενε ακάλυπτο, ανείπωτο. Από καιρό τον πολιορκούσε η σκέψη της συγγραφής ενός μυθιστορήματος. Στην αρχή της καριέρας του το φοβόταν. Σαν να ήταν μια μάχη για την οποία δεν είχε ακόμη ούτε τα κατάλληλα όπλα ούτε το ανάλογο θάρρος. Τώρα όμως ίσως είχε έρθει η ώρα της αναμέτρησης.

Έβγαλε το σημειωματάριό του. Αποφάσισε ότι αυτή θα ήταν η αρχή της προετοιμασίας για αυτή τη μάχη. Έγραψε: «Παρασκευή, 15.29». Σκέφτηκε να το κάνει 30, αλλά μετά αποφάσισε να κρατήσει την ακρίβεια του 9. Σημαδιακός αριθμός, όπως αυτή η εκκρεμότητα του 9 στην ηλικία του. Θα άρχιζε τώρα αμέσως, το πρώτο του μυθιστόρημα.

Θυμήθηκε την πρώτη φορά που τον επισκέφθηκε η επιθυμία, η ανάγκη μάλλον της συγγραφής. Ήταν δέκα ετών περίπου και διάβαζε ένα εικονογραφημένο βιβλίο για την αργοναυτική εκστρατεία. Είχε θυμώσει που ο Ιάσονας έκλεψε το χρυσόμαλλο δέρας. Είχε καιρό που αυτό κειτόταν αναπαυτικά πάνω στη βελανιδιά, που έλαμπε στο πρωινό φως. Πάνω του φώλιαζαν πουλιά κι αυτό είχε αγκαλιάσει απαλά τα κλαδιά κι έβρισκε εκεί τη ζεστασιά του σώματος από όπου το είχαν βίαια αποκολλήσει. Έπαψε να είναι ανολοκλήρωτο, ελλιπές. Πόσο ήθελε να δώσει φωνή στη χρυσή προβιά! Μα δεν το έκανε. Θα το έκανε τώρα ίσως. Θα ξανάγραφε τη ζωή που δεν πήρε. Από κάπου πρέπει να αρχίζει κάποιος. (περισσότερα…)

Γιάννης Υφαντής, Φίλε

*

ΦΙΛΕ

Μακαρισμένε συ που αν δεν είσαι στα Νησιά μαζί με τον Σωκράτη, τον Ηρόδοτο, τον Όμηρο, που τόσο αγαπούσες
απολαμβάνεις σίγουρα την άπειρη γαλήνη αυτού που είναι Όλα και συνάμα είναι Τίποτε.
Αλλά εγώ έχω ανάγκη να μιλήσω κι ας μην έχεις την ανάγκη εσύ να σου μιλήσω όντας πλήρης μέσα στο αρχαίο κάλλος όπου έφτασες:

Θέλω να πω ευχαριστώ γι’ αυτό το σπίτι που σοφά επέλεξες τον τόπο να το χτίσεις
σοφά τον τρόπο να τον χτίσεις και σοφά
τα υλικά, τη διαρρύθμιση, τα πάντα.
Και βέβαια όχι δίπλα απ’ το δρόμο αλλά ούτε κι ένα μίλι μακριά.
Εκεί, ακριβώς στα 80, 100 περίπου μέτρα.

Και βέβαια το ’χτισες σε λόφο αλλά όχι υψηλόν όπου πηγαίνουν κεραυνοί για να κουρνιάσουν.
Να ’ναι σε λόφο χαμηλό που να ’χει στράγγιο πάντα κι ολοένα τα ρυάκια
τον παρακάμπτουν είτε κελαρύζουνε κυλώντας τον πολύμορφο καθρέφτη τους
είτε βουίζουν φουσκωμένα και θολά.

Και σταυροδρόμι να ’ναι αυτό ρευμάτων ώστε ουδέποτε να στέκονται κουνούπια κ’ η δροσιά να κατεβαίνει απ’ τα λαγκάδια που χωρίζουνε τους λόφους.
Και βέβαια το κάτω μέρος του σπιτιού να ’ναι χωμένο μες στο έδαφος του λόφου,
το πίσω μέρος του χωμένο για να έχει το ισόγειο δροσιά το καλοκαίρι και να έχει ζέστη το χειμώνα.
Δύο τα τζάκια του, το ένα στο ισόγειο και να ’ναι προς Βορράν, ενώ το άλλο
στον πρώτο όροφο και να ’ναι προς το Νότο.
Και βέβαια με πέτρα και με λάσπη, κεραμίδια και ξυλεία θαυμαστή.
Και πέτρινη αυλή και οι φραγμένοι του μπαχτσέδες.
Και η κληματαριά και τ’ άλλα δέντρα να ’ναι γύρω του τ’ ατίμητα στολίδια. Κ’ οι σκιές.
Και να ’ναι η πηγή κοντά και μακριά κάπου εκεί στα 80 μέτρα.
Δίπλα ο φούρνος του. Πιο πέρα η αποθήκη.

Και σε θυμήθηκα πατέρα εσένα που σε όλα ήσουν σοφός
–πάντοτε σε θυμάμαι και μιλώ μαζί σου, εννοώ,
μ’ αυτό το είδωλό σου πού ’χω μέσα μου–
σήμερα ιδιαιτέρως σε θυμήθηκα
γιατί ενώ η χώρα όλη βράζει μες στον καύσωνα
εγώ χάρη σ’ εσένα, «μπάρμπα Μήτσο», φίλε υπέροχε
χάρη σε σένα και μ’ αιτία τη σοφία σου
έχω το καταφύγιο τούτο της δροσιάς μακαρισμένε.

ΥΓ

Άντε να εξηγήσεις σε ηλίθιους τη σοφία τη δική σου
πώς όλα τα μελέτησε μ’ ακρίβειαν αυτή η φρόνησή σου
πως λάθος δεν ευρήκα στη ζωή σου εγώ ποτέ μου και ουδ’ εν
παρόλο που εσύ ποτέ σου δεν εσπούδασες το ζεν.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ

*

Τετάρτη 26 Ιουλίου | «Ιστορίες από ένα περασμένο μέλλον» με τον Μιχάλη Μακρόπουλο

~.~

Τετάρτη 26 Ιουλίου | Παρουσίαση βιβλίου

«Ιστορίες από ένα περασμένο μέλλον»
του Μιχάλη Μακρόπουλου

Όλα τα διηγήματα της τελευταίας συλλογής του Μιχάλη Μακρόπουλου «Ιστορίες από ένα περασμένο μέλλον» (Κίχλη, 2022), ακόμα κι αν φορούν το ένδυμα της «μελλοντικής ιστορίας», μιλούν για το τώρα, για το ήδη συντελεσμένο – είναι ιστορίες από ένα περασμένο μέλλον. Και, βέβαια, στον πυρήνα τους βρίσκεται πάντα ο άνθρωπος· ο τρωτός, πάσχων άνθρωπος απέναντι στην αμείλικτη κυριαρχία της εικόνας, απέναντι σ’ έναν ολέθριο πόλεμο, στην τυφλή, ωμή βία, στη βίωση του κόσμου ως παιδικού τραύματος, στο αίνιγμα της ανθρώπινης ταυτότητας.

Με τον συγγραφέα Μιχάλη Μακρόπουλο συζητά ο Κώστας Κουτσουρέλης. Αποσπάσματα του βιβλίου θα ερμηνεύσουν ηθοποιοί του Θεάτρου Κυδωνία.

~.~

*

Ιστορίες θερινής τρέλας

*

ΟΙ ΔΥΟ ΦΙΛΕΣ

Ήταν δυο φίλες, μια απ’ την Καρδίτσα
κι η άλλη πάλι απ’ το Ανκοράζ,
η φαλαινίτσα κι η σαρδελίτσα,
κι είπαν μια μέρα να παν στην πλαζ.

Είπαν μια μέρα να παν για μπάνιο
έλαμπε ο ήλιος, μούρλια ο καιρός,
είχαν τ’ αγέρι για καπετάνιο,
τα κυματάκια στην άμμο εμπρός.

Πήραν μαζί τους λάδια, παγούρια,
γυαλιά, πετσέτες λογιώ λογιώ
μα η φαλαινίτσα πάνω στη φούρια
πηγαίνει η ξύπνια χωρίς μαγιό.

«Α, μη σε νοιάζει», της λέει η σαρδέλα,
«κι έχω τα πάντα εγώ σκεφτεί.
Μαγιό ’χω κι άλλο, θα σού ’ρθει τρέλα!»
Και της το δίνει να βολευτεί.

– Μπα, δεν σου μπαίνει; – Ναι, με στενεύει…
– Πάχυνες μήπως; – Χμμμ, τι να πω…
– Ρουφήξου λίγο καλέ ν’ ανέβει!
– Μα μου σκαλώνει, δες, στον ποπό!

Κι όλο ρουφιέται, κι όλο ζαρώνει
η φαλαινίτσα καλά καλά,
μα κι αν τραβιέται, μα κι αν ιδρώνει,
το μαγιουδάκι δεν πάει ψηλά.

Γύρω παιδάκια, κάποιος σερφάρει,
τα κυματάκια «πλιτς» κάνουν, «πλατς»,
μα η φάλαινά μας έχει φρακάρει
μέχρι που ακούει ξάφνου ένα… χράαατς!

«Αχ, πάει το μπάνιο! Και τώρα; Πλήξη…»,
λέει με βλέμμα λυπητερό.
Η σαρδελίτσα πάει να βουτήξει
κι εκείνη ψάχνει για παρεό.

~.~

(περισσότερα…)

Μνημόσυνο σε μαύρο μείζον για τον ποιητή Κ. Γ. Καρυωτάκη

ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ
Τρίπολη, 30 Οκτωβρίου 1896 – Πρέβεζα, 21 Ιουλίου 1928

~.~

του Δ. Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Στο παραλιακό καφενείο του Νιόνιου του Καλλίνικου ο «Ουράνιος Κήπος» το ρολόι έδειχνε 2 μ.μ.

«Καλώς τον κύριο Κώστα!» αναφώνησε ο καταστηματάρχης, βλέποντας τον νεαρό υπάλληλο της νομαρχίας που έμπαινε στο μαγαζί του.

Εκείνος αντιχαιρέτησε. Μα μην έχοντας διάθεση για κουβέντα, παρήγγειλε μια βυσσινάδα και βγήκε στο προαύλιο να καθίσει σ’ ένα απόμερο τραπεζάκι. Ο Καλλίνικος, ετοιμάζοντας την παραγγελία, σιγοκουβέντιαζε με τον Λισάτο – τον πορθμέα του τόπου εκείνου. Αυτός, σαν άλλος Χάροντας, πέρναγε απέναντι με την βάρκα του όσους πήγαιναν απ’ την Βρυσούλα στον Άγιο Σπυρίδωνα κι απ’ τον Άγιο Σπυρίδωνα στην Βρυσούλα.

Ο Λισάτος είχε κορμί τετράγωνο, γεροδεμένο κι ολόστητο, κεφάλι στρογγυλό και βαθιά κουρεμένο, στέρεη ματιά και ντόμπρα κουβέντα:

«Τι ’ναι τούτος, μωρέ Νιόνιο;» ρώτησε τον καφετζή, που εκείνη την ώρα έβαζε την βυσσινάδα στον δίσκο.

«Ο κύριος Κώστας;» είπε ο Καλλίνικος. «Εξαίρετος κύριος! Θα ’χει κάνα μήνα που ήρθε στην Πρέβεζα με το βαπόρι. Απ’ ό,τι λένε, δεν έχει πολλά-πολλά με κανέναν. Ο κουρέας, όμως, μου είπε προχτές πως είναι υπάλληλος της νομαρχίας. Κι ο Αναγνωστόπουλος – ξέρεις, αυτός με το οπλοπωλείο – άκουσε πως πριν έρθει εδώ είχε πάει για διακοπές στο Παρίσι… Ακούς, Λισάτο; Στο Παρίσι!»

Ο πορθμέας έξυσε με θαυμασμό την κεφάλα του.

«Στο Παρίσι, ε;» ψέλλισε. «Μα φαίνεται ο άνθρωπος, δεν φαίνεται; Κοίτα το κουστούμι του, φίνο πράμα! Γραβάτα, ψαθάκι, τι να λέμε τώρα… Πρωτευουσιάνος και γραμματιζούμενος, Νιόνιο! Θα κάτσει λίγο καιρό ’δω πέρα κι ύστερα θα τραβήξει μια μεταθεσούλα και τσουπ! στην Αθήνα πάλι. Αυτή είναι τύχη, ενώ εμάς θα μας φάνε οι ζέστες, οι υγρασίες κι οι πυρετοί!»

Ο Νιόνιος συμφώνησε, αναστενάζοντας βαθιά, και βγήκε στο προαύλιο για να σερβίρει τον πελάτη.

«Κύριε Καλλίνικε, μπορώ να έχω λίγο χαρτί κι ένα μολύβι;» είπε ο υπάλληλος της νομαρχίας, αφού ήπιε μια γουλιά απ’ την δροσερή βυσσινάδα που μόλις έφτασε.

«Άκου λέει, αμέσως κύριε Κώστα!» προθυμοποιήθηκε ο καφετζής.

Και πριν στρίψει να φύγει, ρώτησε διστακτικά:

«Θέλετε κάτι άλλο;»

«Αν σας βρίσκονται και τίποτα τσιγάρα…» είπε με κάποιο ύφος ενοχής ο νεαρός υπάλληλος.

*

Πέντε το απόγευμα. Κοντά στον Άγιο Σπυρίδωνα κόσμος αρκετός είναι μαζεμένος. Να, φτάνει τώρα κι η Χωροφυλακή. Φωτογραφίζουν τον νεκρό. Πάνω στο στήθος του, στο μέρος της καρδιάς, έχει έναν ματωμένο λεκέ – σαν παράσημο.

Ο Λισάτος παραμερίζει το πλήθος. Πλησιάζει το πτώμα δαγκώνοντας τα χείλη του.

«Ο κύριος Κώστας!» ψιθυρίζει έκπληκτος. «Τι του ήρθε του βλογημένου να σκοτωθεί! Κι ήτανε τόσο νέος, ο άμοιρος…»

Ένας χαμάλης φορτώνει το κουφάρι πάνω στο καρότσι του, λες κι είναι τσουβάλι. Ο κόσμος διαλύεται σιγά-σιγά. Φυσάει ελαφρά, κι οι ευκάλυπτοι γέρνουν τις κορφές τους σαν κεφάλια, λες και θέλουνε ν’ αφουγκραστούν τις κουβέντες των χωροφυλάκων.

«Το πιστόλι της αυτοκτονίας, το πήρες Καραγιώργη;»

«Μάλιστα, κύριε υπενωμοτάρχα!»

«Το σημείωμα που βρέθηκε στην τσέπη του αυτόχειρος ποιος το έχει;»

«Εγώ, κύριε υπενωμοτάρχα!» απαντάει ένας καχεκτικός δόκιμος χωροφύλακας.

«Για φέρτο ’δω, Λιάπη!»

«Αμέσως, κύριε υπενωμοτάρχα!» τσακίζεται να του το δώσει ο δόκιμος.

Ο κύριος υπενωμοτάρχης ακουμπά στον ευκάλυπτο και ξεδιπλώνει το χαρτί.

Συνοφρυωμένος διαβάζει, ακόμα μια φορά, το τελευταίο σημείωμα του Κωνσταντίνου Γεωργίου Καρυωτάκη: (περισσότερα…)