Στο Χαμαντάν η Εσθήρ, κι άλλες τροχιές ομόκεντρες

*

Παρασάγγες | Δρόμοι του Ιράν
Κείμενα-Φωτογραφίες Ηλίας Μαλεβίτης

~.~

Χιόνιζε σαν μπήκαμε στο Χαμαντάν. Δυο μέρες τώρα που ξεκινήσαμε από τα δυτικά, στο Κερμανσάχ, το ’στρωνε το χιόνι. Ήδη είχαμε δει κρουσταλλιασμένους τους καταρράκτες του Γκαντζναμέ έξω απ’ την πόλη. Παγωμένη κυριολεξία· του σημαινομένου της αντάξια η εικόνα.

Τ’ απομεσήμερο βαρύ· σκοτεινιασμένος ο ουρανός, βουβά κι εξακολουθητικά, ράντιζε τουλούπες χιόνι την πόλη. Μπήκαμε στο μεγάλο τζαμί. Χτισμένο κοντά στα μέσα του 19ου αιώνα, τεράστιο, μ’ ένα θεόρατο ιβάν στην είσοδο, το έστεφαν δυο μιναρέδες.  Μ’ ωχροκίτρινα και κοκκινοκαφέ της άμμου τούβλα κεντημένοι οι τοίχοι μέσα κι έξω. Οι νιφάδες συνέχιζαν να πέφτουν μαλακά, έκανε κρύο.

*

*

Παραδίπλα από το πελώριο ιβάν του τζαμιού είχε ένα φούρνο. Μπήκα μέσα να πάρω κάνα φτενό φρεσκοψημένο στα τοιχώματα των κυκλικών φούρνων φελί ψωμί λαβάς. Οι φουρναραίοι με κεφαλομάντηλα σφιχτά δεμένα πλάθουν το ζυμάρι και τ’ απλώνουν σε σχήμα κυκλικό πάνω σ’ ένα μαξιλαράκι φουσκωτό υφασμάτινο, κι έπειτα το κολλάνε στα καμπύλα εσωτερικά τοιχώματα του φούρνου. Στη σάρκα του απάνω αφήνουνε συνήθως λακκουβίτσες με τ’ ακροδάχτυλά τους ζυμωμένες. Λαχτάρα μεγάλη να βλέπεις το ζυμάρι να φουσκαλιάζει τόπους τόπους πυρρόξανθο καθώς ψήνεται, κι αμέσως με τις σιδερένιες λαβίδες τους αριστοτεχνικά να το ξεκολλάνε από τα τοιχώματα οι φουρνάρηδες και να τ’ απιθώνουν αχνιστό στον πάγκο. Φρεσκοψημμένο πέρσικο ψωμί, να ζεματάει μες στις φούχτες σου, σ’ όλες τις εκδοχές του ιρανικού νάαν (λαβάς, μπαρμπαρί ή σανγκάκ): η πιο άδολη βουλιμία που με καταλαμβάνει συχνά στο Ιράν.

~.~

*

Το μαυσωλείο του ιμπν Σίνα (Αβικέννα)

*

Για το μαυσωλείο του ιμπν Σίνα (Αβικέννα) ήξερα. Για τον τάφο της Εσθήρ δεν είχα την παραμικρή ιδέα ίσαμε τότε. Ένας κυλινδρικός κουμπές, πιότερο σαν μιναρές μικρού χωριάτικου τζαμιού, με έναν λευκό χιονένιο σκούφο πάνω του κουκούλωνε θωπευτικά την Εσθήρ και τον θειό της Μορντεχάϊ (Μαρδοχαίο). Η πόρτα, βράχος μονόλιθος, βαρύς και χαμηλός, σκυφτά σ’ ανάγκαζε να μπεις μέσα, αφού βγάλεις τα παπούτσια σου. Δίπλα δίπλα τα δυο κιβούρια σκεπασμένα με υφάσματα στην μέση του στενάχωρου δωματίου.

*
DSC01219

*
Η εβραιοπερσική παράδοση θέλει τούτο το διπλό μνήμα να στεγάζει τη βιβλική Εσθήρ και τον θειό-θετό της πατέρα, Μαρδοχαίο. Πρώτος μιλάει για τον τάφο της Εσθήρ ο εκ Τουδέλης Βενιαμίν, ο ισπανοεβραίος ταξιδιώτης από τη Ναβάρρα, στο Βιβλίο των ταξιδιών του, καρπό των περιηγήσεών του στην Ευρώπη, την Ασία και την Αφρική (μάλλον ανάμεσα 1167 και 1172).  Εκεί γράφει λοιπόν ― χωρίς να είναι απολύτως σαφές (για τους ιστορικούς) αν πέρασε από το Χαμαντάν ή μεταφέρει πληροφορίες που συγκέντρωσε στη Βαγδάτη: «…το Χαμεντάν, τη μεγάλη πόλη της Μηδίας, όπου βρίσκονταν τριάντα χιλιάδες Ισραηλίτες. Μπροστά από κάποια συναγωγή έχουν ταφεί οι Μορντεχάϊ και Εσθήρ». Μετά τον 12ο αιώνα, θα ξανακούσουμε για τον τάφο της Εσθήρ στο ποιητικό έργο του Σαχίν του Σιραζινού, περσοεβραίου ποιητή του 14ου αιώνα. Ακολουθώντας την εντολή του αγγέλου στο κοινό τους όνειρo, ο Μαρδοχαίος κι η Εσθήρ φτάνουν στο Χαμαντάν, όπου κανείς δεν τους γνωρίζει. Καθώς πέφτει η νύχτα, βρίσκουν φιλόξενη στέγη σε μια συναγωγή.

«Όταν ο Μαρδοχαίος βλέπει πως δεν υπάρχει στη συναγωγή ψυχή, έξω απ’ τον Παντογνώστη, τον Μοναδικό κι Ελεήμονα, κλαίγοντας λέει στην Εσθήρ: “πλήρης ο κόσμος από σένα κι από μένα. Πρώτος εγώ θα φύγω από εδωνά. Ήρθε ο καιρός που θέλω νά μπω πια στον ύπνο τον αιώνιο. Τώρα είμαι στου μηδενός τον δρόμο, η απελπισμένη μου ψυχή έχει στα χείλη φτάσει. Το χέρι του οινοχόου με κερνάει της γήινης ζωής μου τον αφανισμό. Τον οινοχόο θα πάω να συναντήσω”. Κι αφού αφήνει την στερνή πνοή του, η Εσθήρ τον κλαίει, σαν σύννεφο ανοιξιάτικο, και δίπλα του ξεψυχά, κυπαρίσσι αργυρό… Και τάφο τούς ανέγειραν, που έγινε τόπος προσκυνήματος και μέρος περισυλλογής ευλαβικής».

*

ardashicc84r-nacc84me-the-book-of-ardashir-by-scc8cacc84hicc84n-14th-century-iran-late-16th-early-17th-century-c2a9-the-library-of-the-jewish-theological-seminary

*

Φευ! Οι ιστορικοί όμως κι οι αρχαιολόγοι κρίνουν αλλιώς. Ο πολύς Ernst Herzfeld θεωρεί πως το κτίσμα που στεγάζει σήμερα τα διπλά μνήματα έχει ανακατασκευαστεί πολλές φορές, και στη σημερινή του μορφή προέρχεται από τον 17ο αιώνα. Κι αυτός μεταξύ άλλων, πιστεύει πως είναι πολύ πιθανόν μέσα τους να φιλοξενούν τα λείψανα μιας άλλης διάσημης Οβριάς, συζύγου βασιλικής κι αυτής, αλλ’ όχι της Εσθήρ: της Σουσαντόχτ, κόρης του Ιουδαίου αιχμαλωτάρχη (ηγέτη των εξόριστων Εβραίων, ‘exilarch’) και συζύγου του Yazdegerd Α΄ (399-420), του Ισδιγέρδη των Βυζαντινών πηγών. Αντιθέτως θεωρεί πως το βιβλικό ζεύγος πρέπει να είναι θαμμένο στα Σούσα.

Ας είναι! Μέχρι σήμερα, Πέρσες, Εβραίοι και μουσουλμάνοι, προσκυνητές συνεχίζουν να προσέρχονται στον τάφο χωρίς να απασχολούνται με τις εκτιμήσεις της αρχαιολογίας ή της ιστορίας. Και μάλιστα φαίνεται πως η αιτία για την διεκδίκηση του τάφου της Εσθήρ (που δεν αναγνωρίζεται από άλλη εβραϊκή κοινότητα έξω απ’ το Ιράν) πρέπει να είναι πως η περσοεβραϊκή κοινότητα οργάνωσε τη ζωή της σε στενό συσχετισμό με την γιορτή των Πουρίμ, που καθιερώθηκε εκεί στην περσίδα γη, όπως αφηγείται το βιβλίο της Εσθήρ.Η δράση σύμφωνα με το βιβλικό κείμενο ξετυλίγεται στα αυτοκρατορικά Σούσα. Στην αυλή του βασιλιά Αχασβήρου (Ξέρξη συνήθως στην Τανάχ ή Αρταξέρξη στους Ο΄), μετά την άρνηση της βασίλισσας Αστίν (Βάστι) να υπακούσει στην βασιλική εντολή και να επιδείξει την καλλονή της δημοσίως στον λαό και τους άρχοντες, οι αυλικοί διοργανώνουν για τον μεγάλο βασιλέα καλλιστεία για την ανάδειξη νέας βασίλισσας. Επιλέγεται λοιπόν η Εσθήρ για βασιλική σύζυγος κι ανέρχεται στον περσικό θρόνο. Στην συνέχεια καταφέρνει να ανατρέψει την συνωμοσία του βεζύρη (Χ)Αμάν για να εξοντώσει τους Εβραίους (με τις συμβουλές και τη συνδρομή του θειού και θετού της πατέρα Μαρδοχαίου). Και με την στήριξη του βασιλέα, οι Εβραίοι εντέλει εξολοθρεύουν τους συνωμοτούντες εχθρούς τους. Σε ανάμνηση του γεγονότος καθιερώνεται η γιορτή των Πουρίμ (των κλήρων) διότι ο Αμάν όρισε με κλήρο (πουρ) την ημέρα της εξόντωσης των Εβραίων. Χαρακτηριστικά η προσθήκη στο τέλος του κειμένου των Ο΄ περιέχει τα εξής:

«διὰ τοῦτο ἐποίησε κλήρους δύο, ἕνα τῷ λαῷ τοῦ Θεοῦ καὶ ἕνα πᾶσι τοῖς ἔθνεσι· καὶ ἦλθον οἱ δύο κλῆροι οὗτοι εἰς ὥραν καὶ καιρὸν καὶ εἰς ἡμέραν κρίσεως ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ πᾶσιν τοῖς ἔθνεσι, καὶ ἐμνήσθη ὁ Θεὸς τοῦ λαοῦ αὐτοῦ καὶ ἐδικαίωσε τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ».

Είναι σαφές ότι το συγκεκριμένο βιβλίο γράφτηκε για να αιτιολογήσει την γιορτή των Πουρίμ, η οποία και έχει βαβυλωνιακή ή περσική προέλευση. Πέραν της ίδιας της λέξης (πούρου) που έχει βαβυλωνιακή και ασσυριακή ρίζα, και η ιστορία της Εσθήρ αλλά και τα σημαντικότερα ονόματα του βιβλίου θυμίζουν ελαμιτικά ή βαβυλωνιακά ονόματα θεών: Εσθήρ→Ιστάρ, Μαρδοχαίος→Μαρντούκ, Χαμάν→Χουμάν. Οι ερευνητές όμως συμφωνούν ότι το βιβλίο μάλλον έχει και κάποιον ιστορικό πυρήνα, σχετικά με έναν πιθανό διωγμό των Ιουδαίων που αποτράπηκε στην περσική αυτοκρατορία, γύρω από τον οποίο συνεπλάκησαν τα υπόλοιπα στοιχεία. Πώς τώρα η Εσθήρ, ή άλλως και Χαδασσά καλουμένη (Μυρσίνη δηλαδή ή Μυρτώ), ενώ και σύμφωνα με το φερώνυμό της βιβλίο βρισκότανε στα Σούσα, βρέθηκε ενταφιασμένη στο Χαμαντάν, στα Εκβάτανα;

Πρωτεύουσα μηδική τα Εκβάτανα, έγινε από τον Κύρο θερινή πρωτεύουσα της περσικής του αυτοκρατορίας κι έτσι εξακολούθησε και μετά τους Αχαιμενίδες, από τους Πάρθους και τους Σασανίδες. Ήδη παρουσιάζονται κάμποσες φορές μες στην Τανάχ αλλά και στον Κανόνα τον παλαιοδιαθηκικό. Εκεί λέει κι ο Έσδρας πως φυλασσόταν το χρονικό του Κύρου του Μεγάλου που κατέγραφε την απόφασή του να επιτρέψει στους Εβραίους να ξαναχτίσουν τον ναό. Και σ’ αυτό κατέφυγε ο Δαρείος προκειμένου να επιβεβαιώσει το διάταγμα:

«Τότε ὁ βασιλεὺς Δαρεῖος προσέταξεν ἐπισκέψασθαι ἐν τοῖς βιβλιοφυλακίοις τοῖς κειμένοις ἐν Βαβυλῶνι, και εὑρέθη ἐν ᾿Εκβατάνοις τῇ βάρει τῇ ἐν Μηδίᾳ χώρᾳ τόμος εἷς, ἐν ᾧ ὑπομνημάτιστο τάδε…».

Στα Εκβάτανα επήγε κι ο Τωβίας, μαζί με το σκυλί του και τον άγγελο Ραφαήλ για να πάρει γυναίκα του τη Σάρρα. Αφού πρώτα ξαπόστειλε «εἰς τὰ ἀνώτατα Αἰγύπτου καὶ ἔδησεν αὐτὸ ὁ ἄγγελος» τον δαίμονα Ασμοδαίο (θυμιάζοντας στα κάρβουνα τα σπλάχνα ενός ψαριού), που θανάτωνε τους άμοιρους μελλοντικούς συζύγους της Σάρρας.

Μικρή παρεμβολή: Η μνεία των Εκβατάνων και του αρχαίου Έσδρα, σαν λάμψη μακρινή φέραν εμπρός μου τον Έζρα (Πάουντ) τον συγκαιρινό μας και τον Δηιόκη του, που είχε καρφωθεί σαν πυροτέχνημα λεκτικό κι αλλόκοτο στον έναστρο ουρανό της γλωσσικής ονειροφαντασιάς των μετεφηβικών μου χρόνων, κι από κει με ταξίδεψε πάλι πίσω στον Ηρόδοτο. Στο πρώτο πρώτο απ’ της Πίζας τα Κάντο (LXXIV), στην αρχή κιόλας, γράφει ο Πάουντ για τον Δηιόκη, τον Μήδο θεμελιωτή των Εκβατάνων:

«To build the city of Dioce whose terraces are the colour of stars».

«Για να χτίσει την πόλη του Δηιόκη που οι στέγες της είναι των άστρων το χρώμα.»

Κι ο Ηρόδοτος στην Κλειώ για το χτίσιμο των Εκβατάνων από τον Δηιόκη:

«…ὁ δέ ὡς ἔσχε τὴν ἀρχήν, τοὺς Μήδους ἠνάγκασε ἓν πόλισμα ποιήσασθαι καὶ τοῦτο περιστέλλοντας τῶν ἄλλων ἧσσον ἐπιμέλεσθαι. πειθομένων δὲ καὶ ταῦτα τῶν Μήδων οἰκοδομέει τείχεα μεγάλα τε καὶ καρτερά, ταῦτα τὰ νῦν Ἀγβάτανα κέκληται, ἕτερον ἑτέρῳ κύκλῳ ἐνεστεῶτα… τοῦ μὲν δὴ πρώτου κύκλου οἱ προμαχεῶνές εἰσι λευκοί, τοῦ δὲ δευτέρου μέλανες, τρίτου δὲ κύκλου φοινίκεοι, τετάρτου δὲ κυάνεοι, πέμπτου δὲ σανδαράκινοι. οὕτω πάντων τῶν κύκλων οἱ προμαχεῶνες ἠνθισμένοι εἰσὶ φαρμάκοισι· δύο δὲ οἱ τελευταῖοί εἰσι ὁ μὲν καταργυρωμένους, ὁ δὲ κατακεχρυσωμένους ἔχων τοὺς προμαχεῶνας.

…Κι αυτός σαν πήρε την αρχή στα χέρια του, ανάγκασε τους Μήδους να οχυρώσουν μια μόνον πόλη, και ρίχνοντας εκεί όλο το ενδιαφέρον τους, για τα άλλα μέρη να νοιάζονται λιγότερο. Με τη συγκατάθεση των Μήδων και σ᾽ αυτό το σημείο χτίζει ο Δηιόκης ένα μεγάλο και ισχυρό κάστρο, αυτό που τώρα το λεν Αγβάτανα, με πολλούς περιβόλους, τον ένα μέσα στον άλλο… Του πρώτου λοιπόν περιβόλου οι πολεμίστρες είναι άσπρες, του δευτέρου μαύρες, του τρίτου πορφυρές, του τετάρτου μπλε, του πέμπτου πορτοκαλιές. Έτσι όλων αυτών των περιβόλων οι πολεμίστρες είναι βαμμένες με χρώματα, οι δύο όμως τελευταίοι είναι ο ένας με επαργυρωμένες τις πολεμίστρες, ο άλλος με επιχρυσωμένες».

(Μτφρ. Δ. Ν. Μαρωνίτης)

Τώρα πια γνωρίζουμε πως ο Δηιόκης κτίζοντας τα Εκβάτανα, ακολουθούσε την βαβυλώνια παράδοση των εφτακλίμακων ζιγκουράτ που ζωγραφίζονταν με διαφορετικό χρώμα. Ταυτόχρονα όμως, φτιάχνοντας τα εφτά αλλόχρωμα κυκλικά περιτειχίσματα παραπέμπει σε συμβολισμούς συμπαντικούς και κοσμικούς, απ’ την εποχή των νεο-Βαβυλωνίων (ζιγκουράτ, χρώματα, πλανήτες). Κάθε χρώμα αντιστοιχεί σ’ έναν πλανήτη: λευκό-Δίας, μαύρο-Κρόνος, πορφυρό-Άρης, μπλε-Αφροδίτη, πορτοκαλί-Ερμής, και φυσικά ο άργυρος και ο χρυσός αντιστοιχούν στη Σελήνη και τον Ήλιο (ας θυμήσω εδώ πως το πλανητικό επτάγραμμο των ήδη από τότε επτά γνωστών πλανητών, έδινε και τις ονομασίες των ημερών της εβδομάδας) . Ο Δηιόκης δηλαδή ζωγραφίζοντας την εφτάκυκλη ομόκεντρη πολιτεία των Εκβατάνων βάνει γύρω απ’ το μέγαρο-εξουσία του (τη γη) να κυκλοφέρνουν σε τροχιά του σύμπαντος οι πλανήτες αστέρες χρωματιστοί. Θαρρώ πως γίνεται ξεκάθαρη η μνεία για το χτίσιμο της πόλης του Δηιόκη από τον Έζρα.
Τέλος της παρέκβασης.

Μ’ αυτά και με τούτα λοιπόν φαίνεται πως η σημασία των Εκβατάνων ως πρωτεύουσας κι αρχειοφυλακίου συνάμα θα συνέβαλε στην επιλογή της για τελευταία κατοικία της Εσθήρ και του Μαρδοχαίου, πολλώ δε μάλλον αφ’ ης στιγμής είχε εκεί ταφεί μια πραγματική αυτήν τη φορά Εβραία βασιλική σύζυγος, μητέρα βασιλέως (του Βαχράμ Γκουρ), η Σουσαντούχτ.

*

DSC01216

*

Συμπληρώνω με κάποιες τελευταίες υποσημειώσεις για το βιβλίο της Εσθήρ και την επίδρασή του. Οι τιμές με τις οποίες περιέβαλλε τον Μαρδοχαίο ο Ξέρξης της βιβλικής αφήγησης προκάλεσαν το ενδιαφέρον του Καβάφη, ο οποίος τις αναφέρει καταλεπτώς σε ένα αγγλικό του σημείωμα περί περσικών τρόπων (Persian Manners το επιγράφει) και τις συσχετίζει με άλλες αντίστοιχες -σε Έλληνες- ως ακολούθως: “These honours paid to Mordeccai are quite in keeping with the magnificent recompense made to Themistocles for mere doubtful promises and expectations and with king Darius’ offer of Samos to Syloson for the gift of a coat bestowed upon him in his days of poverty.” (στα Πεζά του, εκδομένα από τον Μιχάλη Πιερή. Για το πρωτότυπο στο αρχείο Καβάφη, δες εδώ).

Διόλου τυχαία βέβαια, σώζεται κι η εικονική αναπαράσταση των τιμών που απήλαυσε ο Μαρδοχαίος, εν δόξη επιδεικνυόμενος στον δήμο έφιππος από τον εχθρό του Αμάν· και δίπλα η βασίλισσα Εσθήρ στον υπερυψωμένο θρόνο πλάϊ του Ξέρξη. Κι ακόμα σημαντικότερο, τουλάχιστον για την αυτοσυνειδησία των εβραϊκών κοινοτήτων της Μεσοποταμίας και της Περσίας: αυτή η τοιχογραφία της συναγωγής της Δούρας-Ευρωπού βρίσκεται στο κέντρο της, δίπλα ακριβώς από την κόγχη της Τορά!

*

*Mordecai_and_Esther (1)

Από την Συναγωγή στην Δούρα-Ευρωπό. Εθνικό Μουσείο της Δαμασκού

Από την Εσθήρ του Ρακίνα, ένα απόσπασμα πέρασε νωρίς στη γλώσσα μας, μεταφρασμένο από τον Ιωάννη Καρασούτσα. Ιδού ένα δείγμα όπου η Εσθήρ μιλάει (ταπεινά) για την βασιλική εκλογή της:

«Ὁπότε δὲ τὸ πρόσταγμα τὸ ὑψηλὸν ἐδέχθην,
Ἐνώπιον τοῦ κραταιοῦ μονάρχου προσηνέχθην.
Καρδίαν τὴν τῶν δυναστῶν εἰς χεῖράς του βαστάζει,
Καὶ τὸν ἀθῶον τὴν ψυχὴν ὁ Κύριος δοξάζει,
Τὴν ἐπῃρμένην ταπεινῶν ὀφρὺν τοῦ ἀλαζόνος.
Τὴν προσοχὴν ἐφείλκυσα ἐγὼ τοῦ ἡγεμόνος.
Μ’ ἐκύτταξεν ἐπὶ πολὺ ἐν σιωπῇ βαθείᾳ,
Καὶ χεὶρ εἰς τὴν καρδίαν του ἐνήργει τότε θεία,

Ἡ χεὶρ δι’ ἧς ὑπὲρ ἐμοῦ ἡ πλάστιγξ εἶχε κλίνει.
Μὲ βλέμμα ὅθεν ἔῤῥεε γλυκύτης καὶ γαλήνη
Μοὶ λέγει τέλος, ἄνασσα γενοῦ· κ’ ἡ δεξιά του
Τὸ μέτωπόν μου ἔστεψε μὲ τὸ διάδημά του».

(Περισσότερα εδώ.)
~·~

Το βιβλίο της Εσθήρ συνδέεται μ’ ένα άλλο παράδοξο κι ενδιαφέρον ζήτημα για τους φιλολόγους, τους ιστορικούς της θρησκείας και τους θεολόγους: είναι το μόνο βιβλίο της εβραϊκής Τανάχ, στο οποίο δεν υπάρχει ούτε μία αναφορά σε ένα από τα ονόματα του Θεού. Ήδη έχει ειπωθεί ότι τούτο το περίεργο γεγονός συνδέεται με την ιδέα της απόκρυψης του προσώπου του Θεού (hester panim), που συναντάμε στο Δευτερονόμιο (31, 17-18): «καὶ ὀργισθήσομαι θυμῷ εἰς αὐτοὺς ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ καὶ καταλείψω αὐτοὺς καὶ ἀποστρέψω τὸ πρόσωπόν μου ἀπ᾿ αὐτῶν, καὶ ἔσται κατάβρωμα, καὶ εὑρήσουσιν αὐτὸν κακὰ πολλὰ καὶ θλίψεις, καὶ ἐρεῖ ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ· διότι οὐκ ἔστι Κύριος ὁ Θεός μου ἐν ἐμοί, εὕροσάν με τὰ κακὰ ταῦτα. ἐγὼ δὲ ἀποστροφῇ ἀποστρέψω τὸ πρόσωπόν μου ἀπ᾿ αὐτῶν ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ διὰ πάσας τὰς κακίας, ἃς ἐποίησαν, ὅτι ἀπέστρεψαν ἐπὶ θεοὺς ἀλλοτρίους». Ετούτη η ιδέα, παρά τις κατά καιρούς σποραδικές αναδύσεις της,  έμελε να ξαναρθεί στην επιφάνεια τον 20ό αιώνα, και να αναζητηθεί ως ερμηνευτικό εργαλείο για τα ασύλληπτα δεινά που επέφερε στον εβραϊσμό το Ολοκαύτωμα. Αλλά η συζήτηση αυτή είναι άλλης ώρας, μελλοντικής, διαπραγμάτευση.

~·~

Ξεκινώντας, απ΄αφορμή το Πουρίμ, να γράφω για αυτή την μακρινή ανάμνηση του Χαμαντάν και του τάφου της Εσθήρ δεν μου πέρναγαν από το μυαλό οι διαδρομές που θα έκανα μέχρι να φτάσω -με σχετική απορία ομολογώ- ως εδώ. Ήδη όμως η γραφή με ταξίδεψε πάλι πίσω, σε εκείνο το χιονισμένο απόβραδο του Χαμαντάν, σαν έγερνε πια το λιγοστό φως της μέρας. Ο Δηιόκης τριγυρισμένος από την κυκλική κίνηση των αστεριών, τα στρόγγυλα φελιά ψωμί λαβάς πασπαλιστά με μαυροκούκι, ο ιμπν Σίνα στο λίμπο του Δάντη, κι η εβραία Εσθήρ βασίλισσα κυκλογυρίζανε χορευτικά μαζί με τις χιονονιφάδες που έραινε στροβιλιστά ο ουρανός την πόλη τους.

Ήδη είχε πάρει να νυχτώνει. Μόλις πέρασα την είσοδο του ξενοδοχείου έπεσε το ρεύμα. Βγήκαμε έξω στα σκαλιά της εισόδου που έβλεπαν στον δρόμο. Σκοτάδι τριγύρω για κάμποση ώρα, μόνο τα ελάχιστα αυτοκίνητα που περνάγανε ακούγονταν πάνω στην υγρή άσφαλτο και το χιόνι που έπεφτε. Ανέβηκα επάνω. Από το παράθυρο του δωματίου αντίκριζα τους δρόμους να ερημώνουν σιγά σιγά. Θυμάμαι το κίτρινο αρρωστιάρικο φως από τους ψηλούς στύλους, τις νιφάδες το χιόνι που το ’στρωνε, τη σιωπή που ’χε απλωθεί παντού.

Το πρωί όλα λευκά στο φως ως πέρα στα βουνά Αλβάντ, στου Ζάγρου τις οροσειρές. Τραβήξαμε για την Τεχεράνη. Το χιόνι θα μας ακολουθούσε ως το Γιαζντ, στις παρυφές της ερήμου στον νότο.

*
DSC01223.jpg

*

*