Γιώργης Μανουσάκης, Δύο πλατεῖες τῆς Ρώμης

 

Ἐπιμέλεια Ἀγγελικῆς Καραθανάση-Μανουσάκη

Τὸ κείμενο ποὺ ἀκολουθεῖ εἶναι μικρὸ ἀπόσπασμα (σελίδες χειρογράφου 341-348) ἀπὸ ἀνέκδοτο δίτομο χειρόγραφο βιβλίο ταξιδιωτικῶν ἐντυπώσεων τοῦ Γιώργη Μανουσάκη, ποὺ ἄρχισε νὰ γράφει τὸ καλοκαίρι τοῦ 1997, μετὰ τὰ δύο ταξίδια μας στὴν Ἰταλία (μὲ πλοῖο καὶ πούλμαν) τὰ καλοκαίρια τοῦ 1987 καὶ τοῦ 1996. Ὁ πρῶτος χειρόγραφος τόμος (σελίδες 367, σχήματος Α5) περιλαμβάνει ἐντυπώσεις ἀπὸ Ἀγκώνα, Ρίμινι, Ραβέννα, Μέστρε, Βενετία, Μπολώνια, Φλωρεντία, Ρώμη. Ὁ δεύτερος τόμος (σελίδες 261, σχήματος Α5) περιλαμβάνει ἐντυπώσεις ἀπὸ τὴν Κάτω Ἰταλία: Καλαβρία, Μεγάλη Ἑλλάδα, Σικελία, Νάπολη, Πομπηΐα, Κάπρι. Ὁ τίτλος τῆς παρούσας δημοσίευσης εἶναι τῆς ἐπιμελήτριας.

⸟  ⸞  ⸟

 

ΓΙΩΡΓΗΣ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ

Δύο πλατεῖες τῆς Ρώμης

 

Ἡ Piazza di Spagna, μιὰ πλατεία σχετικὰ μικρὴ χωρὶς τίποτα τὸ ξεχωριστό, σοῦ χαρίζει τὴ μοναδικὴ θέα τῆς Scalinata, ποὺ στὴν κορφή της ὑψώνεται ἡ ἐκκλησία τῆς Trinita dei Monti. Εἶναι καλοκαίρι καὶ λείπουν οἱ γλάστρες μὲ τὰ κόκκινα καὶ κίτρινα λουλούδια. Ἡ φαρδιὰ σκάλα ἀνεβαίνει γυμνὴ κι ἀστόλιστη. Κοντοστέκεται στὰ τρία κεφαλόσκαλα, χωρίζεται σὲ δυό, σμίγει στὸν πρῶτο ἐξώστη μὲ τὰ κολονάκια γιὰ νὰ ξαναχωριστεῖ μπροστὰ στὸν τοῖχο μὲ τὸν ὀβελίσκο κι ἀγκαλιάζοντας τὴν πλατειούλα, ποὺ σχηματίζεται μπροστὰ καὶ χαμηλότερα ἀπὸ τὴν ἐκκλησία, συνεχίζει τὴν ἄνοδο, ὥσπου νὰ ἑνωθοῦν οἱ δυὸ βραχίονές της ὁριστικὰ μπροστὰ στὴν εἴσοδο τοῦ ναοῦ. Ἡ κλίμακα μὲ τὰ διάφορα ἐπίπεδά της, πλαισιωμένη ἀπὸ παλιὰ χτήρια, μὲ τὰ δίδυμα καμπαναριά τῆς Trinita dei Monti νὰ προβάλλεται στὸν οὐρανό, σχηματίζει μιὰ γοητευτικὴ σκηνογραφία. Δὲν εἶναι παράξενο ποὺ τόσοι ντόπιοι καὶ ξένοι ἀνεβαίνουν καὶ κατεβαίνουν ἀδιάκοπα, σταματοῦνε στοὺς ἐξῶστες ν’ ἀπολαύσουν τὴ θέα ἢ κάθονται στὰ σκαλοπάτια νὰ ξεκουραστοῦν. Ἀπὸ ’δῶ δὲν περνοῦν αὐτοκίνητα κι ὅλος ὁ χῶρος ἀνήκει στοὺς περιπατητές.

Μ’ ὅλο ποὺ ἡ ἐκκλησία χτίστηκε τὸ 1495 γιὰ τοὺς Γάλλους καθολικοὺς τῆς Ρώμης, ἔπειτα ἀπὸ ἐντολὴ τοῦ βασιλιᾶ τῆς Γαλλίας Καρόλου τοῦ Ζ΄, κι ἡ Scaleria ἔγινε τὸ 1723 ἀπὸ τὸ Γάλλο πρεσβευτὴ ποὺ δαπάνησε καὶ τ’ ἀνάλογα χρήματα, ἡ πλατεία πῆρε τ’ ὄνομά της ἀπὸ τὸ Palazzo di Spagna ποὺ οἰκοδομήθηκε τὸ 17ο αἰώνα στὴ νοτιοδυτικὴ γωνιά της καὶ στέγασε τὴν ἱσπανικὴ πρεσβεία.

Ἡ περιοχὴ τῆς Πλατείας ἤτανε παλιότερα τόπος συγκεντρώσεων καὶ διαμονῆς ποιητῶν καὶ καλλιτεχνῶν. Ἐδῶ γύρω κατοικήσανε κατὰ καιροὺς ὁ Ροῦμπενς, ὀ Μπάυρον, ὁ Τέννυσον, ὁ Λίστ, ὁ Βάγκνερ, ὁ Μπαλζάκ, ὁ Σταντάλ. Σ’ ἕνα σπίτι, δεξιὰ τῆς σκάλας πέθανε ὁ Τζὸν Κὴτς τὸ 1821 στὰ εἰκοσιέξι του χρόνια. Τὸν τραβοῦσε κι αὐτὸν ἡ γοητεία τῆς Μεσογείου, ὅπως καὶ τοὺς δυὸ ἄλλους κορυφαίους ἄγγλους ρομαντικούς, τὸν Μπάυρον καὶ τὸν Σέλλεϋ, ποὺ ἀφήσανε τὴν τελευταία  πνοή τους στὴν Ἑλλάδα καὶ στὴν Ἰταλία. Γιὰ τὸν Κὴτς συνέτρεχε κι ἕνας πρόσθετος λόγος. Ἀναζητοῦσε τὸ μεσογειακὸ ἥλιο, μήπως καὶ γιατρευτεῖ ἀπὸ τὴ φυματίωση ποὺ ἔπασχε. Ἔμεινε στὸ σπίτι τοῦ φίλου του Τζόζεφ Σέβερν, χωρὶς νὰ μπορεῖ νὰ χαρεῖ τὶς ὀμορφιὲς τῆς Ρώμης. Εἶχε συναίσθηση τῆς κατάστασής του ὅταν ἔλεγε: «Ζῶ μιὰ μεταθανάτια ζωὴ καὶ νιώθω κιόλας τὰ λουλούδια νὰ φυτρώνουν ἀπὸ πάνω μου».

Τὸ σπίτι ὅπου πέθανε ὁ Κὴτς ἔχει γίνει ἀπὸ τὸ 1909 “Keats and Shelley Memorial House”.  Τὰ βιβλία τῶν δυὸ ἄγγλων ποιητῶν φυλάγονται σὲ σκουρόχρωμες βιβλιοθῆκες  ἢ ἐκτίθενται σὲ τραπέζια μαζὶ μὲ κάποια ἀναμνηστικά τους: μιὰ τούφα ἀπὸ τὰ μαλλιὰ τοῦ Κὴτς κι ἡ νεκρικὴ μάσκα του μὲ τὸ σκαμμένο ἀπὸ τὴν ἀρρώστια πρόσωπο. Τὸ μισοκαμένο ζυγωματικὸ τοῦ Σέλλεϋ, ποὺ ἀποτεφρώθηκε ἀπὸ τοὺς φίλους του σὲ μιὰ «παγανιστική» (;) τελετὴ στὴν ἀμμουδιὰ τῆς Viareggio. Καὶ σὲ μιὰ ἀσημένια λειψανοθήκη τοῦφες μαλλιῶν τοῦ Μίλτωνα καὶ τῆς Ἐλίζαμπεθ Μπάρετ Μπράουνινγκ.

Δεξιὰ τῆς ἐκκλησίας τῆς Trinita dei Monti σημειώνει τὴν ὀγκώδη παρουσία του, χωρὶς ὡστόσο νὰ προκαλεῖ, τὸ Hassler, τὸ καλύτερο ξενοδοχεῖο τῆς Ρώμης. Ἀριστερά της, λιτή, μὲ μικρὰ παράθυρα σὲ φλωρεντινὸ ὕφος, ἡ Villa dei Medici ποὺ ἀγοράστηκε ἀπὸ τὴν οἰκογένεια τὸ 1580, παραμένει κλειστὴ γιὰ τὸ κοινό. Σ΄ αὐτὴν βρῆκε φιλοξενία ὁ Γαλιλαῖος ἀπὸ τὸ 1630 ὣς τὸ 1633, ὅταν ἔπεσε στὴ δυσμένεια τῆς Ἱερῆς Ἐξέτασης.

Ἀπὸ τὸ προαύλιο τῆς ἐκκλησίας παρακολουθεῖς τὸν πέτρινο καταρράχτη τῆς σκάλας νὰ χύνεται πρὸς τὴν Piazza di Spagna, μὲ τὴν ἀνθρώπινη μυρμηγκιὰ νὰ κινεῖται ἀδιάκοπα πάνω σ’ αὐτήν.

Πολλοὶ ἀπ’ ὅσους κατεβαίνουν τὴ σκάλα κάθονται, χαζεύουν στὰ τοιχαράκια γύρω ἀπὸ τὴ Fontana della Barcaccia, στὴν Πλατεία τῆς Ἱσπανίας. Ὁ Οὐρβανὸς ὁ Η΄ ἀνάθεσε τὴν κατασκευή της τὸ 1627 στὸν Πιέτρο Μπερνίνι, δὲν εἶν’ ὅμως βέβαιο ἂν πρόκειται γιὰ ἔργο του ἢ γιὰ ἔργο τοῦ γιοῦ του Τζιὰν Λορέντζο. Παριστάνει μιὰ βάρκα μισοβυθισμένη ποὺ τὸ νερὸ τρέχει ἀπὸ τὶς δυὸ πλευρές τῆς μάσκας της. Τὸ ζουζούνισμα τοῦ πλήθους γύρω, προπάντων τῶν νεαρῶν, ποὺ κάθε τόσο ξεσποῦνε σὲ γέλια, σκεπάζει τὸν ἦχο τοῦ νεροῦ.

 

⸟  ⸞  ⸟

 

Ἡ Piazza Navona δὲν ἔχει τὴ θεαματικὴ σκηνογραφία τῆς Piazza di Spagna, εἶναι ὅμως ἕνα ὑπαίθριο μουσεῖο τῆς ἀρχιτεκτονικῆς καὶ τὴς γλυπτικῆς τοῦ μπαρόκ. Διατήρησε τὸ στενόμακρο ἐλλειπτικὸ σχῆμα τοῦ σταδίου τοῦ Δομητιανοῦ (186 μ.Χ.), πάνω στὸ ὁποῖο χτίστηκε. Πολλὰ ἀπὸ τὰ χτήριά της εἶναι θεμελιωμένα πάνω στὶς κερκίδες του καὶ ἔχουνε γιὰ ὑλικό τους τὶς πέτρες τοῦ ρωμαϊκοῦ οἰκοδομήματος ποὺ χωροῦσε πάνω ἀπὸ τριάντα χιλιάδες θεατές.

Τὸ στάδιο διατηροῦνταν σ’ ὅλο τὸ μεσαίωνα καὶ τὸ χρησιμοποιοῦσαν γιὰ κονταρομαχίες κι ἱπποδρομίες. Λένε πὼς τὰ καλοκαίρια συχνὰ γεμίζανε τὴν ἀρένα του μὲ νερὸ καὶ γύρω ἀπὸ τούτη τὴν τεχνητὴ λίμνη κάνανε τὸν περίπατό τους οἱ εὐγενεῖς τῆς πόλης.

Τὸ 1644 ὁ νέος πάπας Ἰννοκέντιος ὁ Ι’, γιὰ ν’ ἀνταγωνιστεῖ τὴν οἰκογένεια Μπαρμπερίνι ποὺ εἶχε ἀνεγείρει πρόσφατα τὸ ἐντυπωσιακὸ μέγαρό της κι εἶχε παραγγείλει κι ἄλλα μνημεῖα γιὰ στολισμὸ τῆς Ρώμης, ἔβαλε μπροστὰ τὴ δημιουργία τῆς Piazza Navona ποὺ τὴν ἀνάδειξε ὡς μιὰ πλατεία μπαρόκ.

Τὴ νύχτα τὸ παλιὸ ρωμαϊκὸ στάδιο γεμίζει ὑπαίθριους ζωγράφους ποὺ σκιτσάρουν, μὲ μικρὴ σχετικὰ ἀμοιβή, τοὺς περαστικοὺς τουρίστες. Νεαροὶ μικροπωλητὲς ἐκθέτουν σ’ ὅλο τὸ μάκρος τῆς πλατείας φτηνὰ περιδέραια, δαχτυλίδια, βραχιόλια, μενταγιόν. Ὁ κόσμος περνᾶ συνήθως ἀδιάφορος –σπάνια κάποιος νὰ σταματήσει γιὰ νὰ ρίξει μιὰ ματιὰ καὶ σπανιότερα γιὰ ν’ ἀγοράσει.

Οἱ προβολεῖς φωτίζουν τὰ γύρω χτήρια μὲ ζεστὰ χρώματα. Φωτίζουν καὶ τὴν ἐκκλησία τῆς Σάντ’ Ἀνιέζε ἰν Ἀγκόνε μὲ τὶς κορινθιακὲς κολόνες, τὰ ἀετώματα καὶ τοὺς βαρυστολισμένους πύργους τῶν δυὸ καμπαναριῶν της.  Χτίστηκε στὰ μέσα τοῦ 17ου αἰώνα ἀπὸ τοὺς Ραϊνάλντι, πατέρα καὶ γιό, καὶ τὸν Μπορομίνι στὸν τόπο ὅπου τὸ 304 μ.Χ. μαρτύρησε ἡ δεκατριάχρονη χριστιανή, ποὺ γυμνώθηκε καὶ ρίχτηκε σ’ ἕναν οἶκο ἀνοχῆς, γιατὶ δὲν ἤθελε ν’ ἀπαρνηθεῖ τὴν πίστη της. Δίπλα στὴ Σάντ’ Ἀνιέζε τὸ Palazzo Pamphilj μὲ τὶς σκαλιστὲς κορνίζες τῶν παραθύρων του προσπαθεῖ νὰ παραβγεῖ μὲ τὸ μέγαρο Μπαρμπερίνι, χωρὶς νὰ τὸ κατορθώνει.

Τὸ καμάρι ὅμως τῆς Piazza Navona εἶν’ οἱ τρεῖς φοντάνες της, ποὺ οἱ δυό τους εἶναι ἔργα τοῦ Μπερνίνι: Ἡ Fontana del Moro,  ἡ Fontana del Quarto Fiumi κι ἡ Fontana del Neptuno ἀποτελοῦνε πολύπλοκα γλυπτὰ σύνολα ἐμπνευσμένα ἀπὸ τὴν ἀρχαία μυθολογία. Καθὼς φωτίζονται ἀπὸ τοὺς προβολεῖς οἱ γυμνὲς λευκὲς μορφὲς μὲ τὶς βίαιες κινήσεις, οἱ τρίτωνες, ποὺ βγάζουν ἀπὸ τὰ κοχύλια ποὺ φυσοῦν νερό, τ’ ἄλογα ποὺ καλπάζουν μὲ τοὺς ἐρωτιδεῖς στὴν πλάτη τους, γίνονται μορφὲς παραμυθιῶν ποὺ ξάφνου ἀπολιθώθηκαν, «αἰσώπειοι  μύθοι σὲ μάρμαρο».

Ἰδιαίτερη ἐντύπωση κάνουν οἱ τέσσερεις γυμνοὶ γέροντες οἱ καθισμένοι στὶς τέσσερεις πλευρὲς  ἑνὸς  βράχου μὲ φοίνικες κι ἄλλα ἐξωτικὰ φυτά, που συμβολίζουν τοὺς τέσσερεις ποταμοὺς Νεῖλο, Δούναβη, Γάγγη καὶ Λὰ Πλάτα καὶ τὶς τέσσερεις γνωστὲς τότε ἠπείρους. Τὸ φῶς ποὺ ἔρχεται ἀπὸ κάτω παίζει μὲ τὶς ἐπιφάνειες, φωτίζει τὶς προεξοχὲς καὶ σκιάζει τὰ κοιλώματα, μπλέκεται στὰ μακριὰ γένια καὶ στ’ ἀνακατωμένα μαλλιὰ τῶν ποταμῶν καὶ δίνει ἀλλόκοτες ἐκφράσεις στὰ πρόσωπά τους. Ἀνάμεσα στὰ νερὰ ποὺ τρέχουν ἀπὸ διάφορα σημεῖα τοῦ βράχου, μοιάζουν οἱ γιγάντιοι γέροντες ἕτοιμοι νὰ σηκωθοῦν, καὶ δὲν ξέρεις ἂν πρέπει νὰ φοβηθεῖς ἢ νὰ μείνεις ἐκεῖ ποὺ στέκεις, αἰχμάλωτος τῆς μαγείας ποὺ γεννᾶ τὸ παράξενο ἀνακάτεμα τῶν γλυπτῶν μορφῶν καὶ τῆς νύχτας. Ἀπὸ τὸ κέντρο τῆς σύνθεσης τοῦ Μπερνίνι ἀναπηδᾶ ἕνας αἰγυπτιακὸς ὀβελίσκος καὶ χάνεται, ἀφώτιστος αὐτός, στὸ βαθὺ μπλὲ οὐρανό.

 

⸟  ⸞  ⸟