Γεώργιος Κ. Τασούδης, Τρίπτυχο

 

Στον Γιάννη Σ. Καργάκο

α. διακονία

Τον καλαμώνα διάλεξε
να στρώσει η Ανατολή το μονοπάτι της.
Θροΐζει∙ στων ψαράδων τη σύναξη

Σίγουρα Βηματάρισσα,
σαν τον πρώτο καιρό ‒ τον πλέον ανόθευτο,

σεργιάνισε πάνω απ’ τα νούφαρα
ανηφορίζοντας ν’ ανταμώσει τον αΐδιο Νέο.
Τι αρχοντιά! Τάχαμου λεν πως δε μιλούν τα βήματα.
Αγέρωχη του μαρτυρίου η μοναξιά
στο βάλτο
προσμετρά, μ’ ήθος αλλιώτικο, της διακονίας
τ’ ασήμωμα.

β. κουράγιο

Νου μου είπα
και νου μου υπόμεινε

Στις αϋπνίες μου αστράφτουν άξαφνα
σώματα φυγαδευμένα απ’ τ’ ακρω-
τήρι, διάτρητα στο μέρος της
καρδιάς ή της γαστέρας∙
αυτοστιγμεί, ολόφωτη ύπαρξη
‒φτυστή ο Πανηγυριστής του αιώνα μας‒
τα στεφανώνει με ρόδα
πάλλευκα∙
έπειτα, πλέουν απ’ το έπειτα για τ’ αεί,
από το φευ στο ευ.

Αυτά του είπα

γ. νίκη

Ήταν ντάλα μεσημέρι που
τ’ αναμμένο κουκουνάρι, ατάραχα,
ξεπέταξε δυο-τρεις
Νίκες
μικρές:

του Παιωνίου, της Σαμοθράκης και την κομμώτρια.

Στον ερχομό μέσ’ απ’ τ’ αραποσίτια του
Δασάρχη με τον συγκληρονόμο,
εν τάχει ανασκουμπώθηκε
λαβαίνοντας την προτεραία του
μορφή,
την απροσκύνητη.

Τα σπλάχνα πτερωμένα απ’ το θέαμα,
από το συναξάρι του Αυτονόμου προ-
παρασκευασμένα,
κάτι πήραν να κρώζουν σ’ ακατάληπτα ομηρικά:
«Ώλετ…(γουρ)» «νόστος» «ατάρ» «άφθι…(γουρ)»

Πιο έσω έτοιμος ‘‘εκδημούσες’’, ειλικρινά!

3/9/20

φωτογραφία Ιωάννας Χρονοπούλου