Ημέρα: 29.05.2020

Ο αθάνατος αναγνώστης

The location of the Earth encircled by the celestial circles, 1661 via Wikimedia Commons

Ο αθάνατος αναγνώστης

του ΑΛΕΞΗ ΒΟΥΤΟΥΡΗ

Στη μουσική, αλλά και ευρύτερα στην τέχνη, διακρίνουμε δύο βασικές κατηγορίες καλλιτεχνών, τους συνθέτες και τους ερμηνευτές. Οι πρώτοι ποιούν το καλλιτεχνικό έργο, και οι δεύτεροι το επεξεργάζονται και το παρουσιάζουν στο κοινό. Φυσικά, ένας καλλιτέχνης μπορεί να επιτελεί και τους δύο ρόλους, συνθέτοντας και ερμηνεύοντας τη μουσική του ο ίδιος, εξακολουθούμε όμως να μιλάμε για δύο διακριτές δημιουργικές διαδικασίες. Ενώ όμως ο ρόλος της σύνθεσης θεωρείται σε γενικές γραμμές αυτονόητος (είναι προφανές ότι χωρίς μουσική σύνθεση δεν υπάρχει μουσική), η θέση και η λειτουργία της ερμηνείας γίνεται συχνά αντικείμενο αμφισβήτησης. Στο ακόλουθο απόσπασμα, ο πιανίστας Leon Fleisher συμβουλεύει τους μαθητές του σχετικά με την ορθή προσέγγιση του μουσικού κειμένου, στο πλαίσιο σεμιναρίου που παρέδωσε στο Carnegie Hall το 2015 (η μετάφραση δική μου) :

Πρωταγωνιστής της μουσικής εκτέλεσης δεν είναι ο ερμηνευτής· η μουσική είναι ο πρωταγωνιστής. Ο ερμηνευτής είναι το δοχείο, ο ερμηνευτής είναι το κανάλι, μέσω του οποίου η μουσική περνά σαν πρίσμα και φτάνει στον ακροατή. Είμαστε απαραίτητοι, χωρίς εμάς δεν υπάρχει μουσική. ‘Ωσπου να φτάσει εκείνη η ώρα που οι άνθρωποι θα μπαίνουν στο Κάρνεγκι Χωλ, και αντί για τυπωμένο πρόγραμμα θα τους δίνεται μια παρτιτούρα, και θα παίρνουν την παρτιτούρα στις θέσεις τους και θα κάθονται και θα ανοίγουν την παρτιτούρα και θα διαβάζουν την παρτιτούρα με όλη την ικανοποίηση και την ευτυχία που θα έδινε η ακρόασή της, όπως θα έπρεπε να μπορεί να κάνει ένας μουσικός, ώσπου να φτάσει εκείνη η ώρα είμαστε απαραίτητοι, αλλά δεν είμαστε οι πρωταγωνιστές.

Ο Φλάϊσερ παρουσιάζει εδώ τον μουσικό ερμηνευτή ως έναν επιβεβλημένο μεσάζοντα, μια αναγκαία παρουσία μεταξύ του συνθέτη και του ακροατή, μέχρι την υποθετική στιγμή όπου ο τελευταίος θα εξελιχθεί από ακροατή σε αναγνώστη, και θα είναι σε θέση να προσλαμβάνει το πρωτότυπο έργο απευθείας. Αν επεκτείνουμε αυτή τη σκέψη στο χώρο της λογοτεχνίας, θα αναγνωρίσουμε ότι ο μέσος λογοτεχνικός αναγνώστης βρίσκεται σε ανώτερο στάδιο πρόσληψης από τον μέσο μουσικό ακροατή, αφού είναι ικανός να διαβάσει ένα βιβλίο ακόμα και αν αυτό δεν είναι σε μορφή audiobook. Ωστόσο, με μια δεύτερη ματιά θα εντοπίσουμε και εδώ παρασιτούντες ερμηνευτές: οι μεταφραστές στέκονται ανάμεσα στον αναγνώστη και στο πρωτότυπο κείμενο βασιζόμενοι στη γλωσσική του άγνοια, ενώ οι ηθοποιοί απαλλάσσουν τον αναγνώστη από τη δυσκολία της άμεσης αναμέτρησής του με το θεατρικό έργο, παρουσιάζοντας τη δική τους επαγγελματική, οπτικοακουστική ερμηνεία. Συνεπώς, αν στον ιδανικό καλλιτεχνικό κόσμο του Φλάϊσερ ο φιλόμουσος θα μπαίνει στο Κάρνεγκι Χωλ για να διαβάσει το έργο και όχι για να το ακούσει, τότε ο λογοτεχνικός αναγνώστης θα πρέπει να κατέχει όλες τις λογοτεχνικές γλώσσες, ώστε να μην χρειάζεται τους μεταφραστές, και να είναι οπλισμένος με αρκετά πολύχρωμη φαντασία και οξυμένη (υπο)κριτική ικανότητα, ώστε να μην έχει ανάγκη τους ηθοποιούς.

Οι καλές τέχνες, με δεδομένο ότι κανείς δεν παρεμβάλλεται ανάμεσα στο έργο και τον παραλήπτη του, παρακάμπτουν το πρόβλημα. Επιπλέον, η πρόσληψή τους πραγματοποιείται εξ ορισμού άμεσα και ακαριαία· αντιθέτως, η υποχρεωτική στη λογοτεχνία γλωσσική κωδικοποίηση και αποκωδικοποίηση του νοήματος συνιστά οπωσδήποτε μεγαλύτερη παρέκβαση από την ευθεία επικοινωνία. Ένας ακόμα καλλιτεχνικός δρόμος μέσω του οποίου αποφεύγεται η διάθλαση του νοήματος είναι ο μουσικος αυτοσχεδιασμός, όπου ο ακροατής γίνεται μάρτυρας της σύνθεσης και της ερμηνείας ταυτόχρονα, αλλά μόνο επειδή σε αυτή την περίπτωση δεν υπάρχει συγκεκριμένο προϋπάρχον νόημα προς επικοινωνία.

Το προηγούμενο σενάριο, κατά το οποίο η τέχνη απαλλάσσεται από τις παράπλευρες συνέπειες της ανεπάρκειάς μας ως καλλιτεχνικών δεκτών, φαίνεται σε κάθε περίπτωση να οδηγεί στην απογύμνωση παρά στον εμπλουτισμό της. Παραθέτω ένα απόσπασμα από το δοκίμιο του Χόρχε Λουίς μπόρχες, Οι [αγγλικές] μεταφράσσεις του Ομήρου:

Ο Δον Κιχώτης, εξαιτίας και της εκ γενετής γνώσης μου της ισπανικής γλώσσας, αποτελεί για μένα ένα συμπαγές μνημείο, και οι μόνες παραλλαγές που επιδέχεται είναι αυτές που μπορεί να επιφέρουν ο εκδότης, ο βιβλιοδέτης και ο στοιχειοθέτης· ενώ η Οδύσσεια, χάρη στην πρόσφορη άγνοιά μου των ελληνικών, είναι ένα διεθνές βιβλιοπωλείο πεζογραφικών και ποιητικών έργων – από τα ομοιοκατάληκτα δίστιχα του Τσάπμαν ώς την “Authorized Version” του Άντριου Λανγκ, το κλασικό γαλλικό δράμα του Μπεράρ, το σφριγηλό σάγκα του Μόρρις ή το ειρωνικό αστικό μυθιστόρημα του Σάμιουελ Μπάτλερ1.

Στις γοητευτικές προεκτάσεις της μεταφραστικής τέχνης μπορούν να προστεθούν και αυτές του θεάτρου και του κινηματογράφου με όλους τους επιμέρους κλάδους τους, και σε ό,τι αφορά τη μουσική μπορεί να γίνει λόγος για την ποικιλία των διαφορετικών εκτελέσεων ενός μόνο έργου, καθώς και για τη συλλογική μέθεξη που προσφέρουν οι συναυλίες. Η άγνοια αποδεικνύεται περισσότερο πολυπρισματική και συναρπαστική από τη γνώση, με την προϋπόθεση ότι είμαστε διατεθειμένοι να την εξερευνήσουμε, γνωρίζοντας μεν όλο και λιγότερα, αλλά για όλο και περισσότερα.

Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Φλάϊσερ δεν παρουσιάζει τον ιδανικό μουσικό δέκτη ως αυτόν που αναπαράγει ο ίδιος τη σύνθεση, παίζοντάς την για παράδειγμα στο πιάνο του, αλλά αυτόν που δεν την αναπαράγει καθόλου. Εφόσον έχει αφομοιώσει όλους τους δυνατούς μουσικούς ήχους, οποιαδήποτε εξωτερίκευση, ακόμα και η δική του, λειτουργεί ως περισπασμός. Ο λογοτεχνικός αναγνώστης σπάνια διαβάζει το κείμενο φωναχτά εκτός αν το επικοινωνεί σε άλλους, οπότε μετατρέπεται και ο ίδιος σε αχρείαστο μεσολαβητή. Όσο ο καλλιτεχνικός δέκτης προσεγγίζει αυτό το ανώτερο επίπεδο αφομοίωσης στρέφεται όλο και περισσότερο στον εαυτό του, στην ολοένα διανθιζόμενη εσωτερική φωνή του, ώστε κάθε εξωστρεφής δραστηριότητα, αυτόφωτη ή ετερόφωτη, καθίσταται περιττή.

Αν συνεχίσουμε να παρακολουθούμε αυτή την υπερφυσική πλέον εξέλιξη του αναγνώστη, θα διαπιστώσουμε ότι αρχίζει να απορρίπτει και την ίδια την πρωτότυπη καλλιτεχνική δημιουργία. Όποιος εμπεδώνει όλους τους δυνατούς ήχους, εικόνες, ιδέες, σκέψεις, τεχνικές, εμπεδώνει την ίδια στιγμή και όλους τους δυνατούς συνδυασμούς μεταξύ αυτών των ερεθισμάτων, με αποτέλεσμα κάθε εξωγενής δημιουργική πρόταση, όπως και κάθε πιθανή υλοποίησή της, να περιέχεται δυνητικά εντός του. Εδώ, η αλήθεια είναι, εισερχόμαστε πια στη χώρα του φανταστικού, και ειδικότερα στην Πολιτεία των Αθανάτων του Μπόρχες, οι οποίοι «έχοντας συνειδητοποιήσει το μάταιον κάθε δραστηριότητας, αποφάσισαν να ζήσουν μες στην σκέψη, μέσα στον καθαρό στοχασμό. Ανήγειραν το οίκημα, το ξέχασαν και πήγαν να ζήσουν στις σπηλιές. Απορροφημένοι στις σκέψεις τους, σχεδόν δεν αντιλαμβάνονταν καν τον φυσικό κόσμο»2. Ο ιδανικός αναγνώστης γίνεται τελικά αυτός που αρνείται την τέχνη στο σύνολό της, γιατί τίποτα δεν μπορεί να τον εκπλήξει.

Στη δική μας πραγματικότητα, αθάνατοι αναγνώστες ευτυχώς δεν υπάρχουν. Αυτό που συμβατικά ονομάζουμε διαχρονική πολιτισμική μνήμη δεν είναι κάποιο υπερβατικό ον ικανό να ακυρώσει το λόγο ύπαρξης της καλλιτεχνικής δημιουργίας, αλλά τίποτα παραπάνω από το άθροισμα των μερών της, το απρόσωπο σύνολο των ατομικών εντυπώσεων. Όσοι απαρτίζουν αυτήν τη συλλογικότητα τείνουν να προκρίνουν τα έργα εκείνα που ερεθίζουν αποτελεσματικότερα την άγνοιά τους. Συμπεραίνουμε ότι ο συγγραφέας ο οποίος, λειτουργώντας υπό την ψευδαίσθηση ότι απευθύνεται στον αθάνατο αναγνώστη, εστιάζει στη βεβαιότητα έναντι της αμφιβολίας, στην απόφανση έναντι της πολυσημίας, καταδικάζει το έργο του στη λήθη.

Το βάρος της αναζήτησης της αθανασίας πέφτει τελικά στον μεμονωμένο αναγνώστη, που δεν κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπος με το αδιέξοδο της αιωνιότητας. Σε αντίθεση με τον συγγραφέα, που διεκδικώντας την υστεροφημία αγκαλιάζει τη θνητότητα, ο αναγνώστης προσεγγίζει άφοβα την τέχνη ως δυνητικά αθάνατος, ακριβώς επειδή γνωρίζει ότι διαβάζει με αντίπαλο τον χρόνο.

ΑΛΕΞΗΣ ΒΟΥΤΟΥΡΗΣ


1 Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Οι [αγγλικές] μεταφράσεις του Ομήρου», Δοκίμια [1], μτφρ.: Αχ. Κυριακίδης, Πατάκης, 2015, σελ: 112-120: 113-114.

 

2 Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Ο αθάνατος», Άπαντα πεζά, μτφρ.: Αχ. Κυριακίδης, Ελληνικά Γράμματα, 2005, σελ: 229-243: 238.