Day: 07.05.2015

Απάντηση της Εταιρείας Συγγραφέων στο ΝΠ

Στις 4.5.2015, δημοσιεύσαμε σχόλιο δικό μας σχετικό με την καταγγελία του ποιητή Νίκου Ερηνάκη ότι ένα από τα βιβλία της εφετινής βραχείας λίστας του Βραβείου Γιάννη Βαρβέρη που αθλοθετεί η Εταιρεία Συγγραφέων αποτελεί προϊόν λογοκλοπής. Ο κ. Γιώργος Χουλιάρας, αντιπρόεδρος της Εταιρείας, μας έστειλε σήμερα την απάντηση που ακολουθεί. Από την πλευρά μας, μένουμε προσώρας στη διαπίστωση ότι η επιστολή της Ε.Σ. δεν απαντά επί της ουσίας σε κανένα από τα ζητήματα που θίξαμε με την παρέμβασή μας. Και ότι η Κριτική Επιτροπή του Βραβείου Βαρβέρη (η εφετινή νικήτρια του οποίου ανακοινώθηκε χθες) δεν έχει έως τώρα τοποθετηθεί. Θα επανέλθουμε. (Κ.Κ.)

ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΑΠΑΝΤΗΘΕΙ

Αγαπητέ Κώστα,

Λόγω σοβαρών οικογενειακών προβλημάτων υγείας σήμερα, ο Πρόεδρος της Εταιρείας Δημήτρης Καλοκύρης μού ζήτησε να μεταφέρω – με την ιδιότητα του Αντιπροέδρου (μετά τη συγκρότηση του νέου ΔΣ στις 5.5.15) και με τις όποιες τυχόν διευκρινίσεις – την απάντησή του και απάντηση της Εταιρείας. Πρόκειται για επείγον ζήτημα, καθώς επίκειται η ανακοίνωση σχετικά με την απονομή του Βραβείου Βαρβέρη στις 25 Μαΐου.

Η απάντηση έχει ως εξής:

Προφανώς στο Νέο Πλανόδιον δεν έχουν φθάσει όλες οι πληροφορίες.

Ο κ. Ερηνάκης ουδέποτε απευθύνθηκε στο ΔΣ της Εταιρείας ή στην Επιτροπή του Βραβείου, αλλά σε εμένα προσωπικά, ζητώντας τη συμβουλή μου περί του πρακτέου. Του απάντησα (17 Απριλίου):

«Σας ευχαριστώ για την ενημέρωση σχετικά με το βιβλίο του κ. Νιαμονητού.

Εννοείται ότι τα μέλη των επιτροπών αξιολογούν κατά την κρίση τους τα βιβλία που παραλαμβάνουν και δεν υπεισέρχονται σε συγκριτικές μελέτες για τις πιθανές πηγές εμπνεύσεως κάθε πρωτοεμφανιζόμενου.

Εξάλλου, όπως ξέρετε, τα θέματα των επιρροών, της λογοκλοπής κλπ., ιδίως νέων δημιουργών, διυλίζονται μέσα στους έλικες των σκοτεινών εγκεφαλικών διαδρομών του κάθε συγγραφέα και σπανίως αποτελούν προϊόντα εσκεμμένης ή κακόβουλης ενέργειας.

Η γνώμη μου είναι ότι η αναγνώριση διατυπώσεών σας σε κείμενα τρίτων μάλλον θα πρέπει να σας ικανοποιεί και να σας ανεβάζει τη δημιουργική διάθεση.

Με φιλικούς χαιρετισμούς…»

Την ίδια μέρα ο κ. Ερηνάκης μου απάντησε:

«Σας ευχαριστώ πολύ για το μήνυμά σας.

Έχετε δίκιο σε όσα μου γράφετε κι άλλωστε εκτιμώ βαθιά την άποψή σας. Πιστεύω βέβαια πως θα έπρεπε τα μέλη μιας επιτροπής να λαμβάνουν υπόψη τους και σε ποιο βαθμό οι αναφορές του κάθε πρωτοεμφανιζόμενου αποτελούν πηγές εμπνεύσεων ή απλώς «έξυπνα» κρυμμένες αντιγραφές. Προφανώς όμως είναι σχεδόν αδύνατον να γνωρίζουν το έργο των υπόλοιπων νέων, οπότε σε καμία περίπτωση δεν έχει ευθύνη η επιτροπή, η Εταιρεία ή ακόμα και ο εκδοτικός.

Όπως έγραψα και στο μήνυμα απάντησης που έστειλα προ ολίγου, μάλλον είναι προτιμότερο να αντιμετωπίζει κανείς αυτές τις καταστάσεις με χιούμορ. Με ενόχλησε απλώς που ενώ ο συγκεκριμένος παραδέχτηκε το γεγονός της αντιγραφής στέλνοντάς μου προσωπικό μήνυμα μαζί με το βιβλίο του, δεν δέχθηκε ποτέ να το παραδεχθεί και δημόσια.

Σας ευχαριστώ και πάλι.

Με θερμούς χαιρετισμούς…»

Συνεπώς η καταγγελία δεν έμεινε αναπάντητη, ενώ μετά την απάντηση και του κ. Ερηνάκη ήταν προφανές ότι δεν υπήρχε χώρος περαιτέρω τοποθετήσεων από πλευράς μελών ΔΣ ή Επιτροπής Βραβείου.

Πέραν όλων αυτών, στο ΔΣ της Εταιρείας συζητούμε τη διοργάνωση ημερίδας περί λογοκλοπής και θα σας ενημερώσουμε σχετικά εν ευθέτω.

Φιλικότατα,
Δημήτρης Καλοκύρης

Αγαπητέ Κώστα,

Αν και θέμα απάντησης δεν υφίσταται από 17 Απριλίου, ας μου επιτραπούν ορισμένες απορίες παρά το γεγονός ότι δεν έχω προλάβει να διαβάσω τη σχετική αλληλογραφία που επισυνάπτεις.

Δεν μου είναι σαφές γιατί ο κ. Ερηνάκης, που μού είναι ιδιαίτερα συμπαθής λόγω καλών ποιημάτων, δεν απευθύνθηκε ευθέως ούτε στο ΔΣ της Εταιρείας ούτε στην Επιτροπή του Βραβείου Βαρβέρη, αλλά άφησε να δημιουργηθεί η εντύπωση μιας πλαγιοκόπησης, που θα μπορούσε να καταστεί ανεξέλεγκτη εις βάρος της Εταιρείας ακόμη και από την αντιπολιτευτική διάθεση που συχνά μας χαρακτηρίζει ως Έλληνες.

Δεν μου είναι σαφές τι ακριβώς αναμένεται από έναν φορέα όπως η Εταιρεία Συγγραφέων, η οποία δεν μπορεί να αναχθεί μέσω του ΔΣ ή Επιτροπών της σε κριτή για καταγγελίες περί λογοκλοπών χωρίς προηγούμενη σχετική απόφαση της Γενικής Συνέλευσής της, όπου βέβαια θα μπορούσε να υποβληθεί αντίστοιχη πρόταση από μέλη που θεωρούν ότι κάτι τέτοιο θα έπρεπε να ανήκει στις υποχρεώσεις της.

Θέλω να πω ότι διεθνή πρακτική αποτελεί, πέραν των κανονικών δικαστηρίων, η στοιχειοθέτηση και ο καυτηριασμός περιπτώσεων λογοκλοπής μέσω δημοσιευμάτων που παραδίδουν στη δημόσια χλεύη όσους καταγγέλλονται. Κάποια από αυτά τα ζητήματα άλλωστε χρειάζεται να αναδειχθούν σε οποιαδήποτε τυχόν ημερίδα για “κλοπολογίες” και πάσης φύσεως παραβιάσεις πνευματικών δικαιωμάτων.

Ασφαλώς πρόκειται για εξαιρετικά σοβαρό ζήτημα όχι μόνον για όσους από εμάς έχουμε υπάρξει θύματα πρακτικών αυτού του είδους.

Εγκάρδια,
Γιώργος Χουλιάρας

Η απάντηση αυτή του κ. Χουλιάρα (όπως και όλη η σχετική προγενέστερη αλληλογραφία) κοινοποιήθηκε σε πλήθος αποδέκτες (τα μέλη της διοίκησης της Ε.Σ., τα μέλη της Κριτικής Επιτροπής του Βραβείου, τον Κύκλο Ποιητών, έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά, συγγραφείς) μεταξύ των οποίων, φυσικά, και ο καταγγέλλων Νίκος Ερηνάκης. Για λόγους προφανείς δεοντολογικούς, παραθέτουμε την ανταπάντησή του:

Καλησπέρα σε όλους,

Κατ’ αρχάς να ευχηθώ ειλικρινώς περαστικά στην οικογένεια του κ. Καλοκύρη.

Τα μηνύματά μου στον κ. Καλοκύρη ήταν ευγενικά και διακριτικά, όπως άλλωστε και όλα τα υπόλοιπα μηνύματα που έχω στείλει αναφορικά με αυτό το ζήτημα, από σεβασμό και εκτίμηση. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν συνεχίζω να πιστεύω πως αυτό που θα περίμενα, τουλάχιστον από την κριτική επιτροπή, είναι να δημοσιευθεί μία ορθή επανάληψη που να εξαιρεί το συγκεκριμένο βιβλίο, το οποίο περιέχει κραυγαλέα στοιχεία αντιγραφής και λογοκλοπής.

Έχοντας συζητήσει σε βάθος το ζήτημα με τον εκδότη μου κ. Σάμη Γαβριηλίδη, είχε την καλοσύνη να με διαβεβαιώσει πως θα ενημερώσει ο ίδιος αναλυτικά τα μέλη της κριτικής επιτροπής, όπως και έκανε, και πως εγώ δεν θα έπρεπε να ασχοληθώ περαιτέρω.

Συνεπώς, η Εταιρεία και τα μέλη της κριτικής επιτροπής είχαν ενημερωθεί, όχι μόνο από τον κ. Γαβριηλίδη αλλά και από άλλους, και αναμέναμε μία επίσημη απάντηση ή κίνηση.

Επίσης ο ίδιος ο Νικόλας Νιαμονητός στο εκτενές γράμμα του που παραδεχόταν το γεγονός της αντιγραφής μού έγραψε πως θα έστελνε γράμμα στην επιτροπή για να αποσύρουν το βιβλίο του από τη λίστα — κίνηση που δεν γνωρίζω αν τελικώς έγινε.

Με την προσωπική μου επικοινωνία με συγκεκριμένους ανθρώπους μετά είχα σκοπό απλώς να γνωστοποιήσω το γεγονός και να ζητήσω συμβουλές αναφορικά με αυτό, καθώς, έχοντας κλείσει μόλις τα 27, δεν έχω την παραμικρή εμπειρία σε τέτοια ζητήματα και ακόμα και τώρα στέκομαι αμήχανος ως προς την αντιμετώπισή του. Δεν είχα συνειδητοποιήσει πως αποτελούσαν μέρος της επίσημης αντιμετώπισης του ζητήματος σε σήμειο που θα μπορούσαν να το καταστήσουν και λήξαν.

Σε κάθε περίπτωση όμως, αγαπητέ κ. Χουλιαρα, προς Θεού δεν θα είχα ποτέ κανένα σκοπό να επιβαρύνω την Εταιρεία με τον οποιονδήποτε τρόπο. Θα με στενοχωρούσε ιδιαιτέρως αν υποθέτατε, έστω και για μία στιγμή, κάτι τέτοιο για εμένα.

Τονίζω πως δεν κατηγόρησα ποτέ ούτε την Εταιρεία ούτε τα μέλη της κριτικής επιτροπής για το παραμικρό, καθώς θεωρώ απολύτως δικαιολογημένο να μην είναι σε θέση να γνωρίζουν την ποίηση των νεοτέρων. Αν και έχω την αληθινή τιμή και χαρά πολλά μέλη της Εταιρείας να γνωρίζουν την ποίησή μου, θεωρώ απόλυτως δικαιολογημένο και λογικό τα τρία μέλη της φετινής επιτροπής να μην τη γνώριζαν, όπως και να μην έχουν διαβάσει το συγκεκριμένο ποίημα του Πάουλ Τσέλαν που ο Νιαμονητός αντέγραψε από μετάφρασή μου.

Θεώρησα δεδομένο πως τα μέλη της κριτικής επιτροπής γνώριζαν το ζήτημα και πως θα έπρατταν αναλόγως. Το γεγονός πως δεν το ζήτησα ή απαίτησα ξεκάθαρα στα δικά μου μηνύματα προσωπικού ύφους ήταν μία επιλογή διακριτικότητας και σεβασμού προς την Εταιρεία και τα μέλη της. Μία διαφορετική συμπεριφορά από μέρους μου θα μπορούσε φοβάμαι να χαρακτηριστεί αλαζονική και αγενής, κάτι που δεν έχω επιτρέψει ποτέ στον εαυτό μου.

Από την αρχή αυτού του γεγονότος, εναπόθεσα, μαζί με τους δύο εκδοτικούς οίκους από τους οποίους κυκλοφορούν τα ποιητικά μου βιβλία, στη διακριτική ευχέρεια της κριτικής επιτροπής να εξετάσει το γεγονός και να οδηγηθεί στις κατάλληλες κινήσεις. Η αλήθεια είναι λοιπόν πως μετά τη γνωστοποίηση του γεγονότος περίμενα, αν μη τι άλλο, την επίσημη αναγνώρισή του.

Υποθέτω όμως πως για την ώρα θα πρέπει να αρκεστώ στο ότι τουλάχιστον διαπιστώθηκε κι αναγνωρίσθηκε από αρκετούς ανθρώπους του χώρου που σέβομαι βαθιά επίσης, γεγονός που γεννάει μέσα μου μία ζεστασιά και εξουδετερώνει εν μέρει το κενό που ένιωσα από τη στιγμή που μου γνωστοποιήθηκε από τρίτους αυτή η πράξη αντιγραφής.

Με εκτίμηση,
Νίκος Ερηνάκης

Για τους ίδιους λόγους, δημοσιεύουμε εδώ το αρχικό κείμενο της καταγγελίας του κ. Ερηνάκη. 

Καταγγελία λογοκλοπής προς την Εταιρεία Συγγραφέων

Η επιστολή αυτή της 16.5.2015 του ποιητή Νίκου Ερηνάκη, απευθυνόμενη αρχικά στον Ντίνο Σιώτη, κοινοποιήθηκε τόσο αυτή όσο και όλη η αλληλογραφία που ακολούθησε σε ποικίλους αποδέκτες. Μεταξύ άλλων στη διοίκηση, της Εταιρείας Συγγραφέων, τα μέλη της Κριτικής Επιτροπής του Βραβείου Βαρβέρη, τον Κύκλο Ποιητών, λογοτεχνικά περιοδικά έντυπα και ηλεκτρονικά, συγγραφείς. Από την πλευρά μας τη σχολιάσαμε εδώ. Η απάντηση της Εταιρείας Συγγραφέων στο ΝΠ και η ανταπάντηση του κ. Ερηνάκη δημοσιεύονται εδώ.

Αγαπητέ κ. Σιώτη,

Εύχομαι το μήνυμά μου να σας βρίσκει χαμογελαστό.

Σας γράφω μετά από πρόταση της κ. Δημητρούλια αναφορικά με ένα ζήτημα αντιγραφής το οποίο με έχει προβληματίσει και ήθελα τη συμβουλή σας.

Πριν από κάποιους μήνες εκδόθηκε από τις εκδόσεις Εκάτη η πρώτη συλλογή ενός νέου ποιητή, του Νικόλα Νιαμονητού, με τίτλο «Κυνήγα τη νύχτα μέχρι να γίνεις φλογερή ύπαρξη», η οποία είναι καθαρό προϊόν αντιγραφής/λογοκλοπής.

Με κάποια απογοήτευση λοιπόν διαπίστωσα πως το βιβλίο του είναι υποψήφιο για το Βραβείο Γιάννη Βαρβέρη. Η πραγματικότητα είναι πως δεν έχει απλώς επηρεαστεί, αλλά έχει αντιγράψει και κλέψει αυτούσιους ολόκληρους στίχους και τίτλους μου τόσο από τα δύο μου προσωπικά βιβλία ποίησης [Σύντομα όλα θα καίγονται και θα φωτίζουν τα μάτια σου, Ροές, 2009 και Ανάμεσα σε όσα πέφτει η σκιά, Γαβριηλίδης, 2013] όσο και από τις μεταφράσεις μου με αποκορύφωμα ένα ποίημα του Πάουλ Τσέλαν που έχω μεταφράσει και παραθέτω.

Αρχικά, όταν πρωτοεκδόθηκε το βιβλίο, αποφάσισα να δώσω τόπο στην οργή, να δείξω ανωτερότητα και να μην επιτρέψω στο εαυτό μου να πέσει στο επίπεδό του. Ήταν και η περίοδος που έμαθα πως με δέχτηκαν στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης για να ολοκληρώσω το διδακτορικό μου στο τμήμα Φιλοσοφίας εκεί οπότε έπρεπε να τρέξω με γραφειοκρατίες και μετακομίσεις και το παραμέλησα παντελώς. Ένιωσα όμως και κάπως σαν να προδίδω όλες αυτές τις στιγμές που πέρασα πάνω από λευκές κόλλες παλεύοντας με λέξεις είτε δικές μου είτε του Τσέλαν, μου μοιάζει κάπως τραγελαφικό να γράφονται κριτικές και να κερδίζει υποψηφιότητες ένα τέτοιο εγχείρημα λογοκλοπής· κάτι που πιστεύω αποτελεί ντροπή αν όχι ως προς τη δική μου ποίηση, τουλάχιστον ως προς την ποίηση του Τσέλαν.

Για του λόγου το ασφαλές σας παραθέτω τη μετάφρασή μου του ποιήματος του Τσέλαν, την οποία ο ίδιος ο Νιαμονητός παραδέχτηκε πως είχε διαβάσει και αποστηθίσει από μία ανάρτησή μου για τις μεταφράσεις μου στη σελίδα μου στο Facebook [λάθος που δεν θα επαναλάβω]:

Να στέκεσαι στη σκιά
της ουλής στον άνεμο.

Για-κανέναν-και-για-τίποτα-να-στέκεσαι.
Αγνώριστος,
για τον εαυτό σου
μόνο.

Με όλα για όσα μέσα της υπάρχει χώρος,
ακόμα και χωρίς
γλώσσα.

Και το δικό του ποίημα από τη συλλογή του:

Να αναπνέεις τις ουλές
Ανάμεσα σε κάθε σκιά του χρόνου
Χωρίς πρόσωπο, αμετανόητος
Μεθυσμένος με τον εαυτό σου
Για σένα μόνο

Να μην εύχεσαι, ούτε να ελπίζεις
Μονάχα
-Και αν χρειαστεί- μονάχος
Να ζεις

Να υπάρχεις στον χώρο εκείνο
Που δεν εκφράζεται ακόμα με τη γλώσσα

Σας παραθέτω επίσης κι ελάχιστα μόνο και από τα άλλα παραδείγματα στα οποία αναφέρομαι. Ένα απ’ τα δικά μου ποιήματα:

και τώρα τι;

και τώρα που δεν είναι τίποτα εδώ, τι;
μήπως να φύγουμε κι εμείς;
να κατηφορίσουμε προς τα πίσω;
αφού για άλλα ξεκινήσαμε και αλλού τώρα ξαπλώνουμε
μήπως να παραδοθούμε και να περιμένουμε θλιμμένοι;
ή αν θέλουμε μπορούμε να τρέξουμε ζαλισμένοι
λίγο κλάμα θα βοηθήσει
μην αναφερθώ σε νεκρούς
θα κρύψω μερικά κομμένα λουλούδια
κάτω από πέτρες και πίσω από τα μαλλιά σου
αφού τώρα τι;

τι μένει να αναμένουμε
όντας οι μόνοι νικητές;

Ένα απ’ τα δικά του:

Και τώρα που βγήκε η νύχτα τι;

και τώρα
που βγήκε η νύχτα
τι;
να σιωπήσουμε
μια και καλή
να μην μείνουμε
να ζήσουμε,
όντας
οι μοναδικοί ήλιοι
στον ορίζοντα;

Το δικό μου ποίημα:

Σύντομα όλα θα καίγονται και θα φωτίζουν τα μάτια σου
ο καθένας αναζητά έναν τρόπο
να ξαναγεννηθεί στη ζωή
κι ας κυνηγάμε φεγγάρια
κι ας χάνουμε σε κάθε στιγμή
στο σύνολο πάντα νικάμε
όλοι εμείς εδώ λοιπόν
κλαίγοντας, ξεσπάμε σε γέλια
το παιχνίδι θα χαθεί μόνο όταν
οι εραστές θα γοητεύονται από την ανία
μένει μονάχα να ενώσουμε τα αστέρια μας
και θα γίνουμε αστραπές
σύντομα όλα θα καίγονται
και θα φωτίζουν τα μάτια σου
η επόμενη επανάσταση
θα είναι επανάσταση ομορφιάς

Και δύο δικά του

σύντομα όλα θα ξεχνιούνται
και οι σκέψεις τις φωνές
δεν θα τις πιστεύουν πια
μετέωρα τα κύματα
θα προσκρούουν
στις δίψες μας
τα είδωλά μας στον καθρέφτη
δεν θα μας ακολουθούν
και οι σκιές μας
όταν τις κοιτάμε
θα αλλάζουν σχήματα
οι ιδέες μας
θα ενώνουν τα σκοτάδια μας
και θα φωτίζουν τον ωκεανό της αγάπης
και θα φλέγεται
μα σαν φλέγεται
με κάθε σπίθα που σκορπά
ένα κόκκινο λουλούδι θα φυτρώνει
και για κάθε μέρα που φωτιζόμαστε
και για κάθε νύχτα που φωτίζουμε

* * *

Μια επανάσταση ομορφιάς

Στη ζωή πάντα θα μας οδηγεί κά
που δεν ξέρουμε ακόμα
που θα μείνει μάλλον κρυφό για πάντα
Γι’ αυτό να χαίρεσαι το απλό, το ταπεινό
να απλοποιείς χωρίς να υπεραπλουστεύεις
να εκτιμάς ακόμα και όταν θέλεις κι άλλο
να αγαπάς ακόμα και όταν πονάς
─κυρίως όταν πονάς─
Βιομηχανικά τούβλα οι πόλεις μας
θα θυσιάζονται στης σκέψης μας τη φλόγα
Και όταν πια εμείς θα θυμηθούμε ξανά
να αγαπάμε τα γύρω μας
Τότε μόνο θα αστράψει
μια επανάσταση ομορφιάς

Στα παραπάνω ποιήματά του υπάρχουν στίχοι μου και από άλλα ποιήματά μου που δεν παραθέτω εδώ. Γενικώς υπάρχουν αμέτρητα ακόμα σημεία μέσα σε ποιήματά του ή και σε τίτλους του που χρησιμοποιεί πραγματικά αυτούσιους δικούς μου στίχους.

Είμαι σίγουρος όμως πως σας κούρασα ήδη. Πάρα τις συμβουλές και παροτρύνσεις των εκδοτικών μου οίκων και ανθρώπων του χώρου που διαπίστωσαν αυτό το γεγονός, πήρα την απόφαση να μην κινηθώ ούτε νομικά ούτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Θέλησα όμως να σας γνωστοποιήσω αυτό το γεγονός και να ζητήσω τη συμβουλή σας ως προς το τι θα μπορούσα και τι θα έπρεπε να κάνω.

Με πηγαία εκτίμηση,

Νίκος Ερηνάκης

Μα να συνηθίσει, τι;

17845

Της ΕΛΕΝΑΣ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Η σπηλιά με τα βεγγαλικά
της Ζέφης Δαράκη
Εκδόσεις Νεφέλη
2014

«Επειδή το χέρι σου/ έσφιγγε το τέλος της ζωής μες στο δικό μου/ Επειδή όσα ζήσαμε παγώνουν σιγά σιγά/ το χρόνο των ποιημάτων που δεν τα ενδιαφέρει η αθανασία/ αλλά το πώς θα διαπλεύσουμε αυτή τη σχισμή/ του παγερού ρίγους που μας διασχίζει»: Γι’ αυτό και όχι γι’ άλλο γράφει η Δαράκη την πιο πρόσφατη ποιητική της συλλογή, που φέρει ρητή την αφιέρωση στον προσφάτως εκλιπόντα σύντροφό της –και σπουδαίο ποιητή– Βύρωνα Λεοντάρη και αφορμάται από το γεγονός του χαμού του.

Η συλλογή χωρίζεται σε τέσσερις ενότητες, ακολουθούμενες από ένα μοναδικής λυρικότητας κατευόδιο εν είδει επιμέτρου. Έτσι η ποιήτρια πορεύεται από τον πρώτο τρόμο της απώλειας, στην ουσία του ίδιου του γεγονότος και το χαμό του Εσύ, στην περιδιάβαση ύστερα περασμένων εικόνων, σκέψεων, αναμνήσεων, τόπων και προσώπων σαν απόσταγμα μιας μοιρασμένης ζωής σε μια προσπάθεια αναχαίτισης της λήθης, ώς τον απόηχο τέλος του γεγονότος, της όποιας ‘συμφιλίωσης’ με αυτό και της πορείας πλέον της ίδιας ως «μισοφαγωμένου κατόπτρου».

«Με τυλίγει με ξετυλίγει ο τρόμος/ και μη ρωτάς γιατί η νύχτα/ ένας μεγάλος μαύρος λεκές είναι η νύχτα / Από τότε που ξενιτεύτηκε τ’ όνειρο,/ ο μοναδικός μου Αναγνώστης χάθηκε/ με κείνο το κουρελιασμένο παλτό και/ το αποτσίγαρο του βιαστικού ουρανού στα χείλη». Εκκινώντας λοιπόν τρομοκρατημένη από το ερώτημα «Είναι κανείς εδώ;» καταπιάνεται με την αναζήτηση της απάντησης. Μια ολόσωμη σκιά θα της αποκριθεί από μια γωνιά του δωματίου, σκιά που η ίδια αλλού ονομάζει «βιολί για πάντα κλειδωμένο», «δραπέτη», «απόκρημνο έρωτα», «περίτεχνο γλυπτό σε δάσος», «μάτια που λάμπουν», «ερώτημα», και βέβαια «ουρανό», μα πάνω απ’ όλα «όνειρο»: δεν είναι άλλη, από τη σκιά του Βύρωνα.

Του Βύρωνα που «ήταν πάντα λυπημένος ήταν/ βαθύτατα λυπημένος και δεν ευτύχησε στη ζωή δεν ευτύχησε/ Έμενε ξάγρυπνος τις περισσότερες φορές έβλεπε όνειρα,/ καταρράκτες ονείρων Ξυπνούσε κοίταζε γύρω του/ τ’ απόνερα των ονείρων/ Οι πιο πιστοί του αγορητές περιγελούσαν το ένδον ρίγος,/ οριστικά σχεδόν το αποκλείανε».

Κι εκείνη, να αναθυμάται περασμένους περιπάτους, ολοένα διερωτώμενη: «Γιατί συναινώ/ με τόσο άνεμο ζωής/ σε μακρινούς περιπάτους/ δίχως συνάντηση/ σε νοερούς διαλόγους…». Θα καταλάβει και η ίδια πως επιμένει σε αυτό, θαρρείς αφηρημένα, και θα πει: «Η λύπη/ δεν είναι πάντα μια άλλη πατρίδα/ που ξενιτεύει την ψυχή/ Είναι ίσως/ κι ένα παλιό σκαρί ξαναβαμμένο στον ουρανό του/ Είναι το πιο απόμακρο χαμόγελο/ ενός αφηρημένου ανθρώπου/ αφηρημένου, από όσα/ του έχουν συμβεί». Ας μην φανεί αμείλικτος λοιπόν ο αναγνώστης, κι ας σκύψει τρυφερά πάνω από αυτήν την «αναδίπλωση της ψυχής/ επάνω στα σημάδια της…» Ας κάνει ησυχία για να ακούσει την ποιήτρια και ας κατανοήσει την απόγνωσή της όταν του εκμυστηρεύεται: «Σαν μια αμάθητη κοπέλα η ποίηση/ δε θα μπορέσει ποτέ/ να περιστρέψει από τον καρπό του χεριού/ το χρυσό μήλο/ που είναι/ ένα ευτυχισμένο ημερόνυκτο ζωής/ Θα μάθει όμως με τρεμάμενα δάχτυλα/ ν’ αγγίζει το χρυσό μήλο Ν’ αποκαλύπτεται/ κρυβόμενη/ και στον Όφι και/ στον Κηπουρό».

Στο οδυνηρό αυτό ταξίδι της συνειδητοποίησης, αμείλικτοι παραστάτες στέκονται οι καθρέφτες (ή κάτοπτρα) και τα είδωλά τους, καθρέφτες που προσωποποιούνται και περιγελούν εχθρικοί την ποιήτρια και την κατάσταση που βιώνει. Ανάλογος είναι και ο ρόλος των φαρδιών φορεμάτων, των χαμένων ρούχων και των παλιών ντουλαπών. Διαρκές είναι και το παιχνίδι του σκοταδιού με το φως –σύμβολα πολλαπλά στη Σπηλιά της Δαράκη–, φως που κάποτε σημαίνει τον σύντροφο-ποιητή ο οποίος διέλυε «σαν οξύ το βουρκωμένο σκοτάδι του κόσμου».

Η σπηλιά με τα βεγγαλικά είναι γραμμένη σε στίχο ελεύθερο, με εξίσου ελεύθερη μορφή, η οποία υπαγορεύεται στην ποιήτρια από τον ειρμό των σκέψεών της. Η γλώσσα της είναι καθημερινή, με απρόσμενους συνδυασμούς λέξεων και ένα ύφος θρηνητικό, δίχως όμως συναισθηματισμούς, παρά με την επιβλητική υποβλητικότητα της απώλειας, της αδυναμίας και της βαθιάς θλίψης. Η συλλογή συνιστά την προσπάθεια εξωτερίκευσης μιας εσωτερικότητας δομημένης με τρόπο λυρικό, με άλλα λόγια μια άναρθρη κραυγή και την προσπάθεια έκφρασής της. Η μεγάλη αναμέτρηση λοιπόν της ποιήτριας είναι εκείνη με τη βουβή σιωπή που μεταξύ άλλων την ονομάζει «το αμίλητο», «το άλεκτο», «το σιωπηρό», «το ανέκφραστο», «το ανείπωτο».

Μπροστά σε αυτό το αμείλικτο Αμίλητο, εμείς δεν μπορούμε παρά να αισθανόμαστε αιδώ, όπως και για την αφελή μας προσπάθεια να κάνουμε κάτι γι’ αυτό, επεμβαίνοντας στη βαθιά, απόλυτα ανθρώπινη και συνάμα θαυμαστά υπερκόσμια συνομιλία της ποιήτριας με τον «μοναδικό της Αναγνώστη».

Αθήνα, Μάρτιος 2015