σύγχρονο ελληνικό διήγημα

Νημερτής (διήγημα, μέρος β΄)

*

του ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ Ι. ΤΖΑΝΟΥ

Συνέχεια από το α΄ μέρος  ]

XI

Αχ, ο Μαρκιανός του πρώτου ορόφου, άναψε το φως της κουζίνας του. Τώρα τραβάει τα κουρτινάκια από το παράθυρο. Θα το ανοίξει; Δυστυχώς, θα το ανοίξει.

«Νημερτή, εσείς είστε;»

«Ναι, Μαρκιανέ, εγώ. Καλησπέρα.»

«Καλησπέρα. Έχουμε καιρό να συναντηθούμε. Μου φαίνεται από τότε που άλλαξε ο χρόνος δεν ειδωθήκαμε καθόλου. Καλή χρονιά!»

«Καλή χρονιά!»

«Είχα αρπάξει ένα γερό κρύωμα, που μου βούλωσε τ’ αφτιά για είκοσι μέρες. Τις περισσότερες ώρες ήμουν κρεβατωμένος. Ούτε κι εγώ ξέρω πώς κατάφερνα και περιποιούμουν τη Ριρή. Νιαούριζε συνέχεια τσαντισμένη. Η Ράνια, ξέρετε η κοπέλα που έρχεται πότε πότε και με βοηθάει, είχε πάει στο χωριό της να περάσει τις γιορτές. Είπε πως το νοστάλγησε.»

«Ανθρώπινο είναι.»

«Τον Άση τον είδα το πρωί. Ήταν βιαστικός. Πήγαινε να παραδώσει μια παραγγελία. Τις περάσατε καλά τις γιορτές;»

«Ναι, καλά!»

«Ήταν κι ο μικρός;»

«Όχι. Έλειπε με τη Δήμητρα στα χιόνια.»

«Ασχολείται ακόμη με τα πλήκτρα;»

«Ναι, πάντα.»

«Έχει έφεση. Σε ποιον έμοιασε;»

«Μάλλον σ’ εμένα. Μην ξεχνάτε πως κι εγώ δουλεύω με πλήκτρα!»

«Άνοιξα το παράθυρο γιατί μια διαβολεμένη μύγα μπήκε στο σπίτι τριγυρίζοντας όλα τα δωμάτια. Μπορείς να μου πεις πού βρέθηκε μύγα μες στο Γενάρη; Σα να το έκανε επίτηδες για να εκνευρίσει τη Ριρή. Δε νιαούρισε, αλλά την κατάλαβα. Κουνούσε την ουρά της κι όλο άλλαζε θέση. Με τα πολλά, κατάφερα ν’ απομονώσω τη μύγα στην κουζίνα. Έκλεισα αμέσως την πόρτα και τώρα έχει κολλήσει ψηλά, στο ταβάνι. Σκέφτηκα ν’ ανοίξω το παράθυρο, να σβήσω το φως κι έτσι να πάρει δρόμο.»

«Πολύ καλά σκεφτήκατε.»

«Το έχω ξαναδοκιμάσει. Ζω μόνος σ’ ένα τεράστιο σπίτι που όλα πρέπει να τα σκέφτομαι χωρίς να περιμένω βοήθεια από πουθενά. Η Ράνια ό,τι προλαβαίνει κάνει, και πάντως αφού της το έχω υποδείξει. Καμιά φορά θυμάμαι με πόσους ανθρώπους ζούσα άλλοτε και με πιάνει φρίκη. Θέλω να πω, ότι μάλλον είναι καλύτερα να μη ζει κανείς μόνος.»

«Τα καταφέρνετε όμως μια χαρά, Μαρκιανέ.»

«Λέτε; Είμαι όμως δυσαρεστημένος μ’ αυτά που βλέπω να γίνονται γύρω μας, Νημερτή. Η οικονομική κρίση μάς έχει αποκάμει. Συμφωνείτε;»

«Συμφωνώ. Εξανεμίστηκε κάθε βεβαιότητα για το οτιδήποτε.»

«Κυρίως απορρυθμίστηκε η βεβαιότητά μας για το χρόνο. Ο καθένας για τον εαυτό του ήταν βέβαιος για το τι θα του συνέβαινε το καλοκαίρι ή για το τι θα του συνέβαινε το χειμώνα. Ήταν βέβαιος για το τι θα γινόταν στην οικογένειά του σε πέντε ή σε δέκα χρόνια. Εσείς, λόγου χάρη, Νημερτή, δεν είχατε ποτέ κάποια βεβαιότητα για το τι θα γίνει στο σπίτι σας μελλοντικά;»

«Μάλλον είχα.»

«Βλέπετε; Αυτό λοιπόν πώς θα το βγάλετε τώρα από το μυαλό σας;»

«Έχετε δίκιο, Μαρκιανέ. Όλες οι βεβαιότητές μου κλονίστηκαν. Εσάς;»

«Προτιμώ να μη σκεφτώ τι θα μου συμβεί σε πέντε ή σε δέκα χρόνια. Βγαίνω στο μπαλκόνι και κοιτάζω στο απέναντι μαγαζί τη φωτεινή επιγραφή που πότε δείχνει τη θερμοκρασία, πότε γράφει “Ευχαριστούμε που μας προτιμάτε”, και πότε δείχνει μια χρονολογία.»

«Α, κατάλαβα. Λέτε για τη φωτεινή επιγραφή που υπάρχει στο κρεοπωλείο και που πότε δείχνει τη θερμοκρασία, πότε γράφει “Ευχαριστούμε που μας προτιμάτε” και πότε δείχνει την ώρα, Μαρκιανέ, όχι τη χρονολογία.»

«Μα όχι, Νημερτή, στην πραγματικότητα δε δείχνει την ώρα.»

«Όχι;»

«Όχι! Δείχνει κάποιες χρονιές που πέρασαν και κάποιες χρονιές που θα έρθουν. Να, για παράδειγμα, προηγουμένως που βγήκα έδειχνε δεκατέσσερα πενήντα. Ξέρετε να έγινε κανένα σπουδαίο γεγονός το 1450, Νημερτή;» (περισσότερα…)

Το  Ποιητόμετρο

*

Από δω και πέρα, τίποτα δεν θα είναι ίδιο…

Εκείνο το απόγευμα που τηλεφώνησε ο ποιητής, δοκιμιογράφος, ιδρυτής και τέως εκδότης του έντυπου λογοτεχνικού περιοδικού Πλανόδιον, Γιάννης Πατίλης, στον ποιητή, δοκιμιογράφο και νυν εκδότη του περιοδικού σε έντυπη και ηλεκτρονική μορφή, υπό τον τίτλο Νέο Πλανόδιον, Κώστα Κουτσουρέλη, ήταν σαν όλα τ’ άλλα απογεύματα που τηλεφωνιόντουσαν οι δυο τους για θέματα του περιοδικού.

Ο αίθριος καιρός δεν προμήνυε την απρόσμενη καταιγίδα που θα ξεσπούσε και θα πλημμύριζε – όπως κάθε ξαφνική νεροποντή στην Αθήνα – λεωφόρους, κεντρικές οδούς, παράκεντρα και αδιέξοδα – λογοτεχνικά – σοκάκια.

Ήταν μια παράξενη εποχή για την λογοτεχνία. Χωρίς τα μεγάλα ρεύματα του παρελθόντος, δίχως τρανταχτά ονόματα και διακριτές φωνές, βούλιαζαν σχεδόν τα πάντα σ’ έναν στείρο μιμητισμό και σ’ έναν εξαμβλωματικό πειραματισμό.

Ειδικώς στην ποίηση, γινόντανε το «έλα να δεις». Έβγαιναν 1.000 συλλογές τον χρόνο. Σε 10 χρόνια 10.000. Σε 100 χρόνια 100.000 ποιητικές συλλογές! Ποιος θα έφτανε στον επόμενο αιώνα; Ποιος θα επέπλεε σαν καρυδότσουφλο στον ωκεανό του Χρόνου;

Ποιητές και ποιητίσκοι, αστέρες κι αστερίσκοι, διαγωνίζονταν για το εκλαμπρότερο πυροτέχνημα στον χάρτινο ουρανό τους. Αυτό που θα τους εκτόξευε στην αιωνιότητα. Κι επειδή το μεγάλο έργο ήταν δύσκολο να γραφτεί, στράφηκαν προς την μεγάλη προβολή του μικρού τους έργου: αλλεπάλληλες εκδόσεις – μία συλλογή στην αρχή της χρονιάς και μία στο τέλος της άλλης, ώστε να παίζουν συνεχώς στα Κρατικά Βραβεία· εντυπωσιακές παρουσιάσεις – με απαγγελίες ηθοποιών και μελοποιήσεις· επιστρατεύσεις μεγάρων, θεάτρων, στοών· κριτικές και συνεντεύξεις – όσο πιο άφθονες κριτικές και συνεντεύξεις. Τα περιοδικά – έντυπα και ηλεκτρονικά – ξεφύτρωναν σαν μανιτάρια και τα ποιήματα δημοσιεύονταν σαν αγγούρια.

Το 2% του αναγνωστικού κοινού απηύδησε – δηλαδή ολόκληρο το κοινό που διάβαζε ποίηση. Κάτι φιλόλογοι επί το πλείστον, κάτι φοιτητές, κάτι «βαρεμένοι» και οι μετρημένοι στα δάχτυλα της προκοπής αναγνώστες. Κοινό στην θέση του κοινού – του κενού καλύτερα – έγιναν οι ίδιοι οι ποιητές. Βάραγαν παλαμάκια ο ένας του άλλου, χορεύοντας σαν αρκούδια. Η πίστα γέμισε λουλούδια – επαίνους κι επευφημίες – και σπασμένα πιάτα – έριδες και κακολογήματα.

Έτσι, τσουβαλιασμένοι όλοι μαζί, πήγαιναν «ντουγρού» για τον κάδο της γειτονιάς – μια γειτονιά κι η λογοτεχνία μας – μέχρι να περάσει το σκουπιδιάρικο της Ιστορίας και να μαζέψει τους πάντες. Η αιωνιότητα που ονειρεύονταν όλοι τους, δεν θα μπορούσε παρά να είναι η ανακύκλωση.

Ντρίιιν! Ντρίιιν…

Το τηλέφωνο χτυπούσε ανυπόμονα κι ο Κουτσουρέλης το σήκωσε καθυστερημένα, γιατί εκείνη την στιγμή έγραφε ένα άρθρο για τον πόλεμο στην Ουκρανία κι αμφιταλαντεύονταν μεταξύ τελείας και άνω τελείας σε μια παράγραφο. Τελικά έβαλε μια βιαστική τελεία, λες και τερμάτιζε οριστικά και βεβιασμένα, κατόπιν άνωθεν εντολής, ένα πολεμικό επεισόδιο και απάντησε:

«Καλώς τον Γιάννη!» (περισσότερα…)

Νημερτής (διήγημα, μέρος α΄)

*

του ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ Ι. ΤΖΑΝΟΥ

Συνέχεια στο β’  μέρος  ]

I

Ξέχασα να σας πω το πιο ουσιώδες: το να βρεθώ εδώ μέσα, κλεισμένη στο φωταγωγό, ήταν η μόνη επιλογή που είχα, αφού τη λύση του λουτρού την απέρριψα προτού καν τη σκεφτώ. Στην αρχή μου φάνηκε ακατόρθωτο, μα στο τέλος λογάριασα πως δε θα δυσκολευτώ να το κάνω. Ένα κατάλληλο σκοινί από τα «Είδη Ναυτιλίας» ήταν αρκετό. Χωρίς πολύ ψάξιμο, σήμερα το πρωί βρήκα ακριβώς αυτό που γύρευα. Έτσι, πριν από λίγο, έδεσα τη μια άκρη του σκοινιού στο ψυγείο, και πολύ πολύ προσεκτικά άρχισα να κατεβαίνω. Κατάλληλα ρούχα, κατάλληλα παπούτσια. Και να ’μαι! Ο ιδανικός τόπος για δουλειά! Καλά που τον σκέφτηκα!

Πρώτα πρώτα, ν’ ακουμπήσω κάπου το φακό και να βγάλω από την πλάτη μου το σακίδιο με το laptop. Ωραία!

Για ν’ αποφύγω τις περιττές κουβέντες με κάποιους γείτονες, έδωσα στην υπάλληλο του καταστήματος με τα «Είδη Ναυτιλίας» λεπτομερείς οδηγίες για τη συσκευασία. Ωστόσο η διαχειρίστρια από το δεύτερο όροφο παραφύλαγε στην είσοδο. «Βλέπω, Νημερτή, πως αγοράσατε καινούργιο πλυντήριο» μου είπε. «Είχατε προβλήματα με το παλιό σας;» Τη διαβεβαίωσα ότι δεν αγόρασα κανένα πλυντήριο, και τότε η διαχειρίστρια με κοίταξε στα μάτια. Γέλασε πονηρά, με κάποια ντροπή, όπως κάνουν οι άνθρωποι που αμφιβάλλουν για το φέρσιμό τους. Με το κεφάλι της μου έδειξε συνωμοτικά την κούτα μισοκλείνοντας το ένα της μάτι, σα να μου έλεγε: «Κι εδώ μέσα; Τι άλλο μπορεί να υπάρχει;» Κούνησα κι εγώ το κεφάλι μου, όπως εκείνη, δείχνοντας την κούτα. «Εδώ;» ρώτησα. «Έχει είκοσι τέσσερα μέτρα χοντρό σκοινί.» Η διαχειρίστρια ξεκαρδίστηκε. «Πάντα με το χιούμορ σας, Νημερτή» μου είπε. Αντί να της απαντήσω, γύρισα προς το μεταφορέα. «Στον πέμπτο, παρακαλώ» είπα και κάλεσα τον ανελκυστήρα.

Δεν ξέρω για τον δικό σας, αλλά αυτός εδώ ο φωταγωγός ξεκινάει από τον πρώτο όροφο. Είναι αρκετά καθαρός, τουλάχιστον όσο πρόκειται για έναν τέτοιο χώρο. Σε κάθε όροφο, στις δύο από τις τέσσερις πλευρές του, έχει από ένα μικρό παράθυρο. Τα βλέπετε άλλωστε. Έν’ από δω, στο αριστερό μου χέρι, κι έν’ από κει, στο δεξί. Το ένα είναι της κουζίνας, το άλλο, του μπάνιου. Ο τρίτος τοίχος πίσω μου είναι σοβαντισμένα τούβλα. Μέχρι πρότινος η πλευρά μπροστά μου ήταν ανοιχτή. Όμως, τελευταία, χτίστηκε δίπλα μας μια πολυκατοικία δίχως φωταγωγό. Στην αρχή ο μουλωχτός μηχανικός θέλησε ν’ αφήσει παραθυράκια στην οικοδομή του, εκμεταλλευόμενος το φωταγωγό μας, αλλά του κόψαμε το βήχα αμέσως. Είμαστε όλοι ιδιοκτήτες. Κάθε όροφος και διαμέρισμα.

Συνήθως, οι φωταγωγοί είναι τα πιο σκοτεινά μέρη μιας οικοδομής, έτσι λέει ο Άσης. Ο Άσης είναι ο άντρας μου. Όμως αυτός ο φωταγωγός νομίζω ότι διαφέρει. Μας αρέσει να λέμε ότι τα δικά μας πράγματα είναι τα καλύτερα. Έτσι δεν είναι; Ο φωταγωγός μας είναι από εκείνους που διαθέτουν αρκετό φως που, βέβαια, προς τα κάτω λιγοστεύει. Όταν ο ήλιος φτάσει ψηλά, μια ηλιαχτίδα καταφέρνει να τρυπήσει τη διαφανή οροφή του και διοχετεύεται μέχρι κάτω. Περίπου. Γιατί ο πρώτος όροφος, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Άση, βρίσκεται στο έρεβος. (περισσότερα…)

Οι αετοί

 *

της ΑΝΤΩΝΙΑΣ ΓΟΥΝΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

Διήγημα εμπνευσμένο από αληθινό περιστατικό που περιγράφει ο Πάτρικ Λη Φέρμορ στο βιβλίο του Ρούμελη (1966).

~.~

Ο Όλεγκ είχε έρθει απ’ την Αγγλία με ένα σακίδιο στον ώμο κι ένα σημειωματάριο στην εσωτερική τσέπη του σακακιού, έτοιμος ανά πάσα στιγμή να σκιτσάρει βλαστούς, φύλλα και άνθη πολύτιμων και σπάνιων φυτών. Βότανα της Πίνδου που γιάτρευαν τον πόνο του δέρματος και της καρδιάς, τη βάσανο της τρέλας και της θλίψης. Τώρα στεκόταν στην αρχή του στενού μονοπατιού, που πήγαινε σύρριζα στο φαράγγι, και κοιτούσε τον γαλανό ουρανό μπροστά του. Το αγόρι ήταν ο μόνος άνθρωπος στον οικισμό που είχε δεχτεί να τον συνοδεύσει ως το επόμενο χωριό, λίγο από περιέργεια για τον ξένο «βοτανολόγο» και πολύ για τη γενναία αμοιβή που είχε προσφέρει ο Όλεγκ.

«Έλα, μίστερ, έλα, έλα» είπε το αγόρι και κίνησε μπροστά.

Ο Όλεγκ, ευχαριστημένος, ακολούθησε. Δεν είχε μαζί του όπλο, όμως μια καραμπίνα κρεμόταν από τον ώμο του αγοριού, που με το δεξί του χέρι κράταγε την κάννη να μην το χτυπά στα πόδια καθώς περπατούσε. Δεν ήταν απίθανο να συναντούσαν στον δρόμο τους αρκούδα ή λύκο.

Πήγαιναν έτσι, αμίλητοι, για κάμποση ώρα, όταν ο Όλεγκ, κοιτώντας για πολλοστή φορά προς τον Βοϊδομάτη στα βάθη του φαραγγιού, διέκρινε έναν βλαστό να υψώνεται καμιά δεκαριά μέτρα κάτω απ’ το μονοπάτι, ανοίγοντας προς το μέρος του μια μικρή συστάδα από μωβ οδοντωτά άνθη. Στάθηκε. Ήταν βέβαιος πως επρόκειτο για τον δίανθο, τον dianthus cruentus, κι αυτά τα άνθη έπρεπε οπωσδήποτε να φτάσουν ως την πλούσια συλλογή του πίσω στην Αγγλία.

«Στάσου!» φώναξε, και το αγόρι στάθηκε. Έκανε μεταβολή και πλησίασε τον Άγγλο.

«Κοίτα, λουκ!» είπε ο Όλεγκ κι έδειξε το λουλούδι. «Βλέπεις; Εκεί; Αυτό πολύ γκουντ φλάουερ. Το θέλω!»

Το αγόρι τον κοίταζε σαν να αντίκριζε τρελό. Έσκυψε και έψαξε τριγύρω απ’ το γαρυφαλλάκι, μήπως αυτό που ’χε τραβήξει την προσοχή του ξένου ήταν κάτι άλλο. Όχι, μονάχα το μωβ γαρύφαλλο φύτρωνε εκεί, μέσα σ’ έναν μεγάλο αγκαθωτό θάμνο˙ μετά, από κάτω, ο γκρεμός. (περισσότερα…)

Ένα άλλο ενύπνιο

*

του ΑΓΓΕΛΟΥ ΑΛΑΦΡΟΥ

Προσφάτως, και καθώς κανόνιζα τα του επικείμενου ταξιδιού μου από την πρωτεύουσα στον γενέθλιο τόπο, βίωσα μια έντονη ανάγκη ν’ αποφύγω μία ακόμη πτήση. Δεν ήταν όμως μονάχα η αποστροφή που αισθάνομαι για τα ταξίδια με το αεροπλάνο που μ’ οδήγησε σ’ αυτό· ένας εξοντωτικός συνδυασμός φόβου για την ασφυκτικά στενή άτρακτο του αεροσκάφους, τρόμου για το ύψος στο οποίο πετά, και απέχθειας για τις υψηλές επιταχύνσεις που αναπτύσσει κατά τις διαδικασίες απογείωσης και προσγείωσης. Όλα τούτα σημαίνουν πως, όταν η κακή μου τύχη μ’ αναγκάζει να ταξιδέψω δι’ αέρος, αφενός έχω ένα ατσάλινο χέρι να μου σφίγγει το στήθος καθώς ξεκινάμε και σαν φτάνουμε και, αφετέρου, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, αν έχω την ατυχία να κάθομαι σε θέση διαδρόμου νιώθω να πνίγομαι από έλλειψη οξυγόνου, ενώ αν μου λάχει να κάθομαι σε παράθυρο υποφέρω από μια ζάλη απερίγραπτη. Όμως δεν θέλω εδώ να σας εκθέσω το δράμα ενός ταξιδιώτη. Επιθυμώ απλώς να τονίσω ότι η μεγάλη μου αποστροφή για τις πτήσεις μπορεί μονάχα να συγκριθεί σε μέγεθος με τον, παιδικό σχεδόν, ενθουσιασμό μου σαν πρόκειται να ταξιδέψω με πλοίο. Το ταξίδι στη θάλασσα με γοήτευε από μικρό παιδί. Και εξακολουθεί. Τότε, φυσικά, ήταν η αίσθηση της ελευθερίας που σου προσφέρει ένας χώρος ξένος και ταυτοχρόνως αρκετά μεγάλος ώστε να ερεθίσει την παιδική διάθεση για εξερεύνηση του αγνώστου. Τώρα, παρότι οι βασικές αρχές παραμένουν αμετάβλητες, συγκεκριμενοποιώ τα πράγματα: Δεν συγκινεί πια η λαμαρίνα, αλλά η δυνατότητα που σου χαρίζεται να γνωρίσεις καλύτερα το πλέον εντυπωσιακό μέρος αυτού του συστήματος· τον επιβάτη, ήτοι τον άνθρωπο. Και τα εφόδια που δίνονται για τούτο τον σκοπό είναι μετρημένα και υπολογισμένα καλά: Ο χρόνος – έχεις ώρες μπροστά σου να περιδιαβείς το πλοίο. Ο χώρος – μπορείς να γυρίσεις σε σαλόνια, εστιατόρια, μπαρ, καταστρώματα. Και το πιο σημαντικό – τ’ ονειρικό στοιχείο. Αυτό που στη γνωριμία δύο ανθρώπων λειτουργεί σαν καταλύτης, που δίχως αυτό να έχει υπάρξει στη σχέση τους μπορεί εκείνη αβασάνιστα να θεωρηθεί ως μη γενομένη. Τον ρόλο αυτόν, ασφαλώς, τον επιτελούν η ίδια η θάλασσα και ο ορίζοντας που συνεχώς ξεμακραίνει αμυνόμενος της γραμμικότητας. Μα όλα αυτά είναι γνωστά και για τούτο θ’ αποφύγω να τους δώσω περαιτέρω έκταση. (περισσότερα…)

Εργοστάσιο τενεκέδων

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Η ζωή είναι ο εφιάλτης των ονείρων μας.

Το να χάνεις την δουλειά σου, είναι σαν να χάνεις την ζωή σου. Και στις δύο περιπτώσεις, δεν ξέρεις αν υπάρχει άλλη. Κι αν υπάρχει, δεν ξέρεις αν είναι καλύτερη απ’ την προηγούμενη.

Το να ξεμένεις από δουλειά στην Αθήνα, είναι σαν να κολυμπάς με αλιγάτορα σε πισίνα. Και το να ψάχνεις για δουλειά, είναι «σαν να ρίχνεις ένα ροδοπέταλο στο Γκραντ Κάνυον και να περιμένεις ν’ ακουστεί ο αντίκτυπός του».

Όταν έχασα την δουλειά μου, φράκαρε η πόρτα απ’ τους λογαριασμούς, άδειασε το ψυγείο, δυο-τρία τσιγάρα στο πακέτο, η μηχανή στην ρεζέρβα και πήρα τους δρόμους ποδαράτο…

Έλειωσα σόλες. Χτύπησα πόρτες, «έφαγα πόρτα». Πείνασα, δίψασα, νύσταξα. Κοιμήθηκα σε λεωφορεία, σε τρόλεϊ, σε παγκάκια.

Κατέληξα σ’ ένα εργοστάσιο τενεκέδων στην Ιερά Οδό. Ούτε Ιερά μου φάνηκε ούτε Οδός όπως την περιγράφει ο Σικελιανός. Ένας κωλόδρομος πηγμένος στ’ αμάξια ήτανε, πυρακτωμένη άσφαλτος, και τα πόδια μου γεμάτα φουσκάλες και ξεπετσαλιασμένα δάχτυλα. (περισσότερα…)

Νυχτερινό λεωφορείο    

*

του ΓΙΑΝΝΗ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Το λεωφορείο στρίβει απότομα, μπαίνει στον επαρχιακό που κόβει το βουνό στη μέση. Όσοι κοιμούνταν ξυπνούν, λίγοι προλαβαίνουν να δουν τις σκιές που διασχίζουν τον αυτοκινητόδρομο βιαστικά, φωτισμένες από τις λάμπες της εθνικής. Κυνηγοί,  ξυλοκόποι ή ίσως κάποιοι που βγήκαν στον κόσμο μέσα από την κοιλιά ενός φορτηγού, μισοπεθαμένοι από τη δίψα. Αυτοί που τους είδαν τους ξεχνούν σχεδόν αμέσως.

Μετά την έξοδο από τον αυτοκινητόδρομο ο δρόμος στενεύει και γίνεται ανηφορικός, αλλά ο οδηγός δεν κατεβάζει ταχύτητα. Μερικοί άντρες στη γαλαρία γελάνε, σχεδόν υστερικά. Αυτοί δεν αποκοιμήθηκαν ποτέ, και εκείνη ξυπνά τελευταία, έτσι της φαίνεται, από τα γέλια τους. Γύρω της σκοτάδι· κάποιος στη γαλαρία λέει μια ιστορία. Έχει φτιάξει ακροατήριο, μια ομάδα από άντρες έχουν συγκεντρωθεί γύρω του, μερικοί μάλιστα που κάθονταν μπροστά του έχουν σκαρφαλώσει στις θέσεις τους σαν μαθητές δημοτικού και τον ακούνε. Τον ανέβασαν στο λεωφορείο, στη μέση του πουθενά, είδαν το κασκόλ, για αυτό… Η συνέχεια της ιστορίας διακόπτεται από γέλια, σκουντήματα, αγγίγματα. Κορυφώνεται με τον φαρσέρ που την διηγείται να σπρώχνει βίαια το κεφάλι ενός από τους συνταξιδιώτες του πάνω στον καβάλο του. Εκείνος γελάει με αυτό που παθαίνει αλλά οι μυς του προσώπου του συσπώνται έντονα. Η ιστορία της είναι γνώριμη, είναι ένα γηπεδικό παραλήρημα. Ταυτόχρονα νιώθει ότι την ακούει για πρώτη φορά, ίσως επειδή εκείνος που αφηγείται την ξύπνησε και, ενώ τραβάει τα μαλλιά του φίλου του, κοιτάζει τις γάμπες της.

Τα λόγια του σβήνει ένας λαρυγγικός ήχος πίσω της, εκεί συγκεντρώνει την προσοχή της τώρα. Από τη χαραμάδα ανάμεσα στα καθίσματα βλέπει έναν παχύσαρκο άντρα να παλεύει με την φωνή του. Η μάχη του με τον ήχο που βγαίνει από τον λαιμό του φαίνεται χαμένη. Δεν μπορεί να ελέγξει το τικ του·  παρόλα αυτά προσπαθεί. Το πουκάμισό του έχει μικρές λίμνες από ιδρώτα στο στήθος, στην κοιλιά, στις μασχάλες. Έχει ανοίξει το τραπεζάκι για το φαγητό και, για να δημιουργήσει έναν αντιπερισπασμό απέναντι στη φωνή του, χτυπάει με τα χοντρά του δάχτυλα μια την επίπεδη πλαστική επιφάνεια και μια το βαθούλωμα για το ποτήρι. (περισσότερα…)

Στιβαρή αναγνωστική πρόταση

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Ηλίας Αλεβίζος,
Μεταχειρισμένο φως,
Εύμαρος, 2023

Το πρώτο βιβλίο του Ηλία Αλεβίζου φέρει την ισχυρή ταυτότητα μιας πένας που δε μετρά τις δυνάμεις της στη γλώσσα, γιατί αυτή την έχει ήδη κατακτήσει, αλλά στη ζωή της συνείδησης που παρακολουθεί άγρυπνα την αναπνοή της στον άξενο τόπο της αστικής μεγαλούπολης. Μάλλον θα ήταν καλύτερα να πω, στον άξενο τόπο που είναι η ύπαρξη βαλλόμενη από την ακατόρθωτη συνύπαρξη με τον άλλον. Ο κανιβαλισμός του κοινωνικώς υπάρχειν και η ακατανοησία του συνειδητώς υπάρχειν αποτελούν, κατά τη γνώμη μου, τις δυο αλληλοσυμπληρούμενες συνιστώσες του βιβλίου. Και το στοίχημά του, να διαρρήξει για λίγο την μεμβράνη αυτής της συσκοτισμένης περιοχής που τα διαλαθόντα ζητούν την επίγνωσή τους.

Το βιβλίο αποτελείται από δώδεκα κείμενα που, όπως διαβάζουμε στο διαφωτιστικό οπισθόφυλλο, «μορφολογικά κινούνται στον χώρο μεταξύ της σύντομης νουβέλας, του διηγήματος-μπονζάι και του πεζοποιήματος». Οργανώνονται σε τέσσερις ενότητες. Στην πρώτη παιδικές και εφηβικές εμπειρίες, στη δεύτερη όψεις της πόλης και των ανθρώπων που, σύμφωνα πάλι με το ίδιο σημείωμα, κινούνται στο περιθώριο των επίσημων αφηγήσεων του βίου. Η τρίτη οδεύει εσωτερικότερα σε ψυχεδελικά ονειρικά τοπία- εφιάλτες και η τέταρτη ελλειπτικότερη και στοχαστικότερη, επιχειρεί να περιθάλψει το άλγος της προηγούμενης περιδιάβασης στην ποιητική αναζήτηση της ψυχής, του σώματος, της αγάπης. Όλες οι ενότητες αποτελούν αρθρώσεις ενός κοινού άξονα που είναι η μοναχική τροχιά ανθρώπινων πεπρωμένων καθώς αυτοί κινούνται σαν διάττοντες στην περιφορά ενός άγρια και θαυμαστά ακατανόητου ανθρώπινου και κοσμικού γαλαξία. (περισσότερα…)

O τρόμος του κενού

*

της ΑΝΤΩΝΙΑΣ ΓΟΥΝΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

Διήγημα για παιδιά, και όχι μόνο, εμπνευσμένο από τον πίνακα «Experiment on a Bird in an Air Pump» του Τζόζεφ Ράιτ του Ντέρμπυ, και τοποθετημένο στο Μπαθ της Αγγλίας κατά το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα.

~.~

Είχαν ξεφυτρώσει μάτια στην πίσω μεριά του κεφαλιού, πάνω στα μαλλιά της, στους ώμους και στην πλάτη της. Αυτά τα μάτια, σε αντίθεση με τα κανονικά στο πρόσωπό της, που τώρα τα έκλεινε σφιχτά και τα πίεζε να βυθιστούν στα σεντόνια, παράβαιναν την εντολή της να μην κοιτάζουν όσα τρομερά συνέβαιναν πάνω στο κορμί της, και έμεναν διάπλατα ανοιχτά και κατατρομαγμένα. Κι έτσι δυστυχώς έβλεπε, με εκείνα τα άλλα, ανεξέλεγκτα μάτια, τα πάντα:

Τα πολλά ρούχα του δόκτορα Όλιβερ σύρθηκαν πάνω στα παπλώματα του κρεβατιού  καθώς απομακρύνθηκε λίγο από την πλάτη της και γύρισε προς το τραπεζάκι πίσω του. Πήρε ένα από τα χάλκινα ποτήρια που ήταν ανάποδα γυρισμένα πάνω στον δίσκο και, με το άλλο χέρι, κράτησε κάτω από το χείλος του το λυχνάρι, αυτό που έμοιαζε με μεγάλη σφυρίχτρα. Η Αννέτ έσφιξε τα χείλη. Τώρα, τώρα, τώρα… Πλοφ! Το κορίτσι μούγκρισε – αλλά δε φώναξε. Ο γιατρός είχε βεντουζώσει το ποτήρι κάτω ακριβώς από τον ώμο της. Η Αννέτ ένιωσε το δέρμα της να καίει, να φουσκώνει, να την τραβάει. Τα σεντόνια κάτω από το πρόσωπό της μούσκεψαν, ρούφηξε τη μύτη. Καιγόταν και πονούσε, αλλά τα μάτια που είχε πίσω στο κεφάλι της, πάνω στα μαλλιά της, της έδειξαν τον δόκτορα Όλιβερ να ισιώνει τη ράχη του και να κοιτάζει το έργο του πάνω στη γυμνή κοριτσίστικη πλάτη ευχαριστημένος.

«Αγαπητέ» γύρισε και είπε στον κύριο Τζόνσον «η νεαρή σας άρρωστη είναι οπωσδήποτε πολύ γενναία». (περισσότερα…)

Χριστούγεννα με τον Ωνάση

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ E. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Πλησίαζαν Χριστούγεννα. Δύσκολα τα έφερνα βόλτα τις μέρες εκείνες. Βουνό οι λογαριασμοί. Τα μετρητά εξανεμίστηκαν. Έσπασα και τον κουμπαρά, βούλωσα κάτι τρύπες. Έμεινα ρέστος. Πήρα την κάρτα και κατέβηκα στο Νυδρί για να την στραγγίξω.

Πέρασα απ’ το λιμάνι. Παγωνιά. Οι λιγοστές ψαρόβαρκες αραγμένες πλάι-πλάι, λες κι ήθελαν να ζεσταθούν. Η χερσόνησος της Αγίας Κυριακής σαν στοργικός βραχίονας που προφύλασσε το φωτισμένο εκκλησάκι απ’ τα κύματα. Η Μαδουρή του Βαλαωρίτη χαλκοπράσινη, με τα παράθυρα του παλαιού αρχοντικού κατασκότεινα, σαν μάτια προϊστορικού κρανίου. Το ορειχάλκινο  άγαλμα του Ωνάση, φρεσκοπλυμένο απ’ την βροχή, γυάλιζε σαν να ’ταν από χρυσάφι. Κάτω απ’ τα χοντρά γυαλιά του, ατένιζε με άδειο βλέμμα το πέλαγος της ματαιότητας.

Τ’ αμέτρητα χρήματά του δεν μπόρεσαν να κρατήσουν στην ζωή τον αγαπημένο του γιο, Αλέξανδρο. Οι δημοσιογράφοι χύμηξαν σαν κοράκια. Αυτός απαντά: «Δεν είμαι τίποτα παραπάνω από έναν πατέρα που έχασε το παιδί του». Κατόπιν, η υγεία του κλονίστηκε. Η μυασθένεια άρχισε να προσβάλλει το νευρικό του σύστημα. Μια αρρώστια σπάνια, που δεν έδινε καμιά ελπίδα σωτηρίας. Τα τσίνορά του μάδησαν. Κυκλοφορούσε με τσιρότα κολλημένα στα βλέφαρα για να μπορεί να κρατάει τα μάτια του ανοιχτά. Δυο χρόνια μετά, πήγε να συναντήσει τον Αλέξανδρο. Η κόρη του, Χριστίνα, ύστερα από τέσσερις αποτυχημένους γάμους, έγινε η πιο δυστυχισμένη πλούσια γυναίκα του κόσμου. Δίπλα στην μπανιέρα της, όπου βρέθηκε νεκρή, υπήρχαν φιαλίδια με βαρβιτουρικά. Ήταν τριάντα επτά μόνον χρονών. Οι τάφοι τους κείτονται στο μικρό παρεκκλήσι του Σκορπιού. Τους σκεπάζει και τους τρεις, όπως και τον φτωχότερο του κόσμου, χώμα – όχι χρυσόσκονη! (περισσότερα…)

Άγριο σώμα

*

Την τρίτη νύχτα επιτέλους στάθηκε ένα σύννεφο μπροστά στο φεγγάρι και κινήσαμε να φύγουμε – ο Θεός ξέρει για πού. Ο αδελφός Δομήνικος ξεπετάχτηκε μπροστά και βάλθηκε να προχωρά στα τυφλά, λες και στην άλλη άκρη του απόλυτου σκοταδιού θα έβρισκε τη σωτηρία μας. Του ψιθύρισα μια και δυο, αλλά στο τέλος έκλεισα το στόμα μου κι απλά τον ακολούθησα, παρότι ήξερα πως δεν είχε ιδέα πού πήγαινε. Το άγριο σώμα του άνοιγε δρόμο μέσα στη βλάστηση.

Πίσω από τα δέντρα με τα άθεα ονόματα άκουγα όλο ήχους και πατημασιές. Δεν άντεχα καν να πλάσω στο μυαλό τις χλωμές φάτσες αυτών που ήθελαν να μας βλάψουν. Υπάρξεις με πρόσωπα αξεχώριστα, που δεν μπόρεσαν ή δεν θέλησαν να μάθουν τον Λόγο του Θεού, τώρα είχαν γίνει οι κυνηγοί μας. Κοιτούσα από δω κι εκεί μήπως και κατάφερνα να φυλαχτώ αν ορμούσαν, αλλά με φρίκη σκέφτηκα πως απλώς μας έσπαγαν τα νεύρα. Μπροστά μου, σε σταθερή απόσταση όσο είχα αντοχή, ο αδελφός Δομήνικος ξάνοιγε δρόμο, ίδιος πανικόβλητη αντιλόπη. (περισσότερα…)

Ένα στραβό χαμόγελο

*

Η κλήση που δέχτηκα ένα χειμωνιάτικο βράδυ ήταν απρόσμενη. Ένας παλιός φίλος ήθελε να βρεθούμε. Δεν έφερα αντίρρηση – είχα καλές αναμνήσεις. Μου εξήγησε με ειλικρίνεια την κατάσταση. Ήθελε λίγη παρέα, κάποιον να μιλήσει. Τους τελευταίους μήνες η μάνα του πάλευε με τον καρκίνο.

Είπα στη γυναίκα μου ότι θα βγω. Ανησύχησε. Είχε απαγόρευση κυκλοφορίας. Με παρακάλεσε να συμπληρώσω το χαρτί εξόδου, «έτσι, για μάτια του κόσμου, σε περίπτωση που πέσεις σε έλεγχο». Της είπα όχι. Δεν επέμενε, ήξερε τις απόψεις μου. Βγήκα στη νύχτα, στην έρημη πόλη.

Το σπίτι του φίλου ήταν κοντά – πέντε λεπτά απ’ το δικό μας. Τον αντίκρισα με τη μάσκα στο πρόσωπο. Απέφυγε τη χειραψία. Δεν είπα τίποτα. Έφτιαξε καφέ και καθίσαμε στο σαλονάκι. Κάθισε σε απόσταση και κατέβασε τη μάσκα στο σαγόνι. Άρχισε να μου λέει τα δικά του.

«Από τη γλώσσα ξεκίνησε, το πιστεύεις;» μου είπε, ανήμπορος ακόμα να το δεχτεί, να το πιστέψει, σαν να μην μπορούσε να καταλάβει πώς και γιατί η αρρώστια είχε ξεκινήσει από κει, από τη γλώσσα. (περισσότερα…)