σύγχρονο ελληνικό διήγημα

Αιώνια λιακάδα, ο Χουάν

*

Πάνε δυο χρόνια από την τελευταία βροχή. Ο ήλιος λάμπει ακαταπόνητος παρά τις ανησυχίες, τις προβλέψεις, τις ικεσίες. Η χώρα θεωρείται επισήμως η πιο άνυδρη της Ευρώπης. Η Ευρώπη είναι το σημείο αναφοράς, κι όχι  μόνο για τις βροχοπτώσεις. Σε τέτοια ατμόσφαιρα άκρατης ηλιοφάνειας, τα προβλήματα φαίνονται συχνά μικρότερα. Σαν οπτικές οφθαλμαπάτες της ερήμου. Το φως τυφλώνει και ζεσταίνει, ο ασυννέφιαστος, γαλάζιος ουρανός μοιάζει με προστατευτική αγκαλιά. Ποιος μπορεί να υποφέρει όταν έξω ο καιρός είναι υπέροχος;

Ούτε κρύο, ούτε ζέστη. Μια ιδανική θερμοκρασία είκοσι βαθμών Κελσίου σύμφωνα με τις εμπειρικές μου μετρήσεις δεσπόζει εδώ και βδομάδες. Ανοίγω τα παράθυρα καθώς η σιωπή περιβάλλει το σπίτι και βλέπω την καταπράσινη πρασιά του γείτονα made in P.R.C[1] από ανθεκτικό πλαστικό να τείνει να φύλλα της στον ανύπαρκτο αέρα. Πίσω απ’ την πρασιά ακούγεται το γουργουρητό του συστήματος αυτοκαθαρισμού μιας πισίνας. Η δυνατότητα έξυπνης προσαρμογής προσφέρει εκπληκτικά πλεονεκτήματα. Στην περιοχή μας οι πωλήσεις συνθετικού χλωροτάπητα, πλαστικών λουλουδιών και τεχνητών δέντρων φτιαγμένων σαν  αληθινά, εκτοξεύθηκαν απ’ τον προηγούμενο χρόνο.

Το γεγονός πως ζούμε ανάμεσα σε νταμάρια όπου τίποτα δεν φυτρώνει, δεν εμποδίζει κάποιον να ξαπλώσει στη σκιά του συνθετικού κλώνου ενός πεύκου, αν και είναι αλήθεια πως οι περισσότεροι αγοραστές προτιμούν να διακοσμούν τους κήπους τους με ψιλόλιγνους φοίνικες τους οποίους συνδυάζουν συνήθως με ‒αειθαλείς‒ ανθισμένες βουκαμβίλιες. Η προσομοίωση βλάστησης έχει κάνει θαύματα σ’ αυτή τη σχεδόν ηφαιστειογενή περιοχή. (περισσότερα…)

Η Βερδίκω

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

«Να τον τσακίσ’νε οι δαιμόνοι, να τον πάρ’νε και να τον σ’κώσ’νε! Να μην βρίσκει τόπο να σταθεί, να μπει στο μνήμα και να μην λειώνει! Ανάθεμά τονε τον παλιοκερατά! Όπως με κατάστρεψε, να καταστραφεί κι εκειός…»

Ξεστομίζοντας βαρύτατες κατάρες η Βερδίκω, έγδερνε τα μάγουλά της κι άφηνε τα δάκρυά της να κατρακυλούν στις ρυτίδες του προσώπου της, να ποτίζουν το μαραμένο στήθος της και να μουσκεύουν το πολυκαιρίτικο χωριάτικο φόρεμά της, το περίκλειστο έως τον λαιμό, που έδειχνε –σύμφωνα με την λευκαδίτικη παράδοση– πως η γυναίκα ήταν ανύπαντρη.

Απότομο κι αναίτιο το ξέσπασμά της, όμως εμείς το ’χαμε συνηθίσει αυτό από χρόνια. Δεν υπήρχε φορά να την απαντήσουμε και να μην ακούσουμε να καταριέται τον γιο του Αλεγραμμά. Έσκουζε σαν κουρούνα, ρέκαζε σαν κατσίκι που το σφάζουν, λες κι όλα γίνηκαν χτες, κι ας πέρασε σχεδόν μισός αιώνας.

Κατόπιν, απότομα όπως ξεκίναγε, σταμάταγε. Η Βερδίκω σκούπιζε τα μάτια με την ανάστροφη του χεριού της και χαμογελούσε ηλιθιωδώς, η αγλύκαντη! Κι αυτό ακριβώς το χαμόγελο, σ’ ένα στόμα δίχως δόντια, έδειχνε την θλίψη απροσμέτρητη, όπως δείχνει απέραντη μια έρημος την μοναξιά.

Η έρημος, όμως, κατοικούσε από καιρό στο μυαλό της Βερδίκως. Δεν θυμόνταν παρά μονάχα όσα την πλήγωναν. Λες και δεν έζησε χαρές, λες και δεν είχε όνειρα, λες και δεν ήτανε ποτέ κορίτσι δροσερό, λες και γεννήθηκε γριά και μαραμένη, καταραμένη απ’ τα σπάργανά της, νανουρισμένη απ’ τις Μοίρες με το «αχ» και με τ’ «ανάθεμα».

Ζούσε, τι ζούσε; Λούφαζε όπως τ’ αλούπι στο Βλυχό, σ’ ένα καλύβι πέτρινο. Τι πέτρινο; Βολιός. Λιθάρια το ’να πάνω στ’ άλλο δίχως λάσπη αρμολογημένα, χωρίς παράθυρα, χωρίς τζάκι: κατάχαμα άναβε φωτιά κι έφευγε ο καπνός απ’ τα τσίγκα, που τ’ αναμέριζε μ’ ένα καλάμι να μην την πνίξει η αμπούρα. (περισσότερα…)

Το πανηγύρι των συγγενών

*

Με βάση κάποιες συγκεκριμένες αφορμές οι κόσμοι θ’ αναποδογυρίσουνε. Τουλάχιστον αυτό θα πρέπει να συμβεί. Δεν έχει τόση σημασία ο χρόνος που θα γίνει, όσο το αποτέλεσμά του.

Καθώς ο φλοιός της γης είναι σώμα κι όπως παθαίνει κορεσμό, σαν εκείνους που συμβαίνουν στ’ άμαθα στομάχια των ανθρώπων επιφέροντας τον εμετό του ξαλαφρώματος, χρειάζεται να έρθουν τα πάνω κάτω ή τα μέσα έξω. Με όποια σειρά το θέλετε εσείς, δεν επιμένω τόσο σε αυτό. Σ’ αυτό όμως που θα επιμείνω είναι ο τρόπος.

Ένα παράδειγμα τα πανηγύρια, που παλιότερα ήταν συγκέντρωση ανθρώπων. Ξενιτεμένων, κάτοικων, μόνιμων σε μια περιοχή και συγγενών. Στηνόταν το πανηγύρι υπαίθριο, πάντοτε, γιατί βόλευε και την μουσική που θα εξαπλωνόταν μες στο δάσος που θα γίνει, ημερήσιο καθώς σε έβγαζε κι απ’ τις κακοτοπιές, γιατί φανταστείτε να πίνατε έως πνιγμού κρασιά και άλλα αμαρτωλά οινοπνεύματα και να μην βλέπατε τον δρόμο που σας γυρνάει στο σπίτι, πράγμα φριχτό και λιγάκι χλευαστικό, δεν νομίζετε; Γιατί εγώ, που σας παρατηρώ, γελάω αληθινά όταν ο ένας προσπαθεί πάνω στη σούρα του να συγκρατήσει τον διπλανό, ενώ στο τέλος, και οι δυο σας κουτρουβαλάτε στα χαντάκια. Όχι δεν μιλώ για σας. Τούτο ήταν η αρχή, για φτάσω εκεί που θέλω∙ περάστε κι εσείς μαζί μου σαν αερικά, αδιάφορα αν και λίγο φιλοπερίεργα, ανάμεσα κόκκινων παρειών κι άδειων μποτιλιών με μπύρα∙ εδώ ο τόπος είναι ζεστός, γεμάτος κυπαρίσσια.

Και θέλω να ρωτήσω κάτι προτού θα συνεχίσουμε: γιατί τα κυπαρίσσια φυτρώνουν πιο συχνά από τα άλλα δέντρα, ας πούμε πεύκα ή έλατα, δρύες ή και πλατάνια; Και αφού φυτρώνουν εκεί που φύτρωσαν, γιατί οι άνθρωποι στήνουν τα πανηγύρια ανάμεσά τους με μικρόφωνα, πλανόδιους τραγουδιστές, ηχεία, τραπέζια πλαστικά και καρέκλες οι οποίες τρίζουνε με τα τέσσερα ποδάρια τους, καθώς και τα καρφώνουνε στο χώμα; Είναι ένα σημάδι θεϊκό, συμπαντικό ή μήπως θέμα τύχης; Αν και δεν ρώτησα ποτέ αυτούς που τραγουδάνε, μήπως και σ’ άλλες περιοχές συνάντησαν το ίδιο, δεν το πολυπιστεύω, θεωρώ πως την τιμητική την έχει αυτό το πανηγύρι. Ευτυχώς που σας έκοψε και τραβήξατε τα λιόπανα καταμεσής και δεν θα μας κάψει ο ήλιος, γιατί κανείς δεν θα μπορέσει να σκεφτεί για ό,τι θα πω πιο κάτω. (περισσότερα…)

Η γλώσσα των αγγέλων

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Ἐὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων,
ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον.
Παύλου του Αποστόλου, Α΄ Προς Κορινθίους 13,1

Υπάρχει ένα μπαρ στην επαρχία μισοκρυμμένο ανάμεσα στα δέντρα, στο τέλος του λασπωμένου χωματόδρομου, μετά την απότομη στροφή, πλάι στο εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο. Φάντασμα της ομίχλης καταδικασμένο στην απομόνωση, με την υγρασία του κάμπου και την οσμή της κοπριάς κολλημένη στα τζάμια. Τις νύχτες τα χαμηλά φωτάκια του φαντάζουν πρόσωπα παιδιών αδικομαλωμένων. Οι πελάτες του μπαινοβγαίνουν σιωπηλοί και βιαστικοί, λες και φοβούνται πως φωσφορίζει ο πόθος τους στο μισοσκόταδο. Αμαρτωλό μπαράκι, που μυρίζει νοθευμένο πιοτό και φτηνό τσιγάρο. Μακρόστενο σαν προχειροφκιαγμένο φέρετρο, που ανοίγεις το καπάκι –την πόρτα ήθελα να πω– και βρίσκεσαι σ’ έναν κόσμο άλλο, ζυμωμένο από τις ιερότερες θεότητες του κόσμου αυτού: τις ψευδαισθήσεις σου.

Εκεί –οδηγημένος κάποτε απ’ την ερημιά– γνώρισα την Μαρία, μια δεκαεννιάχρονη Βουλγάρα με μάτια κάρβουνα που σ’ έκαναν στάχτη. Οι καταρράκτες των μαλλιών έπεφταν στους ώμους της, όπως πέφτει η νύχτα σε δυο λόφους χιονισμένους που λάμπουν απ’ το φεγγαρόφωτο.

Είχε εκπληκτική προφορά στα ελληνικά, λες και ζούσε στον τόπο μας δέκα χρόνια κι ας ήταν μόλις τέσσερα. Η ταχύτατη εκμάθηση γλωσσών παρουσιάζεται κατά κανόνα στους ευφυείς ανθρώπους. Τώρα πώς ένα ευφυές άτομο καταλήγει βλακωδώς να δουλεύει στην κόλαση της νύχτας, είναι εξίσου αξιοπερίεργο με το πώς ένα ευφυές άτομο καταλήγει βλακωδώς σ’ αυτήν την κόλαση ν’ αναζητάει τον παράδεισο. Η μόνη πειστική απάντηση που μπόρεσα να δώσω ήταν «για να την συναντήσω».

Έρωτας κεραυνοβόλος εκατέρωθεν. Στον μήνα πάνω παράτησε το μπαράκι. Νοικιάσαμε γκαρσονιέρα κοντά στο Φρύνι και ήμαστε συνέχεια μαζί. Εγώ μόλις είχα γυρίσει απ’ την Αθήνα. Στην αρχή άνεργος. Ύστερα έπιασα μια  χαμαλοδουλειά. Η Μαρία έκανε το κουμάντο της, τα περασμένα χρόνια, και με τις αποταμιεύσεις της μπορούσε να βγάλει λίγο καιρό μέχρι να βρει κάτι να κάνει. (περισσότερα…)

Ο βασιλιάς πλανήτης

*

Έχτισε το σπίτι του γύρω από αυτό το κουπί. Εκεί που το κάρφωσε, έφτιαξε την εστία. Το ξύλο της θάλασσας ήταν το πρώτο που κάηκε όταν άναψε την πρώτη φωτιά. Τόσο ψηλά και πίσω απ’ τα βουνά, ετούτοι οι άνθρωποι δεν είχαν λέξη για τη θάλασσα, γιατί ο νους τους δεν είχε δει τίποτα άλλο απέραντο πέρα απ’ τoν ουρανό των αμέτρητων αστεριών. Όταν με τα χέρια τούς έδειξε την κίνηση των κυμάτων, εκείνοι τον κοίταξαν με σαστιμάρα. Ένας έξυσε το κεφάλι του και έδειξε προς τον ουρανό. Τότε ένας άλλος γέλασε και κούνησε το κεφάλι του. Κάποιος ακόμα φούσκωσε τα μάγουλα του και έκανε πώς φυσά σαν άνεμος. Ναι ναι βέβαια, τα πλωτά σύννεφά, η θάλασσα των αστεριών. Λίγο νερό – το τελευταίο θαλασσινό – κύλησε από την άκρη του ματιού του πλάνητα με το ξύλινο κουπί, έπεσε ακριβώς μέσα σ’ ένα βαθύ αυλάκι ρυτίδας, χαραγμένης προ πολλού στο δέρμα, όταν ένα βράδυ τρικυμίας κανένας θεός δεν του απάντησε σε βοήθεια και το πρόσωπο του έσπασε σε χιλιάδες κομμάτια. Το νερό μέσα στο αυλάκι κύλησε γρήγορα και έσβησε. Δεν έκλαψε ξανά ποτέ του. Εδώ θα έγραφε το τέλος της ζωής του. Κάρφωσε το κουπί και κοίταξε τον ουρανό. Εδώ πάνω ήταν πολύ κοντά, έβλεπε τα αστέρια να τρίζουν στις θέσεις τους, τα άκουγε. Κανένας ουρανός που είχε δει δεν έμοιαζε μ’ αυτόν.

Το σπίτι χτίστηκε γρήγορα, με πέτρα. Σ’ αυτό τον τόπο ο πλάνητας φάνηκε να ξεχνά γρήγορα τους παλιούς τρόπους. Πήρε γυναίκα, έκανε παιδιά. Δεν θυμόταν το όνομα της παλιάς του γυναίκας, μόνο τη νύχτα του μεσοκαλόκαιρου ένα ζευγάρι μάτια εμφανίζονταν μπροστά του πριν κοιμηθεί, δεν τα γνώριζε, αλλά ήταν σαφές ότι αυτά τον ήξεραν, τον μαχαίρωναν πρώτα στα βλέφαρα, απανωτά, μετά στην κοιλιά και λίγο πριν το θάνατο πετιόταν απ’ τον ύπνο του αλαφιασμένος κι έβλεπε δίπλα του την άλλη γυναίκα κι αμέσως το παρόν τον έσωζε από τη μνήμη ενός παρελθόντος που είχε από καιρό θαφτεί. Έγινε μέρος της κοινότητας εύκολα. Έμαθε τα λόγια τους, μπήκε μέσα στις δουλειές του τόπου, έχτισε μαζί τους, έσπειρε και θέρισε, έφτιαξε φράχτες και κυνήγησε ιαγουάρους, έμαθε να ξεχωρίζει τη φωνή του κόνδορα από της άρπυιας, και να βρίσκει στο ζωνάρι του γαλαξία τούς σκοτεινούς αστερισμούς της αλεπούς και του βοσκού. Στο τέλος φόρεσε τα ρούχα τους. Άρεσε πολύ σε όλους. Το πολυμήχανο μυαλό του που έβρισκε λύσεις μηχανικής σε απλά τους προβλήματα στέγασης και ύδρευσης, οι αβροί τρόποι του που είχαν μια ευγένεια ψεύτικη που τους μαράζωνε από επιθυμία, το παράστημά του που έμοιαζε ξένο όπως κάποιου θεού που έπρεπε πάντα να τους απομένει ξένος σαν θεός, τους άρεσαν πολύ. Τόσο που μια μέρα του είπαν πως τον κάνουν βασιλιά τους.

Ο πλάνητας ένιωσε την ανακοίνωση σαν μια σφαίρα σίδερο δεμένη στο πόδι. Όταν κάρφωσε το κουπί στο χώμα, ήξερε πως είχε βρει μια άλλη ζωή, έναν άλλο εαυτό, άγραφο χάρτη. Τώρα το δάσος ήταν γνώριμο από άκρη σ’ άκρη. Η γυναίκα του το ίδιο ζεστή κάθε νύχτα, εκτός που πια, η αλήθεια είναι, είχε αρχίσει το δέρμα της και κρύωνε στις άκρες, πάει να πει πως πέθαινε κι εκείνη σιγά σιγά όπως όλοι τους. Τα μαλλιά της γέμιζαν στάχτη που δεν έφευγε. Ο θόρυβος των αστεριών ερχόταν σε κάθε παρατεταμένη σιωπή, καθαρός σαν κρύσταλλο, τον βεβαίωνε για τη μεγάλη μαύρη θάλασσα που παράδερνε πάνω από τα κεφάλια τους. Τα παιδιά του τα έβλεπε σαν χλωρά κλαριά, τα συμπονούσε, τα αγαπούσε κάποτε, μα μην μπορώντας να αρνηθεί το βάρος τους, παραδεχόταν πως υπήρχε βάρος σε τούτη δα τη σχέση. Τα γνώριμα πρόσωπα όλων, που ήξερε πια να μετρήσει τις ιδιοτροπίες τους και τις χαρές τους, άρχιζαν να έχουν απαιτήσεις από εκείνον. Ήταν έτοιμα να δεχτούν την προσταγή του σε αντάλλαγμα της προστασίας του. Όλα αυτά του έμοιαζαν κάπως κουτά και πληχτικά. Εκείνες τις στιγμές ένιωθε πως η ζωή τυλιγόταν γύρω του σαν σάβανο. (περισσότερα…)

Τρεις εποχές

*

Μια απάντηση, ένα τηλεφώνημα. Οτιδήποτε για να καταλάβει, ένα sms έστω. Οι τελευταίες ώρες αυτής της άχαρης αναμονής. Μέχρι το μεσημέρι θα ’χεις νέα μου, της είχε πει. Προσπάθησε να καταλάβει απ’ το ύφος του· τον τόνο της φωνής· το βάδισμά του καθώς απομακρυνόταν. Αν αλήθεια το ήθελε ή απλώς υποκρινόταν. Δεν τα κατάφερε. Τον άκουσε να βγαίνει τραβώντας μαλακά την πόρτα. Απ’ το παράθυρο τον είδε να απομακρύνεται καθώς ψιλόβρεχε κι αμέσως τον ένιωσε πολύ μακριά. Ή έτσι φάνηκε. Μπορεί κι όχι. Έδειχνε να ‘χει αλλάξει όχι μόνο η φωνή και το περπάτημά του. Το πρόσωπο κι η έκφρασή του ήταν αλλιώτικα. Ακόμη και τα γένια. Είχε απότομα μεγαλώσει, όπως διακρίνει εύκολα κανείς βλέποντας παλιές φωτογραφίες (εδώ είσαι εσύ;). Απλώς αυτός διαφορετικός σ’ όλα πήρε ύψος την άνοιξη. Τα περισσότερα αγόρια ψηλώνουν καλοκαίρι.

Ήταν δική του ιδέα; Δική της; Δεν θυμάται· μάλλον δική της. Πάντως, είπε ναι αμέσως. Τί σημασία μπορεί να ’χει αφού θέλουν κι οι δυο. Δεν το είχε πει σε κανένα, δεν ήθελε να την γρουσουζέψουν. Αν η απάντηση ήταν η επιθυμητή θα το ’λεγε στην αδελφή του. Μέχρι τότε το κρατούσε κρυφό απ’ όλους. Είχε υπολογίσει τί να πάρει μαζί και τί να αφήσει. Τα ’χε γράψει και τα ’χε χωρίσει στο μυαλό της, σε ομάδες. Είχε αποφασίσει να αγοράσει και μερικά πράγματα, να αντικαταστήσει όσα θα ’μεναν πίσω. Είχε βρει κιόλας το κρεβάτι. Έμενε μόνο η απάντηση. (περισσότερα…)

Ο Λευτέρης

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Ήρθε στο σπίτι μας γατάκι μαύρο, με μιαν άσπρη τούφα στον λαιμό. Έτρεχε σαν σαΐτα. Και με τον ίσκιο του τρόμαζε. Έκανα μήνες να το αγγίξω. Του χάιδευα, ενώ έτρωγε, το κεφαλάκι, μα όταν τέλειωνε το φαγητό του, φσστ!… και χάνονταν. Πάνω στον χρόνο μ’ εμπιστεύτηκε περισσότερο. Αν το κρατούσα τρυφερά, μπορούσα να του δείχνω μια βιαστική στοργή. Κι ύστερα ασφυκτιούσε κι έφευγε. Αυτή του η τάση γι’ αδιαπραγμάτευτη ελευθερία, μ’ έκανε να τ’ ονομάσω Λευτέρη.

Ήταν όμορφος σαν πούμα κι έκρυβε, κάτω απ’ την φαινομενική αγριάδα του, μιαν ευαισθησία απροσδιόριστη, μα τόσο χειροπιαστή όταν η αφή μου ηλεκτρίζονταν απ’ την στιλπνή του γούνα.

Συνήθιζα να κρατάω τα μπροστινά του πόδια και να πλησιάζω το πρόσωπό μου στην μουρίτσα του λέγοντας: «Αχ, πώς τον αγαπώ, πώς τον αγαπώ εγώ τον Λευτέρη!» Τότε εκείνος σταμάταγε να στριφογυρίζει, προσπαθώντας να ξεφύγει, και με κοίταζε στα μάτια με μια κάποια έκπληξη, αναμειγμένη με ηδονή αδιόρατη.

Μια μέρα, πιστεύοντας πως γίναμε πλέον φίλοι και πως η παραμικρή δυσπιστία δεν χωρούσε ανάμεσά μας, κόλλησα το πρόσωπό μου στην μυτίτσα του κι επανέλαβα τις τρυφερές λεξούλες που συνήθιζα, αφήνοντας για πρώτη φορά ελεύθερα τα μπροστινά του ποδαράκια. Ξάφνου, μια τσουχτερή αστραπή μυρμήγκιασε το μέτωπό μου κι ο κόσμος έγινε κατακόκκινος απ’ το αίμα που έπνιξε τα μάτια μου απ’ την νυχιά του Λευτέρη! Τον πέταξα κάτω κι έτρεξα στον καθρέφτη. Όλο το φρύδι μου πεσμένο, και το αίμα στον νιπτήρα ποτάμι… Πετάχτηκα έξω. Ο Λευτέρης αμέριμνος τρίφτηκε στα πόδια μου. Με μια τρομερή κλωτσιά, τον πέταξα πέντε μέτρα ψηλά! Ούτε ξέρω πού προσγειώθηκε, μόνον νομίζω πως άκουσα κόκαλα να τρίζουν κι έναν υπόκωφο γδούπο εκεί που έπεσε. (περισσότερα…)

Όλος ο κόσμος μια σκηνή

*

— Νέλληηηη! Νέλληηηη!

Τους κοιτούσαμε, καθισμένοι εμείς στα τραπέζια μας, τρώγοντας το φαγητό μας, πίνοντας το αναψυκτικό μας, λες και ήταν ηθοποιοί εκείνοι που έπαιζαν σε ένα υπαίθριο θέατρο και εμείς θεατές που είχαμε έρθει να δούμε ένα θέαμα μετά μεσημεριανού φαγητού. Μόνο που δεν ήταν διασκεδαστικό. Δεν ήταν κατάλληλο για τόσο ευχάριστη καλοκαιρινή μέρα. Δεν ήταν κωμωδία ούτε επιθεώρηση.

— Νέλληηηη! Νέλληηηη! φώναζαν με τρόπο σπαρακτικό και καταλάβαμε ότι είχαν χάσει το παιδί τους.

Ήμασταν σε μια μικρή πλατεία απ’ την οποία ξεκινούσαν πέντε δρόμοι: οι δυο οδηγούσαν στη λεωφόρο με τα αυτοκίνητα και την κίνηση, οι άλλοι τρεις προς την παλιά πόλη που ήταν όλη πεζοδρομημένη αλλά γεμάτη με κόσμο, κυρίως με τουρίστες αλλά και ντόπιους που είχαν έρθει να ψωνίσουν στη λαϊκή.

Ήρθε ο πατέρας με αγωνία και ελπίδα να μας ρωτήσει έναν-έναν στα τραπέζια των διαφόρων εστιατορίων αν είχαμε δει ένα κοριτσάκι τεσσάρων χρονών με ξανθά μαλλιά, ροζ μπλουζάκι και τζην βερμούδα και ένας-ένας οι θεατές του απαντήσαμε όχι αλλά αν τη βλέπαμε θα την κρατούσαμε κοντά μας τη Νέλλη μέχρι να έρθει ο ίδιος ή η γυναίκα του να την ζητήσουν.

Έφυγε ο άνθρωπος αναψοκοκκινισμένος, με τον φόβο και την ενοχή στο βλέμμα του. Με τον φόβο ότι μπορεί ποτέ να μην ξανάβλεπε το παιδί του που ίσως το είχε χτυπήσει αυτοκίνητο ή το είχε αρπάξει κάποιος με κακούς σκοπούς. Με την ενοχή ότι δεν είχε υπάρξει αρκετά προσεκτικός και την είχε χάσει τη μικρή από τα μάτια του. (περισσότερα…)

Η Όλγα

*

1

Υπήρξαν γυναίκες που δεν άφησαν κανένα αποτύπωμα στη μνήμη μου και κατά πάσα πιθανότητα ούτε κι εγώ στη δική τους. Υπήρξαν και κάποιες που άφησαν ανεξίτηλα τα ίχνη τους μέσα μου, γυναίκες που τις θυμάμαι με τρυφερότητα και νοσταλγία. Ανάμεσά τους η Όλγα, πρόσωπο αγαπημένο και αλησμόνητο.

Τη γνώρισα πριν από χρόνια, την εποχή που δούλευα στο καρνάγιο. Ήταν χορεύτρια – έτσι δήλωνε η ίδια – στο στριπτιζάδικο της παραλιακής που εκείνα τα χρόνια ήταν στις δόξες του.

Την πρώτη φορά που μιλήσαμε νόμιζα ότι μου έκανε πλάκα. Εκείνη με σταμάτησε την ώρα που γύριζα στο σπίτι από μια ακόμα δύσκολη βάρδια στο καρνάγιο. Ήμουν βρώμικος, σκονισμένος, με ρούχα διαλυμένα και με τη μέση μου σακατεμένη από τα βάρη και τις συνθήκες της δουλειάς. Ένοιωθα άσχημα με τον εαυτό μου, με την εικόνα μου, με τη ζωή μου γενικότερα. Είχε περάσει κιόλας ένας χρόνος από τον χωρισμό μου και το παιδί το έβλεπα μια φορά το μήνα. Οικονομικά ήμουν σε οριακή κατάσταση και με εννιακόσια ευρώ μηνιάτικο μόλις που τα έβγαζα πέρα. Είχα ξεχάσει τον έρωτα και το σεξ και το σενάριο μιας σχέσης σπάνια το σκεφτόμουν. Μοναδική πηγή ανακούφισης εκείνα τα χρόνια ήταν τα βιβλία, το διάβασμα και τα ημερολόγια που έγραφα – μια θεραπεία που με κρατούσε σε απόσταση ασφαλείας από την τελική χειρονομία.

Εκείνο το καλοκαιριάτικο βράδυ που βρέθηκα με την Όλγα στο παραλιακό ταβερνάκι (εκείνη με προσκάλεσε) αναρωτιόμουν τι μπορούσε να θέλει μια τόσο εντυπωσιακή γυναίκα από μένα – έμοιαζε με μοντέλο στο πρόσωπο και στο σώμα. Ισχυρίστηκε ότι ήθελε να με γνωρίσει από καιρό. Μου είπε ότι ερχόταν τα απογεύματα στην παραλία δίπλα στο καρνάγιο πότε μόνη της και πότε με μια φίλη της. Με έβλεπε που τάιζα τα σκυλιά που ήταν φύλακες του χώρου. Μου είπε ότι της άρεσε πολύ ο τρόπος που τα φρόντιζα και τα χάιδευα. Μου είπε ακόμα ότι της άρεσε το πάνω μέρος του σώματός μου – λόγω της ζέστης έβγαζα το μπλουζάκι όταν έκανα τις βαριές δουλειές. (περισσότερα…)

Μια Κυριακή εγίνηκε σκόνη

*

Ο Στεφανοκουμής μπορεί να πλησίαζε τα πενήντα, μα όντε επροπάθιε έτριζεν ο τόπος. Φορούσε εκείνα τα βαριά τα στιβάνια, έστριβε και τη μουστάκα του και ήτανε ολάκερος μιαν εμορφιά.

Και δεν ήταν μονάχα η εμφάνιση του επιβλητική. Όσοι τον γνωρίζανε στα Χανιά τονε θαύμαζαν και για την καθάρια ψυχή ντου. Ντόμπρος ο Κουμής, πάντα ήτονε δίκαιος με ούλους τσι αθρώπους. Και στην παρέα πρώτος. Να πει την καλή του κουβέντα, να γελάσει, να πει το ριζίτικο του και μετά να σύρει και ντρέτα το ζάλο του.

Από την μέρα όμως που μπήκε στο σπιτικό του εκείνοσάς ο λιγδιάρης ο παρατρεχάμενος του βουλευτή και του πε για τα κοπέλια του, πως μπορεί να τα διορίσει όπου θέλει άμα…, ο Στεφανοκουμής εσυννέφιασε. Επροπάθιε στο δρόμο ζαλισμένος και σκεφτότανε τα κοπέλια του, τον Σήφη και τον Παναγή. Ήξερε την δύσκολη ζωή απού ’χανε στο χωριό. Γι’ αυτόν δεν τον ένοιαζε μήτε για το Λενιώ. Τα κοπέλια του όμως;

Είπε το ναι ο Στεφανοκουμής. Το ’πε στον λιγδιάρη και ο αναθεματισμένος τον κράτησε τον λόγο του. Εβόλεψε καταπώς υποσχέθηκε και τον Σήφη και τον Παναγή.

Από τότες, κάθε φορά που είχε εκλογές, ο Κουμής έτρεχε ξοπίσω από το βουλευτή. Τον κράτησε κι αυτός το λόγο του. Μα το Λενιώ όμως ανησυχούσε. Έβλεπε τον άντρα τση πια, να περπατεί σαν τον γάτη. Μετά από λίγο καιρό τον έβλεπε και καμπούριαζε εξαιτίας της συνήθειας που απόκτησε να σκύβει για να μην τονε βλέπουνε οι γνωστοί του. Ασπρίσανε τα μαλλιά του γρήγορα και τ’ αστραφτερά του μάθια εξεθώριασαν. Εσταμάτησε και τσι παρέες και καταγινόταν μόνο με τα χωράφια του.

Θαρρώ πως μου είπανε –δεν ξέρω αν είναι αλήθεια– πως κάθε μέρα ο Στεφανοκουμής εμίκραινε μέχρι –λέει– που μια Κυριακή εγίνηκε σκόνη τόσο δα μικρή που την πήρε και την σκόρπισε ο αγέρας…

Το σίγουρο πάντως, γιατί ήμουνα εκεί, είναι πως στα σαράντα του Κουμή, οι γιοί του είχανε κάθε λογής κεράσματα για τον κόσμο που ήρθε στο μνημόσυνο. Στο κάτω κάτω της γραφής, τα κοπέλια έπρεπε να τιμήσουνε τον πατέρα τους που τους έκανε αθρώπους..

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Α. ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΚΗΣ

*

*

*

Σχεδόν ταυτόχρονα μα καθόλου υποκριτικά

*

Τι γύρευαν τα τρία κορίτσια που αγάπησα στο σπίτι μου αυτό το απομεσήμερο; Γιατί μετά από τόσα χρόνια με θυμήθηκαν; Πώς με βρήκαν στο απόμερο αυτό νησί, όπου πλέον ζω αποκομμένος σχεδόν από το κόσμο; Οφθαλμαπάτη σκέφτομαι. Ανοιγοκλείνω τα μάτια μου και όμως είναι πράγματι εκεί, έξω από την πόρτα μου. Τα τρία κορίτσια που αγάπησα ταυτόχρονα σχεδόν τί να θέλουν από εμένα; Παρά τις πολλές μου απορίες τις καλοδέχομαι. Καθόμαστε στο ένα και μοναδικό για όλες τις χρήσεις δωμάτιο μου. Προσφέρω κρύο νερό και εκείνες κοινότυπες κουβέντες. Η σημερινή ζέστη, η θερμοκρασία που γενικώς ανεβαίνει, η κλιματική κρίση που εντείνεται, η πολιτική, η οικονομική και η κοινωνική παρακμή για να φτάσουμε στο τέλος στην πολιτιστική υποκουλτούρα. Θεατρόφιλες οι δύο από αυτές, από όσο θυμάμαι, και εγώ κάποτε ποιητής… Είχα εκδώσει δύο συλλογές, αφού τις άφησα ή με άφησαν, ούτε που το θυμάμαι, με τους ευφάνταστους τίτλους Η Απώλεια και Το Ανέφικτο. Άραγε τις έχουν διαβάσει; Δεν τολμώ φυσικά να ρωτήσω.

Στο τρίτο ποτήρι νερού οι κοινοτυπίες στερεύουν και έρχεται το αναμενόμενο «Γιατί;». Οι τρεις αγάπες μου οι παλιές που ήρθαν και με βρήκαν, όλες μαζί μα και εναλλάξ στο τέλος με ρωτάνε: «Γιατί αυτή η σχεδόν ταυτόχρονη και απολύτως υποκριτική αγάπη;» Και εγώ ο ένας και υπαίτιος δε σχολιάζω ούτε το σχεδόν ούτε το απολύτως μα ούτε και σε εκείνο το γιατί δίνω απαντήσεις. Εναλλακτικά ωστόσο προσφέρω ούζο, φτιάχνω το μεζέ που θυμόμουν ότι άρεσε σε όλες, βάζω μουσική, τα αγαπημένα τους κομμάτια φυσικά που και μόνος μου άλλωστε ακούω συχνά. Πίνουμε, τρώμε, αστειευόμαστε, χορεύουμε και, όταν το δωμάτιο μου το μικρό αρχίζει να μας στενεύει, βγαίνουμε στην βεράντα μου. Στενή και αυτή μα ανοίγεται για να μας καλοχωρέσει. (περισσότερα…)

Το Σίμσον

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Δούλευε ο αδερφός μου σ’ ένα ξενοδοχείο, κάτι χιλιόμετρα απ’ το σπίτι μας, και το βάραγε ποδαράτο. Το πρωί, με την τσίμπλα στο μάτι, ήταν δύσκολο. Το βράδυ, που είχαν πέσει τ’ αυτιά του απ’ την κούραση, ήταν αβάσταχτο. Βρήκε, λοιπόν, δυο χαλασμένα ποδήλατα κι αρχίνησε την συναρμολόγηση: μια ρόδα απ’ αυτό, ένα φτερό απ’ το άλλο, μάτιασε και την αλυσίδα, έβαψε τον σκελετό, λάδι απ’ το ροΐ για να ξεσκουριάσει το κουδούνι και… νάτο ένα ποδήλατο!

Μια μέρα, όμως, στην μεγάλη κατηφόρα τ’ Αϊ-Νικόλα, κοντά στην Γιώτρηση, έστριψε το τιμόνι, που στηρίζονταν σε αυτοσχέδιο άξονα από… ξύλο, αλλά η ρόδα πάπαλα, πήγαινε ντουγρού στον γκρεμό! Τότε, ξεκαβάλησε στο ένα πετάλι και πήδηξε πλάι, αφήνοντας το ποδήλατο να σαλατιαστεί πίσω απ’ τα πουρνάρια, στο ρέμα. Κι αυτός, όμως, δεν την έβγαλε καθαρή: γρατσούνισε την πλάτη του, έσκισε τους αγκώνες του, έγδαρε τα γόνατά του, και τα ρούχα του κρέμονταν από πάνω του ματωμένα κουρέλια.

Από εκείνη την μέρα, το ’βαλε σκοπό:

«Θα πάρω μηχανάκι! Πάει, τέλειωσε!»

Να πάρεις μηχανάκι, μια κουβέντα είναι… Με τι λεφτά; Με τι δίπλωμα; Από πού να το πάρεις; Και, βέβαια, τι μάρκα, πόσο κυβικά, τι χρώμα;

Αρχίνησε, ο καημένος ο Θωμάς, να γλυκοκοιτάζει τα μηχανάκια των άλλων:

«Να, σαν του Μήτσου του Μπαριάνη το Ζούνταπ θα πάρω. Όλο σίδερο, με φτερό δυνατό και με σκάρα. Ολόκληρη μπάλα τριφύλλι κουβαλάς. Τι λέω, δεμάτι κλαρί απ’ τον λόγγο! Έχει κι ο Νάσος ο Μουζάκης Ζούνταπ, αλλά αυτό είναι κόκκινο, του Μήτσου μπλε. Μπλε ή κόκκινο; Και πόσο κάνει; Φτάνουν τα λεφτά;»

Ύστερα από λίγες μέρες έρχονταν απογοητευμένος:

«Τζίφος το Ζούνταπ! Δεν βγαίνει πια τέτοιο μοντέλο. Κι αν έχει ξεμείνει κανένα, δεν το φέρνουν στην Λευκάδα και θα ’ναι πανάκριβο!»

Κι ύστερα, πάλι το γλυκοκοίταγμα:

«Φλορέτα θα πάρω, σαν του Νιόνιου του Καμαρίλα – αθάνατο πράμα!» (περισσότερα…)