σύγχρονο ελληνικό διήγημα

Πέτρα

*

Τις νύχτες τα τεισιά τσακρούν σώπα τειχοραΐζουν
Ξεβαίννουσιν φαντάσματα αιώνες ξεκολλούσιν
Ασώματοι ψεματινοί βρίσκουν φωνήν μιλούσιν.

Την Κάντια, την πυργοδέσποινα, τη φρουρούσε ένα σώμα επίλεκτο, κάτι αγέλαστοι βιγλάτορες, που δεν θωρούσαν ποτέ χαμαί. Πρώτοι στη μάχη, μα και στη σύνεση, που, όποτε δέχονταν να μάθουν ο ένας από τον άλλον κι ο καλός τον καλύτερο, κι όλοι τους από εκείνους που πολέμησαν πριν απ’ αυτούς, συνιστούσαν μαζί ένα ακατάβλητο σύνολο. Μ’ ένα νεύμα της θαρρείς πως άνοιγαν πόρτες κρυφές, κάνοντάς τους να μαντεύουν απ’ τον αέρα κάθε της πρόσταγμα. Κι εκείνων που νόμιζαν ότι μπορούσαν να παραβούν τους ορισμούς της ο μικρός, ελάχιστος δισταγμός έμοιαζε να περιέχει κιόλας την απολογία του.

Ήταν οι στιγμές που η όψη της αποσπαζόταν κι αποκτούσε την κόψη του λεπιδιού. Κανείς δεν ήθελε τότε να την ενοχλήσει, κανείς δεν επρόκειτο να της απευθύνει καμία ερώτηση. Κι ας ήξεραν πως δεν υπήρχε ποτέ, στ’ αλήθεια, απάντηση στην ερώτηση· έτσι, μόνο για να ρωτήσουν, στη χάση της. Ν’ ακουστεί μια φωνή.

Σκληρή, άτονη, ανήλεη, απρόσιτη στα μάτια του κόσμου. Κανείς δεν ήξερε πως η καρδιά της κυράς, της Αρσενάλιας, ήταν φτιαγμένη από μαλακά, θερμά πετρώματα, ίδια με τον πυρήνα της γης, που διατηρούσε την υπαρξή της ζωτική και φλογώδη. Τα βράδια το βουνό τη σκέπαζε στην αγκάλη του. Ίσως αυτό να καταλάβαινε.

Στο βλέμμα της, όμως, παρέμενε μια ανεξήγητη έξαρση, τόνοι ανέκφραστοι μιας αμεταμέλητης ομορφιάς. Η αυστηρή περηφάνεια της. Η αντίστασή της στη στενότητα και σ’ εκείνους που μόλυναν την ευπρέπεια του οίκου της. Η αυτοπεποίθησή της, που σκάει σαν ρόδι. Η αδικαίωτη οργή της, το θεμέλιο της ελευθερίας της.

Όταν εκτίζαν το παλάτι, οι δουλευτές της έκαναν γούστο ν’ ανεβαίνουν για χάρη της εκείνα τα τριακόσια-τόσα σκαλοπάτια, τα σκαλισμένα στον βράχο. Κι όταν έφταναν στην κορφή, μιλούσαν μόνο για το παράθυρο της βασίλισσας, κι όλοι στοχάζονταν μέσα τους, χωρίς να τ’ ομολογούν, από ντροπή ή από την περφάνεια του φύλου τους, πως θα ’θελαν να είναι ο βασιλιάς. (περισσότερα…)

Το δάχτυλο της σιωπής

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

Όλα τα κυπαρίσσια δείχνουνε μεσάνυχτα
Όλα τα δάχτυλα
Σιωπή
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Να βρεις γυναίκα στην Αθήνα μοιάζει εύκολο, μα λίγα πράγματα είναι εύκολα όταν φαίνονται εύκολα. Εννοώ γυναίκα για σχέση, όχι απλώς για πήδημα. Αν και το «απλώς» δεν είναι καθόλου απλό άμα πρόκειται για γυναίκα, και το «πήδημα» εμπεριέχει την πτώση: απ’ τον παράδεισο, από ύψος, απ’ οπουδήποτε μπορείς να τραυματιστείς, τέλος πάντων – όμως το πήδημα εις βάθος είναι το τρομακτικότερο, αλλά στον τρόμο εμπεριέχεται και η ανατριχίλα, η ξαδέρφη του πόθου και μητέρα της ηδονής. Εκεί, στα άδυτα των αδύτων της γυναίκας, στους κοραλλιογενείς υφάλους των επιθυμιών, δύτης παράτολμος ο άντρας αλιεύει διάπυρα μαργαριτάρια, κλεισμένα στο σαρκοφάγο στρείδι του κορμιού της.

Γυναίκες υπάρχουν πολλές στην Αθήνα, διαλέγεις και παίρνεις. Τρόπος του λέγειν, δηλαδή, το «διαλέγεις». Βασικά παίρνεις ό,τι πιάνει το χέρι σου. Και πιάνει ό,τι φτάνει η τσέπη σου κι ό,τι αξίζει το ταλέντο σου. Γιατί αλλοίμονο αν δεν ήθελε και ταλέντο η κατάκτηση ενός σάρκινου ποιήματος: της γυναίκας, του πολυπλοκότερου μηχανισμού της φύσεως, του άλυτου γρίφου της ζωής, μετά του χάσματος της μάζας στην θεωρία των Yang-Mills και των εξισώσεων Navier-Stokes, που παραμένουν άλυτοι 43 και 150 χρόνια αντίστοιχα.

Η γυναίκα μυρίζει το ταλέντο από μακριά, όπως τα λεφτά, και τα λεφτά όπως τα κεφτεδάκια στην κουζίνα.

Εσύ, αν ήσουν εμπόρευμα, πόσο θα πλήρωνες να σε αποκτήσεις; Κι αν δεν θα πλήρωνες, γιατί να (την) πληρώσει εκείνη; Πιστεύουμε πως αξίζουμε περισσότερο απ’ όσο αξίζουμε. Κι όσοι λένε πως δεν αξίζουν, πιστεύουν πως αξίζουν περισσότερο απ’ όσους πιστεύουν πως αξίζουν. Είμαστε υπερτιμημένα προϊόντα, δεν μας προτιμά το κοινό και βγαίνουμε σε προσφορά στις εκπτώσεις.

Να βρεις γυναίκα είναι δύσκολο, είτε στην Αθήνα είτε στην Ανδρομέδα, που να μην νιώθεις μόνος όταν δεν είσαι μόνος, που ν’ αδημονείς να την συναντήσεις κι όχι ν’ ανυπομονείς να την αφήσεις, που να δένετε σαν κόμπος ναυτικός, να κουμπώνετε σαν παλτό χειμωνιάτικο και να κολλάτε σαν μαγνητάκια στο ψυγείο.

Τέλος πάντων, το κουράσαμε το θέμα.

Ας μείνουμε στην αρχική πρόταση:

«Να βρεις γυναίκα στην Αθήνα μοιάζει εύκολο». Αλλά δεν είναι! Κι επειδή δεν είναι, χρειάζονται διαμεσολαβητές: Να μου γνωρίσεις μια φίλη σου, να σου γνωρίσω έναν φίλο μου και πάει λέγοντας.

Έτσι προέκυψε το ραντεβού που μου ’κλεισε ο Γιάννης με την Τούλα, αλλά με προειδοποίησε:

«Έχει ένα τικ!» (περισσότερα…)

Δεν έγινε

*

Για τον Τιμ που του άρεσε ο Ρέυμοντ Κάρβερ

Στεκόταν σαν σκιάχτρο κι ατένιζε το τίποτα. Θαρρούσε πως είχε στο δεξί χέρι τη βαλίτσα, εκείνη που είχαν αγοράσει σε στιγμές αγάπης στην Καλιφόρνια. Όταν τον ξύπνησε η φωνή της και κοίταξε χαμηλά, είδε ότι στην πραγματικότητα κρατούσε μία τσάντα για τα ψώνια. Από τα χείλη του έτρεξε λίγο σάλιο.

«Την κόλασή μου!» έκανε η γυναίκα. Η αγαπημένη της έκφραση, τόσο σε στιγμές έκπληξης όσο και αγανάκτησης.

«Τζιλ, άκου…»

Ο Μπομπ πάσχισε να δομήσει μία φράση με αρχή, μέση και τέλος, αλλά ύστερα από δεκαπέντε δεύτερα βρισκόταν ακόμα στην αρχή. Το χνότο του απέπνεε, αναμενόμενα πια, αλκοόλ. Το αριστερό του χέρι τιναζόταν πάνω κάτω, τάχα εξηγώντας και τονίζοντας, τελικά με ζωή δική του, ξέχωρη από αυτήν του ανθρώπου στον οποίον ανήκε.

«Άκου…»

Η Τζιλ τέντωσε το αυτί στον ξύλινο χώρο.

«Δεν ακούω τίποτα».

Ο Μπομπ μόρφασε, κάτι μεταξύ πικρίας και ειρωνείας. Δεν ήταν ιδιαιτέρως έξυπνη.

«Φύγε απ’ τη ζωή μου, Μπομπ!» (περισσότερα…)

Η Μάκαινα

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

Οι τίμιοι άνθρωποι είναι οι αριστοκράτες της εποχής μας.
ERNEST RENAN

Ο αξιωματικός υπηρεσίας βάραγε μύγες εκείνη την μέρα στην Αστυνομική Διεύθυνση Λευκάδας. Ζέστα, κατακαλόκαιρο. Ο ιδρώτας έτρεχε κρουνός απ’ το πρόσωπό του και ράντιζε το χαρτί που μουντζούρωνε μπροστά του αμήχανα. Ο ανεμιστήρας αγκομαχούσε, κάνοντας ένα εκνευριστικό «κρακ-κρακ», που αποκοίμιζε αντί ν’ ανησυχεί τον γλαρωμένο αστυνομικό.

Απ’ έξω έφτανε η φασαρία των διερχόμενων οχημάτων, μυρμηγκιά ολόκληρη, στρατιά παραθεριστών που βούλιαζε το νησί κι ύστερα πάλι βούιζε στους δρόμους και στα στενοσόκακα η ερημιά.

Το «τικ-τακ» του ρολογιού στον τοίχο, συνομιλούσε με το «κρακ-κρακ» του φτηνιάρικου ανεμιστήρα.

«Τικ-τακ: κάποιος έρχεται».

«Κρακ-κρακ: ποιος να είναι;»

Τα βήματα ανέβαιναν γοργά την ξύλινη σκάλα, λες κι ένα σώμα φτιαγμένο από λάστιχο αψηφούσε το θανατερό κάμα και πέταγε σχεδόν προς τα πάνω.

Ο αξιωματικός υπηρεσίας ξεγλάρωσε για τα καλά όταν ο επισκέπτης μπήκε στο γραφείο του.

«Παρακαλώ…» είπε όσο μπορούσε ευγενέστερα. Ενώ, δίχως να το πει, διαβάζονταν πεντακάθαρα στην φάτσα του: «Τι θέλεις μεσημεριάτικα, ρε γύφτο;»

Ο νεαρός, που σκίαζε με το παράστημά του το δωμάτιο, ήταν ολοφάνερο πως ανήκε στην φυλή των Αθίγγανων. Τα πεντακάθαρα ρούχα του κι οι φινετσάτοι τρόποι του δεν πρόδιδαν κάτι τέτοιο, μα υποδήλωναν έμφυτη αρχοντιά. Ο μαύρος οψιδιανός του δέρματός του, όμως, μιλούσε για λιοπύρια και λιόκρισες, η τυλωμένη φλέβα του λαιμού για το χοχλάτο αίμα του, και οι σπίθες μες στα μάτια που σιγόκαιγαν, μιλούσαν για την μεγάλη φωτιά του καταυλισμού που δεν έσβησε ολότελα. (περισσότερα…)

Το δοκάρι με τα κίτρινα γράμματα

*

Βγαίναμε σαν καλαμιές. Φώναζε ο ένας τον άλλον και τρέχαμε στη μέση. Πεταγόταν από καμιά στροφή κάποιος τρίτος. Σε δέκα λεπτά ήμασταν τσούρμο. Κυνηγιόμασταν μέχρι να μας κοπεί η ανάσα.

Μέναμε στην τελευταία οικοδομή στο αδιέξοδο. Μπροστά είχε χωματόδρομο και ένα στενόμακρο μονοπάτι που τον χειμώνα ήταν μόνιμα λασπωμένο. Σέρνονταν σαν φίδι στις σκοτεινές βατσινιές και έβγαζε στην άλλη μεριά χωρίς τον κύκλο του τετραγώνου. Εκεί είχαμε το παλιόσπιτο για κάστρο. Μπαίναμε από την ετοιμόρροπη σκάλα στο αποθηκάκι και σκάβαμε ώς τα θεμέλια γιατί εκεί είχαν τις λίρες οι Γερμανοί. Ή, τουλάχιστον, έτσι έλεγε ο Φάνης.

Πίσω απ’ τις βατσινιές είχε ένα παλιό ισόγειο αρχοντικό. Όταν γέμισαν φαμίλιες οι καινούριες οικοδομές, του πήραμε τον ακάλυπτο για αλάνα. Είχε μια παλιά συκιά και σκαρφαλώναμε πάνω της για ενέδρα. Του χαλάσαμε την ησυχία και μια μέρα μας έφραξε έξω. Πάει η αλάνα. Από εκεί και μετά ήταν σαν τον κακό στα καουμπόικα. Τα παιδιά είναι σκληρά μα όχι άδικα.

Στην άλλη άκρη ήταν το σχολείο. Πηδούσαμε τη μάντρα για μπάλα στο τσιμέντο. Ξυπνούσαμε τους γείτονες τα μεσημέρια. Σπάγαμε τα τζάμια με αδέσποτες και ματώναμε τα γόνατά μας.

Δεν είχε κίνηση ούτε αμάξια. Στήναμε ολυμπιακούς ή παγκόσμιο στίβου – και μαζεύονταν τα παιδιά από τις γύρω γειτονιές.

Γράφαμε διαδρομές στο χώμα με τουβλόσκονη απ’ το παλιόσπιτο και όταν ήρθε η άσφαλτος, με κιμωλίες που κλέβαμε απ’ τον πίνακα. Εκκίνηση ήταν η διασταύρωση και τέρμα το σπίτι μου. Δεν είχαμε νήμα. Τσαλακώναμε τον φράχτη του κακού. Εκείνος, βαρύς όπως ήταν, έβγαινε ξεφυσώντας με τη φανέλα του και μας πετροβολούσε. (περισσότερα…)

Σα να μην υπήρξαμε ποτέ

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

Σα να μην υπήρξαμε ποτέ
κι όμως πονέσαμε απ΄ τα βάθη
ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

Κοιτάζω πίσω στο παρελθόν. Ένα γκρίζο τοπίο η μνήμη. Ομίχλη παντού, λίγα τα ξέφωτα. Μέρη, πρόσωπα, πράγματα – ξεθώριασαν όλα. Άνθρωποι και σχέσεις: σκιές που πέρασαν και χάθηκαν. Η νιότη μου σφραγίστηκε από θανάτους αγαπημένων. Ακόμα και τώρα η απουσία τους μοιάζει με ψέμα. Κάποιες στιγμές νομίζω ότι δεν έχουν πεθάνει, ότι θα ανοίξω κάποια πόρτα και θα τους δω να στέκονται μπροστά μου, χαμογελαστοί, με τα χέρια απλωμένα για αγκαλιές και φιλιά. Θυμάμαι και κάποιους που είναι ακόμα ζωντανοί. Με πίκρα διαπιστώνω τα χρόνια που πέρασαν χωρίς επικοινωνία, χωρίς συναντήσεις. Γίναμε κι εμείς σαν εκείνους που κάποτε κοροϊδεύαμε, όλους εκείνους που αφήνουν μικρότητες, παρεξηγήσεις και συμφέροντα να διαγράψουν το κοινό παρελθόν τους.

Με τον αδελφό μου ήμασταν δυο ξένοι, χωρίς κανένα σημείο επαφής – δέκα χρόνια είχαμε να μιλήσουμε. Δεν ξέρω τι είχε φταίξει. Πήραμε διαφορετικούς δρόμους, ξεχάσαμε ο ένας την ύπαρξη του άλλου – λες και δεν υπήρξαν όλα όσα είχαμε ζήσει, όλες οι κοινές λύπες και οι ταλαιπωρίες στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας. Μέσα στην ομίχλη της μνήμης μου κάποιες στιγμές θυμόμουν την τελευταία φορά που είχαμε βρεθεί.

Ήταν στο δεύτερο μνημόσυνο της μάνας. Βρεθήκαμε στο νεκροταφείο και η κουβέντα πήγε σε επαγγελματικά και οικονομικά θέματα. Διαφωνήσαμε έντονα, δεν θυμάμαι για τι ακριβώς. Γύρω μας οι τάφοι ψιθύριζαν, η αλήθεια έγνεφε, κι εμείς πιάσαμε να μιλάμε για τις πιο μάταιες ανθρώπινες υποθέσεις. Στο τέλος τον άκουσα να λέει με ασυγχώρητη σοβαρότητα «είσαι άχρηστος!». Από τότε δεν ξαναμιλήσαμε.

Ένα βράδυ –δέκα χρόνια μετά– μου τηλεφώνησε. Νόμιζα πως είχε πάρει κατά λάθος. Τελικά ήθελε να βρεθούμε για να μιλήσουμε για το πατρικό μας σπίτι. Καθόταν και ρήμαζε τόσα χρόνια, είχα ξεχάσει ότι υπήρχε. Ο αδελφός μου ήθελε να το πουλήσουμε και έπρεπε να ξεκινήσουμε τις διαδικασίες. (περισσότερα…)

Οι Ευανάγνωστες

*

Στίγμα: 40.64183, 22.92475 ∞ 22112009

Προορισμός: Ιθάκη

Όχημα: «e-tExNi» [επιτελούν ως ζωή]

Επιβάτες: Εκκολαπτόμενοι των κοχυλιών, κάτοικοι των μικρογραφικών στιγμών, άγνωστα, ονειροπόλα, και άλλα, άνευ λόγου, εφήμερα, συμπιεσμένα όντα που αναζητούν μια μεγαλοπρεπή έξοδο, ένα τσούρμο στοιχισμένο σε μια περιπατητική κοσμογραμμή στην πυρίκαυστη ζώνη της Θεσσαλονίκης. Η μέθεξη αναμένεται να συμπεριλάβει παλιά κτίρια, ετοιμόρροπα ή αναστηλωμένα, το συμβολικό σώμα μιας γυναίκας, έναν διερχόμενο διαβάτη, αφηγούμενους και αφηγημένους, εσένα αναγνώστη.

Η περιπλάνηση ξεκινά σ’ ένα κλειστό κοντέινερ στο παλιό λιμάνι, κοντά στη σιδηροδρομική γραμμή για Svilengrad. Η γυναίκα τυλιγμένη με μοβ οργάντζα, απαγγέλει ψιθύρους, χτυπά το σώμα της ως κρουστό, ταπ-ταα-ταπ-ταπ-… Το πλήθος ασφυκτιά. Από κάπου μακριά ή κάπου κοντά, ακούγεται το Memoryhouse του Max Richter, ένα βιολί, ή ξεχασμένο κάποιο ράδιο ανοιχτό, δεν έχει σημασία. Αυτή θεά, ή καραβάνι που κινά και δεν ξέρουμε, θα φτάσουμε άραγε; Με μια χορευτική κίνηση σπρώχνει το πλευρικό άνοιγμα και τρέχει προς τα έξω. Μας γνέφει να την ακολουθήσουμε. Η τυχαιότητα αναγνώσιμη και ομοδιηγητική στα χέρια της ή στα χέρια ενός παντογνώστη σκηνοθέτη που μας περιγελά. Διάχυτη στον νυχτερινό ουρανό, μια μυρωδιά από υδρόθειο.

Στάση πρώτη. Στη συμβολή των οδών Πολυτεχνείου και Δωδεκανήσου. Το φανάρι ανάβει. Σβήνει. Ανάβει. Η γυναίκα, ένα βιολετί νησί στη μέση της ασφάλτου, μας υποδέχεται με κέρασμα λικέρ και γλυκό νεραντζάκι. Δύσκολο ν’ αντισταθείς σε τέτοια ομορφιά, παρά τον κίνδυνο. Αχ, σας περίμενα. Είμαι τόσο μόνη εδώ. Παρακαλώ, περάστε. Πάρτε κάτι. Είμαι τόσο μόνη. Περιεργαζόμαστε το ιερογλυφικό της σώμα και το προσπερνάμε, όπως έχουμε συνηθίσει να κάνουμε κάθε μέρα, αν και με μια μικρή συστολή – αυτό είναι που περιμένει από μας ο σκηνοθέτης; (περισσότερα…)

Τὸ σπίτι ποὺ ἔγερνε

*

Ὁ Μηνὰς ἔκοβε τελετουργικὰ τὸν παστουρμὰ μὲ τὴ φαλτσέτα, ὅπως ὁ χειρουργὸς τὸν κακοήθη ἰστό – ἀργὰ, ὑπομονετικὰ, σχεδὸν μὲ στοργή. Κάθε φέτα, λεπτὴ σὰ τσιγαρόχαρτο, ἄφηνε καὶ λίγο τσιμένι στὴν ἀκρούλα γιὰ τὴ μυρωδιά, ἀκουμποῦσε ἐπάνω της ἕνα κομμάτι καυτερὸ λάχανο τοῦρσὶ ἢ καμιὰ πιπεριὰ ξιδάτη. Τύλιγε καὶ φτιαχνε ἕναν μεζὲ στωικό, ὅπως ἔφτιαχνε τὴ ζωή του: ἀργὰ, λιτά, ἀλμυρά.

Στὸ τραπέζι εἶχε φρυγανιές, λίγες τσακιστὲς ξιδάτες ἐλιές, σκορδαλιὰ σπιτικὴ φτιαγμένη ἀπὸ τὴ Φεβρωνία του – γυναῖκα σεμνή, καπνεργάτρια, μὲ βλέμμα ἄγρυπνο καὶ χέρια γεμᾶτα πλὴγὲς ἀπὸ τὰ καπνὰ καὶ μιὰ ζωὴ μόχθου.

Τὸ σπίτι τους, φτωχικό, ξύλινο, ἀσάλευτο στὴν πρόθεση, ἀλλὰ ἐλαφρῶς ἔκπτωτο στὴν κατασκευή. Τό ’χε φτιάξει ὁ Μηνᾶς μὲ τὰ χέρια του, τὰ ξαδέρφια του καὶ τὸν πατέρα του, ὅλοι μαραγκοί, ὅλοι ἀπόγονοι ξεριζωμένων ἀπὸ Σμύρνη. Μὰ τὰ θεμέλια, ὅπως καὶ τὰ θεμέλια τῆς ζωῆς τους, δὲ στάθηκαν ὀλόρθια γιὰ πολύ. Μετὰ ἀπὸ φεγγάρια μερικῶν χρόνων, ὁ δεύτερος ὄροφος ἔγερνε ἐλαφρῶς στὰ δεξιά. Ἡ Φεβρωνία ἔλεγε ὅτι ἔφταιγε ποὺ δὲ σφάξανε κοκόρι. Τὴν πίστευες μόνο ὅταν ἔμπαινες στὸ σαλόνι. Τότε, ἔνιωθες πὼς ἂν κατρακύλαγες, θὰ ἔφευγες ὡς καὶ ἀπὸ τὸ παράθυρο, μία κι ἔξω, στὴν πρώτη σου ἔξοδο γιὰ ἀνυπαρξία.

Μα ὁ Μηνᾶς δὲν χαλιόταν. Τὸ τραπέζι ἦταν πάντα στὸ κέντρο, ὅπως καὶ ἡ καρδιά του. Ἦταν Κυριακή. Ἡμέρα χαρᾶς. Ξεκούρασης. Οἰκογένειας. Οἱ δυὸ ἀνιψιοὶ του, ὁ Γιωργὴς καὶ ὁ Χρηστάκος, μόλις ἦρθαν ἐκατσαν κοντά του. Παιδιὰ τῆς Δέσποινας, ἀδερφῆς του, μαραγκόπαιδα στὴν ἐκπαίδευση. Περνούσαν καρφιά ἀπὸ τη μία παλάμη, χαντζαροπρίονα ἀπὸ τὴν ἄλλη. Μα δὲν παραπονιόνταν· μονάχα χαμογελοῦσαν. Τὰ δυὸ δικά του, μικρότερα, ὁ Χάρης καὶ ὁ Ἀνέστης, ἦταν διαβολάκια. Ἕτρεχαν, φώναζαν, ἔπαιζαν μὲ ποντικοπαγίδες ποὺ ἔφτιαχνε ὁ Μηνᾶς γιὰ πλάκα, καὶ ἂν πιανόταν κανένα ποντίκι, ἔπαιζαν βασανιστήρια. Τοῦ κάρφωναν, τοῦ ἄμοιρου, ξυλάκια στὰ μάτια, στὰ αὐτιὰ, στὸ μυαλό καὶ γέλαγαν. Παράξενα χρόνια, τὰ παιδιὰ γελοῦσαν μὲ τὸν θάνατο καὶ οἱ μεγάλοι τὰ καμάρωναν. (περισσότερα…)

Κάποτε στην Αίγινα

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Υπάρχουν ζευγάρια
όπου ο ένας από τους δύο,
τουλάχιστον, περισσεύει.
GRÉGOIRE LACROIX

Με το άλλο ζευγάρι γνωριστήκαμε στο κατάστρωμα του καραβιού για την Αίγινα. Ο Νίκος και η Ηρώ, εγώ και η Ολυμπία.

Την Ολυμπία την γνώρισα στο Θέατρο Βράχων, σε μια συναυλία της Αλεξίου. Αυτή καθόνταν δίπλα μου και δίπλα της καθόνταν η φίλη της. Εγώ την φίλη της ήθελα να γνωρίσω κι έπιασα κουβέντα μαζί της. Μα η άλλη ήταν απόμακρη και ψυχρή –όπως ακριβώς μου άρεσε– και δεν μου έδινε σημασία. Παλιό βάσανο κι αυτό, να μην μου δίνει σημασία αυτή που μου άρεσε. Λες και γι’ αυτό δεν μου έδινε σημασία: επειδή μου άρεσε! Ή γι’ αυτό μου άρεσε, επειδή δεν μου έδινε σημασία;

Όταν τέλειωσε η συναυλία, με πήγε σπίτι μου η Ολυμπία με την μηχανή της. Μια άγρια μηχανή εντούρο που μου έκοψε τα ήπατα. Εγώ δεν είχα βάλει ρόδα στο χέρι ακόμα. Κυκλοφορούσα με λεωφορεία και τρόλεϊ. Η φίλη της έφυγε με ταξί – φοβόντανε τα μηχανάκια.

Την Παρασκευή βγήκα με την Ολυμπία, έχοντας κρυφή ελπίδα πως θα έφερνε μαζί και την φίλη της. Τζίφος! Ήρθε με την θηριώδη μηχανή της, με φόρτωσε σαν τσουβάλι και με γύριζε πέρα-δώθε στην Αθήνα.

Καταλήξαμε σ’ ένα ουζάδικο στον Πειραιά. Τζατζίκια και τυροκαυτερές, ξινομυζήθρες και ρεβιθοκεφτέδες, γαρίδες και μυδοπίλαφα. Γέμιζαν τα ποτήρια κι άδειαζαν. Άφριζαν οι μπύρες, τσιτσίριζαν οι σόδες, χοχλάκιζαν τ’ ανθρακούχα. Ο λογαριασμός διαρκώς μεγάλωνε κι η Ολυμπία δώσ’ του και παράγγελνε. Μπουκιά δεν κατέβαζε αν το τραπέζι δεν γέμιζε, έστω κι αν τσιμπολόγαγε σαν σπουργίτι. Μωρέ, ας ήταν και η φίλη της μαζί και θ’ άνοιγα και σαμπάνια!

Όλο «γεια μας» και «γεια μας» και πονηρά γελάκια ήταν, η θεόμουρλη!

Καταλάβαινα μια χαρά πού το πήγαινε, αλλά εμένα με χάλαγε τόση σπατάλη. Κι όλη αυτή η αλητεία σε γυναίκα δεν μ’ άρεσε. Ήταν σκούρο και το δέρμα της, τραχιά και η φωνή της και πετάγονταν οι φλέβες του λαιμού όταν μίλαγε κι ανεβοκατέβαινε το καρύδι του Αδάμ σαν αντλία. Ομορφοπλασμένη κατά τ’ άλλα, «πηδήσιμη» στην καθομιλουμένη, αλλά… δεν μ’ άρεσε! (περισσότερα…)

Η «Φόνισσα»

*

Ο ήχος της σφαίρας, που χανόταν στο κενό, αντήχησε σαν ουρλιαχτό λύκου. Ο Αλέξανδρος Καζαντζίδης, ετών 48, ιδιωτικός υπάλληλος, οικογενειάρχης με δυο παιδιά και εξοχικό στην όμορφη Θάσο, έσφιγγε με τρεμάμενα δάχτυλα, το αγαπημένο του πλαγιόκαννο δίκαννο, μάρκας Fabarm, 12 cal. διαμετρήματος, στολισμένο με σκαλιστό ξύλο καρυδιάς στο κοντάκι και μια γυαλιστερή ατσάλινη κάννη, που εκείνη ακριβώς τη στιγμή ξερνούσε έναν παράξενο άσπρο βαρύ καπνό. Το χακί στρατιωτικό τζάκετ του, κατακίτρινο πια από χρόνια χρήσης, βρωμούσε μούχλα, μπαρούτι και ιδρώτα. Τα πεύκα, πάνω από το κεφάλι του, κουνούσαν νευρικά τα κλαδιά τους σαν χέρια, εξαιτίας της ασύντακτης αποχώρησης των πουλιών που είχαν τρομάξει από τον πυροβολισμό. Ο αέρας μύριζε πυρίτιδα, υγρό χώμα και σάπια φύλλα. Δύο σταγόνες μαύρο αίμα στάλαξαν στις λαστιχένιες μπότες του.

«Λες να πέτυχε τη Φόνισσα;» μουρμούρισε ο Νικόλας, ένας νέος κυνηγός, προς τον αρχηγό της ομάδας των «γουρουνάδων».

«Μπα, με τίποτα, θα ακούγαμε και τη δεύτερη τουφεκιά, το τελείωμα, αν είχε πετύχει η πρώτη».

Οι «γουρουνάδες» ήταν μια ομάδα κυνηγών, αποτελούμενη από 12 με 15 μέλη, που συνήθιζαν να κυνηγούν αγριόχοιρους στα βουνά της Παλιάς Καβάλας και των γύρω περιοχών. Η μέθοδος τους δεν είχε κανένα ιδιαίτερο μυστικό. Οι νεότεροι και πιο άπειροι κυνηγοί, αγκυροβολημένοι στην κορφή του βουνού, έκαναν φασαρία συγχρονισμένα, ώστε να «ξυπνήσουν» τα γουρούνια, η επόμενη ομάδα, πιο έμπειρων, ήταν παραταγμένοι σε προκαθορισμένα στρατηγικά σημεία, ώστε να κατευθύνουν την ορμητική κάθοδο της αγέλης προς ένα συγκεκριμένο μονοπάτι, και στο τελείωμα, στην πιο τιμητική θέση, ο πιο έμπειρος κυνηγός, περίμενε να έρθει αντιμέτωπος με το πρώτο αγριογούρουνο και να του τερματίσει την τρεχάλα και τη ζωή, με ένα αιφνιδιαστικό καυτό μονόβολο στο μέτωπο. Για τον Αλέξανδρο, σήμερα ήταν η πρώτη του φορά ως ο «τελευταίος» της γραμμής. (περισσότερα…)

Loggia

*

Τα δωμάτια είχαν δυσθεώρητο ύψος — στο σούρουπο, για παράδειγμα, το ταβάνι εξαφανιζόταν. Συχνά ξυπνούσε με ασαφή την αίσθηση του ύψους· τον προσγείωνε μια κουκουβάγια που δεν την είχε ακούσει ποτέ να κράζει, αλλά αιωρούνταν σταθερά από ένα κλαδάκι ιτιάς, που φύτρωνε κάθετα από μια ρωγμή στο κούφωμα του βορινού παραθύρου, ακριβώς πάνω απ’ το κρεββάτι του. Ήταν μια παράξενη κουκουβάγια: η πλάτη της ασημοπράσινη, τα νύχια της κίτρινα. Συνήθιζε να στριφογυρίζει γύρω από το κλαδάκι με τέτοια ταχύτητα, ώστε έμοιαζε με χρυσόμυγα — σαν κι αυτές που έδενε με σπάγκο και τις είχε για κατοικίδια όταν ήταν παιδί.

Ρωγμές υπήρχαν παντού. Κάθε τόσο του έφερναν στον νου τον σεισμό του ’81· κι έπειτα, μια ολόκληρη ακολουθία από μικροσεισμούς που του είχαν τύχει αργότερα, στην ενήλικη ζωή του, λες και η ανάμνηση ήταν ο κύριος σεισμός και ακολουθούσαν οι υπόλοιποι ως αποτέλεσμα της μνήμης και όχι των τεκτονικών μετατοπίσεων.

Ήταν κάπως άβολο που το κρεβάτι βρισκόταν στη γωνία, δίπλα στην πόρτα του δικηγορικού γραφείου. Πολλές φορές, στον ύπνο του, έμπαιναν πελάτες ή επισκέπτες και του έπιαναν την κουβέντα. Δεν μπορούσε να ξεχάσει εκείνο το κοριτσάκι που περίμενε να τελειώσει η μητέρα της το ραντεβού με τη δικηγόρο. Είχε θλιμμένα μάτια και κρατούσε την καρδιά της μέσα σε μια δερμάτινη θήκη — έμοιαζε με θήκη στυλογράφου. Επέμενε να βγάλουν μαζί μια σέλφι. (περισσότερα…)

Προστάτης άγγελος

*

Ποιος έχει γλιτώσει κι από πόσα ατυχήματα; Ποιο είναι το στατιστικό όριο του μοιραίου, του ανεπίστρεπτου;

Πρώτη Δημοτικού. Κρατούσε τη δερμάτινη σάκα του, το κοντραπλακέ με τις λέξεις από πλαστελίνη –Λόλα, μήλο;– και πέρασε χωρίς να κοιτάξει τον κεντρικό και μοναδικό σχεδόν τότε, ασφαλτοστρωμένο δρόμο. Πετάχτηκε έξω η μάνα με το φρενάρισμα, τα γράμματα της πλαστελίνης γράψανε το πεπρωμένο στο οδόστρωμα, σώος ο μαθητής. Μπορεί να συνεχίσει στη Δευτέρα.

Η οδός Παλαιολόγου στο Χαλάνδρι συνδέει τη Φιλοθέη με την Αγία Παρασκευή. Τα αυτοκίνητα  τη δεκαετία του ’70 ακόμα λιγοστά. Ανεβαίνοντας προς το Γυμνάσιο έριχνε η παρέα ό,τι ξύλα πεύκου έβρισκε, κουκουνάρες, στη μέση του δρόμου κι έκανε χάζι με το ζιγκ-ζαγκ των αυτοκινήτων να τ’ αποφύγουν. Είπαμε, μυαλό δεν είχαμε! – και γιατί άλλωστε; Λίγο μετά άρχισε ο κόσμος να ξηλώνει –με λοστούς, ακόμα και με τα χέρια– τις γραμμές του Μουτζούρη που πήγαινε παλιότερα στο Λαύριο, για να μπορεί να περνάει απέναντι. Η λατρεία της ασφάλτου, των ορυκτών καυσίμων και το μένος κατά του Τρικούπη είχε βέβαια ξεκινήσει νωρίτερα. Χάθηκε η εικόνα της μαύρης ατμομηχανής μέσα στους καπνούς· έβγαινε έξω από την πόρτα, μόλις την άκουγε να σφυρίζει και τη χάζευε – κάτι από τον πίνακα του Ουίλλιαμ Τέρνερ, χωρίς την αγγλική βροχή. Μετά ασφαλτοστρώθηκε παράλληλα από τις γραμμές και η οδός Παπανικολή και έγινε άνοδος. Τα αυτοκίνητα αυξήθηκαν μετά το ’80 και ο συμμαθητής μας ο Αντώνης έβαζε στοίχημα για να διασχίσει και τα δυό ρεύματα με το ποδήλατο, χωρίς να κοιτάξει. Έπαιρνε φόρα, έδινε μια και πέρναγε. Είχε, φαίνεται προστάτη άγγελο τότε· γιατί αργότερα στον καρκίνο του, εκείνος μάλλον κουράστηκε μαζί του. Δεν είχε την ίδια τύχη η κυρία Ανθή, μητέρα του φίλου μας που προσπάθησε να περάσει την Παπανικολή βάζοντας το κεφάλι κάτω. Έμεινε με ένα χέρι σακατεμένο το υπόλοιπο του περίκλειστου αλλά υπερήφανου βίου της. Από τότε δεν ξαναφάγαμε νεραντζάκι γλυκό. (περισσότερα…)