σύγχρονη κυπριακή πεζογραφία

«Η ιδεολογία είναι ο Σατάν»: Ελληνικότητα και Ορθοδοξία

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[5/12]

~.~

Η καθαυτό θεολογική προσέγγιση του Κυριάκου Μαργαρίτη μαρτυρεί την αφομοίωση ενός γραμματειακού υποστρώματος το οποίο έχει τις αρχές του τόσο στην ελληνική όσο και στη ρωσική πατερική θεολογία και τη δημιουργική πρόσληψή τους από την ελληνική θεολογία του ’60, η οποία γονιμοποίησε σύνολη τη μεταπολεμική και μεταπολιτευτική θεολογική προβληματική, με ειδική αναφορά στον Χρήστο Γιανναρά.[265] Η σχέση του Μαργαρίτη με την εν λόγω παράδοση δεν αφορά τόσο σε τεκμαρτές επιδράσεις, όσο σε έννοιες, τάσεις, φιλοσοφικές αντιλήψεις και θεματικά κέντρα συγγενικά με τη μετά το ’60 θεολογική διανόηση, η οποία εν πολλοίς καθόρισε το πεδίο εντός του οποίου κινείται έκτοτε, συνειδητά ή ασύνειδα, η σύγχρονη θεολογική σκέψη στον ελλαδικό χώρο.

Παρότι ο ίδιος ο Μαργαρίτης διαχωρίζει το σχέδιό του από νεότερους στοχαστές της Ορθοδοξίας που πλέουν στα νάματα της θεολογικής παράδοσης του ’60 (τον ίδιο τον Γιανναρά, τον Στέλιο Ράμφο, τον νεότερό τους Σωτήρη Γουνελά κ.ά.),[266] καθώς και την ειδικότερη έκφανση αυτής της ανανέωσης που απεκλήθη ανεπίσημα «νεοορθοδοξία»,[267] –ρεύμα το οποίο, καίτοι προερχόμενο από την Αριστερά, συνδέθηκε κατά κύριο λόγο με τον προσδιορισμό της ελληνικότητας[268] και την πνευματική παρακμή του Νεοέλληνα στη νεωτερική συνθήκη–, το θέμα της ελληνορθόδοξης ταυτότητας και μέρος των ζητημάτων που ήγειρε η ομάδα αυτή στοχαστών είναι ανιχνεύσιμα σε όλα τα μέχρι στιγμής εκδοθέντα βιβλία της Νέας Κρόνακας. Επιπλέον, και ενώ ο ίδιος ο συγγραφέας δηλώνει ως ουσιαστικότερη ή και αποκλειστική τη σχέση του με τον αγιορείτικο ησυχασμό,[269] η οποία οπωσδήποτε καλεί σε εξειδικευμένες θεολογικές προσεγγίσεις, η ένταξη στην ανάλυσή μας της προβληματικής που αρθρώθηκε εντός του ανωτέρω θεολογικού κριτικού πλαισίου, η οποία αναπτύσσεται στην ένταση ή και τη δυναμική ανάμεσα στην ελληνικότητα και την Ορθοδοξία, την Ανατολή και τη Δύση ή ακόμα την Ορθοδοξία και το Ισλάμ, παρουσιάζει στην περίπτωση της Νέας Κρόνακας ιδιαίτερο ενδιαφέρον και δύναται να παρέχει, όπως επιθυμώ να καταδείξω, δομικούς άξονες κατανόησής του.

4.1 Η νεοορθοδοξία ως ιδεολόγημα

Ο όρος «νεοορθοδοξία», ο οποίος υιοθετείται στο παρόν κείμενο σχηματικά, εδραιώθηκε ερήμην των φορέων του, οι οποίοι ποτέ δεν συγκροτήθηκαν ως ομάδα,[270] με αναφορά σε ορισμένους στοχαστές της Αριστεράς (κυρίως τους Χρήστο Γιανναρά, Στέλιο Ράμφο, Κωστή Μοσκώφ, Κώστα Ζουράρι και Διονύση Σαββόπουλο), κομματικής ή ανένταχτης, παρά τις ποικίλες μεταξύ τους αποκλίσεις, προκειμένου να προσδιορίσει ό,τι κρυσταλλώθηκε στον δημόσιο λόγο ως θεολογική και φιλοσοφική στάση κατά τη δεκαετία του ’80, με σταθερή αναφορά στον ελληνορθόδοξο πολιτισμό, την αντιπαραβολή αυτού προς τη Δύση, αλλά και τον διάλογό του με τον μαρξισμό. (περισσότερα…)

Ελεγεία και ύμνος της παιδικής ηλικίας

*

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

~.~

Εύα Πολυβίου,
Οι ορτανσίες,
Βακχικόν, 2024

Η σπονδυλωτή νουβέλα Οι ορτανσίες αποτελεί την πρώτη πεζογραφική κατάθεση της κλασικής φιλολόγου, εκπαιδευτικού και προέδρου του Κέντρου Λογοτεχνικών και Πολιτιστικών Σπουδών (ΚΕΛΟΠΟΣ) Εύας Πολυβίου. Πιο συγκεκριμένα, η καλαίσθητη εκδοτικά νουβέλα αποτελείται από εννέα αυτόνομα και σύντομα ως επί το πλείστον κεφάλαια που διαδραματίζονται σε διαφορετικούς τόπους (π.χ. Καζάφανι, ένα ορεινό χωριό του Τροόδους, μια πόλη, Ευρώπη), στα οποία εκτός από τα κύρια πρόσωπα της οικογένειας της ηρωίδας Ελένης (Μυριάνθη [μητέρα], Παναγιώτης [πατέρας], γιαγιά Ελενού, θείος Αντρίκος), εμφανίζονται και άλλα δευτερεύοντα πρόσωπα (Νίκος, Σόνια, κ. Ανδρέας κ.ά.) Με πυρήνα και καταλύτη της μνήμης, λοιπόν, τις φουντωτές ορτανσίες που φυτρώνουν σε τενεκέδες στη βεράντα της γιαγιάς Ελενούς, η ενήλικη πια ηρωίδα της νουβέλας Ελένη καταβυθίζεται συνεχώς στις τραυματικές μα και συνάμα ευφρόσυνες στιγμές της παιδικής της ηλικίας, επιχειρώντας να κατανοήσει το επώδυνό της παρόν που έχει στιγματιστεί από την καθοριστική ψυχική νόσο της κατάθλιψης. Μια νόσο, που απ’ ό,τι υποδηλώνεται στο βιβλίο δεν έχει μόνο κληρονομική αιτία, αλλά ριζώνει εξελικτικά μετά τον θάνατο του θείου Αντρίκου στην εισβολή του 1974, τον θάνατο της επίσης καταθλιπτικής μητέρας της, αλλά και της γιαγιάς της ηρωίδας που φρόντιζε ανελλιπώς τα φυτά, τα οποία μετά τον θάνατό της ξεραίνονται.

Όπως αναφέρει η ίδια η αφηγήτρια:

Η μέρα που ξεράθηκε και η τελευταία ορτανσία σηματοδότησε για πάντα το τέλος μιας εποχής και την αρχή μιας άλλης. Ποτέ κανείς δεν ξαναμίλησε γι’ αυτές, όπως όλοι επιμελώς αποφεύγαμε να αναφερόμαστε και στον θείο Αντρίκο, όμως πιστεύω ότι το τέλος των ορτανσιών αποτέλεσε ένα ορόσημο βίαιης ενηλικίωσης, όχι μόνο για την αδερφή μου και εμένα, αλλά για ολόκληρη την οικογένεια. Καταρχάς, ποτέ ξανά δε γιόρτασα τα γενέθλιά μου· εκείνη τη μέρα είχαμε πάντα μνημόσυνο και τρισάγιο στον τάφο της γιαγιάς. […] Απλώς η μέρα που γεννήθηκα δεν αποτελούσε για μένα, όπως ίσως για τον υπόλοιπο κόσμο, την αφορμή για μια νέα αρχή, αλλά ακαριαία υπόμνηση του τέλους. (περισσότερα…)

Η τάτσα και η σπουρτόλοη

*

Η τάτσα

«Εν τάτσα, κυρία, τούντο πράμαν μες στο κείμενον». Εθώρουν τον τζ̆ι έν επίστευκα στ’ αφκιά μου. «Εν πελλάρες τούντα πράματα που μας λαλείτε. Τζ̆αι τούντο σημαδούιν εν τάτσα, όπως τζ̆αι πολλά άλλα. Άμαν στάξει το παγωτόν πά’ στο παντελόνιν σου, τατσώννει σού το∙ άμαν παουρίζει ο τζ̆ύρης σου ούλλη μέρα τζ̆αι φκαίννεις να παίξεις με τους φίλους σου μες στον δρόμον τζ̆ι ακούουν ούλλοι τες παουρκές του, γίνεσαι η τάτσα της γειτονιάς∙ που επήα στο χωρκόν μας στα κατεχόμενα, εθώρουν τάτσες παντού: πά’ στα σπίθκια τζ̆αι τες εκκλησ̆ιές που τες σ̆σ̆ιπεθκιές τζ̆αι τες πόμπες∙ τούτη η κρεατοελιά που ’χω πά’ στην μούττην μου εν που γεννησιμιού μου –άδε τάτσαν πά’ στην φάτσαν μου!– τζ̆αι καμιά κορούα έν με θέλει∙ που επήεν τζ̆ι επαντρεύτην ο παππούς μου τζ̆είνην την Φιλιππινέζαν, ετάτσωσεν το σόιν μας. Τωρά εκατάλαβες, κυρία; Όι άνω τελεία∙ τάτσα».


τάτσα, η: λεκές∙ στίγμα
παουρίζω: ουρλιάζω
σ̆σ̆ιπεθκιά, η: πυροβολισμός

(περισσότερα…)

Πάστα Ντίβα και άλλες ιστορίες

*

Πάστα Ντίβα

Τρελαινόταν για γλυκά. «Από τον ουρανίσκο στον έβδομο ουρανό», έλεγε στους συναδέλφους της, όταν στα καμαρίνια έτρωγε με λαιμαργία τις πάστες, που με περισσή προσοχή έβγαζε από το κουτί του γλυκοπωλείου που είχε στη τσάντα της. Λυρική σοπράνο με μεγάλη καριέρα σε όλα τα λυρικά θέατρα της χώρας. Κλίμακες, τρίλιες, ατελείωτες μελωδίες των Ιταλών συνθετών της όπερας ήταν για εκείνη a piece of cake. Δεν φοβόταν ούτε τις ψηλές νότες, ούτε τους δύσκολους ρόλους, ούτε τη ζάχαρη. «Όταν μπαίνεις στη μάχη, δεν πρέπει να περιμένεις το χειρότερο», είχε πει στην τελευταία συνέντευξη που έδωσε στο Μιλάνο. Μια βδομάδα μετά την συνέντευξη, την βρήκαν νεκρή στο καμαρίνι της. Δίπλα της βρέθηκε μια μισοφαγωμένη σοκολατίνα.

~.~

(περισσότερα…)

Ακροβατώντας στο μεταίχμιο του λόγου και των πραγμάτων

*

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Μαρίας Α. Ιωάννου,
Οι Ενδιάμεσοι,
Νεφέλη, 2022

Στο διήγημα της Μαρίας Α. Ιωάννου «Κλικ» (Η γιγαντιαία πτώση μιας βλεφαρίδας, Γαβριηλίδης 2011) ο «Πάκμαν» κάνει τις λέξεις «σχεδόν ποτέ» κομμάτια και τις καταπίνει. Ο αφηγητής στρέφει τις λέξεις πάνω στο χαλί (του Χένρυ Τζαίημς, υπονοουμένως και προφανώς)· δηλαδή τις επιστρέφει «από εκεί που ήρθαν» και, κατά την κυπριακή σημασία του «στρέφω», τις κάνει εμετό. Σε αυτή τη διακεκριμένη (και εξαντλημένη, δυστυχώς, μετά από τη γνωστή πολτοποίηση των εκδόσεων του οίκου Γαβριηλίδης) πρώτη συλλογή διηγημάτων της, η Ιωάννου έχει ως μότο τον Μπόρις Παστερνάκ: «Να ανακαλύπτεις ασυνήθιστα πράγματα σε συνηθισμένους ανθρώπους και με συνηθισμένες λέξεις να γράφεις γι’ αυτούς ασυνήθιστα πράγματα». Πράγματι, στη γραφή της Ιωάννου απαρατήρητα αντικείμενα παίρνουν σάρκα και οστά. Αυτή η αισθητική συνεχίζεται με συνέπεια και στο Καζάνι (Νεφέλη, 2015), αλλά και στους Ενδιάμεσους (Νεφέλη, 2022): λάμπες, πάσσαλοι, τοστιέρες πρωταγωνιστούν και αφηγούνται τη δική τους οπτική του κόσμου, ο οποίος, εν τέλει, δεν είναι λιγότερο πραγματικός από τον πραγματικό κόσμο. Στο «MODEL D234578» μια φωτοτυπική μηχανή αισθάνεται, εκπλήττεται, έχει ενοχές: «μόλις έλιωσε το κεφάλι του πάνω μου – υγρά χύθηκαν στο πουκάμισο – στη γραβάτα – μάλλον είναι αναίσθητος στο πάτωμα – βοήθεια – εγώ φταίω – χρειάζομαι προθέρμανση – δεν μπορώ να λειτουργήσω με την πρώτη – παλιό μοντέλο – τα προκαταρκτικά είναι απαραίτητα – και τα ήθελε έγχρωμα – μα ήμουν κλειστή για ώρα – θέλω τον χρόνο μου – θέλω χρόνο – το κεφάλι του – το έλιωσε – πάνω μου – έτσι – ξαφνικά – υγρά παντού – ανθρωπίλα παντού – τη μυρίζω – χειρότερη κι από μελάνι».[1] (περισσότερα…)