σύγχρονη ελληνική ποίηση

Ερωτική νεορομαντική ποίηση

*

της ΕΛΣΑΣ ΛΙΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

Μαρία Σύρρου,
Έτσι ελάχιστη,
Τύρφη, 2024

Στην εποχή μας, ένα μεγάλο μέρος αυτών που ασχολούνται με τη λογοτεχνία επιστρέφουν στο ρομαντικό αίτημα της αποκάθαρσης της τέχνης από το μη συγκινησιακό της περιεχόμενο. Κάνουν, δηλαδή, μια έμμεση ρομαντική κριτική στη νεωτερικότητα, ειδικά στην εργαλειοποίηση που τη χαρακτηρίζει, καθώς και στην τεχνολογική φρενίτιδα και τον θετικισμό που αποστερούν την καλλιτεχνική δημιουργία από το συναισθηματικό της περιεχόμενο και από την εστίαση στο υποκείμενο της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Ο καταιγιστικά πλέον κυρίαρχος ορθολογισμός τείνει να δημιουργήσει τον μηχανοποιημένο νέο κόσμο, όχι μόνο στους χώρους της επιστήμης και της εργασίας, αλλά και στις κοινωνικές σχέσεις και στην τέχνη, όλα γίνονται πράγματα αναλώσιμα που εξυπηρετούν τις ανάγκες της αγοράς.

Θεωρίες, τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, όπως ο φορμαλισμός, η νέα κριτική και ο δομισμός, συνδέουν τη λογοτεχνία με τη γλώσσα καθαυτή, όχι με την κοινωνική συνθήκη και την έκφραση συναισθημάτων και προσωπικής αγωνίας που οφείλει να οδηγεί στη δημιουργία του έργου τέχνης. Η πραγματικότητα υπονομεύεται, κατά τον Τοντόρωφ, από τη γλωσσική ανοικείωση. Η δομή γίνεται το τι και το πώς της τέχνης, τα συναισθήματα, το καλλιτεχνικό υποκείμενο δείχνουν να αποσύρονται προς όφελος της φόρμας.

Σε πείσμα, ωστόσο, της εργαλειακής και εργαλειοποιητικής εποχής μας, των λογοτεχνικών θεωριών και της κυρίαρχης κριτικής, η λογοτεχνική παραγωγή του 20ού και του 21ου αιώνα προκύπτει κυρίως από τη βασανιστική ανάγκη των καλλιτεχνών να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους και τους άλλους και να μετουσιώσουν τα συναισθήματα, τους φόβους, τις ουτοπίες, τα οράματά τους, τις υπαρξιακές ανησυχίες τους, τα όνειρά τους, αναγνωρίζοντας ότι ζουν σε μια αδιέξοδη ιστορική στιγμή που η κοινωνική μηχανή τείνει να ισοπεδώσει την ανθρώπινη δυναμική. (περισσότερα…)

Ἀνθρωποτροφεῖο

*

ΟΔΥΣΣΕΑΣ

Όταν περνάμε απ’ τις Σειρήνες
να μη με δέσετε στο κατάρτι.
Πώς να με ξελογιάσει το τραγούδι
που δεν τραγουδήθηκε για μένα;

///

ΕΠΑΙΤΕΙΑ

Έμεινε άπλυτος πολλές εβδομάδες
κουρέλιασε τα ρούχα του
άφησε καιρό τις κάλτσες του
στις φωλιές των τρωκτικών.
Δε βγήκε έξω να ζητιανέψει
ήθελε, όμως, έστω για μια φορά
να νιώσουν γι’ αυτόν οι άνθρωποι
ό,τι είχε μέσα του για κείνους.

///

(περισσότερα…)

Crash-test etc.

*

τοῦ ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΓΑΘΟΚΛΗ

.~.

CRASH-TEST

Καὶ ἐπανέρχομαι στὸ θέμα λέγοντας τὸ ἑξῆς.

Ὅτι πρὶν συναντηϑοῦν δύο ἄνϑρωποι
κι ἑνώσουν τὶς ζωές τους καὶ προχωρήσουν
δὲν γνώριζαν τίποτα ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλον
ἀμήχανα τὰ σώματα κυκλοφοροῦσαν
σπὸρ-ἁμάξια τρέχοντας μανικὰ στὶς λεωφόρους
παρ’ ὅλα αὐτὰ μ’ ἕναν τρόπο μεταφυσικὸ
οἱ ψυχὲς ἐπικοινωνοῦσαν κρυφίως
συντονίζονταν ὥστε ὑπὸ κατάλληλες συνϑῆκες
ἐλλιπὴ σήμανση κι ὁδόστρωμα ὀλισϑηρὸ
νὰ χτυπήσουν βίαια μετωπικὰ μὲ ϕόρα
πόδια χέρια σπάζοντας τὰ ὀχήματα σμπαράλια
κι ἔτσι ἐπιτέλους νὰ λάϐει χώρα τὸ συμϐὰν
ν’ ἀνταλλαγοῦν διευϑύνσεις τηλέφωνα
καὶ τὸ πράγμα νὰ πάρει ὁμαλὰ τὸν δρόμο του
ϕταίω ἐγὼ συγγνώμη ναὶ μὰ δὲν σᾶς εἶδα
καὶ προσκολληϑήσεται ἄνϑρωπος πρὸς ἄνϑρωπον
καὶ ἔσονται αἱ δύο ϕεράρι εἰς λαμαρίνα μίαν.
Ἂν τηρηϑοῦν πιστὰ οἱ ἀρχὲς τοῦ ὁδικοῦ κώδικα
τὸ ἀτύχημα δὲν μεταπίπτει σὲ δυστύχημα
καὶ ἡ ἀμηχανία ὡς ἐκ θαύματος διὰ μαγείας παύει
δρώμενο τροχαῖο ἱλαροτραγικῆς πλοκῆς
ὅτι κάπου κυκλοφορεῖ ἕνας ἀσυνείδητος ὁδηγὸς
μὲ καφὲ στὸ χέρι ἀφηρημένος στὸ τιμόνι
ποὺ τρέχει ἀντίϑετα παραϐιάζει ϕανάρια στὸπ
ἕτοιμος μὲ ὁρμὴ κι ἀκάϑεκτος νὰ πέσει πάνω μας.

.~.

ΕΥΚΟΛΙΑ

Δύσκολα σὲ πλησίασα
καὶ δύσκολα ἀπέσπασα τὸ ναί

ὅσο δύσκολα σὲ ἔπεισα
νὰ μπαρκάρουμε

νὰ κωπηλατήσουμε
σὲ καιρὸ δύσκολο ἀργοναυτία (περισσότερα…)

Το Παραμύθι που δεν το ’λεγε κανείς

*

Μια φορά κι έναν καιρό
ήταν ένα Παραμύθι
που δεν το ’λεγε κανείς
κι είχε πεταχτεί στη λήθη
και για να μην ξεχαστεί
αφηγόταν τον εαυτό του
μα κανένας για ν’ ακούσει
δεν βρισκότανε εμπρός του.
Ώσπου μία μέρα δάκρυ
σ’ ενός σύννεφου την άκρη
κάθεται και τί να δει! –
ένα νιόγεννο παιδί
και τα μάτια του δυο άτια
το κοιτούσαν μες στα μάτια.

Βάνει μπρος το Παραμύθι
κι αφηγείται τον εαυτό του
με φωνή τρεμουλιαστή
κι ένα πλάνταγμα στα στήθη.
Τα ματάκια το κοιτούσαν
δίχως κάτι να ζητούσαν
και τ’ αυτάκια αφουγκραζόταν
όλα όσα αφηγιόταν
και τα χείλη του γελούσαν,
τα χεράκια του κουνούσαν
κι ένα κλάμα σαν λουλούδι
συμφωνούσε στο τραγούδι.

Σαν τελειώνει η ιστορία
το παιδί με απορία
κοίταξε το Παραμύθι
μα εκείνο αποκοιμήθη.
Το μωράκι το φροντίζει
κι αρχινά το νανουρίζει,
μ’ ένα δάκρυ το σκεπάζει
κι ένα σύννεφο θηλάζει.

ΑΡΗΣ ΜΑΝΟΥΡΑΣ

*

*

*

Βιβλικοί, λογοτεχνικοί και προσωπικοί μύθοι

*

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Μαρία Βαχλιώτη
Κάλπη
Μελάνι, 2023

Η Κάλπη της Μαρίας Βαχλιώτη είναι μια σκηνοθετημένη καταβύθιση σε μια εσωτερική και κοινωνική τοπιογραφία, μια ανατομία της πάσχουσας ατομικής και συλλογικής ζωής, με οδηγό ένα πυκνό διακείμενο που στόχο έχει να φωτίσει την άσημη, αόρατη ζωή του καθεμέρα μέσα από την προβολή των μόνιμων καταβολών της. Ατομική και κοινωνική εμπειρία προβάλλονται μέσα από την συνομιλία τους με λογοτεχνικούς, αρχαιοελληνικούς, προσωπικούς μύθους και την ένθεσή τους σε ένα μεστό περικείμενο.

Για να κατανοήσει ο αναγνώστης τη συγγραφική πρόθεση, πρέπει να ανατρέξει στα δύο αρχικά και τα δύο ακροτελεύτια κείμενα της συλλογής, τιτλοφορούμενα «Προμηθέας» και «At last» τα πρώτα και «Επιμηθέας» και «At least» τα δεύτερα. Στο πρώτο, η τρύπα από τον αετό του Δία στο στήθος του ευεργέτη της ανθρωπότητας Προμηθέα ανάγεται σε οπή από όπου χαίνει το κενό του σύμπαντος και η σκόνη της Ιστορίας. Στο δεύτερο, πεζό αυτή τη φορά, κείμενο, η χαίνουσα οπή παίρνει τη μορφή μιας τραχειοστομίας στο λαιμό ενός πλανόδιου γέρου πωλητή κόμικς που συναντά στην παιδική ηλικία η αφηγήτρια και αποτελεί αφορμή για να κυλήσει ο μίτος της ιστορίας:

«κι αυτό ήταν τελικά το μόνο που ήθελα να πω, κάτι εντελώς ασήμαντο και αυστηρώς προσωπικό, που φυσικά δεν πρόκειται για ποίημα –σας ξεγέλασα– είναι η ύστατη προσπάθεια μιας τραχειοστομίας να βγει απ’ την ανυπαρξία της μετά από σαράντα καλοκαίρια, γιατί κάποια στιγμή πρέπει επιτέλους να κλείσουμε μ’ αυτά, γιατί είναι κι αυτή ακόμα η ζωή που χάσκει ανοιχτή, κι άλλη κόλαση που υπομονετικά μας περιμένει.»

Στα καταληκτικά ποιήματα, το λόγο παίρνει αρχικά ο Επιμηθέας που αποφαινόμενος για τη μοίρα των προσώπων της ιστορίας απομυθοποιητικά αποφαίνεται για τη μίζερη ζωή κάθε θνητότητας. Το κείμενο αυτό ακολουθεί το πεζό «At least», όπου η ποιήτρια, αποτίοντας φόρο τιμής στην αφηγήτρια γιαγιά της, καταλήγει κυκλικά: (περισσότερα…)

Ρουφήχτρα

*

ΡΟΥΦΗΧΤΡΑ

Κάτω από τα φουστάνια μου, σφυρίζει μια ρουφήχτρα·
τη σέρνω στις παρέες μου, με παίρνει απ’ τη χαρά μου·
κουρνιάζει μες στο στρώμα μου, ρουφάει τα όνειρά μου
κι είμαι εγώ λεβέντισσα κι αυτή λεβεντοπνίχτρα.

Δεν τη νικώ, δε με νικά, μα δε με λευτερώνει.
Δεμένη είναι στα πόδια μου, σαν μπάλα από μολύβι·
χώνει στον κόρφο της το φως, τις ομορφιές μου κρύβει·
στον κάτω κόσμο με τραβά, σαν με πετύχει μόνη.

Στέκω η μισή στο στόμα της· κι η άλλη μισή που μένει,
αρπάζεται απ’ όπου βρει: μνήμες, κλαδιά, σεντόνια·
με τη ζωή και με το φως βαθιά ερωτευμένη·

μα λύνονται τα δάχτυλα απ’ την ορμή, απ’ τα χρόνια…
Άραγε θα με σπλαχνιστεί και θα μ’ αφήσει πίσω,
ή τάχα εγώ, κατάκοπη, τα χέρια μου θ’ αφήσω;

~.~

(περισσότερα…)

Φυγη, μη-φυγή, φυγή προς τα εμπρός

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ
Χρήστος Κολτσίδας
Η καρδιά του Σαμουράι
Θράκα, 2024

Πέμπτη συλλογή για τον Χρήστο Κολτσίδα που διαθέτει μεν ένα πνευματικό και ποιητικό ένστικτο, πλην όμως του αρέσει —απ’ τα Ορεινά του ακόμη— να εμμένει σε γνωστά εμπειρικά μονοπάτια, αρέσκεται στην καταγραφή των ηττημένων της ζωής, έχοντας πάνω του μια μαχόμενη ειλικρίνεια, έστω και ηττημένη κατά καιρούς.

Η έμφαση στην αναπαράσταση του φωτός, βασικό χαρακτηριστικό του ιμπρεσιονισμού, είναι συνώνυμη με το ιαπωνικό komorebi. Ο τρόπος που το φως του ήλιου περνά μέσα από τα φύλλα των δέντρων είναι για τους Ιάπωνες ένα παιχνίδι ανάμεσα στη σκιά και το φως —το είδαμε (κάποιοι από εμάς) φέτος στην ταινία του Βιμ Βέντερς Υπέροχες μέρες— κι έτσι όπως στην ταινία ο πρωταγωνιστής το αποτυπώνει αυτό και το εμφανίζει από το φιλμ της παλιάς του φωτογραφικής μηχανής, έτσι κάπως και ο Κολτσίδας προσπαθεί να απαθανατίσει μια εσωτερική συνθήκη, με 16 ασκήσεις ηρεμίας, σαν φωτογραφικά, καλά σκηνοθετημένα, στιγμιότυπα με μια παλιά Zenit. Αυτή η αναφορά στις φωτοσκιάσεις υπάρχει και στο προηγούμενο βιβλίο του, τους Νεροφόρους (2021): «Κάτω απ’ τα πόδια μας χτυπά η όμορφη αρτηρία της αιωνιότητας… / Κι εμείς, / μ’ ένα καθήκον φωτοσκιάσεων, / αναδεύουμε το νερό / στο μεγάλο πηγάδι του κόσμου».

Τι κι αν όλα στην τέχνη γίνονται χάριν του φωτός, —ακόμη και του προσωρινού— για να μοιράζεται ισάξια «λίγο η απειρία της Ζωής, λίγο η πείρα του Θανάτου», σε όλη τη συλλογή του υπάρχει αυτό το δίπολο φως/σκοτάδι —σαν να είναι στα δυο κομμένη· όποιο μισό νικά ή τον διαολίζει και τον αλλάζει σε δηλητήριο ή γλυκαίνει την ψυχή του—, δίπολο που μεταφράζεται στο αντίστοιχο θανάτου/ζωης. «Κάθε πρωί πεθαίνουνε, πλήρη κι εύθραυστα, / τ’ άνθη της κερασιάς… / Κάθε νύχτα, της κερασιάς τα άνθη / σαν φαναράκια ανάβουνε…», του φόβου και του θάρρους, της τόλμης και της ατολμίας, «ο Σαμουράι έχει ένα ξίφος βρόχινο / καλά ακονισμένο /. Το τραβάει απ’ τη θήκη, κόβει με μιαν ανάσα το κενό, / ξαναθηκώνει…».

Ο Βαγγέλης Μπριάνας, συντοπίτης και ομόσταυλος, αφιερώνει το προοιμιακής λειτουργίας ποίημα «Ντελάλης» στον Χρήστο Κολτσίδα: «με βήματα πάντοτε κοφτά / προχωρά μπροστά η γκλίτσα / να το βλέμμα της στραμμένο προς τα πίσω / κοιτάζει τη σκιά / τόσο τη φοβάται / που το χέρι μας ζητά να γίνει προσωπίδα». Και ο Κολτσίδας γράφει στην «Κραυγή» του: «Για να τρομάξει τους εχθρούς του / ο Σαμουράι βγάζει μια κραυγή. / Αλλά απ’ την κραυγή / τρομάζει κι ο εαυτός του». (περισσότερα…)

Η σιωπή της Ταμάρ

*

Η σιωπή της Ταμάρ

— Πήγα να του παρασταθώ και βγήκα ατιμασμένη!
— Τί θέλεις τώρα, σκάνδαλο; Και τί θα πούν οι ξένοι;

— Για πές μου εσύ τί σκέφτεσαι. Του ανήκω; Δέν του ανήκω;
— Στην οικογένεια είναι κι αυτός. Ξέρεις καλά: τὰ ἐν οἴκῳ…

— Κι άν δέν σωπάσω, Αβεσσαλώμ; Κι άν πώ τί μού ’χει κάνει;
— Θα κάνουμε όλοι τους κουφούς. Πρώτος εγώ θ’ αρχίσω.

Λέξη δέν είπε πιά η Ταμάρ. Κι απ’ τη σιωπή-της βγήκε
το βούκινο που σάλπισε για του στραβού το δίκιο,

του στρατηγού η κατεργαριά, του ζήτουλα η κατάρα,
του ξαφνιασμένου μουλαριού η ξαλάφρωτη πηλάλα

κι αυτή η κραυγή στης Μαχανάιμ το αδιάφορο κονάκι:
— Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ! Παιδί μου, γύρνα πίσω!

Βασιλειών Β΄ 13,1-19,9
~.~

Οὐαί, ἀδελφέ

Τί σ’ έβγαλε απ’ το δρόμο-μου; Δέν ήταν το πεσκέσι
που ο κουλοχέρης σού ’ταζε με τόση απλοχεριά,
με τόσα καλοπιάσματα. («Σ’ αρέσει. Δέ σ’ αρέσει;»)
Μα του προφήτη απ’ τη Βαιθήλ, του γέρο-ψευταρά

το γαϊδουράκι, το ανοιχτό φλασκί, το παραμύθι.
— Καλώς τον μουσαφίρη-μας! – Πώς απο ’δώ, αδελφέ;
— Στην πόλη δέ σε πρόλαβα. – Βιαζόμουν. Ο Γιαχβέ,
το ξέρεις, είναι σίφουνας κι εγώ ενα σαμιαμίθι. (περισσότερα…)

Νεκρόδειπνος 2024

*

Μέρος Α΄: ΝΥΚΤΟΣ ΕΝ ΑΜΟΛΓΩ

Γλυκιά δροσιά·
κυνηγούσα έναν άγγελο Κυρίου
πλησίαζα και ξέφευγε –παιχνίδι λες–
και κάποτε καθόμασταν στο καλντερίμι
κι ανάμεσά μας το ψωμί με τις ελιές.
Και ζέσταινε και ζέσταινε· του ζήτησα βεντάλια
μα ξαφνικά κυμάτισαν τα δυο φτερά
κι ο αέρας ανακάτεψε τα ατίθασα μαλλιά μου.

Η γη πια δεν κρυβόταν·
κάτω απ’ τον ήλιο τον δεινό άνοιξα
το στόμα κι είπα: ρίξε μια σταγόνα,
σ’ εσένα έχω κρεμάσει την πνοή μου.
Κι ακούστηκαν τα δυο φτερά του
ανάμεσα σε σύννεφα χιλιάδες
και γέμισε το δέρμα μου νερό.

Σουρούπωνε και βράδιασε και μαύρισαν τα σπίτια. (περισσότερα…)

Ο Νομίζω κι ο Γνωρίζω

*

Ο ΝΟΜΙΖΩ ΚΙ Ο ΓΝΩΡΙΖΩ

Ο Νομίζω κι ο Γνωρίζω πίνανε μαζί ρακές
κι αρχινήσανε κουβέντες ν’ ανταλλάσσουνε κακές.

Είπ’ ο πρώτος πως νομίζει,
πως «νομίζει ότι γνωρίζει»·
είπ’ ο άλλος πως «γνωρίζει»,
πως «γνωρίζει ό,τι νομίζει».

Και σε λίγο τους σωθήκαν οι μιλιές
και ευθύς εξεκινήσαν τις ξυλιές
κι έτσι όπως κατεβάζαν τις ξυλιές
τους ερχότανε καινούργιες οι μιλιές:

—Είμαι Νόμος και νομίζω!
—Είμαι Γνώση και γνωρίζω!
—Ναι, αλλά δεν είσαι Νόμος!..
—Είμ’ η Γνώση κι είμ’ ο Δρόμος…
—Θα σε δείρω που ’σαι Γνώση!
—Τρώνε ξύλο οι καμπόσοι!

Και στην τάβλα απομείναν τα ποτά
και ξεκίνησε καθένα να ρωτά:
«Μα γιατί αυτοί δε σκέφτονται στρωτά
και θαρρούν μον’ τα δικά τους για σωστά;»

Και σ’ αυτό έδωσ’ η τάβλα την απάντηση:
«Τούτ’ οι δυo πάντα χαλούν κάθε συνάντηση
γιατ’ ο ένας τ’ αλλουνού δεν έχει αίσθηση
στη ρακή του εαυτού τους όντας μέθυσοι.»

/// (περισσότερα…)

Το άλογο του Θανάση Λιδωρίκη

*

Το άλογο του Θανάση Λιδωρίκη

Στην Εθνική Συνέλευση που έγινε στην Τροιζήνα,
οι στρατιωτικοί με οχληρές τους απαιτήσεις,
κερδίσανε πολλά προνόμια με ψηφίσματα.

Και μολαταύτα στου Φαλήρου το στρατόπεδο
βρίσκονταν στρατιωτικοί που τον Καραισκάκη ερέθιζαν,
ώστε με απειλές κι άλλα προνόμια να τους επικυρωθούν.

Τούτων των στρατιωτικών ο μάλλον οχληρός
ήταν ο Μακρυγιάννης.
Κάποιαν ημέρα τόσο αγανάκτησε ο Καραισκάκης,
που αποτεινόμενος στους παρεστώτες, είπε.
«Ξέρετε ποιος είναι τούτος ο αδικημένος;
Εκείνος που ετιμάρευε* πέντε γροσίων άλογο του Θανάση Λιδωρίκη».

*Τιμαρεύω, περιποιούμαι ως ιπποκόμος.

* * *

Άγγελοι μας δροσίζουνε με τις βεντάλιες τους

Από την μια βουβά χωριά
κι από την άλλη φλύαροι πολιτικοί.
Σπίτια κλειστά και άλλα εγκαταλειμμένα
με οπωροφόρα δέντρα,
που μαραζώνουνε τα φρούτα στα κλαδιά τους.

Όσο μια σπίθα θάνατος
μετά ζωή και πάλι η σπίθα του θανάτου.
Νύχτωσε και ο επιστάτης
βλέπει από ψηλά τι κάνουμε
και έχουμε την άκρα κατανόησή του.

Ξερός παράδεισος, ξεράθηκαν τα χόρτα
αλλά τις νύχτες κατεβαίνουνε οι άγγελοι
και μας δροσίζουνε με τις βεντάλιες τους.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

 

*

*

Σωτήρης Γουνελάς, Τρία ποιήματα

*

Η άγνωστη των ανθρώπων βιοτή

Μέρες, νύχτες
μήνες που διαρκούν
δεν παρουσιάζεται μπροστά σου
η μαγική λέξη,
ο ήχος και το χρώμα,
ο ουρανός.
Ειδάλλως, πως θα γράψεις;

Τι βουή υψώνεται μπροστά σου,
τι θεόρατα στηθαία
να σκεπάζουν το Φως.
Ο κόσμος απέραντη σκιά,
νέφη μας περιβάλλουν
συχνές οιμωγές.
Περιφέρονται πρόσωπα συμπαγή.
Πεταλουδίτσες της μέρας και της νύχτας
ξεδιάντροπες.
Κλείνεις τα μάτια.
Άλλοι τ’ ανοίγουν
και στραβώνονται.
Δεν βλέπουν που πατούν
ονειρεύονται χίμαιρες.

Στάθηκα μια στιγμή
εδώ στη γωνία
και σαν να ακινήτησα.
Με καταλαμβάνει κάθε τόσο
ένα βαθύ αίσθημα
απροσδιόριστο αλλά κυριαρχικό.
Σαν να πλέω
μέσα σε άγνωστο χώρο αναίσθητος.
Κι ύστερα μια βαθιά ανάσα.
Σηκώνεται γαλάζιο χρώμα,
είναι σκέψη που γλιστράει
και θέλει να πάρει μαζί της
το συναίσθημα.
Επιμένει, καθυστερεί,
κωλυσιεργεί, διστάζει.
Τί έρχεται πρώτη
η συγκίνηση ή η σκέψη; (περισσότερα…)