Γιώργος Ταρασλιάς

Η τελευταία προσευχή

*
του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

Ο Χρήστος, ένας παλιός φίλος, έλεγε πως μόνον η αγάπη μπορεί να ακυρώσει τον κίνδυνο της οριστικής εκμηδένισης και του οριστικού αποχωρισμού που επιφέρει ο θάνατος.

Αγιογράφος στο επάγγελμα διατηρούσε ένα μικρό εργαστήριο χωμένο σ’ ένα δρομάκι της λιμενικής ζώνης. Γνωριστήκαμε τυχαία σε μια έκθεση ζωγραφικής– ό,τι κι αν σημαίνει αυτό το «τυχαία». Είχα μπει στον χώρο της έκθεσης ένα βράδυ κυνηγημένος από τη μοναξιά και τα προβλήματά μου. Με είχε δει που στεκόμουν μπροστά σε έναν πίνακα του Χριστού – μια καλλιτεχνική απεικόνιση, όχι αυστηρά αγιογραφική. «Τι πιστεύεις;» με ρώτησε χαλαρά λες και γνωριζόμασταν χρόνια. «Τον Υιό τον εκτιμώ, με τον Πατέρα έχω πρόβλημα» απάντησα. Χαμογέλασε συγκρατημένα. Συστηθήκαμε και με προσκάλεσε στο εργαστήριό του.

Βρισκόμασταν δυο τρεις φορές την εβδομάδα. Πίναμε καφέ και μιλούσαμε με τις ώρες. Εκείνα τα χρόνια ήταν ο μοναδικός άνθρωπος με τον οποίον μπορούσα να κάνω μια κουβέντα πέρα από τα καθιερωμένα, να μιλήσω για λογοτεχνία και για τα μεγάλα ερωτήματα της ζωής και του θανάτου. Όποια και αν ήταν η αφετηρία των συζητήσεων μας, καταλήγαμε να μιλάμε για το μυστήριο της ανθρώπινης παρουσίας μέσα στον κόσμο, για την προέλευση και τον σκοπό της, για το ίδιο το κοσμικό αίνιγμα, καθώς και για τις μεταφυσικές και ηθικές διαστάσεις του θανάτου. Πάντα σχεδόν ο Χρήστος οδηγούσε την κουβέντα στο θέμα του τέλους. Λίγο πριν γνωριστούμε είχε χάσει τη γυναίκα του. Παθιασμένος με την τέχνη του και ακούραστος αναγνώστης, προσπαθούσε με τη δημιουργία και τον στοχασμό να διαχειριστεί τον πρόωρο θάνατο της.

«Αυτοί που αγαπήθηκαν αληθινά θα ξαναβρεθούν» έλεγε. Στο ισχνό, ασκητικό του πρόσωπο έβλεπα το πάθος ενός ανθρώπου που ήταν σίγουρος για την ιδέα του αλλά και την ελπίδα που γεννά η απώλεια και το πένθος.

Ο Χρήστος έψαχνε και διάβαζε με πάθος. Σε μια γωνιά του εργαστηρίου υπήρχε ένα τραπεζάκι φορτωμένο με βιβλία, αποκόμματα εφημερίδων και εκτυπώσεις κειμένων που έβρισκε στο διαδίκτυο. Ανάμεσά τους υπήρχαν πρόσφατες μελέτες για τη σχέση του ανθρώπινου εγκεφάλου με τη συνείδηση την ώρα του θανάτου. Ο Χρήστος μιλούσε με ενθουσιασμό για τα αποτελέσματα των ερευνών από σοβαρούς και αξιόπιστους επιστήμονες – ήταν και αυτός ένας τρόπος να πιαστεί από κάπου.

«Πολλές έρευνες δείχνουν ότι ασθενείς που ήταν κλινικά νεκροί μετά από ανακοπή καρδιάς και με κάποιον τρόπο επανήλθαν, περιέγραφαν με λεπτομέρειες όσα γίνονταν γύρω τους, τις συνομιλίες των γιατρών και γενικά ότι είχαν επίγνωση του περιβάλλοντος όση ώρα ήταν νεκροί. Πρόκειται για συγκλονιστικό εύρημα, για μια επιστημονική απόδειξη ότι η συνείδηση είναι ξεχωριστή από τον εγκέφαλο και ότι συνεχίζει να λειτουργεί και μετά τον θάνατο». (περισσότερα…)

Άταφες μνήμες

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

Λοιπόν, αγαπητέ μου, δε γνωριζόμαστε. Επιτρέψτε μου να συστηθώ. Φάνης. Το επίθετο; Δεν έχει σημασία. Χειραψία; Βλέπω διστάζετε να μου δώσετε το χέρι σας. Δεν πειράζει, καταλαβαίνω. Σε όλους μας έχουν μείνει κατάλοιπα από την εποχή του κόβιντ. Βαθιές πληγές, δεν είναι εύκολο να κλείσουν. Μην ανησυχείτε, δεν θα επεκταθώ. Άλλωστε τώρα πια ξέρουμε αρκετά.

Κάθε εποχή, αγαπητέ μου, έχει τις πληγές της. Η Ρόδος μετρά τις δικές της. Και δεν είναι μόνον οι πλημμύρες. Δεν υπάρχει σπίτι χωρίς κάποιο δράμα, μικρό ή μεγάλο. Πήγα να πω τα πάθη μου και βρήκα άλλα τόσα – έτσι έλεγε η μάνα μου. Τα δικά μου βάσανα δεν είναι σοβαρότερα από άλλων. Προβλήματα υγείας δεν έχω, οικονομικά τα φέρνω βόλτα, έστω και δύσκολα. Οπότε μην ανησυχείς, δεν πρόκειται να ζητήσω κάτι. Μόνο, αν θέλεις, μπορείς να ακούσεις τις φλυαρίες μου, ή έστω να προσποιηθείς, μου αρκεί. Άλλωστε κι εγώ πολύ συχνά προσποιούμαι. Όλοι υποκρινόμαστε. Τι να κάνουμε; Αυτή είναι η φυσική μας κατάσταση.

Τρεις μέρες τώρα είμαι κλεισμένος στο δωμάτιο. Νοιώθω ξεχασμένος – από ποιους; Προδομένος – υπερβολές. Χρόνια τώρα η ίδια πίκρα: επίμονη, ακαθόριστη. Το δωμάτιο: ίδιο κι αυτό με κείνο των παιδικών μου χρόνων, ασφυκτικό, με σημάδια υγρασίας ψηλά στους τοίχους. Τι κάνω εδώ μέσα; Συντηρώ την ύπαρξή μου με αναμνήσεις, ερμηνείες, διαβάσματα, γραψίματα – ελάχιστη παρηγοριά. Κάθε τόσο κάποια άσχετη κλήση – υπενθύμιση της μοναξιάς μου. Άσκοπο ξόδεμα ζωής; Ίσως. Όλες οι πράξεις είναι αυθαίρετες και μάταιες. Κάνουμε το ένα ή το άλλο από ανάγκη, συνήθεια ή προκατάληψη. Τι σημαίνει χρήσιμη ή άχρηστη ζωή; Δεν ξέρω. Ξέρω μόνο πως το να υπάρχεις είναι μια ανεξήγητη εμπειρία. Και σύντομη: μια αστραπή, ένα πυροτέχνημα.

Έξω βρέχει ακόμα. Η ίδια ιστορία ξανά. Δυο μέρες βροχής και να το αποτέλεσμα. Καταστροφή και διάλυση. Δρόμοι πνιγμένοι στη λάσπη. Αυτοκίνητα το ένα πάνω στο άλλο ανακατωμένα με καλάμια και σκουπίδια. Εκατοντάδες σπίτια και μαγαζιά πλημμυρισμένα. Μια γέφυρα συντρίμμια. Οδοστρώματα κομματιασμένα από την ορμή του νερού. Μια λαμπερή βιτρίνα και ένα θλιβερό παρασκήνιο. Και η αιτία; Η απληστία, αγαπητέ μου, κυρίως η απληστία. Ρέματα, χωράφια, λόφοι, βουνά, παραλίες – δεν άφησαν σπιθαμή άχτιστη, παντού βίλες και ξενοδοχεία. Όσο για τις υποδομές – πενήντα χρόνια ανάπτυξης και το νησί παραμένει τριτοκοσμικό. Τι είπατε; Υπερβάλλω; Ε τότε δεν έχουμε παρά να πάμε μαζί μια βόλτα στους δρόμους της πόλης. Δεν ξέρω  για σας αλλά εμένα με πιάνει η ψυχή μου με όσα βλέπω. Δρόμοι σακατεμένοι, με χιλιάδες λακκούβες, πληγωμένοι και χαρακωμένοι σαν σώματα που υποφέρουν και ζητούν βοήθεια. Όσο για τα πεζοδρόμια – ελάχιστα είναι της προκοπής, τα περισσότερα είναι διαλυμένα, ταπεινωμένα και βρώμικα.   (περισσότερα…)

Το Σημάδι του Λαζάρου

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

 

20 Οκτωβρίου 2024

Εκείνο το πρωινό του Οκτώβρη διάβασα την παρακάτω είδηση:

ΗΠΑ: Άνδρας εγκεφαλικά νεκρός ξύπνησε την ώρα που οι γιατροί του αφαιρούσαν τα όργανά του για δωρεά.

Ένα απίστευτο περιστατικό σημειώθηκε σε νοσοκομείο του Κεντάκι, όπου ένας 36χρονος άνδρας που είχε υποστεί ανακοπή και, σύμφωνα με τους γιατρούς, ήταν εγκεφαλικά νεκρός, ξύπνησε την ώρα που οι χειρουργοί του αφαιρούσαν τα όργανά του για δωρεά.

Η οικογένειά του Άντονι Τόμας «TJ» Χούβερ δήλωσε σε τοπικά ΜΜΕ ότι η περίπτωσή του εγείρει πολλά ερωτήματα σχετικά με τη διαδικασία για τη δωρεά οργάνων επισημαίνοντας ότι ο άνθρωπός τους βίωσε έναν αληθινό εφιάλτη. Ενώ ήταν νεκρός, σύμφωνα πάντα με το ιατρικό πρωτόκολλο, ξαφνικά, την ώρα που η ομάδα των χειρουργών του αφαιρούσαν τα όργανα, αναστήθηκε…

 

Πριν από τριάντα χρόνια

Η κηδεία του θείου μου του Λάζαρου θα ήταν μια τυπική κηδεία ενός ηλικιωμένου ανθρώπου αν δεν είχαν συμβεί εκείνα τα περίεργα σκηνικά κατά τη διάρκεια της νεκρώσιμης ακολουθίας. Ήμουν τότε είκοσι πέντε χρονών και οι εικόνες που αντίκρισα χαράχτηκαν πολύ βαθιά στη μνήμη μου.

Σαν άνθρωπος ο θείος Λάζαρος ήταν μονόχνωτος, αγενής και σκληρός με τους άλλους. Το μούτρο του ήταν μονίμως συνοφρυωμένο – και καλημέρα να του έλεγες μπορεί και να σε έβριζε. Είχε περάσει ολόκληρη τη ζωή του στα χωράφια, με τις καλλιέργειες και τα ζώα του. Η μπόχα που άφηνε στο πέρασμά του ήταν ανυπόφορη. Για αρκετά χρόνια πριν πεθάνει ζούσε σε μια παράγκα στο χωράφι του. Ακούστηκε πως τον είχε διώξει η θεία μου η Καλλιόπη. Κατά καιρούς ακούγονταν διάφορα. Υπήρχαν και φήμες που δεν ήθελα να τις πιστέψω  – το σενάριο να παρέσερνε ο θείος παιδιά στο κτήμα του και να ασελγούσε πάνω τους μου φαινόταν αδιανόητο. Τον βρήκαν πεθαμένο στην παράγκα και κάποιοι είπαν ότι τον σκότωσαν για τα υποτιθέμενα ή πραγματικά εγκλήματά του. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι ο θείος, ανάμεσα στ’ άλλα, ήταν τρομερά φιλάργυρος. Στην παράγκα, μέσα σε κουβάδες καλυμμένους με κοπριά βρήκαν σακούλες με πολλά εκατομμύρια δραχμές, τυλιγμένα σαν καρούλια, τα περισσότερα κατεστραμμένα από την υγρασία και τη μούχλα. Το ενδεχόμενο εγκληματικής ενέργειας αποκλείστηκε. Δεν βρέθηκαν σημάδια που να δείχνουν δολοφονία. Με βάση το πιστοποιητικό θανάτου ο θείος είχε πεθάνει από παθολογικά αίτια στα εβδομήντα του – «ανακοπή καρδιάς» έμαθα από τη θεία μου ότι έγραφε το επίσημο έγγραφο. (περισσότερα…)

Ο άνδρας που μιλούσε με τους τοίχους

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

1

Γνώρισα κατά καιρούς ανθρώπους βασανισμένους, χτυπημένους από κάθε λογής συμφορές, άτομα που δεν μπόρεσα να μάθω την ιστορία τους και το παρελθόν τους. Τους έφερε η ζωή στο δρόμο μου και παρότι δεν μπόρεσα να τους βοηθήσω, έγιναν κομμάτι της εσωτερικής ζωής μου και της μνήμης μου.

Τον άνδρα που μιλούσε με τους τοίχους – έτσι τον θυμάμαι ακόμα – τον γνώρισα σε δύσκολη εποχή. Η γειτονιά είχε ρημάξει, πολλές συνοικίες το ίδιο – παντού σημάδια κατάρρευσης και παρακμής. Προσωπικά, πάλευα να κρατηθώ όρθιος, να παραμείνω αφοσιωμένος στη γυναίκα μου και στο παιδί, να αντέξω την περιφρόνηση – μήνες είχε να πατήσει άνθρωπος στο σπίτι.

Πρέπει να έμενε σε κάποιο σπίτι κοντά στο δικό μας – δεν μπόρεσα να εντοπίσω ποιό ακριβώς. Τον έβλεπα συνήθως βραδινές ώρες όταν γύριζα απ’ τη δουλειά. Τα ρούχα του ήτανε ταλαιπωρημένα – φόρμες που έμοιαζαν με πιτζάμες και τρύπιες χειμωνιάτικες παντόφλες. Τις πρώτες φορές δεν έδωσα σημασία. Με τον καιρό κατάλαβα ότι βάδιζε πάνω κάτω στον κεντρικό δρόμο, μέχρι κάποιο σημείο, λες και φοβόταν να απομακρυνθεί απ’ τη γειτονιά, σαν φοβισμένο παιδί που δίσταζε να βγει από τα μέρη που ήξερε.

Ήταν γύρω στο ένα ογδόντα, αδύνατος, καμπουριαστός. Φορούσε πάντα αθλητικό καπέλο και μiα φορά που τον είδα να το βγάζει διαπίστωσα πως ήταν καραφλός με λίγα μαλλιά στους κροτάφους και τον αυχένα. Δεν ήταν εύκολο να υπολογίσω την ηλικία του αλλά τον έκανα γύρω στα τριάντα πέντε. Το πρόσωπό του ήταν μονίμως σκυθρωπό, αγέλαστο και με ένα βαθύ παράπονο σαν κι αυτό που κάνει τα πρόσωπα των παιδιών έτοιμα να κλάψουν. Το βλέμμα του ήταν πάντα ριγμένο στο δρόμο, απέφευγε να το σηκώσει. (περισσότερα…)

Ένα κρανίο και 206 οστά

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

 ~.~

1

Το νεκροταφείο του χωριού επεκτάθηκε πρόσφατα. Δεν περνά μέρα χωρίς κηδεία. Χιλιάδες συγχωριανοί μου βρίσκονται θαμμένοι εκεί: γνωστοί και άγνωστοι, συγγενείς και φίλοι, ανάμεσά τους και πολλοί νέοι άνθρωποι που χτυπήθηκαν ξαφνικά από αρρώστιες και άλλοι που σκοτώθηκαν σε τροχαία δυστυχήματα. Τόσες χαμένες ζωές, τόσες τραγωδίες, τόσα σχέδια που έμειναν ορφανά και ανολοκλήρωτα: ποιο το νόημα; Το ίδιο αναρωτιέμαι και όταν στέκομαι μπροστά στον τάφο των γονιών μου. Φαντάζομαι τα οστά και τα κρανία τους και αναρωτιέμαι «αυτό είναι όλο;». Δεν ξέρω. Εκείνη τη στιγμή όλα μου φαίνονται το ίδιο τραγικά όσο και γελοία. Θα ήθελα, μόλις βγω απ’ το νεκροταφείο, να τα παρατήσω όλα, κάθε προσπάθεια, κάθε στόχο, επιτέλους να ζήσω την απλούστερη δυνατή ζωή, την πιο ήσυχη, την πιο λιτή, απαλλαγμένη απ’ όλες τις μάταιες συνήθειες και τις καθιερωμένες ανοησίες. Αλλά δεν είμαι ακόμα απόλυτα έτοιμος για μια τέτοια κατάκτηση.

2

Ενώπιον του τάφου θεωρίες, προσχήματα και αυταπάτες καταρρέουν. Δεν είναι αστείο πράγμα ο λάκκος. Δεν ξέρω αν εκεί μέσα τελειώνουν όλα ή αν υπάρχει συνέχεια. Ωστόσο, μια φωνή μέσα μου, σαν εσωτερικός υποβολέας, μου υπενθυμίζει διαρκώς: και πριν στον τάφο κατεβείς, πρόσεξε πώς θα πορευτείς.

3

Πέθανε ο γάτος μας ο Ερμής. Έντεκα χρόνια έζησε μαζί μας.  Ο πόνος μου ήταν στεγνός, ξερός, χωρίς δάκρυα. Η γυναίκα μου ξέσπασε σε λυγμούς. Έκλαψε πολλές φορές μέχρι το βράδυ. Έκλαιγε και τις επόμενες μέρες. Ο δικός μου πόνος παρέμεινε στεγνός, ξερός, χωρίς δάκρυα. (Ερμάκο μου, σε ευχαριστώ για την παρέα και τις χαρές που μας έδωσες. Εύχομαι ολόψυχα να ξαναβρεθούμε).

4

Προσωρινό μέλος της ζωντανής ανθρωπότητας, αργά ή γρήγορα θα γίνω κι εγώ μόνιμο μέλος της νεκρής ανθρωπότητας. Η ατομική μου ιστορία θα χαθεί για πάντα στο αχανές κοιμητήριο της λήθης. Αυτή είναι η βιογραφία μου στην απλούστερη μορφή της. Και με κάποιες διαφορές, και η βιογραφία κάθε ανθρώπου.

5

Μήπως δηλητηριάζω τη ζωή μου συλλογιζόμενος διαρκώς τον θάνατο; Είναι κακό να σκέφτομαι τόσο συχνά ότι κάποτε θα πάψω να υπάρχω; Δεν ξέρω για τους άλλους αλλά για μένα αυτή η ιδεοληψία με τα χρόνια λειτουργεί θετικά. Μόνο συλλογιζόμενος τη θνητότητά μου μπορώ να ζω φυσιολογικά: με βοηθά να μην παίρνω τίποτα στα σοβαρά (με εξαίρεση τον ανθρώπινο πόνο) και μειώνει όσο πρέπει την υπερβολική βούληση για δράση που είναι πάντα η αναγκαία συνθήκη για την εκδήλωση του κακού. (περισσότερα…)

Νέες διαγνώσεις

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

Πριν πέσει η αυλαία και της δικής μου ζωής θα προσφέρω στον εαυτό μου ένα τελευταίο ταξίδι, μια τελευταία χαρά αντάξια της κούρασης και της λύπης μου. Όρθιος στο κατάστρωμα ενός πλοίου, μια τρυφερή νύχτα, ακούγοντας εξαίσιες μουσικές και γέλια ανθρώπων, θα κοιτάζω άπληστα τα χρυσά φώτα των λιμανιών και θα εύχομαι να μην τελειώσει ποτέ αυτή η νύχτα και αυτό το ταξίδι. Και καθώς τα δάκρυα θα ανεβαίνουν αργά μέσα μου θα σκέφτομαι όλους τους βασανισμένους ανθρώπους που γνώρισα στη διάρκεια της ζωής μου και θα τους προσκαλέσω νοερά σ’ αυτό το πανηγύρι της λύτρωσης και της λήθης. Ριγμένοι ανεξήγητα μέσα σε αυτό το σκληρό και παράλογο φαινόμενο οφείλουμε να διατηρήσουμε ζωντανή την ιδέα μιας ελάχιστης συμπόνιας – έστω και σαν ιδέα.

///

Χωρίς βιβλία, καφέ, αγκαλιές και λουλούδια η ζωή θα ήταν ανυπόφορη – και χωρίς τα φώτα των δρόμων τη νύχτα.

///

Τι είμαι στα πενήντα πέντε μου; Το τυχαίο αποτέλεσμα της τυχαίας κατάληξης μιας τυχαίας ζωής – μπορεί και όχι.

///

Είμαστε, λοιπόν, τόσο ασήμαντοι; Ο τάφος και τέρμα όλα; Δεν μπορώ να το πιστέψω – όχι εγώ αλλά κάποιος άγνωστος μέσα μου. (περισσότερα…)

Διαγνώσεις

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

Τον έβλεπα στη γειτονιά, πάντα μόνο του, το πρόσωπό του μια πληγή. Κάθε βράδυ έβαζε την τηλεόραση στη διαπασών, ανοιχτή η μπαλκονόπορτα στο δυαράκι του ισογείου, ακουγόταν σε όλη την πολυκατοικία, σε όλη τη γειτονιά. Οι γείτονες διαμαρτύρονταν. Χαμογελούσα πικρά, καταλάβαινα τη μοναξιά του, την αβάσταχτη σιωπή των πραγμάτων γύρω του. Κάποτε έφυγε από την πολυκατοικία. Ο απόηχος της τηλεόρασης πλανιέται ακόμα στον αέρα, θυμίζοντας τη μοναξιά που δεν τελειώνει ποτέ, τη δική μας μοναξιά. (Μια εκδοχή ενός βιώματος του τελευταίου καιρού).

///

Είναι νύχτα. Ακούω τις κραυγές του «παιδιού» που μένει σε ένα από τα κοντινά σπίτια. Τον ακούω συχνά, νύχτα ή ξημέρωμα. Τον έχω δει κάποια πρωινά. Είναι γύρω στα σαράντα. Περπατά σκυφτός και καπνίζει. Τις μέρες είναι αμίλητος, τις νύχτες ουρλιάζει. Κραυγές ακατανόητες, τρομερές σε ένταση και βάθος – σαν να ακούω τα σωθικά του. Ουρλιάζει κι απόψε. Τον φαντάζομαι ολομόναχο, στους δρόμους της πόλης, στην καρδιά της αιώνιας νύχτας. Αναρωτιέμαι: απελπισμένος ή απελευθερωμένος; (Μια ερμηνεία ενός ακόμα βιώματος του τελευταίου καιρού).

///

«Συγγραφέας είναι ο άνθρωπος που δεν μπορεί ποτέ να βρει τις κατάλληλες λέξεις». Αυτός είναι ο ορισμός του Πωλ Βαλερύ για τον συγγραφέα – εξωφρενικά λογικός.

///

Ανάμεσα στο βίωμα και στην αφήγηση υπάρχει ένα κενό που δεν θα γεμίσει ποτέ. Το πραγματικό δεν μπορεί να γίνει γλωσσικό ούτε στη μορφή ούτε στην ουσία του. Η γλώσσα δεν αναπαριστά την αλήθεια. Η γλώσσα εκφράζει σημασίες και ερμηνείες. Ανάμεσα στα γεγονότα και στην αφήγησή τους η σχέση είναι πάντα λειψή, παραπλανητική ή ανύπαρκτη. Κάθε αφήγηση, ακόμα και η πιο σύντομη, μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση μιας άλλης πραγματικότητας από αυτήν που υπάρχει ή που υπήρξε. Σε κάθε περίπτωση, το πραγματικό δεν πρέπει να ταυτίζεται με τις λέξεις που το περιγράφουν: η καθαρότητα των λέξεων δεν είναι ποτέ ξεκάθαρη. (περισσότερα…)

Η Όλγα

*

1

Υπήρξαν γυναίκες που δεν άφησαν κανένα αποτύπωμα στη μνήμη μου και κατά πάσα πιθανότητα ούτε κι εγώ στη δική τους. Υπήρξαν και κάποιες που άφησαν ανεξίτηλα τα ίχνη τους μέσα μου, γυναίκες που τις θυμάμαι με τρυφερότητα και νοσταλγία. Ανάμεσά τους η Όλγα, πρόσωπο αγαπημένο και αλησμόνητο.

Τη γνώρισα πριν από χρόνια, την εποχή που δούλευα στο καρνάγιο. Ήταν χορεύτρια – έτσι δήλωνε η ίδια – στο στριπτιζάδικο της παραλιακής που εκείνα τα χρόνια ήταν στις δόξες του.

Την πρώτη φορά που μιλήσαμε νόμιζα ότι μου έκανε πλάκα. Εκείνη με σταμάτησε την ώρα που γύριζα στο σπίτι από μια ακόμα δύσκολη βάρδια στο καρνάγιο. Ήμουν βρώμικος, σκονισμένος, με ρούχα διαλυμένα και με τη μέση μου σακατεμένη από τα βάρη και τις συνθήκες της δουλειάς. Ένοιωθα άσχημα με τον εαυτό μου, με την εικόνα μου, με τη ζωή μου γενικότερα. Είχε περάσει κιόλας ένας χρόνος από τον χωρισμό μου και το παιδί το έβλεπα μια φορά το μήνα. Οικονομικά ήμουν σε οριακή κατάσταση και με εννιακόσια ευρώ μηνιάτικο μόλις που τα έβγαζα πέρα. Είχα ξεχάσει τον έρωτα και το σεξ και το σενάριο μιας σχέσης σπάνια το σκεφτόμουν. Μοναδική πηγή ανακούφισης εκείνα τα χρόνια ήταν τα βιβλία, το διάβασμα και τα ημερολόγια που έγραφα – μια θεραπεία που με κρατούσε σε απόσταση ασφαλείας από την τελική χειρονομία.

Εκείνο το καλοκαιριάτικο βράδυ που βρέθηκα με την Όλγα στο παραλιακό ταβερνάκι (εκείνη με προσκάλεσε) αναρωτιόμουν τι μπορούσε να θέλει μια τόσο εντυπωσιακή γυναίκα από μένα – έμοιαζε με μοντέλο στο πρόσωπο και στο σώμα. Ισχυρίστηκε ότι ήθελε να με γνωρίσει από καιρό. Μου είπε ότι ερχόταν τα απογεύματα στην παραλία δίπλα στο καρνάγιο πότε μόνη της και πότε με μια φίλη της. Με έβλεπε που τάιζα τα σκυλιά που ήταν φύλακες του χώρου. Μου είπε ότι της άρεσε πολύ ο τρόπος που τα φρόντιζα και τα χάιδευα. Μου είπε ακόμα ότι της άρεσε το πάνω μέρος του σώματός μου – λόγω της ζέστης έβγαζα το μπλουζάκι όταν έκανα τις βαριές δουλειές. (περισσότερα…)

Νεκροί ή ένοχοι

*

Στη Λωρίδα της Γάζας γέροντες, γυναίκες, παιδιά και μωρά σκοτώνονται από βόμβες και πυραύλους του Ισραήλ.

Στα γήπεδα της Ευρώπης, της Αμερικής και της Ασίας παίζουν μπάλα κανονικά.

Στη Λωρίδα της Γάζας γέροντες, γυναίκες, παιδιά και μωρά σκοτώνονται από βόμβες και πυραύλους του Ισραήλ.

Στα κλαμπ της Ευρώπης, της Αμερικής και της Ασίας διασκεδάζουν κανονικά.

Στη Λωρίδα της Γάζας γέροντες, γυναίκες, παιδιά και μωρά σκοτώνονται από βόμβες και πυραύλους του Ισραήλ.

Στα μαγαζιά της Ευρώπης, της Αμερικής και της Ασίας κάνουν τα ψώνια τους κανονικά.

Στη Λωρίδα της Γάζας γέροντες, γυναίκες, παιδιά και μωρά σκοτώνονται από βόμβες και πυραύλους του Ισραήλ.

Στα καφέ της Ευρώπης, της Αμερικής και της Ασίας πίνουν τον καφέ τους κανονικά.

Στη Λωρίδα της Γάζας γέροντες, γυναίκες, παιδιά και μωρά σκοτώνονται από βόμβες και πυραύλους του Ισραήλ.

Στα εστιατόρια της Ευρώπης, της Αμερικής και της Ασίας απολαμβάνουν το φαγητό τους κανονικά.

Στη Λωρίδα της Γάζας γέροντες, γυναίκες, παιδιά και μωρά σκοτώνονται από βόμβες και πυραύλους του Ισραήλ.

Στα ξενοδοχεία της Ευρώπης, της Αμερικής και της Ασίας κάνουν τις διακοπές τους κανονικά.

Κανονικά είμαστε όλοι νεκροί ή ένοχοι.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΑΡΑΣΛΙΑΣ

(ΥΓ. Πάνω από 40.000 οι νεκροί στη Λωρίδα της Γάζας, πάνω από 200.000 χιλιάδες οι τραυματίες, το 90% των κατοίκων εκτοπισμένοι, πάνω από τα 2/3 των κτιρίων ισοπεδωμένα).

*

*

Η σκοτεινή πλευρά του τουρισμού

Τοίχος στη Νέα Χώρα Χανίων, φωτογραφία ΒΓ, 2.8.24.

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

Θυμάμαι με νοσταλγία τη Ρόδο της δεκαετίας του ογδόντα, όταν ξεκίνησα να δουλεύω σε ξενοδοχεία στα εφηβικά μου χρόνια. Στα δεκατρία μου δούλεψα για πρώτη φορά σε ξενοδοχείο σουηδικών συμφερόντων. Επάγγελμα γκρουμ: κουβαλούσα τις αποσκευές τουριστών από τις σκανδιναβικές χώρες, άνθρωποι που έρχονταν για δυο τρεις εβδομάδες για να μαζέψουν ήλιο και φως και να ξαναγυρίσουν στις ψυχρές και μουντές πατρίδες τους. Το καλοκαίρι δουλειά, το χειμώνα σχολείο. Αργότερα, στα φοιτητικά μου χρόνια, κατέβαινα τα καλοκαίρια στο νησί για να δουλέψω σε εστιατόρια και μπαρ. Παρά τις πληγές και τα οικογενειακά δράματα, εκείνα τα χρόνια το βαθύτερο κομμάτι του εαυτού μου ήταν ανέμελο και ευτυχισμένο. Έμαθα να τα βγάζω πέρα, γνώρισα όμορφες και γενναιόδωρες γυναίκες από διάφορες χώρες, γεύτηκα τον έρωτα, έζησα με ένταση και πάθος.

Σε συλλογικό επίπεδο ήταν η εποχή που το νησί είχε μπει δυναμικά στον αστερισμό του τουρισμού και οι προσδοκίες για ανάπτυξη και ευημερία κυριαρχούσαν σε κάθε ατομικό και συλλογικό σχεδιασμό. Υπήρχε ενθουσιασμός και εκείνη η ψυχολογία του χρυσοθήρα που ανακαλύπτει τη μεγάλη φλέβα χρυσού και ονειρεύεται πλούτη και μεγαλεία. Εκείνα τα χρόνια – δεκαετίες ογδόντα και ενενήντα – ήταν ήδη εμφανή τα συμπτώματα του νεοπλουτισμού και της μίμησης: ο ένας μετά τον άλλο σε όλη την έκταση του νησιού πουλούσαν χωράφια και εγκατέλειπαν τη γεωργία και την κτηνοτροφία για να γίνουν ξενοδόχοι, εστιάτορες και κάθε λογής επιχειρηματίες στο τουριστικό κύκλωμα. Στα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα, στην ευρύτερη περιοχή του χωριού στο οποίο μεγάλωσα υπήρχαν δυο ξενοδοχεία σε ένα μήκος ακτών είκοσι χιλιομέτρων. Τώρα δεν υπάρχει ούτε χιλιόμετρο άδειο από τουριστικές κατασκευές: ένα τείχος υψώνεται στα όρια στεριάς και θάλασσας και προκαλεί αμηχανία στο βλέμμα που νοσταλγεί την απλότητα και την ομορφιά της φύσης. Με βάση τα επίσημα στοιχεία στο Ρόδο λειτουργούν 550 ξενοδοχεία όλων των κατηγοριών και μαζί με τις μισθώσεις τύπου airbnb οι προσφερόμενες κλίνες ξεπερνούν τις 200.000. Σημειωτέον: με βάση την τελευταία απογραφή ο μόνιμος πληθυσμός του νησιού είναι 125.000. Με βάση τους αριθμούς είναι προφανές ότι το νησί ζει από τον τουρισμό και για τον τουρισμό – μια οικονομική μονοκαλλιέργεια που αν για οποιοδήποτε λόγο καταρρεύσει, θα καταρρεύσουν τα πάντα. (περισσότερα…)

Απόκομμα ζωής

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

1

Ο τύπος ήταν απατεώνας, ένας θεατρίνος που είχε πεθάνει στα ψέματα κάμποσες φορές συγγενείς και γνωστούς για να τον λυπούνται και να τον βοηθούν – μέχρι και για το παιδί του έλεγε πως είχε πεθάνει και ζητούσε λεφτά για την κηδεία του. Εγώ όμως που κυκλοφορούσα τη νύχτα τον είχα δει να μπαινοβγαίνει σε κωλόμπαρα και σε στριπτιζάδικα και να ξοδεύει ένα κάρο λεφτά σε γυναίκες που η αξιοπρέπειά τους ήταν απείρως μεγαλύτερη από τη δική του. Δεν είχα προσωπικές σχέσεις μαζί του, ούτε καν μιλούσαμε, αλλά ο τρόπος του μου προκαλούσε απέχθεια. Λόγω της δουλειάς μου στη νύχτα είχα γνωρίσει ένα σωρό καθάρματα αλλά αυτός εδώ ήταν το κάτι άλλο. Τέτοιο θράσος και τέτοιο ξεφτιλίκι σαν το δικό του δεν είχα ξαναδεί.

Η φάτσα του κάποιον μου θύμιζε από το παρελθόν αλλά μπορεί να έκανα και λάθος. Ήταν ένα καχεκτικό ανθρωπάκι με γυμνό κρανίο – τα ελάχιστα μαλλιά στο σβέρκο και τους κροτάφους τα είχε ξυρισμένα. Φορούσε συχνά κασκέτο και κουβαλούσε σακίδιο πλάτης. Η μούρη του ήταν ποντικίσια, η μύτη του μακριά και σουβλερή. Κυκλοφορούσε με τα πόδια αλλά κάποιες φορές τον είχα δει να οδηγά μια μηχανή ολοκαίνουρια, αυτά τα διαστημικά μηχανάκια που είναι πολύ στη μόδα τα τελευταία χρόνια. Τον έβλεπα που χωνόταν στα στενά δρομάκια της λιμενικής ζώνης, άφηνε το μηχανάκι κάπου απόμερα, άλλαζε ρούχα και κυκλοφορούσε με τα πόδια ζητιανεύοντας από τουρίστες και ιδιοκτήτες σκαφών με ιστορίες δουλεμένες από πριν. Απ’ όσα έφταναν στ’ αυτιά μου το σενάριο ήταν πάντα ίδιο με μικρές παραλλαγές: κλαιγόταν για αρρώστιες και θανάτους συγγενών του και ζητούσε λεφτά για να τα βγάλει πέρα με τα έξοδα του νοσοκομείου ή της κηδείας.

Ένα βράδυ ο πορτιέρης του μαγαζιού όπου δούλευα εκείνη την εποχή μου είπε ότι την ώρα που στεκόταν στην είσοδο τον πλησίασε ο περίεργος και του ζήτησε είκοσι ευρώ γιατί η γυναίκα του είχε εισαχθεί επειγόντως στο νοσοκομείο και κείνος δεν είχε λεφτά για να πάρει ταξί. Ο πορτιέρης, ένας γίγαντας εκατόν πενήντα κιλά με άνοιγμα πλάτης όσο η κάσα μιας κανονικής πόρτας, μου είπε ότι ο τύπος επέμενε, κλαψούριζε και μάλιστα προσπάθησε να μπει στο μαγαζί για να ζητιανέψει. Ο πορτιέρης κόντεψε να τον δείρει, συγκρατήθηκε και τελικά τον διαολόστειλε. Ο άλλος όμως φεύγοντας του είπε «δεν πειράζει ρε φίλε, ο Θεός να σε έχει καλά». Ο γίγαντας γελούσε καθώς μου το έλεγε αλλά για κάποιον ανεξήγητο λόγο σκέφτηκα ότι εκείνος ο απατεώνας ίσως να ήταν πιο πολύπλοκος απ’ όσο μπορούσα να φανταστώ.

(περισσότερα…)

Η κοινοτοπία των τάφων

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

1

Η είδηση ήταν πρωτοσέλιδο σε τοπική εφημερίδα. «Νεκρός σε τροχαίο ο γιος γνωστού επιχειρηματία της περιοχής μας».

Η κηδεία θα γινόταν στις τρεις. Δεκέμβρης μήνας. Δυνατός βοριάς, κρύο ανελέητο. Δεν είχα καμιά όρεξη  να βγω έξω. Και μόνο η σκέψη του έξω μου προκαλούσε ρίγος. Προτιμούσα τη θαλπωρή του γραφείου. Η παγωνιά ξυπνούσε μέσα μου ενοχλητικές αναμνήσεις. Θα πήγαινα όσο πιο αργά μπορούσα, να προλάβω την τελευταία πράξη. Αναπάντεχο φινάλε για τον Μάριο. Μόλις τριάντα δύο χρονών. Σκοτώθηκε επί τόπου. Η συνοδός του, μια ρωσίδα, άφησε την τελευταία της πνοή στο νοσοκομείο. Υπερβολική ταχύτητα, αλκοόλ πάνω από το όριο, οι επίσημες εξηγήσεις. Η εφημερίδα έγραφε για «χρήση κοκαΐνης». Η σπορ μερσεντές έγινε μια άμορφη μάζα, τσαλακώθηκε σαν κουτάκι αναψυκτικού. Μόλις που την είχε αγοράσει με λεφτά κερδισμένα από τις επενδυτικές συμβουλές μου. Και μετά, μια λάθος κίνηση. Μια στιγμή απροσεξίας ή αλαζονείας. Και να το αποτέλεσμα. Μια θέση στο χώμα. Δυο τετραγωνικά στο νεκροταφείο, στην ανατολική μεριά της πόλης. Δίπλα στη θάλασσα. Κάπου εκεί ήταν θαμμένος κι ο γέρος μου. Ό,τι είχε απομείνει.

Κατά τις δύο χτύπησε το τηλέφωνο. Η Νίκη, η γραμματέας μου. Τρυφερή η φωνή της, όπως πάντα. Με ενημέρωσε πως ήταν ο Στάθης στη γραμμή, ο πιο ιδιότροπος και μίζερος πελάτης μου. Με τίποτα δεν ήταν ευχαριστημένος. Νόμιζε πως το χρηματιστήριο έδινε τσάμπα  λεφτά. Όταν βγάζαμε γρήγορα και καλά κέρδη με έκανε θεό. Με την πρώτη αναποδιά και τα ξαφνικά γυρίσματα της αγοράς άρχιζε τον εξάψαλμο. Δεν άντεχε να βλέπει ένα κόκκινο ποσοστό στο χαρτοφυλάκιο του ούτε για μια μέρα. Δύσκολη περίπτωση αλλά μεγάλο κεφάλαιο. Και απόλυτα συνεπής στις προμήθειες του, σ’  αυτό δεν είχα παράπονο. Το συμφέρον ήταν αμοιβαίο. Από καθαρά επαγγελματικής πλευράς θα ήταν λάθος στην παρούσα φάση να διακόψω τη συνεργασία.  Εκείνη  όμως την ώρα ήταν ο τελευταίος άνθρωπος που ήθελα να μιλήσω.  Έπρεπε όμως. Για χάρη του σχεδίου μου τέτοιοι συμβιβασμοί ήταν αυτονόητοι. Το σχέδιο. Η Πειθαρχία. Οι στόχοι. Τέτοιες λέξεις όριζαν την ζωή μου. Ήμουν αυτές οι λέξεις. (περισσότερα…)