Στὸ χῶρο τῆς τραγωδίας

*

τοῦ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Ἐπιλογὴ καὶ ἐπιμέλεια: Ἀγγελικὴ Καραθανάση

Μέσα ἀπὸ τὰ παρασκήνια ἀκούστηκε τὸ χτύπημα τοῦ γκόγκ. Μονομιᾶς ἡ χλαλοὴ ποὺ γέμιζε τὸ τεράστιο πέτρινο κύπελο τ’ ἀκουμπισμένο στὸ κοίλωμα τοῦ λόφου κατάπεσε. Ἡ σιωπὴ κατέβηκε κι ἅπλωσε τὶς φτεροῦγες της ἀπάνω ἀπὸ τὶς χιλιάδες τῶν ἀνθρώπων ποὺ κάθουνταν ἀραδιασμένοι στὶς ἀρχαῖες πέτρες, ζεστὲς ἀκόμη ἀπὸ τὸν καλοκαιριάτικο ἥλιο.[1]

Τὸ φῶς ἀπὸ τοὺς προβολεῖς, χλωμὸ κι ἀδύναμο, γιατὶ ἡ μέρα δὲν εἶχε φύγει ἀκόμη πίσω ἀπὸ τὰ βουνὰ τοῦ Ἀραχναίου,[2] χύθηκε ὣς κάτω στὴ στρογγυλὴ ὀρχήστρα καὶ σταμάτησε μπρὸς στὴν πόρτα τοῦ χωματόχρωμου παλατιοῦ. Ἐκεῖ σταμάτησε κι ἡ ματιά μας καὶ περίμενε.

Μὲ βήματα ἀργὰ μιὰ ἀντρικὴ φιγούρα βγαίνει ἀπὸ τὸ σκοτεινὸ ἄνοιγμα. Φαντάζει μικρή, ἀσήμαντη μέσα στὴν ἀπεραντοσύνη τῆς σκηνῆς.[3] Ἡ ἀπόσταση μόλις σ’ ἀφήνει νὰ ξεχωρίζεις τὰ χαρακτηριστικά της: Τὸ κοντὸ ξανθὸ γενάκι, τὰ μακριὰ μαλλιὰ στεφανωμένα μὲ κισσό, τὸ θύρσο[4] στὸ δεξὶ χέρι. Σιωπή.  Κι ἄξαφνα τινάζεται σὰ συντριβάνι ὁ Λόγος:

Ἦρθα σ’ ἐτούτη τῶν Θηβαίων τὴ χώρα
τοῦ Δία ὁ γιός, ὁ Διόνυσος , ἐγώ… [5]

Τὰ ρυθμικὰ κύματα τῶν στίχων πλημμυρίζουνε τὸ «κοῖλον», φτάνουν ὣς ἀπάνω στὶς τελευταῖες σειρὲς τῶν ἑδωλίων. Στὸ «λογεῖον» δὲν ὑπάρχει πιὰ τὸ ἀπογοητευτικὰ μικροκαμωμένο ἀνθρώπινο σχῆμα. Ἕνας θεὸς εἶναι ποὺ στέκει ἐκεῖ, δυνατὸς καὶ περήφανος κι ἐκδικητικός, σὰν ὅλους τοὺς θεοὺς ποὺ τολμήσανε νὰ τοὺς προσβάλλουνε θνητοί.  Κι ὅλο ψηλώνει παίρνοντας δύναμη ἀπὸ τὴν ποίηση ποὺ ρέει ἀπὸ τὸ στόμα του. (περισσότερα…)

Τα δύο αδέρφια

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Το αίμα νερό δε, γίνεται…

«Το μήλο κάτω απ’ την μηλιά θα πέσει», έλεγαν οι παλαιοί. Αλλά δεν μένει πάντα εκεί, καμιά φορά κυλάει κι ανάμεσα στα βάτα.

Ο Στάθης ήταν το μήλο που έπεσε κάτω απ’ την μηλιά, και μάλιστα χρυσό. Όχι τόσο για το επάγγελμα χρυσοχόος, όσο γιατί ήταν επαγγελματίας άνθρωπος.   Ερχόντανε στο σπίτι μας για να μας δει και κουβάλαγε τα ελέη του Θεού: ως επάνω το ντουλάπι απ’ τις ζάχαρες, τους καφέδες και τα μανεστριακά· παπούτσια, κάλτσες και παντόφλες για την μάνα· γαριδάκια και σοκολάτες για τα παιδιά.

Ζήλεψα κάποτε το ρολόι με τους φωσφοριζέ δείχτες που έφερε στον αδερφό μου. Κι όταν ξανάρθε σπίτι μας, κυκλοφορούσα μ’ ένα ρολόι σχεδιασμένο με στιλό στο αριστερό μου χέρι.

«Τι ώρα είναι κόκορα;» ρώτησε, μιμούμενος το παιδικό παιχνίδι με τις ερωτήσεις, κι εγώ πέταξα βιαστικά την προσχεδιασμένη απάντηση:

«Ώρα… να φορέσω ένα αληθινό!»

Στην επόμενη επίσκεψη μού έφερε ένα ρολόι με βαθύ γαλάζιο καντράν, σαν τον ουρανό καθώς ανοίγει να κατεβούν οι άγγελοι, και δεν το έβγαζα ούτε στον ύπνο μου!

Όταν έφευγε ο μπάρμπας μου, η μάνα μου σήκωνε απ’ το τραπέζι το φλιτζάνι του καφέ κι έβρισκε κάτω απ’ το πιατέλο λεφτά. Τα έκρυβε εκεί ο Στάθης για να μην την φέρει σε δύσκολη θέση δίνοντάς της τα χρήματα στο χέρι.

«Ξάδερφε, να μην το ξανακάνεις αυτό!» τον γλυκομάλωνε η μάνα μου την επόμενη φορά που τον έβλεπε. Κι εκείνος τα έκρυβε σε άλλη μεριά, και τα βρίσκαμε ακόμα κι ύστερα από μέρες.

«Τι είπαμε, Στάθη;» του υπενθύμιζε εκείνη, όταν έρχονταν και πάλι.

«Τι είπαμε, ξαδέρφη;» έλεγε αυτός. «Είπαμε να μην ξαναβάλω λεφτά στο πιατέλο του καφέ. Ξαναβρήκες τίποτα στο πιατέλο; Ε; Ξαναβρήκες;» και της πάταγε χαμογελώντας το μάτι.

Ένα καλοκαίρι ο μπάρμπας μου δεν ήρθε για διακοπές στο χωριό. Μάθαμε πως είχε καρκίνο. Ράγισε ο κόσμος. Ο Στάθης καρκίνο; Μα δεν υπάρχει Θεός; Σε λίγο καιρό δεν υπήρχε κι ο Στάθης μαζί με τον Θεό. Κι ο ήδη ραγισμένος κόσμος, γκρεμίστηκε πάνω μας. (περισσότερα…)

Μια χώρα που τη λένε Χιροσίμα

*

τοῦ ΘΑΝΑΣΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ

Ειρήνη Καραγιαννίδου
Συρτός στα τρία
Πανοπτικόν 2023

Μπερδευόμαστε καμιὰ φορὰ ὅσοι σπουδάσαμε φιλολογία ὅταν πιάνουμε ἕνα βιβλίο στὰ χέρια μας, ἐπειδὴ ἐθιστήκαμε νὰ ψάχνουμε τί ἐνδεχομένως εἶναι ἀξιερεύνητο κι’ ὄχι τί εἶναι ἀξιανάγνωστο σ’ αὐτό. Ἀλλιῶς, θὰ τὸ ἔλεγα ὡς ἑξῆς: ψάχνουμε νὰ βροῦμε τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα ποὺ θὰ μᾶς ὁδηγήσουν τελικὰ σὲ μιὰ κρίση ἢ σ’ ἕνα κείμενο βασισμένο πιθανότατα σὲ ἕνα θεωρητικὸ/ἑρμηνευτικὸ κοστουμάκι, κι’ ὄχι στὴν ἀπόλαυση ποὺ μπορεῖ —ἢ δὲν μπορεῖ— νὰ μᾶς δώσει τὸ λογοτεχνικὸ ἔργο ποὺ πιάσαμε νὰ διαβάσουμε. Τελικά, καταλήγουμε σὲ μιὰν ἀξιολόγηση ποὺ συχνὰ εἶναι παραπλανητικὴ τόσο γιὰ ἐμᾶς ὅσο καὶ γιὰ τὸν ἴδιο τὸν ἀναγνώστη, διότι ἑδράζεται σὲ ἐπισφαλῆ κριτήρια. Ὅταν παρουσιάζουμε ἕνα βιβλίο καλούμαστε νὰ κάνουμε δύο πράγματα: κατὰ πρῶτον νὰ κρίνουμε τὸ βιβλίο σιωπηρά, μιᾶς καὶ ἡ ἀποδοχή μας νὰ συμμετέχουμε στὴν παρουσίασή του δηλώνει κάτι ἐξ’ ὑπαρχῆς (ἐκτὸς κι’ ἂν κάνουμε 20 παρουσιάσεις τὸν χρόνο, ἄρα ἐκεῖ μιλᾶμε γιὰ παροχὴ ὑπηρεσιῶν)· κατὰ δεύτερον νὰ παρουσιάσουμε τὸ βιβλίο αὐτὸ κατὰ τὸν ἑλκυστικότερο δυνατὸ τρόπο ὥστε ὁ κόσμος ποὺ ἔχει ἔρθει, νὰ βρεῖ κάτι σ’ αὐτὸ ποὺ τελικὰ θὰ τὸν ὁδηγήσει νὰ τὸ ἀγοράσει ‒ διότι, κάπου-κάπου ἂς τὸ λέμε, πέρα ἀπὸ πολιτιστικὴ συμβολὴ κι’ ὅλα αὐτὰ τὰ σωστὰ πλὴν γλυκερά, τὸ βιβλίο εἶναι κι’ ἕνα προϊὸν ποὺ ζεῖ καὶ ἐπιβεβαιώνεται ὅταν τὸ κοινὸ τὸ ἀγκαλιάζει ‒ κι’ ὅταν λέω «τὸ ἀγκαλιάζει» ἐννοῶ «τὸ ἀγοράζει». Αὐτὰ γιὰ ἀρχή, ὥστε νὰ διευκρινίσω ἐκ προοιμίου ὅτι ὅλα ὅσα καταλογίστηκαν παραπάνω στὸ μετιέ μου, θὰ τὰ κάνω κι’ ἐγὼ δίχως φόβο καὶ πάθος, ἐλπίζω ὡστόσο κάπως πιὸ συγκρατημένα. (περισσότερα…)

Από πού έρχεσαι δέντρο

*

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ | 27.vii.24
Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

 

ΑΠΟ ΠΟΥ ΕΡΧΕΣΑΙ ΔΕΝΤΡΟ

Από πού έρχεσαι δέντρο και ξέρεις το σκοτάδι;
Από πού βουνό και κόπηκαν τα πόδια σου
Και χρόνια πια δεν περπατάς;
Από πού λίμνη ουρανοπρόσωπη
Κι εσύ μικρό σαράκι ασίγαστε φονιά του ξύλου;

Από πού έρχεσαι δέντρο κι έμεινες άφωνο;
Ξέρω καλά τα υπόγεια βήματά σου
Τις φλέβες του αίματος τις μνήμες ηφαιστείων
Γνωρίζω τις ανθοφορίες που φέρνει η νύχτα
Με χιόνι μαύρο κι εγκατάλειψη

Από πού ήρθες λοιπόν δέντρο
Και οι φίλοι σου της ακινησίας από πού;
Τάχα το φοβισμένο μέλλον βλέπεις
Ή το πικρό σαν δάκρυ παρελθόν;

* (περισσότερα…)

Σάββατο 27 Ιουλίου | Μια βραδιά για τον Αργύρη Χιόνη (1943-2011)

*

Σάββατο 27 Ιουλίου | Αφιέρωμα

«Ό,τι περιγράφω με περιγράφει»
Μια βραδιά για τον Αργύρη Χιόνη (1943-2011)

Σε σύμπραξη με τις Εκδόσεις Κίχλη

Ποιητής, πεζογράφος, μεταφραστής, ο Αργύρης Χιόνης σφράγισε με το έργο του την ελληνική λογοτεχνία των τελευταίων δεκαετιών. Το Θέατρο Κυδωνία, του οποίου υπήρξε βασικός συνεργάτης και σταθερό σημείο αναφοράς, και οι Νύχτες του Ιουλίου τον τιμούν με μια βραδιά αφιερωμένη στη μνήμη του.

Για τον Αργύρη Χιόνη μιλούν η πεζογράφος και κριτικός Μαρία Στασινοπούλου, ο ποιητής και κριτικός Δημήτρης Δασκαλόπουλος και η Γιώτα Κριτσέλη, εκδότρια και μελετήτρια του έργου του. Προλογίζει ο Μιχάλης Βιρβιδάκης, διευθυντής του Θεάτρου Κυδωνία, σκηνοθέτης και ερμηνευτής έργων του Χιόνη. Χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το έργο του τιμώμενου ερμηνεύουν οι ηθοποιοί του Θεάτρου.

~.~

Δυο γέροι σ’ ενός καφενείου τα μέρη…

*

Δυο γέροντες με ποιητικές ανησυχίες κουβεντιάζουν σ’ ένα καφενείο, εν μέσω κυνικών καυμάτων.

Προχθές το πρωί που έπινα τον εσπρέσσο μου στη δροσιά μιας κλιματιζόμενης καφετερίας διαβάζοντας τον Πολιτισμό της Αναγέννησης του Γιάκομπ Μπούρκχαρτ, έπιασε το αυτί μου δυο γέροντες να συνομιλούν από το διπλανό τραπέζι. Από το σημείο που τους άκουσα, ό,τι πάνω-κάτω συγκράτησε η μνήμη μου σας μεταφέρω εδώ.

―Μα ας πάψουν πια επιτέλους τις δημόσιες επικρίσεις! Ας σταματήσουν να μιλούν διαρκώς προσβλητικά, με εμπάθεια και μίσος. Έχει δίκιο ο εκδότης! Γιατί συνεχίζεται ξανά και ξανά όλη αυτή η συζήτηση για τη λογοκλοπή; Μόνο αυτός είναι ένοχος ή βρήκαν τον αποδιοπομπαίο τράγο;

―Γιατί, μήπως κι αυτός έχει σταματήσει μες στα χρόνια την τακτική του; Κάθε τρεις και λίγο δεν παρουσιάζει όλο και καινούργια δείγματα της νοσηρής του συνήθειας;

―Αρκετά όμως! Ο λογοκλόπος κι ο λογοκλόπος! Μας έχουν πρήξει! Δεν μας λένε δα και κάτι καινούργιο. Τον ξέρουμε όλοι τόσα χρόνια. Εμείς γιατί δεν παθιαζόμαστε και δεν φωνάζουμε; Εντάξει, δε λέω, είναι γραφική η περίπτωσή του, τα ίδια κάνει πάντα. Αλλά θα στήσουμε και λαϊκά δικαστήρια; Ιερά Εξέταση; Ρωμαϊκή αρένα είναι εδώ ή Κολοσσαίο; (περισσότερα…)

Το θερινό πνεύμα του δάσους

*

Το παρατηρώ ώρα πολύ για μέρες ολόκληρες και θαυμάζω την επιμονή και τη γενναιότητα ετούτου εδώ του θερμοκέφαλου ερπετού που με περισσή αυτοθυσία κάνει το σώμα του αντηρίδα παίρνοντας όλο το βάρος επάνω του. Κάθε πρωί καλημερίζω τον αλλόκοτο γείτονα, κι εκείνος, που μοιάζει με κακομούτσουνη σαύρα, αδιαφορώντας για τα μικρά και τα άσημα, σιωπηλός κι ασάλευτος κοιτάζει ψηλά με ανοιχτό το στόμα. Μήπως είναι μουρλό και ακούει άλλων φωνές ή κάνει πως διαβάζει σημάδια; Από το παρουσιαστικό και τα σουσούμια του για πιτσιρίκι το κόβω. Δες το. Έχει το πείσμα της άγουρης νιότης, αυτή, την ορμή της παιγνιωδους αφέλειας, την ισχυρή βεβαιότητα λοιπόν πως κάνει το ύψιστο χρέος του βάζοντας κόντρα στην πτώση της ετοιμόρροπης κουκουναριάς.

Κι όμως. Τι ειρωνεία, θεέ μου.

Η καταπονημενη γριά του δάσους, μια από τις παλαίικες κουκουναριές στα Πευκούλια, εκείνη λοιπόν, η γερμένη, έχει τη δική της την άποψη για τη ζωή και τα πράματα. Το καταλαβαίνει και ξέρει πως ήρθε η ώρα της. Και το ύστατο τελετουργικό της φυγής είναι το οριστικό λύγισμα της. Σκύβει λοιπόν ευλαβικά και χαμηλώνει τον αποκαμωμένο κορμό της να φιλήσει το χώμα που για μια ολόκληρη ζωή την κρατούσε ορθή και γόνιμη, ω ναι, με ευγνωμοσύνη ξαπλώνει κι ασπάζεται επιτέλους τη γη που θα βλαστήσει τον σπόρο της.

Καθε πράμα στον καιρό του, θα σκέφτηκε, κάνοντας τόπο σε αυτά που φυτρώνουν. Κι ας αντιδρά το στραβάδι, το σπλάχνο της, που ασθμαίνοντας σαν το θεριό αντιστέκεται στην ατιμωτική τους παράδοση. Καλώς το πράττεις κλωνάρι μου και σε ευχαριστώ που με κρατάς μην πέσω απότομα, με τρυφερότητα σαν να ακούστηκε να του λέει η σοφή αιωνόβια, τιμώντας έτσι και το μεγαλείο της αναίτιας πράξης με ένα ανεπαίσθητο θρόισμα. Ακούστηκε σαν επιθανάτιος ρόγχος. Ας είναι. Γνωρίζει καλά η ηλικιωμένη κυρά, όλοι το ξέρουν, πως το χρεωμένο καθήκον των όντων του παράκτιου δάσους, είναι, με πίστη στο κοινό τους καλό, να αφουγκράζονται τις άηχες φωνές και τα σημάδια που δίδει το μεγάθυμο πνεύμα του. (περισσότερα…)

Yπεράνω πάσης υποψίας και τύψεως

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

To πραγματολογικό υπόβαθρο της ταινίας αυτής του Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ, Hit Man, δεν θα μπορούσε να είναι παρά βορειοαμερικανικό. Τα συμβόλαια θανάτου, οι επαγγελματίες εκτελεστές έχουν υποστεί στην εν λόγω κοινωνία μια υψηλού βαθμού κωδικοποίηση, είναι μια εγκληματολογική περίπτωση με πάγια χαρακτηριστικά. Ο τρόπος με τον οποίο γίνεται η επαφή των συμβαλλομένων μερών έχει μια λίγο πολύ τυπική μορφή, αφήνοντας όμως και περιθώριο για αυτοσχεδιαστικές παραλλαγές ανάλογα με την περίπτωση. (Ακόμη και οι συναντήσεις με σκοπό το συμβόλαιο θανάτου στα παραδοσιακά αμερικάνικα σνακ μπαρ, αυτά που αντέγραψαν και τα πρώτα αντίστοιχα ελληνικά, με τους πλαστικά επενδυμένους αντικριστούς καναπέδες, εν σειρά, και με τα νώτα των μεν πελατών στραμμένα στα νώτα των δε, συμπαραδηλώνει κάτι, έναν τρόπο διάταξης της επικοινωνίας στη βορειοαμερικανική κοινωνία).

Η παραφορά για εξόντωση του στοχοποιημένου προς δολοφονία προσώπου είναι μια άλλη σταθερά. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία και κανένας δισταγμός για τον θάνατο του μισητού στόχου. Κάποιες φορές στην ταινία αυτή η παραφορά παίρνει ψυχωτικές αποχρώσεις, όπως στην περίπτωση της πρώτης «δολοφονίας» που αναλαμβάνει ο Γκάρι, ο πρωταγωνιστής ήρωας (Γκλεν Πάουελ). Η βούληση να συντριβεί το θύμα, να τεμαχιστεί, να καεί, να διασκορπιστεί κομματάκι-κομματάκι, και όχι μόνο, για να μην είναι εύκολο να αναγνωριστεί, προδίδει, επίσης, ένα πυρακτωμένο φαντασιακό, μια κοινωνία που έχει απαλλαγεί από κάποιους θεμελιώδεις ηθικούς ενδοιασμούς, μια κοινωνία όπου η βία νομιμοποιείται από μιαν άγραφη αστική ηθική.

Πρέπει να παρατηρήσουμε, βέβαια, και ο σκηνοθέτης το κάνει διά στόματος ενός ήρωά του, ότι αυτή η βία όσο κι αν είναι υπαρκτή, πατά ταυτόχρονα με το ένα πόδι της στο συλλογικό φαντασιακό: κάποιοι πιστεύουν, ακούγεται στην ταινία, ότι οι εκτελεστές συμβολαίων θανάτου υπάρχουν μόνο στον κινηματογράφο. Μόνο που στην πραγματικότητα δεν είναι κάτι σαν τον Αλαίν Ντελόν, βέβαια, του Δολοφόνου με το αγγελικό πρόσωπο ή ο συνεπαρμένος από το ζεν Φόρεστ Γουίτακερ του Dogman, αλλά πολύ πιο πεζά άτομα. Για αυτό και εκπλήσσουν τους αστυνομικούς: η ζωή μιμείται την τέχνη, με όλο το φαντασιακό, θυμικά διεγερτικό της φορτίο, και υιοθετεί υπόρρητα τα μοντέλα της. (περισσότερα…)

Παρασκευή 26 Ιουλίου | Μαρία Στασινοπούλου, «Του καιρού που επιμένει»

*

Παρασκευή 26 Ιουλίου | Παρουσίαση βιβλίου

«Του καιρού που επιμένει»
της Μαρίας Στασινοπούλου

Θέμα του νέου βιβλίου της πεζογράφου Μαρίας Στασινοπούλου είναι και πάλι ο χρόνος. Η παρατηρητική γραφή της εστιάζει στο διαφορετικό και το πρωτότυπο, δείχνει όμως ότι η σοφία της καθημερινότητας μπορεί να προκύψει και μέσα από την κοινοτοπία.

Τη συγγραφέα παρουσίαζει και συζητά μαζί της η φιλόλογος Άννα Λαμπαρδάκη.

~.~

Ο Κονδύλης και οι επιστημολογικές μεταθεωρίες [A]

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Ο Παναγιώτης Κονδύλης ασκεί κριτική σε όλες τις επιστημολογικές μεταθεωρίες οι οποίες προτείνουν κριτήρια με βάση τα οποία να μπορούν αξιολογηθούν ως προς την αλήθεια και την εγκυρότητα οι επιστημονικές θεωρίες. Γράφει:

 «Εδώ είναι αδιάφορο αν οι γενικεύσεις (εμπειρικών παρατηρήσεων) διατυπώνονται με αφετηρία τις εμπειρικές παρατηρήσεις ή αν εκφέρονται υποθετικά για να επαληθευθούν εμπειρικά εκ των υστέρων﮲ στην πραγματικότητα οι δύο τούτοι modi procedendi είναι αδιαχώριστοι στην επιστημονική πρακτική. Όσο κι αν αυτή η πρακτική παραλλάζει, θα κινείται πάντοτε κάπου ανάμεσα στους δύο πόλους της θεωρητικής γενίκευσης και της εμπειρικής διαπίστωσης﮲ το γεγονός ότι η θεωρία διαποτίζει τη σύλληψη της εμπειρίας διόλου δεν σημαίνει ότι μπορεί να διασωθεί ενάντια σε όλες τις εμπειρικές μαρτυρίες, όποια μορφή και να πάρει […]  Η ιστορία των επιστημών δείχνει ωστόσο πόσο ρευστά είναι αυτά τα πράγματα και πόσο γρήγορα μεταβάλλονται ενίοτε οι κρατούσες μεθοδολογικές αντιλήψεις. […] Οι λεγόμενες «μεθοδολογικές συζητήσεις» σχετίζονται περισσότερο με τον σχηματισμό ιδεολογικών παρατάξεων εντός του στρώματος των επιστημόνων και λιγότερο με την ουσιαστική πρόοδο της γνώσης»[1].

Και ακόμα: (περισσότερα…)

Η υστερική

*

Η όπερα Ελπίς Πατρίδος ήταν πραγματικά έξοχη και θα μπορούσε να είναι μια τέλεια βραδιά, αν δεν μου είχε χαλάσει τη διάθεση ένα από αυτά τα ασήμαντα περιστατικά που μερικές φορές σφηνώνονται στο μυαλό απειλώντας, έστω και πρόσκαιρα, την αισθητική απόλαυση. Είχα καθυστερήσει να κάνω κράτηση και οι φτηνές θέσεος που είχα βρει ήταν από τις χειρότερες, το γνώριζα εξαρχής. Αυτό που δεν γνώριζα ήταν ότι τελικά θα πήγαινα μόνος μου στο Μέγαρο, μιας και η φίλη μου η Ελένη, λάτρις της όπερας και συνήθης συνοδός μου σε συναυλίες, το ακύρωσε τελευταία στιγμή.

Είχα πάει, επομένως, λίγο ανόρεχτα αυτή τη φορά. Δίπλα μου κάθισε μια γυναίκα με λίγο παλιομοδίτικο στυλ και αριστοκρατική φυσιογνωμία, γύρω στα 55. Δεν θα την είχα καν προσέξει αν δεν αντιδρούσε με τόλμη, όταν στην μπροστινή μας σειρά ένα ζευγάρι άρχισε να διαπληκτίζεται — στην αρχή ψιθυριστά.

—Παρακαλώ ησυχία! είπε με σταθερή φωνή την πρώτη φορά,

—Ενοχλείτε! λίγο πιο δυνατά τη δεύτερη,

—Ντροπή σας πια! με φανερό θυμό την τρίτη, που ήταν και αποτελεσματική, αφού το ζευγάρι σηκώθηκε και εγκατέλειψε την ημιφωτισμένη αίθουσα, ενώ μια αντρική φωνή καθώς απομακρυνόταν ακούστηκε να υποτονθορίζει προς τη μεριά μας:

—Υστερική! (περισσότερα…)

Πώς βλέπουν οι σύγχρονοι έμμετροι ποιητές τον ελεύθερο στίχο

*

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

Σε πρόσφατο άρθρο μου στο Νέο Πλανόδιον (μπορείτε να το διαβάσετε εδώ), προσπάθησα να καταγράψω τις βασικότερες στάσεις, υποκατηγορίες και αντιδράσεις των σημερινών ελευθερόστιχων ποιητών και ποιητριών έναντι της σύγχρονης έμμετρης ποίησης. Ορισμένα απαντητικά σχόλια κινήθηκαν (ελπίζω καλόπιστα) προς την κατεύθυνση της ενδεχόμενης μονομέρειας μιας τέτοιας προσέγγισης, μιας και δεν συμπεριλαμβάνει την ακριβώς αντίθετη πλευρά, εκείνη, δηλαδή, της οπτικής των έμμετρων ποιητών και ποιητριών απέναντι στον λεγόμενο «ελεύθερο στίχο». Παρόλο που πιστεύω πως κάποιος/-α ελευθερόστιχος ποιητής/-τρια θα ήταν καταλληλότερος/-η σε σχέση με εμένα για να τοποθετηθεί γι’ αυτό το ζήτημα, μιας και θα αποτελούσε τον ντε φάκτο δέκτη μιας τέτοιας οπτικής και συμπεριφοράς, παίρνω, εντούτοις, την πρωτοβουλία της συμπλήρωσης του προηγούμενου άρθρου, ελπίζοντας ειλικρινά σε διορθώσεις, ανταπαντήσεις και στην εξακολούθηση ενός (σε κάθε περίπτωση ανοιχτού και ειλικρινούς) διαλόγου.

Βγάζοντας τον εαυτό μας και τις (δεδομένες) θέσεις και αγκυλώσεις μας από το πεδίο, υποθέτωντας για τις ανάγκες του ερωτήματός μας ότι υφίσταται ένα σαφώς οριοθετημένο δίπολο (κάτι που εν μέρει αμφισβητείται) κι επιδιώκοντας μια συνολικότερη εποπτεία του επιστητού, μπορούμε να διακρίνουμε τις ακόλουθες στάσεις των σύγχρονων έμμετρων ποιητών και ποιητριών απέναντι στην ελευθερόστιχη παραγωγή:

->Η οπτική της πλήρους άρνησης: Όπως συμβαίνει και στην αντίστροφη περίπτωση που είχαμε εξετάσει, μακράν η πιο «ιακωβίνικη» οπτική ενός (μικρού αλλά υπαρκτού) τμήματος του έμμετρου ποιητικού χώρου είναι εκείνη που αρνείται συλλήβδην τον ελεύθερο στίχο και τις συναφείς μ’ εκείνον ποιητικές δημιουργίες, είτε υπό το πρίσμα της (φερόμενης ως) ευκολίας, προχειρογραφίας κι ακαλαισθησίας του είτε αντιμετωπίζοντάς τον ως μια εν γένει παρέκκλιση από την αισθητική κανονικότητα. Η οπτική αυτή συνοδεύεται συχνά από την εμφανέστατη και ανοιχτή υποτίμηση των ελευθερόστιχων ποιητών και ποιητριών (συχνότατα και των μοντέρνων καλλιτεχνών εν γένει) κι οδηγείται στις πιο ακραίες της απολήξεις ακόμα και στην άρνηση αποδοχής της καλλιτεχνικής τους ιδιότητας και στη μη συμπερίληψή τους στη χορεία των πνευματικών ομοτέχνων. Κάποιες φορές η οπτική αυτή φαίνεται πως συνυπάρχει και με εν γένει συντηρητικότερες ιδεολογικές πεποιθήσεις, δίχως να είναι, πάντως, απαραίτητα ταυτόσημη μαζί τους. (περισσότερα…)