Ένα κρανίο και 206 οστά
*
του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ
~.~
1
Το νεκροταφείο του χωριού επεκτάθηκε πρόσφατα. Δεν περνά μέρα χωρίς κηδεία. Χιλιάδες συγχωριανοί μου βρίσκονται θαμμένοι εκεί: γνωστοί και άγνωστοι, συγγενείς και φίλοι, ανάμεσά τους και πολλοί νέοι άνθρωποι που χτυπήθηκαν ξαφνικά από αρρώστιες και άλλοι που σκοτώθηκαν σε τροχαία δυστυχήματα. Τόσες χαμένες ζωές, τόσες τραγωδίες, τόσα σχέδια που έμειναν ορφανά και ανολοκλήρωτα: ποιο το νόημα; Το ίδιο αναρωτιέμαι και όταν στέκομαι μπροστά στον τάφο των γονιών μου. Φαντάζομαι τα οστά και τα κρανία τους και αναρωτιέμαι «αυτό είναι όλο;». Δεν ξέρω. Εκείνη τη στιγμή όλα μου φαίνονται το ίδιο τραγικά όσο και γελοία. Θα ήθελα, μόλις βγω απ’ το νεκροταφείο, να τα παρατήσω όλα, κάθε προσπάθεια, κάθε στόχο, επιτέλους να ζήσω την απλούστερη δυνατή ζωή, την πιο ήσυχη, την πιο λιτή, απαλλαγμένη απ’ όλες τις μάταιες συνήθειες και τις καθιερωμένες ανοησίες. Αλλά δεν είμαι ακόμα απόλυτα έτοιμος για μια τέτοια κατάκτηση.
2
Ενώπιον του τάφου θεωρίες, προσχήματα και αυταπάτες καταρρέουν. Δεν είναι αστείο πράγμα ο λάκκος. Δεν ξέρω αν εκεί μέσα τελειώνουν όλα ή αν υπάρχει συνέχεια. Ωστόσο, μια φωνή μέσα μου, σαν εσωτερικός υποβολέας, μου υπενθυμίζει διαρκώς: και πριν στον τάφο κατεβείς, πρόσεξε πώς θα πορευτείς.
3
Πέθανε ο γάτος μας ο Ερμής. Έντεκα χρόνια έζησε μαζί μας. Ο πόνος μου ήταν στεγνός, ξερός, χωρίς δάκρυα. Η γυναίκα μου ξέσπασε σε λυγμούς. Έκλαψε πολλές φορές μέχρι το βράδυ. Έκλαιγε και τις επόμενες μέρες. Ο δικός μου πόνος παρέμεινε στεγνός, ξερός, χωρίς δάκρυα. (Ερμάκο μου, σε ευχαριστώ για την παρέα και τις χαρές που μας έδωσες. Εύχομαι ολόψυχα να ξαναβρεθούμε).
4
Προσωρινό μέλος της ζωντανής ανθρωπότητας, αργά ή γρήγορα θα γίνω κι εγώ μόνιμο μέλος της νεκρής ανθρωπότητας. Η ατομική μου ιστορία θα χαθεί για πάντα στο αχανές κοιμητήριο της λήθης. Αυτή είναι η βιογραφία μου στην απλούστερη μορφή της. Και με κάποιες διαφορές, και η βιογραφία κάθε ανθρώπου.
5
Μήπως δηλητηριάζω τη ζωή μου συλλογιζόμενος διαρκώς τον θάνατο; Είναι κακό να σκέφτομαι τόσο συχνά ότι κάποτε θα πάψω να υπάρχω; Δεν ξέρω για τους άλλους αλλά για μένα αυτή η ιδεοληψία με τα χρόνια λειτουργεί θετικά. Μόνο συλλογιζόμενος τη θνητότητά μου μπορώ να ζω φυσιολογικά: με βοηθά να μην παίρνω τίποτα στα σοβαρά (με εξαίρεση τον ανθρώπινο πόνο) και μειώνει όσο πρέπει την υπερβολική βούληση για δράση που είναι πάντα η αναγκαία συνθήκη για την εκδήλωση του κακού. (περισσότερα…)
Ἐμίλ Σιοράν, Εἶναι ὁ διάβολος σκεπτικιστής;
*
Ἐπιμέλεια στήλης-Μετάφραση
ΤΕΤΟΣ ΣΟΥΡΔΟΣ
Ὁ Ἐμίλ Σιοράν (ρουμανιστί Τσοράν) γεννήθηκε στίς 8 Ἀπριλίου τοῦ 1911 στό Ρασινάρι της Ρουμανίας. Ριζοχώρι των Καρπαθίων. Θά ἀναπολεῖ πάντοτε τίς παλιές καλές ἡμέρες πού ἔζησε ἐκεῖ. Ὁ πατέρας του, ὁ Ἐμιλιάν, ὀρθόδοξος ἱερέας. Ἡ μητέρα του, ἡ Ἐλβίρα, ἔκλινε πρός τήν ἀθεΐα. Τό 1922, ἕντεκα χρονῶν φοιτᾶ στό γερμανόφωνο Λύκειο τοῦ Σιμπίου, παρακείμενης πόλης. Περιφέρεται ἀσκόπως στά στενά σοκάκια. Πρῶτες κρίσεις ἀυπνίας. Πιθανῶς ἐκεῖ, στίς ροῦγες, «ἅρπαξε γιά πρώτη φορά τήν κακιά ἀρρώστια, τόν ἰό τῆς ἀλήθειας»… (Ἡ συνέχεια τοῦ εἰσαγωγικοῦ σημειώματος τῆς σειρᾶς, ἐδῶ).
![]()
Καί οἱ ἀπεχθέστερες ἀκόμα πράξεις, σάν αὐτές πού τό βάρος τῆς εὐθύνης τους φέρει ὁ διάβολος, εἶναι ὡς πρός τίς συνέπειες λιγότερο ἐπιζήμιες ἀπό τά σκεπτικιστικά ἐπιχειρήματα, ὅταν αὐτά παύουν νά ἀποτελοῦν ἕνα πρός ψυχαγωγία παίγνιο καί καταντοῦν ἔμμονη στάση. Καταστρέφω σημαίνει ὅτι ἀναπτύσσω μιά δράση, ὅτι δημιουργῶ ἀπ’ τήν ἀνάποδη, σημαίνει ὅτι κατά ἕναν ἰδιαίτερο τρόπο τάσσομαι ἀλληλέγγυος μέ ὅ,τι ὑπάρχει. Ὡς φορέας του μή-ὄντος, τό Κακό παρεμβάλλεται στήν οἰκονομία του ὄντος, εἶναι ἀπαραίτητο, ἐκπληρώνει μιά σημαντική, ἄν ὄχι ζωτική, λειτουργία.
Ποιά λειτουργία ὅμως ἐκπληρώνει ἡ ἀμφιβολία; Σέ ποιά ἀναγκαιότητα ἀνταπαντᾶ; Ποιός, ἐκτός ἀπό τόν ἀμφιβάλλοντα, τήν ἔχει ἀνάγκη; Ἀχρείαστη συμφορά, ἀπόλυτη συντριβή ἐλπίδων, δέν ἀνταποκρίνεται σέ καμιά ἀπό τίς θετικές ἀπαιτήσεις τῆς ζωῆς. Χωρίς εὔλογη αἰτία, θέτει τό ὅλον ἐν ἀμφιβολίᾳ, ἐνδοιάζει ἀκόμη κι ὅταν ὀνειροπολεῖ.
*
Πρός ἐπίτευξη τῶν σκοπῶν του, ὁ διάβολος, πνεῦμα δογματικό, μηχανεύεται ἐνίοτε τεχνάσματα σκεπτικιστικά· θέλει νά μᾶς κάνει νά πιστέψουμε ὅτι δέν ἐνδιατρίβει ὁλοψύχως σέ τίποτα, προσποιεῖται τήν ἀμφιβολία, εὐκαιρίας δέ δοθείσης τήν καλεῖ πάντοτε πρός ἐπίρρωση. Ἄν καί τή γνωρίζει καλά, ὡστόσο δέν αἰσθάνεται ποτέ ἰδιαίτερη εὐχαρίστηση μαζί της, τή φοβᾶται μάλιστα τόσο πολύ πού δέν εἶναι διόλου πεπεισμένος ὅτι θέλει πράγματι νά τή συστήσει ἤ νά τήν ἐπιβάλει στά θύματά του.
Τό δρᾶμα τοῦ ἀμφιβάλλοντος εἶναι μεγαλύτερο ἀπό τοῦ ἀρνητῆ, ἐπειδή τό νά ζεῖς χωρίς σκοπό εἶναι δυσχερέστερο ἀπό τό νά ζεῖς γιά ἕναν κακό σκοπό. Ὅθεν, ὁ σκεπτικιστής δέν διαπνέεται ἀπό σκοπούς: ὄντες ὅλοι τους εὔθραυστοι ἤ ἀβάσιμοι, ποιόν νά ἐπιλέξει; Ἡ ἄρνηση, ἀπό τήν ἄλλη, ἰσοδυναμεῖ μέ ἕνα πρόγραμμα· καταλαμβάνει τήν ὕπαρξη, ἐκπληρώνει καί τίς πιό ἀπαιτητικές ἀνάγκες της· πλήν αὐτοῦ, εἶναι ὡραῖο νά ἀρνεῖσαι, εἰδικά ὅταν εἶναι ὁ Θεός αὐτός πού πλήττεται: ἡ ἄρνηση συνιστᾶ πληρότητα, ὄχι κενότητα, μιά πληρότητα ἀνήσυχη καί ἐπιθετική. Ἄν ἡ σωτηρία βρίσκεται στήν πράξη, τότε ἡ σωτηρία τοῦ ἑαυτοῦ ἐπέρχεται διά τῆς ἄρνησης, ἀφοῦ χάριν αὐτῆς ἀκολουθῶ ἕνα σχέδιο, διαδραματίζω ἕναν ρόλο. Μποροῦμε νά καταλάβουμε γιατί ὁ σκεπτικιστής, μετανιωμένος πού διάλεξε νά βαδίσει σέ τεντωμένο σχοινί, ζηλοφθονεῖ τόν διάβολο. Ὁ λόγος εἶναι ὅτι, παρά τίς ὅποιες ἐπιφυλάξεις, ἡ ἄρνηση εἶναι πηγή δράσης καί βεβαιότητας: ὅταν ἀρνούμαστε, ξέρουμε τί θέλουμε· ὅταν ἀμφιβάλλουμε, ὁδηγούμαστε στό νά μήν ξέρουμε πιά.
Είναι ο συμβολισμός το αντίθετο του ρεαλισμού; (Μέρος Δεύτερο)
*
Θα προσπαθήσω εδώ να δώσω παραδείγματα για όσα υποστήριξα προηγουμένως, ώστε να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνάψεις και να περιοριστεί η ανάγκη για αναγωγή. Τα παραδείγματα αφορούν στη λειτουργία και τη φύση της συμβολιστικής ποίησης, αλλά και στην ποιότητα του λυρικού εγώ (άτομο ή τύπος ανθρώπου;) στα ποιήματα του συμβολισμού.
Εκκινώ από έναν στίχο του Ρεμπώ, τόσο συμβολιστικά άπεφθο κατ’ εμέ, που θα μπορούσε μόνος του να στέκεται σαν μανιφέστο. Ας σηκώσουμε τα μανίκια: Ύποπτο σήμα πανδοχείου εγώ[1]. Ο Ρεμπώ μάς είχε προειδοποιήσει στις επιστολές του: μην υπογραμμίζετε με τη σκέψη. Όμως, για λίγο θα τον παρακούσουμε προκειμένου να αποδειχτεί κάτι. Ρωτώ, λοιπόν: μπορεί αυτός ο στίχος να εξηγηθεί; Πώς μπορούμε να διαβάσουμε τη συμβολιστική ποίηση; Οι αναγνώστες χωρίζονται χοντρικά σε δύο κατηγορίες: έχουμε τον ενεργητικό αναγνώστη και τον παθητικό. Υπάρχει κι ένας τρίτος; Ναι, αλλά είναι σπάνιος: αυτός που συνενώνει τη φύση των δύο προηγούμενων. Ο πρώτος επιχειρεί να ερμηνεύσει οτιδήποτε διαβάζει, στήνει ενέδρα σε κάθε στίχο, χρησιμοποιεί ως δόκανο τον νου. Θέλει να καταλάβει, να συμμετάσχει διανοητικά. Ο δεύτερος διαβάζει περισσότερο διαισθητικά. Παραδίνεται στο κείμενο, αισθάνεται, και ξετυλίγει το πανί της φαντασίας για χάρη του ποιητικού προτζέκτορα. Συμμετέχει συναισθηματικά. Ας παρακολουθήσουμε, λοιπόν, την αναγνωστική πορεία τους πάνω στον στίχο του Ρεμπώ.
Ο ενεργητικός αναγνώστης ασφαλώς αντιλαμβάνεται ότι το κέντρο βάρους του στίχου είναι το πανδοχείο. Συνεπώς, εύλογα το χρησιμοποιεί ως κλειδί. Αρχίζει να διερευνά τον χώρο των πανδοχείων κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Ζητά να μάθει το εσωτερικό τους, τους θαμώνες, τη λειτουργία τους κτλ. Δεν αργεί να ξεθάψει το σάπιο κουφάρι αυτού του περιβάλλοντος, την παρακμή, τη φτώχεια, το έκφυλο, τη δυσωδία κ.ά. Ύστερα στρέφεται με αυτοπεποίθηση στη λέξη «σήμα». Τι σόι σήμα είναι αυτό; Σινιάλο; Κάτι που δηλώνει μια επικείμενη ανατροπή της τάξης, του νόμου; Είναι μήπως σήμα ανάγκης; Άραγε τα πανδοχεία εκείνη την εποχή παρήγαν κάποιο είδος φωτεινού γλωσσικού κώδικα; Πίσω στις εγκυκλοπαίδειες, πίσω στη μελέτη! Ας υποθέσουμε ότι ο πνευματικός ζήλος του αναγνώστη μας βρίσκει τη λύση. Αμέσως θα πρέπει να αναρωτηθούμε ποια είναι η αξία της σε σχέση με τον στίχο. Έχει άλλωστε συμβεί ξανά: ένας μελετητής του Ρεμπώ ανακάλυψε ότι η φράση «όχι άλλο γενηθήτω» κατάγεται από τους τάφους των στρατιωτών του Γαλλοπρωσικού πολέμου. Σε πολλούς τέτοιους τάφους υπήρχε η ευλαβής επιγραφή «Γενηθήτω», δηλώνοντας τη χριστιανική ανάσταση των νεκρών. Εξαίρετα. Και τώρα τι; Πώς αυτή η πληροφορία έχει κάτι να προσθέσει στον στίχο; Γιατί δεν είναι μια κειμενική αναφορά του ίδιου του Ρεμπώ; Μήπως επειδή, όπως έγραψα στο πρώτο μέρος, ο συμβολισμός υπαινίσσεται; Η αφαιρετικότητα των συμβολιστών είναι σκόπιμη. Όπως έλεγε ο Μαλλαρμέ, σου μιλούν για ένα λουλούδι δίχως να το ονομάζουν. Γιατί ζητάνε την ουσία του λουλουδιού, γιατί το ίδιο το λουλούδι τούς είναι άχρηστο[2]. Αν σου μιλήσουν ευθέως για ένα λουλούδι, δε θ’ αποκαλύψουν αυτό που κρύβεται πίσω του, δε θα υποβάλουν. Κι ερχόμαστε εμείς, σηκώνουμε τα χεράκια μας και λέμε «κύριε, κύριε, το βρήκα, το βρήκα! Το λουλούδι είναι!». Συγχαρητήρια, αλλά μόλις καταστρέψατε ένα τρυφερό κι ευαίσθητο συμβολιστικό ποίημα, διαλύοντας το μαγνάδι της αφαιρετικότητας. (περισσότερα…)
Φρανσίσκο ντε Αλμέιδα, Μια παρουσίαση και μια συνομιλία με τον Βραζιλιάνο εικαστικό
*
της ΕΛΕΝΑΣ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ
Από το «brihlo do ceu» ώς την «oracão pra lua»
Το σοκ τής αναμέτρησης με το απρόσμενο. Το δέος τής καταβύθισης στο ποιητικό σύμπαν τού εικαστικού γίγνεσθαι. Το τετελεσμένο τής συνειδητοποιημένης ασυνειδητότητας – της απώλειας του Εγώ, ενώπιον ενός πανδαιμονίου συμβόλων, ενός οργίου εσωτερικότητας, της ανάκτησης του δικαιώματος στην ιεροτελεστία, ενώπιον μιας έκρηξης αστρικής, μιας θηλυκής προσευχής και της προσευχής στη θηλυκότητα: η αναμέτρηση με την «Hφαιστειακή έκρηξη του στήθους».
Ναι. Οι λέξεις αυτές θα μπορούσαν να είναι μεταμοντέρνες αρλούμπες διανοουμενίστικης απόχρωσης. Δεν είναι. Κάποτε, απλά, τα περιθώρια και της ίδιας της γλώσσας ακόμη στενεύουν. Κάποτε, οι δυνατότητές της πρέπει να επινοηθούν απ’ την αρχή, ειδικά αν καλούνται να αποτυπώσουν νέες και εκ νέου επινοημένες δυνατότητες της τέχνης. Και πώς να περιγράψεις με λέξεις μιαν ηφαιστειακή έκρηξη του στήθους;
Αυτά τα τρία, πάντως, το σοκ, το δέος και η έκσταση είναι που διαδέχτηκαν ακαριαία το ένα το άλλο, όταν, προσερχόμενη ανυποψίαστη σε συναυλία που με είχαν καλέσει στην Πρεσβεία της Βραζιλίας στο Βερολίνο, βρέθηκα πρόσωπο με πρόσωπο –σκοντάφτοντας θαρρείς– με την ισομεγέθη Γοργόνα με τα χρυσά φτερά. Το επιφώνημα έγινε αντιληπτό στους γύρω μου που λίγο αργότερα σίγουρα θα αναρωτιούνταν τι να κάνει εκεί τόσην ώρα καρφωμένη στην είσοδο ως άλλη στήλη άλατος η… Βραζιλιάνα(;), τη στιγμή που τα τεκταινόμενα θα συνέβαιναν εντός ολίγου στο βάθος της αίθουσας.
Και όμως, εκεί ήταν το μέρος το σωστό, το ακριβές σημείο όπου, στεκούμενη, συντελέστηκε αυτό που με μία λέξη, εικάζοντας, ονομάζουμε μαγεία. Σαν ωστικό κύμα που αίφνης καταργεί την ακοή σου, σαν σφαλιάρα που ξάφνου σε ‘ξυπνά’, σαν θαλάσσιο κύμα που μεμιάς σε ανατρέπει, αυτή η ξυλογραφία, διαστάσεων 1,85×1,50m έγινε η θύρα εισόδου σε ένα μαγικό και ποιητικό εικαστικό σύμπαν. Ήταν εκεί. (περισσότερα…)
«στον σπασμό του το απόλυτο το αστέρι…»
*
Στις 2 του Δεκέμβρη 1944 «γεννήθηκε στη Σαλονίκη» ο Διονύσης Σαββόπουλος. Μνεία τιμητική στην επέτειο, ένα απόσπασμα για τον ποιητή από παλιότερο δοκίμιο του Κ. Κουτσουρέλη.
~.~
Ο Διονύσης Σαββόπουλος επηρέασε την εξέλιξη του ελληνικού τραγουδιού όσο κανείς άλλος τις τελευταίες δεκαετίες. Για να μην παρεξηγηθώ: δημιουργούς πληρέστερους, πλατύτερους, καθολικότερους εκείνου, η μουσική μας προφανώς διαθέτει. Και μόνο το όνομα του Μίκη εδώ θ’ αρκούσε. Όμως ο Σαββόπουλος δεν είναι ένας απλώς από τους πρωταγωνιστές του ελληνικού τραγουδιού μισόν αιώνα τώρα. Όπως έχει ειπωθεί, είναι ο άνθρωπος που φέρνει στην Ελλάδα τον τύπο του βάρδου της ροκ, που με τη σειρά του αναβιώνει τον παμπάλαιο τύπο του ραψωδού ή του τροβαδούρου. Συνενώνοντας στο πρόσωπό του και τις τρεις ιδιότητες που συνδιαμορφώνουν το τραγούδι, και τη σύνθεση και τη στιχουργική και την ερμηνεία, ο Σαββόπουλος επηρεάζει τους νεώτερούς του τραγουδοποιούς σε βαθμό ανώτερο από κάθε άλλον ομότεχνό του.
Για τους στίχους του Σαββόπουλου μπορεί να μιλάει κανείς για ώρες. Μπορεί να σταθεί στην πολιτική, την κριτική τους πλευρά, λ.χ. αυτήν που σαρκάζει τη δομική ανισορροπία της σύγχρονης ζωής:
σ’ ευχαριστώ ω εταιρία
εν αφθονία μου παρέχεις
στέγη τροφή και προστασία
σ’ ευχαριστώ ω εταιρία
Ή που διεκτραγωδεί τα εθνικά μας πάθη, όπως στο τραγούδι του 1974 για την Κύπρο:
Σ’ αυτό το σχήμα που ξεβάφει αίμα και δάκρυ
δεν έχεις τίποτ’ ακριβό να παραδώσεις
μόν’ τη φλογίτσα που τσιρίζει στις κλειδώσεις
και κάνα φράγκο στο κουτί που ’ναι στην άκρη. […]
Κι αν λέω ψέματα κι αν λέω παραμύθια
κι η ζητιανιά τα δυο χεράκια μου στραβώνει
μη με μαλώνεις, μόνο δώσε μια βοήθεια
το άδειο μας πρόσωπο η Κύπρος το πληρώνει.
Ή μπορεί πάλι να σταθεί στην ερωτική του πλευρά, στον ποιητή που υμνεί τη γυναικεία μορφή όταν παραδίδεται, θροΐζοντας στην κυριολεξία μέσα από τις αλεπάλληλες συνηχήσεις του θήτα και του ρο, στο αμίμητο λίκνισμα ενός ταγκό: (περισσότερα…)
Το Παραμύθι που δεν το ’λεγε κανείς
*
Μια φορά κι έναν καιρό
ήταν ένα Παραμύθι
που δεν το ’λεγε κανείς
κι είχε πεταχτεί στη λήθη
και για να μην ξεχαστεί
αφηγόταν τον εαυτό του
μα κανένας για ν’ ακούσει
δεν βρισκότανε εμπρός του.
Ώσπου μία μέρα δάκρυ
σ’ ενός σύννεφου την άκρη
κάθεται και τί να δει! –
ένα νιόγεννο παιδί
και τα μάτια του δυο άτια
το κοιτούσαν μες στα μάτια.Βάνει μπρος το Παραμύθι
κι αφηγείται τον εαυτό του
με φωνή τρεμουλιαστή
κι ένα πλάνταγμα στα στήθη.
Τα ματάκια το κοιτούσαν
δίχως κάτι να ζητούσαν
και τ’ αυτάκια αφουγκραζόταν
όλα όσα αφηγιόταν
και τα χείλη του γελούσαν,
τα χεράκια του κουνούσαν
κι ένα κλάμα σαν λουλούδι
συμφωνούσε στο τραγούδι.Σαν τελειώνει η ιστορία
το παιδί με απορία
κοίταξε το Παραμύθι
μα εκείνο αποκοιμήθη.
Το μωράκι το φροντίζει
κι αρχινά το νανουρίζει,
μ’ ένα δάκρυ το σκεπάζει
κι ένα σύννεφο θηλάζει.ΑΡΗΣ ΜΑΝΟΥΡΑΣ
*
*
*
Ο καλύτερος φίλος του (μαύρου) σκύλου…
*
του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ
Βlack dog του Γκουάν Χου: Κίνα και πάλι. Όχι μια Κίνα αστική τούτη τη φορά, όχι μια Κίνα των ενδοοικογενειακών ημιτονίων, όπως στη Σύντομη ιστορία μιας οικογένειας, που μας απασχόλησε σε προηγούμενο σημείωμα, αλλά μια Κίνα του ανοιχτού ορίζοντα και των παμπάλαιων παραδόσεων.
Οπότε:
Έρημος Γκόμπι. Ερημική και ημιερημική έκταση της Κεντρικής Ασίας, που καλύπτει κυρίως περιοχές της Κίνας και της Μογγολίας. Κλίμα ηπειρωτικό και ξηρό με θερμοκρασίες μεταξύ 40 και 45 βαθμών Κελσίου το καλοκαίρι. Σπάνια βλάστηση, και πανίδα με άγρια άλογα και καμήλες. Οι περισσότεροι κάτοικοι νομάδες και βοσκοί.
Αυτή η έρημος χωρίζει την πόλη, στην υπόθεση της ταινίας, από τον υπόλοιπο κόσμο, από το Πεκίνο της Ολυμπιάδας. Την αποκλείει σχεδόν, είναι υπαίτια για την οικονομική της καθυστέρηση και την οπισθοδρόμηση των ηθών, υπαίτια για την παραγωγική της υστέρηση, για τις δυσχέρειες του εκμοντερνισμού της.
Είναι ωστόσο αυτή που δίνει την υποψία των ανοιχτών προοπτικών στην πόλη, σε μια πόλη που οι τσιμινιέρες της, οι ηλεκτρικοί πυλώνες και τα τηλεγραφόξυλα, αλλά και τα τραίνα που τη διασχίζουν αδιάλειπτα στο βάθος της, υπονοούν το επιτακτικό και επιβεβλημένο άνοιγμα σε ευρύτερους ορίζοντες χάριν ζωτικών λόγων ύπαρξης.
Λύσσα. Λοιμώδης νόσος του κεντρικού νευρικού συστήματος, που μεταδίδεται από δάγκωμα σκύλων και άλλων σαρκοφάγων. Οδηγεί συνήθως τον άνθρωπο στον θάνατο μέσα από σπασμούς· προκαλεί υδροφοβία, ακόμη και με τη θέα του νερού λόγω του συνειρμού νερού-κατάποσης. Μπορεί να θεραπευτεί μέσω ορού ή εμβολίου προκαλώντας όμως βαριές αντιδράσεις. Έχει εξαφανιστεί σχεδόν από την Ευρώπη, όπου έχει επιβιώσει κυρίως μέσω της γλωσσικής συνδηλωτικής της σημασίας. (περισσότερα…)
Με ποιόν να πας και ποιόν ν’ αφήσεις;
*
Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ
~
Με ποιόν να πας και ποιόν ν’ αφήσεις;
Τα βιβλία είναι καλοί φίλοι του ανθρώπου αλλά ο συνωστισμός τους προξενεί αργά η γρήγορα γενικευμένη κρίση ζηλοτυπίας που κλιμακώνεται εν μέσω εμπρηστικών τριβών και μισαλλοδοξίας. Αναπτύσσεται μία διάθεση εκτοπισμών, απειλούνται συρράξεις και ο αναγνώστης που κινδυνεύει να βρεθεί μεταξύ διασταυρούμενων πυρών καταφεύγει στην ύστατη αποτρεπτική χειρονομία. Προσθέτει στις ήδη υπάρχουσες μια ακόμα βιβλιοθήκη και αποδύεται σε μια επιχείρηση αποσυμφορήσεως που μοιραία προκαλεί νέα εμφράγματα. Διότι η βιβλιοθηκονομία είναι σπουδαία επιστήμη επειδή καταπιάνεται με δυσεπίλυτα προβλήματα. Η μεθοδολογία της έχει την αυστηρότητα συνεσταλμένης γεροντοκόρης: μαγνητίζεται από τους σκοπέλους που προσπαθεί να αποφύγει και όσο εξελίσσεται, η διχοστασία της εντείνεται. Στον Μεσαίωνα, ροδαλά αγορίστικα κωλαράκια και ασχημάτιστα κοριτσίστικα στήθη ήταν αδύνατον να συνυπάρξουν στις εικονογραφημένες εκδόσεις περί του φύλου των αγγέλων. Τα εγχειρίδια δαιμονολογίας χωρίζονταν από τις θεολογικές πραγματείες μ’ ένα τείχος εξορκισμών και οι αποκηρυγμένοι συγγραφείς φυλακίζονταν σε αποστειρωμένες αίθουσες μακριά από τους εγκεκριμένους. Στη βικτωριανή περίοδο, οι κυρίες που επιμελούνταν τη σύνθεση της οικιακής βιβλιοθήκης απαγόρευαν την ερεθιστική επαφή μεταξύ συγγραφέων διαφορετικού φύλου, ιδιαίτερα αν ήταν έγγαμοι, ενώ στους ελεύθερους συζυγικών δεσμών επέτρεπαν να συσφίξουν τις σχέσεις τους στο ίδιο ράφι, πάντα υπό την επιστασία ενδιάμεσων ηλικιωμένων κηδεμόνων. Η προοδευτική εποχή μας επέλυσε βέβαια αυτά τα προβλήματα, καραδοκούν όμως άλλα, περισσότερο πολύπλοκα. Σύμφωνα με την κρατούσα εθιμική τάξη τα λεξικά πάνε με τα λεξικά. Είναι όμως φρόνιμο να βάλεις το ομηρικό λεξικό του Πανταζίδου δίπλα στο λεξικό των συνθετών του Καντέ αντί να εξασφαλίσεις τη συνακρόασή του με τις σειρήνες της Οδύσσειας; Οι βιογραφίες πάνε με τις βιογραφίες, αλλά μπορείς να τοποθετήσεις τη βιογραφία του σκυθρωπού Καντ από τον επίσης φιλόσοφο Ερνστ Κασσίρερ πλάι στη βιογραφία του φασαριόζου Τζόυς από τον Παίηντερ; Τα απομνημονεύματα πάνε με τα απομνημονεύματα, αλλά σου πάει η καρδιά να χωρίσεις τις αναμνήσεις της Σελέστ Αλμπαρέ από το έργο του λεπτοφυούς Προυστ και να την υποχρεώσεις να υφίσταται, πλάτη με πλάτη, τους κομπασμούς και το άγαρμπο φλερτ του αρειμάνιου στρατηγού Σαράϊγ; Λύση ασφαλώς υπάρχει αλλά είναι δαπανηρή: δύο αντίτυπα για κάθε αμφιλεγόμενη κατάταξη. Ένα πιστό στο είδος και στη σειρά του κι ένα να λιποτακτεί προς τις εκλεκτικές συγγένειες της καρδιάς του. (περισσότερα…)
Ἠλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος (1930-2024)
*
ΟΙ ΦΡΑΚΑΣΑΝΕΣ
Καθὼς γύριζα ἀπὸ τὸ σχολεῖο ἐκεῖνο τὸ μεσημέρι, ἔπιασε ξαφνικὰ μιὰ μπόρα καὶ ἔγινα μούσκεμα. Φοβήθηκα νὰ ἀκολουθήσω τὸν συνηθισμένο μου δρόμο κάτω ἀπὸ τὶς μεγάλες πεῦκες καὶ ἔτσι πῆρα τὴν γυμνὴ δημοσιά, ποὺ καταλήγει στὸ χωριό. Στὸ χτῆμα ἔφτασα τὴν ὥρα ποὺ ἔβγαινε πάλι ὁ ἥλιος, καὶ μπῆκα μέσα σκαρφαλώνοντας πάνω ἀπὸ τὸ μεγάλο πορτόνι μὲ τὶς βρεμένες ροδοδάφνες. Στὸ περιβόλι ὅλα ἦταν γαλήνια, φρεσκοπλυμένα καὶ καταπράσινα, οἱ ἀχλαδιές εἶχαν ἀκόμα μερικὰ ἄνθη, στὰ φύλλα τους κρατοῦσαν χοντρὲς σταγόνες τῆς βροχῆς ποὺ γιάλιζαν σὰν χάντρες. Ἡ τελευταία βροχὴ τῆς χρονιᾶς, σκέφτηκα. Τότε εἶδα τὴν Ἑλένη. Ἔβγαινε ἀπὸ τὸν κῆπο κρατώντας στὸ χέρι ἕνα μεγάλο ἄσπρο τριαντάφυλλο. Ἐρχόταν πρὸς τὸ μέρος μου ἀργά, ὁ ἥλιος στεφάνωνε τὰ μαλλιά της, κάτω ἀπὸ τὴν μαύρη ποδιά της πρόβαλαν δυὸ ὁλοστρόγγυλα βυζιά.
Γύρεψα μιὰ πρόφαση νὰ τὰ πιάσω. Ἑλένη, τῆς εἶπα, γιατὶ δὲν ἔρχεσαι νὰ σοῦ δίνω τριαντάφυλλα, πίσω ἀπὸ κείνη τὴν πασχαλιὰ ὁ πατέρας μου ἔχει φυτέψει μιὰ τριανταφυλλιὰ κατακίτρινη. Θέλω, μοῦ λέει, τὸ τετράδιό σου τῆς Γεωλογίας, θὰ σοῦ τὸ φέρω τὴν Παρασκευή. Τὸ πῆρε κι ἔφυγε λέγοντας σὲ εὐχαριστῶ πολὺ καὶ τὴν Παρασκευὴ μοῦ τὄφερε ὁ ἀδελφός της, ἕνας τσόγλανος καμιὰ δωδεκαριὰ χρονῶν, ψηλότερος ἀπὸ μένα δυὸ κεφάλια, μαλλιαρός, μὲ μιὰ χοντρὴ μονοκόμματη φωνή.
Ἕνα μεσημέρι καθόμουν κάτω ἀπὸ ἕνα δέντρο καὶ διάβαζα. Δίπλα μου εἶχα μιὰ στάμνα μὲ νερό, ἔκανε ζέστη, κάθε τόσο ἔπινα λίγο νερὸ καὶ ὕστερα κατάβρεχα λίγο τὴ γῆ. Τὸ χῶμα εἶχε σκάσει σὲ μεγάλα κομμάτια, ὅταν τὸ πότιζα θρυμματιζόταν ἀφήνοντας μιὰ εὐχάριστη, βαρειὰ μυρουδιά. (περισσότερα…)
Γιατί διαβρώθηκε η πίστη μας προς την πρόοδο;
*
Κηρύγματα υπέρ της προόδου ακούμε εδώ και 250 χρόνια. Ωστόσο, σύμφωνα με τον κοινωνιολόγο Andreas Reckwitz, οι απώλειες εξαιτίας της προόδου διαρκώς μεγεθύνονται. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι βλέπουν τους εαυτούς τους ως ηττημένους της προόδου. Τι έχουμε χάσει από τότε που αρχίσαμε να ζούμε «μοντέρνες» ζωές;
Ήδη με τη μελέτη του Gesellschaft der Singularitäten (Η Κοινωνία των Μοναδικών, Suhrkamp, 2017) ο Ρέκβιτς, καθηγητής της Γενικής Κοινωνιολογίας και της Πολιτισμικής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Χούμπολντ του Βερολίνου, μας προσέφερε έναν πολυσυζητημένο οδηγό για την κατανόηση του καιρού μας.[1] Αν η απήχηση μετριέται με τη διεθνή καταξίωση, στο πρόσωπο του Ρέκβιτς, του οποίου τα βιβλία έχουν μεταφραστεί σε 20 γλώσσες, η Γερμανία έχει έναν μεγάλο αστέρα. Στο νέο του βιβλίο Verlust: Ein Grundproblem der Moderne (Απώλεια: Ένα θεμελιώδες πρόβλημα της Νεωτερικότητας, Suhrkamp 2024), το οποίο σημειώνει εξίσου μεγάλη επιτυχία, πραγματεύεται ένα από τα κεντρικά αν και συνήθως παραβλεπόμενα μείζονα θέματα των δυτικών κοινωνιών μας.
Περί τίνος πρόκειται; Αντικείμενο του συγγραφέα είναι οι «χαμένοι του εκσυγχρονισμού», αν και αυτή η διατύπωση παραπλανά λόγω της στενότητάς της. Το θέμα του βιβλίου είναι όλα αυτά που παραμερίζουμε στο όνομα της προόδου, αλλά την απώλειά τους την παραβλέπουμε επειδή ο σύγχρονος κόσμος φαίνεται να έχει σχεδιαστεί ώστε να τιθασεύει και να ελαχιστοποιεί τέτοιους είδους απώλειες. Να αποκρούει τους αστάθμητους παράγοντες της φύσης μέσω της τεχνολογίας, τις ασθένειες μέσω της ιατρικής, τον πόλεμο μέσω της «αιώνιας ειρήνης» (Καντ), να ξεπερνά τη φτώχεια και να ανοίγει τον δρόμο στην ατομική ευημερία χωρίς καμιά αρωγή και εποπτεία της εκκλησίας. Όταν μιλάμε για Νεωτερικότητα, εννοούμε τα τελευταία 250 χρόνια, τα οποία σφραγίστηκαν από την εκβιομηχάνιση και τον εξεπιστημονισμό, την εμπορευματοποίηση, την εκκοσμίκευση και τον εκδημοκρατισμό και που, στα χαρτιά, είχαν μόνο ευεργετικά αποτελέσματα.Τη λεγόμενη «πρόοδο». (περισσότερα…)
Απαραγνώριστα αμερικανικό
*
ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 11:24
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ
Ακούγεται ίσως παράδοξο, αλλά δεν είναι. Από πολλές πλευρές η αμερικανική κοινωνία είναι αρχαϊκότερη, παραδοσιακότερη των ευρωπαϊκών. Ο κοινοτισμός της, η θρησκευτικότητα, η λαϊκή κουλτούρα, ο πατριωτισμός και οι ποικίλοι τοπικισμοί, το αγωνιστικό πνεύμα που διαποτίζει κάθε έκφανση της συλλογικής ζωής από τα σπορ ώς την οικονομία, μέχρι και η ομιλούμενη αγγλική σε ορισμένα μέρη, περισώζουν έθη και στάσεις και τελετές που στην Ευρώπη έχουν χαθεί εδώ και δεκαετίες.
Ακόμη και στις πιο χάι τεκ περιοχές της χώρας υπάρχει κάτι το απαραγνώριστα αμερικανικό, σε αντίθεση με τον άψυχο κενό κοσμοπολιτισμό που συναντά κανείς στην ολότελα εκτουρισμένη Ευρώπη. Η τεράστια πολιτισμική γοητεία που ασκούν οι ΗΠΑ σε όλον τον κόσμο οφείλεται κατά μεγάλο μέρος σε αυτήν την αυθεντικότητα του λαϊκού στοιχείου που φαίνεται να αντέχει παρά την εμπορευματοποίηση και τον εκχρηματισμό των κοινωνικών σχέσεων.
Κατά κάποιο τρόπο που αξίζει να τον μελετήσουμε, ώς και ο καπιταλισμός στις ΗΠΑ έχει λαϊκό πρόσημο, είναι κομμάτι της ζώσας ιστορίας, όχι μόνο ψυχρός κηδεμόνας της.
///
Ιδιωτικές φωτογραφίσεις που διαρρέουν, έγγραφα καταχωνιασμένα, γράμματα απόρρητα, ντροπιαστικά μυστικά… Σε σχέση με τον παραδοσιακό, αναλογικό κόσμο που μας περιβάλλει, ο κυβερνοκόσμος αποδεικνύεται πολύ λιγότερο εχέμυθος. Όμως δεν είναι αυτή η κύριά του πρωτοτυπία. Για πρώτη πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία, δεν είναι μόνο οι από πάνω που παρακολουθούν τους από κάτω – πλέον γίνεται ευχερώς και το αντίστροφο. Η ηλεκτρονική δικτύωση μάς έχει κάνει όλους περίοπτους στα εταστικά βλέμματα, έκθετους στη φιλοπεριέργεια των οικείων και την επιβουλή των εχθρών, αθέλητους ηθοποιούς σ’ έναν πλανητικό θίασο. Οι ερωτικές μας περιπτύξεις, οι μοχθηρές ή ανάλαφρες ακριτομυθίες και οι όζουσες συναλλαγές μας είναι τα νέα θεάματα και ακροάματα αυτού του θιάσου – ένα οικουμενικό reality όπου υποδυόμαστε όλοι θέλοντας και μη τον εαυτό μας.
/// (περισσότερα…)











