Δευτέρα 24 Ιουλίου | Το Κοινωνικό Ασυνείδητο στη σύγχρονη πραγματικότητα

*

ΘΕΑΤΡΟ ΚΥΔΩΝΙΑ, ΑΙΘΡΙΟΣ ΧΩΡΟΣ
ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΟΥ 2023

Δευτέρα 24 Ιουλίου, 9.00 μ.μ.
Ομιλία – Συζήτηση με το κοινό

Το Κοινωνικό Ασυνείδητο
στη σύγχρονη πραγματικότητα

Ο ψυχίατρος και ψυχοθεραπευτής Κωνσταντίνος Λιόλιος σε μια συνάντηση με το κοινό αναλύει την έννοια του Κοινωνικού Ασυνειδήτου συσχετίζοντάς το με παραδείγματα και αναφορές από την ψυχοπαθολογία των ημερών μας.

Είσοδος ελεύθερη

*

Φόλκερ Γκέρχαρτ, Για την Κοινωνική Οντολογία του Παναγιώτη Κονδύλη

*

Το ακόλουθο άρθρο του Volker Gerhardt, καθηγητή της κοινωνικής φιλοσοφίας και της φιλοσοφίας του δικαίου στο Πανεπιστήμιο Χούμπολτ του Βερολίνου, πρωτοείδε το φως την 4η Μαΐου 2000 στην εφημερίδα DIE ZEIT ως βιβλιοκρισία για το τελευταίο έργο του Παναγιώτη Κονδύλη, Das Politische und der Mensch. Grundzüge der Sozialontologie, Akademie Verlag, Βερολίνο 1999. (Ελληνική έκδοση: Παναγιώτης Κονδύλης, Το πολιτικό και ο άνθρωπος. Βασικές αρχές της κοινωνικής οντολογίας, 2 τόμοι, μετάφραση Λευτέρης Αναγνώστου, Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 2007).

~.~

Τη ζωή του ανθρώπου τη νοηματοδοτούν μόνον οι πράξεις του.
Π. ΚΟΝΔΥΛΗΣ

Όσο περισσότερο αφήνουμε πίσω μας τον Εικοστό αιώνα, τόσο περισσότερο θα ανακαλύπτουμε ότι προς τα τέλη του έζησε στη Χαϊδελβέργη ένας διδάκτορας της φιλοσοφίας που, κινούμενος πέρα και έξω από τα πανεπιστημιακά θέσμια, συνέχισε την παράδοση του Μαξ Βέμπερ με τρόπο πιο δημιουργικό και πρωτότυπο απ’ όλους τους κρατικοδίαιτους καθηγητές της πολιτειολογίας, της κοινωνιολογίας και της φιλοσοφίας μαζί. Κι αυτό ισχύει παρά τα όσα σημαντικά συνεισέφερε στην πολιτική θεωρία ένας Καρλ Γιάσπερς, και δεν επιζητεί να αμφισβητήσει τα επιτεύγματα των ιστορικών που εντρυφούν σ’ όλους αυτούς τους κλάδους.

Ο λόγος είναι για τον Παναγιώτη Κονδύλη, ο οποίος στη δεκαετία του ’70 εκπόνησε μια μεγάλη, φιλόδοξη διδακτορική διατριβή πάνω στη Γένεση της διαλεκτικής (1979), χωρίς όμως αργότερα να εξελιχθεί ακαδημαϊκά ούτε στη Χαϊδελβέργη, ούτε στην Αθήνα. Αυτό ήταν, όπως δίχως δισταγμό θα ομολογούσαμε, και συνέπεια της ευρύνοιας του πνεύματός του που ήξερε να χειρίζεται τεράστιους όγκους υλικού και να υπερσκελίζει με τρόπο κυρίαρχο τα όρια των επιμέρους γνωστικών κλάδων. Καθένα από τα κατοπινά του έργα, που ακολούθησαν σε πυκνά διαστήματα, θα μπορούσε να γίνει ανέτως δεκτό στις Φιλοσοφικές Σχολές ως υφηγετική διατριβή. Καθώς όμως τόσο στη Γερμανία, όσο και στην Ελλάδα δεν του παραχωρήθηκε καν η ιδιότητα του υφηγητή, ο Κονδύλης είχε την ευκαιρία να προσδώσει νέο κύρος στον από καιρό, όπως πιστεύαμε, παροπλισμένο τίτλο του «ιδιωτεύοντος λογίου» [Privatgelehrte].

Όλες οι μεγάλες εργασίες του Παναγιώτη Κονδύλη –από τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό (1981) και τον Συντηρητισμό (1986) ώς τη Θεωρία του πολέμου (1988) και την Κριτική της μεταφυσικής στη νεότερη σκέψη (1990)– αναδιφούν τους ιστορικούς και ανθρωπολογικούς όρους της κοινωνικής σκέψης. Ύστερα από το περιεκτικό πρώτο σχεδίασμα του Ισχύς και απόφαση (1984), μπορούσαμε να εκλάβουμε όλα τα γραπτά του συγγραφέα ως προεργασίες για μια συστηματική και συνολική πραγμάτευση της κοινωνικής φιλοσοφίας.

Πράγματι ο Κονδύλης ξεκίνησε να συντάσσει το έργο αυτό τη δεκαετία του ’90, με κύριο ζητούμενο να περιγράψει και να διευκρινίσει τι τέλος πάντων εννοούμε με την έννοια «κοινωνία»: Πώς την διακρίνουμε από τα συμβεβηκότα του φυσικού περιβάλλοντος; Πώς μπορούμε να συλλάβουμε το ρόλο της ως θεμελιώδους όρου για την ύπαρξη ατόμων και θεσμών, πολιτισμού και πολιτικής; Τι σημαίνει τελικά κοινωνικό γεγονός;

Αυτά είναι τα στοιχειώδη ερωτήματα μιας οντολογίας που δεν θεματίζει το Είναι ως όλον, αλλά εστιάζει όλη της την προσοχή στην κοινωνία. Ο Κονδύλης κάνει λόγο για «κοινωνική οντολογία» και σχεδίαζε να εκθέσει τα θεμελιώδη της γνωρίσματα σε ένα έργο με πάνω από δύο χιλιάδες σελίδες και τον τίτλο Το πολιτικό και ο άνθρωπος. Πρόκειται για εγχείρημα που εκκρεμεί το αργότερο από την εποχή του Κόντ και του Μαρξ. Όμως τα εξαρτημένα ανακλαστικά της κοινωνικής θεωρίας απέναντι σε οτιδήποτε θα μπορούσε να όζει «μεταφυσικής», το αντιστρατεύονταν. Έτσι στον συγγραφέα ανήκει η τιμή ότι αποτόλμησε να καταπιαστεί με ένα μεγάλο σχέδιο, εκεί όπου απέτυχαν οι κοινωνιολόγοι και οι φιλόσοφοι του 19ου και 20ού αιώνα. (περισσότερα…)

Το ταμείο

*

Ήταν λίγο μετά τις τρεις, όταν μπήκε στην καφετέρια. Δεν είχε πολύ κόσμο τέτοια ώρα. Διάλεξε ένα από τα τραπέζια κοντά στη τζαμαρία. Νύσταζε πολύ. Είχε πάνω από έναν μήνα που δεν μπορούσε να κοιμηθεί τα βράδια. Κοιμόταν για λίγο το χάραμα και την άλλη μέρα πάλι τα ίδια. Παρ’ όλα αυτά δεν ήθελε να αλλάξει τη ρουτίνα της υπόλοιπης ημέρας. Πριν την καφετέρια είχε πάει στο σουπερμάρκετ. Είχε διαλέξει το ταμείο με τη μεγαλύτερη ουρά, για να έχει όσο γίνεται περισσότερο χρόνο να παρατηρήσει τους ανθρώπους που περίμεναν. Πριν από αυτόν ήταν μια γυναίκα γύρω στα σαρανταπέντε με σκουροκόκκινα μαλλιά. Κατά την προσφιλή του συνήθεια, άρχισε να φτιάχνει την ταυτότητά της. Ίσως τη λένε Μαίρη. Εργάζεται σε δημόσια υπηρεσία και πήγε στο σουπερμάρκετ μεσημέρι Παρασκευής για τα ψώνια της εβδομάδας. Έχει δύο παιδιά. Τα τρόφιμα για το πρωινό και το δεκατιανό στο καρότσι της ήταν πολλά για ένα παιδί και λίγα για τρία. Άραγε τι θα σκεφτόταν αν ήξερε ότι αυτός ήταν κατάσκοπος της καθημερινότητάς της;

Παρήγγειλε έναν εσπρέσο μέτριο. Εκείνη τη στιγμή, χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η Αναστασία, η γραμματέας του εκδότη του. Πήρε να του θυμίσει την ομιλία του στο καφέ του εκδοτικού οίκου την επόμενη Τετάρτη. Ήταν ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα του οίκου. Η τελευταία του συλλογή διηγημάτων είχε βγει την προηγούμενη χρονιά και είχε πάει πολύ καλά. Ήταν η τέταρτη συλλογή που είχε εκδώσει μέσα σε επτά χρόνια. Όχι κι άσχημα. Τον άλλο μήνα θα γινόταν τριανταεννέα. Νέος ακόμη ή και όχι τόσο πλέον.
Ένιωθε ότι είχε φτάσει στο τέλος ενός δρόμου. Δεν είχε άλλο. Οι μικρές ιστορίες σαν να μην μπορούσαν πλέον να στεγάσουν όλα όσα ήθελε να γράψει. Κάτι έμενε ακάλυπτο, ανείπωτο. Από καιρό τον πολιορκούσε η σκέψη της συγγραφής ενός μυθιστορήματος. Στην αρχή της καριέρας του το φοβόταν. Σαν να ήταν μια μάχη για την οποία δεν είχε ακόμη ούτε τα κατάλληλα όπλα ούτε το ανάλογο θάρρος. Τώρα όμως ίσως είχε έρθει η ώρα της αναμέτρησης.

Έβγαλε το σημειωματάριό του. Αποφάσισε ότι αυτή θα ήταν η αρχή της προετοιμασίας για αυτή τη μάχη. Έγραψε: «Παρασκευή, 15.29». Σκέφτηκε να το κάνει 30, αλλά μετά αποφάσισε να κρατήσει την ακρίβεια του 9. Σημαδιακός αριθμός, όπως αυτή η εκκρεμότητα του 9 στην ηλικία του. Θα άρχιζε τώρα αμέσως, το πρώτο του μυθιστόρημα.

Θυμήθηκε την πρώτη φορά που τον επισκέφθηκε η επιθυμία, η ανάγκη μάλλον της συγγραφής. Ήταν δέκα ετών περίπου και διάβαζε ένα εικονογραφημένο βιβλίο για την αργοναυτική εκστρατεία. Είχε θυμώσει που ο Ιάσονας έκλεψε το χρυσόμαλλο δέρας. Είχε καιρό που αυτό κειτόταν αναπαυτικά πάνω στη βελανιδιά, που έλαμπε στο πρωινό φως. Πάνω του φώλιαζαν πουλιά κι αυτό είχε αγκαλιάσει απαλά τα κλαδιά κι έβρισκε εκεί τη ζεστασιά του σώματος από όπου το είχαν βίαια αποκολλήσει. Έπαψε να είναι ανολοκλήρωτο, ελλιπές. Πόσο ήθελε να δώσει φωνή στη χρυσή προβιά! Μα δεν το έκανε. Θα το έκανε τώρα ίσως. Θα ξανάγραφε τη ζωή που δεν πήρε. Από κάπου πρέπει να αρχίζει κάποιος. (περισσότερα…)

Γιάννης Υφαντής, Φίλε

*

ΦΙΛΕ

Μακαρισμένε συ που αν δεν είσαι στα Νησιά μαζί με τον Σωκράτη, τον Ηρόδοτο, τον Όμηρο, που τόσο αγαπούσες
απολαμβάνεις σίγουρα την άπειρη γαλήνη αυτού που είναι Όλα και συνάμα είναι Τίποτε.
Αλλά εγώ έχω ανάγκη να μιλήσω κι ας μην έχεις την ανάγκη εσύ να σου μιλήσω όντας πλήρης μέσα στο αρχαίο κάλλος όπου έφτασες:

Θέλω να πω ευχαριστώ γι’ αυτό το σπίτι που σοφά επέλεξες τον τόπο να το χτίσεις
σοφά τον τρόπο να τον χτίσεις και σοφά
τα υλικά, τη διαρρύθμιση, τα πάντα.
Και βέβαια όχι δίπλα απ’ το δρόμο αλλά ούτε κι ένα μίλι μακριά.
Εκεί, ακριβώς στα 80, 100 περίπου μέτρα.

Και βέβαια το ’χτισες σε λόφο αλλά όχι υψηλόν όπου πηγαίνουν κεραυνοί για να κουρνιάσουν.
Να ’ναι σε λόφο χαμηλό που να ’χει στράγγιο πάντα κι ολοένα τα ρυάκια
τον παρακάμπτουν είτε κελαρύζουνε κυλώντας τον πολύμορφο καθρέφτη τους
είτε βουίζουν φουσκωμένα και θολά.

Και σταυροδρόμι να ’ναι αυτό ρευμάτων ώστε ουδέποτε να στέκονται κουνούπια κ’ η δροσιά να κατεβαίνει απ’ τα λαγκάδια που χωρίζουνε τους λόφους.
Και βέβαια το κάτω μέρος του σπιτιού να ’ναι χωμένο μες στο έδαφος του λόφου,
το πίσω μέρος του χωμένο για να έχει το ισόγειο δροσιά το καλοκαίρι και να έχει ζέστη το χειμώνα.
Δύο τα τζάκια του, το ένα στο ισόγειο και να ’ναι προς Βορράν, ενώ το άλλο
στον πρώτο όροφο και να ’ναι προς το Νότο.
Και βέβαια με πέτρα και με λάσπη, κεραμίδια και ξυλεία θαυμαστή.
Και πέτρινη αυλή και οι φραγμένοι του μπαχτσέδες.
Και η κληματαριά και τ’ άλλα δέντρα να ’ναι γύρω του τ’ ατίμητα στολίδια. Κ’ οι σκιές.
Και να ’ναι η πηγή κοντά και μακριά κάπου εκεί στα 80 μέτρα.
Δίπλα ο φούρνος του. Πιο πέρα η αποθήκη.

Και σε θυμήθηκα πατέρα εσένα που σε όλα ήσουν σοφός
–πάντοτε σε θυμάμαι και μιλώ μαζί σου, εννοώ,
μ’ αυτό το είδωλό σου πού ’χω μέσα μου–
σήμερα ιδιαιτέρως σε θυμήθηκα
γιατί ενώ η χώρα όλη βράζει μες στον καύσωνα
εγώ χάρη σ’ εσένα, «μπάρμπα Μήτσο», φίλε υπέροχε
χάρη σε σένα και μ’ αιτία τη σοφία σου
έχω το καταφύγιο τούτο της δροσιάς μακαρισμένε.

ΥΓ

Άντε να εξηγήσεις σε ηλίθιους τη σοφία τη δική σου
πώς όλα τα μελέτησε μ’ ακρίβειαν αυτή η φρόνησή σου
πως λάθος δεν ευρήκα στη ζωή σου εγώ ποτέ μου και ουδ’ εν
παρόλο που εσύ ποτέ σου δεν εσπούδασες το ζεν.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ

*

Τετάρτη 26 Ιουλίου | «Ιστορίες από ένα περασμένο μέλλον» με τον Μιχάλη Μακρόπουλο

~.~

Τετάρτη 26 Ιουλίου | Παρουσίαση βιβλίου

«Ιστορίες από ένα περασμένο μέλλον»
του Μιχάλη Μακρόπουλου

Όλα τα διηγήματα της τελευταίας συλλογής του Μιχάλη Μακρόπουλου «Ιστορίες από ένα περασμένο μέλλον» (Κίχλη, 2022), ακόμα κι αν φορούν το ένδυμα της «μελλοντικής ιστορίας», μιλούν για το τώρα, για το ήδη συντελεσμένο – είναι ιστορίες από ένα περασμένο μέλλον. Και, βέβαια, στον πυρήνα τους βρίσκεται πάντα ο άνθρωπος· ο τρωτός, πάσχων άνθρωπος απέναντι στην αμείλικτη κυριαρχία της εικόνας, απέναντι σ’ έναν ολέθριο πόλεμο, στην τυφλή, ωμή βία, στη βίωση του κόσμου ως παιδικού τραύματος, στο αίνιγμα της ανθρώπινης ταυτότητας.

Με τον συγγραφέα Μιχάλη Μακρόπουλο συζητά ο Κώστας Κουτσουρέλης. Αποσπάσματα του βιβλίου θα ερμηνεύσουν ηθοποιοί του Θεάτρου Κυδωνία.

~.~

*

Ιστορίες θερινής τρέλας

*

ΟΙ ΔΥΟ ΦΙΛΕΣ

Ήταν δυο φίλες, μια απ’ την Καρδίτσα
κι η άλλη πάλι απ’ το Ανκοράζ,
η φαλαινίτσα κι η σαρδελίτσα,
κι είπαν μια μέρα να παν στην πλαζ.

Είπαν μια μέρα να παν για μπάνιο
έλαμπε ο ήλιος, μούρλια ο καιρός,
είχαν τ’ αγέρι για καπετάνιο,
τα κυματάκια στην άμμο εμπρός.

Πήραν μαζί τους λάδια, παγούρια,
γυαλιά, πετσέτες λογιώ λογιώ
μα η φαλαινίτσα πάνω στη φούρια
πηγαίνει η ξύπνια χωρίς μαγιό.

«Α, μη σε νοιάζει», της λέει η σαρδέλα,
«κι έχω τα πάντα εγώ σκεφτεί.
Μαγιό ’χω κι άλλο, θα σού ’ρθει τρέλα!»
Και της το δίνει να βολευτεί.

– Μπα, δεν σου μπαίνει; – Ναι, με στενεύει…
– Πάχυνες μήπως; – Χμμμ, τι να πω…
– Ρουφήξου λίγο καλέ ν’ ανέβει!
– Μα μου σκαλώνει, δες, στον ποπό!

Κι όλο ρουφιέται, κι όλο ζαρώνει
η φαλαινίτσα καλά καλά,
μα κι αν τραβιέται, μα κι αν ιδρώνει,
το μαγιουδάκι δεν πάει ψηλά.

Γύρω παιδάκια, κάποιος σερφάρει,
τα κυματάκια «πλιτς» κάνουν, «πλατς»,
μα η φάλαινά μας έχει φρακάρει
μέχρι που ακούει ξάφνου ένα… χράαατς!

«Αχ, πάει το μπάνιο! Και τώρα; Πλήξη…»,
λέει με βλέμμα λυπητερό.
Η σαρδελίτσα πάει να βουτήξει
κι εκείνη ψάχνει για παρεό.

~.~

(περισσότερα…)

Μνημόσυνο σε μαύρο μείζον για τον ποιητή Κ. Γ. Καρυωτάκη

ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ
Τρίπολη, 30 Οκτωβρίου 1896 – Πρέβεζα, 21 Ιουλίου 1928

~.~

του Δ. Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Στο παραλιακό καφενείο του Νιόνιου του Καλλίνικου ο «Ουράνιος Κήπος» το ρολόι έδειχνε 2 μ.μ.

«Καλώς τον κύριο Κώστα!» αναφώνησε ο καταστηματάρχης, βλέποντας τον νεαρό υπάλληλο της νομαρχίας που έμπαινε στο μαγαζί του.

Εκείνος αντιχαιρέτησε. Μα μην έχοντας διάθεση για κουβέντα, παρήγγειλε μια βυσσινάδα και βγήκε στο προαύλιο να καθίσει σ’ ένα απόμερο τραπεζάκι. Ο Καλλίνικος, ετοιμάζοντας την παραγγελία, σιγοκουβέντιαζε με τον Λισάτο – τον πορθμέα του τόπου εκείνου. Αυτός, σαν άλλος Χάροντας, πέρναγε απέναντι με την βάρκα του όσους πήγαιναν απ’ την Βρυσούλα στον Άγιο Σπυρίδωνα κι απ’ τον Άγιο Σπυρίδωνα στην Βρυσούλα.

Ο Λισάτος είχε κορμί τετράγωνο, γεροδεμένο κι ολόστητο, κεφάλι στρογγυλό και βαθιά κουρεμένο, στέρεη ματιά και ντόμπρα κουβέντα:

«Τι ’ναι τούτος, μωρέ Νιόνιο;» ρώτησε τον καφετζή, που εκείνη την ώρα έβαζε την βυσσινάδα στον δίσκο.

«Ο κύριος Κώστας;» είπε ο Καλλίνικος. «Εξαίρετος κύριος! Θα ’χει κάνα μήνα που ήρθε στην Πρέβεζα με το βαπόρι. Απ’ ό,τι λένε, δεν έχει πολλά-πολλά με κανέναν. Ο κουρέας, όμως, μου είπε προχτές πως είναι υπάλληλος της νομαρχίας. Κι ο Αναγνωστόπουλος – ξέρεις, αυτός με το οπλοπωλείο – άκουσε πως πριν έρθει εδώ είχε πάει για διακοπές στο Παρίσι… Ακούς, Λισάτο; Στο Παρίσι!»

Ο πορθμέας έξυσε με θαυμασμό την κεφάλα του.

«Στο Παρίσι, ε;» ψέλλισε. «Μα φαίνεται ο άνθρωπος, δεν φαίνεται; Κοίτα το κουστούμι του, φίνο πράμα! Γραβάτα, ψαθάκι, τι να λέμε τώρα… Πρωτευουσιάνος και γραμματιζούμενος, Νιόνιο! Θα κάτσει λίγο καιρό ’δω πέρα κι ύστερα θα τραβήξει μια μεταθεσούλα και τσουπ! στην Αθήνα πάλι. Αυτή είναι τύχη, ενώ εμάς θα μας φάνε οι ζέστες, οι υγρασίες κι οι πυρετοί!»

Ο Νιόνιος συμφώνησε, αναστενάζοντας βαθιά, και βγήκε στο προαύλιο για να σερβίρει τον πελάτη.

«Κύριε Καλλίνικε, μπορώ να έχω λίγο χαρτί κι ένα μολύβι;» είπε ο υπάλληλος της νομαρχίας, αφού ήπιε μια γουλιά απ’ την δροσερή βυσσινάδα που μόλις έφτασε.

«Άκου λέει, αμέσως κύριε Κώστα!» προθυμοποιήθηκε ο καφετζής.

Και πριν στρίψει να φύγει, ρώτησε διστακτικά:

«Θέλετε κάτι άλλο;»

«Αν σας βρίσκονται και τίποτα τσιγάρα…» είπε με κάποιο ύφος ενοχής ο νεαρός υπάλληλος.

*

Πέντε το απόγευμα. Κοντά στον Άγιο Σπυρίδωνα κόσμος αρκετός είναι μαζεμένος. Να, φτάνει τώρα κι η Χωροφυλακή. Φωτογραφίζουν τον νεκρό. Πάνω στο στήθος του, στο μέρος της καρδιάς, έχει έναν ματωμένο λεκέ – σαν παράσημο.

Ο Λισάτος παραμερίζει το πλήθος. Πλησιάζει το πτώμα δαγκώνοντας τα χείλη του.

«Ο κύριος Κώστας!» ψιθυρίζει έκπληκτος. «Τι του ήρθε του βλογημένου να σκοτωθεί! Κι ήτανε τόσο νέος, ο άμοιρος…»

Ένας χαμάλης φορτώνει το κουφάρι πάνω στο καρότσι του, λες κι είναι τσουβάλι. Ο κόσμος διαλύεται σιγά-σιγά. Φυσάει ελαφρά, κι οι ευκάλυπτοι γέρνουν τις κορφές τους σαν κεφάλια, λες και θέλουνε ν’ αφουγκραστούν τις κουβέντες των χωροφυλάκων.

«Το πιστόλι της αυτοκτονίας, το πήρες Καραγιώργη;»

«Μάλιστα, κύριε υπενωμοτάρχα!»

«Το σημείωμα που βρέθηκε στην τσέπη του αυτόχειρος ποιος το έχει;»

«Εγώ, κύριε υπενωμοτάρχα!» απαντάει ένας καχεκτικός δόκιμος χωροφύλακας.

«Για φέρτο ’δω, Λιάπη!»

«Αμέσως, κύριε υπενωμοτάρχα!» τσακίζεται να του το δώσει ο δόκιμος.

Ο κύριος υπενωμοτάρχης ακουμπά στον ευκάλυπτο και ξεδιπλώνει το χαρτί.

Συνοφρυωμένος διαβάζει, ακόμα μια φορά, το τελευταίο σημείωμα του Κωνσταντίνου Γεωργίου Καρυωτάκη: (περισσότερα…)

Παράδοξο συνθετικό αφήγημα

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Νίκος Κωσταγιόλας,
Σαν άλλος Σαούλ (ένα σατυρικό δράμα),
Εκάτη, 2023

Ο παράξενος τίτλος της πρώτης συλλογής του Ν. Κωσταγιόλα προαναγγέλλει ένα παράδοξο συνθετικό αφήγημα που θέλει να είναι πολλά πράγματα μαζί. Πρώτον, μια μυθιστορία επιστροφής στη ρίζα της καταγωγής που ισούται με πηγή αυτοπροσδιορισμού και αφετηρία επανεφεύρεσης μιας αυθεντικής ταυτότητας. Πράγματι, ως άλλος Σαούλ, το κύριο πρόσωπο του έργου αναβλέπει κάτω από το αποκαλυπτικό φως της ελληνικής γης μετά από την άγονη περιπλάνηση σε ξένα χώματα. Ταυτόχρονα, είναι και αυτοβιογραφία. Πίσω από τα διάφορα προσωπεία βρίσκεται ο ίδιος ο ποιητής που αυτοβιογραφείται αφηγούμενος την προσωπική πορεία προς μια αυτεπίγνωση αναγκαία για την επιβίωση. Τρίτον, αποτελεί ένα δοξαστικό στο μυθοποιημένο χώρο της πνευματικής αφετηρίας που ορίζεται από τη θάλασσα, τον ήλιο, την ηθική παρακαταθήκη του γενέθλιου κόσμου. Τέλος, τη σύνθεση διατρέχει και μια ερωτική ιστορία που συμπλέει με την υπαρξιακή καταβύθιση. Καταβύθιση που θέλει να αποβεί ανάδυση, ανάταση, μύηση, κάθαρση.

Η πολλαπλή αυτή στόχευση αντικατοπτρίζεται, αρχικά, στην περίπλοκη δομή του έργου. Το κείμενο μιμείται χαλαρά τη μορφική σύμβαση του αρχαίου δράματος και αυτό αποτυπώνεται και στην τιτλοφόρηση κάποιων επιμέρους ενοτήτων (π.χ. πάροδος, στάσιμα, παράβαση, έξοδος). Δεύτερον, στον επιμερισμό του λόγου σε τέσσερις φωνές: ενός αφηγητή, και τριών άλλων συμβολικών μορφών, του «Εφήμερου», του Σειληνού και του Χορού των Σατύρων. Η σκυτάλη περνά –όχι πάντοτε με τακτή σειρά– από την αποστασιοποιημένη και εν πολλοίς ρεαλιστική διήγηση του αφηγητή, στον πεζότροπο λόγο του Εφήμερου για να απογειωθεί στη λυρική φωνή του Σειληνού και στα χορωδιακά στάσιμα του Χορού των Σατύρων, που πλαισιώνει τα παραπάνω, άλλοτε σε λυρική ύψωση άλλοτε σε απόπειρα σκωπτικού σχολιασμού. Η πολλαπλότητα, τρίτον, αποτυπώνεται και στην συνύπαρξη χριστιανικών, παγανιστικών, λογοτεχνικών και αρχαιοελληνικών συμβολισμών. Ο Εφήμερος προέρχεται από τον «αυτόχειρα ένοικο μιας βελανιδιάς στον έβδομο κύκλο της Κόλασης» του Δάντη, εκεί που μεταξύ άλλων κολάζονται μεταμορφωμένοι σε δέντρα όσοι αφαίρεσαν οι ίδιοι τη ζωή τους. Ο Σειληνός είναι ταυτόχρονα και ένα είδος δαντικού Βιργιλίου που εδώ δεν ξεναγεί τον ποιητή στην κόλαση αλλά στην περιδιάβαση στον κόσμο των θνητών. Το διονυσιακό, το ιερό, το υπερβατικό και το εμπράγματο καλούνται να συνδράμουν στην υπαρξιακή κρίση του αφηγητή-ποιητή. (περισσότερα…)

Έμιλυ Ντίκινσον, «Η χαρά του να ζεις από μόνη της φτάνει»

*

Όταν διαβάζω ένα βιβλίο και νιώθω όλο μου το κορμί να παγώνει τόσο ώστε καμιά φωτιά να μη μπορεί να με ζεστάνει, ξέρω ότι αυτό είναι ποίηση. Όταν αισθάνομαι σωματικά σαν μου έχουν πάρει το κεφάλι, ξέρω ότι αυτό είναι ποίηση. Αυτοί είναι οι μόνοι τρόποι να την αναγνωρίσω. Υπάρχει άλλος;

 

Πώς ζουν οι περισσότεροι χωρίς να σκέφτονται διόλου; Τόσοι πολλοί ζουν στον κόσμο –το διαπιστώνεις στον δρόμο– πώς ζουν; Πού βρίσκουν τη δύναμη να ντυθούν το πρωί;

 

Η αλήθεια είναι τόσο σπάνια που είναι απολαυστικό να την λες.

 

Βρίσκω έκσταση στη ζωή – η χαρά του να ζεις από μόνη της φτάνει.

 

Όταν έχασα το φως μου, με παρηγόρησε η σκέψη ότι τα αληθινά βιβλία είναι τόσο λίγα στη γη που θα μπορούσα εύκολα να βρω κάποιον να μου τα διαβάσει όλα.

 

Δεν ξέρω τίποτα στον κόσμο τόσο ισχυρό όσο μια λέξη. Μερικές φορές γράφω μία και κάθομαι μετά και την κοιτάζω ώσπου ν’ αρχίσει ν’  αστράφτει.

 

Μα δεν σου φαίνεται η αιωνιότητα τρομακτική;… Η σκέψη αυτή ότι είμαστε αναγκασμένοι να ζούμε για πάντα και η ύπαρξή μας ποτέ να μην πάψει. Ο θάνατος, που όλοι τρέμουν επειδή μας πετάει στο άγνωστο, εμπρός σε τούτη την ατέρμονη, ατελεύτητη ζωή μοιάζει ανακούφιση.

 

Emily Dickinson, Ποιήματα, Εκλογή-Προλεγόμενα-Μετάφραση Κώστας Κουτσουρέλης, Κίχλη, Ιούνιος 2022. Το βιβλίο παρουσιάζεται απόψε στα Χανιά στις εφετινές Νύχτες του Ιουλίου.

*

*

*

Zbigniew Herbert, Αγαπητοί μου Άγνωστοι!

*

Επιστολή στους σπουδαστές
της Ανωτάτης Κρατικής Σχολής Θεάτρου

Βαρσοβία, 12 Ιανουαρίου 1995

Αγαπητοί μου Άγνωστοι!

Είμαστε μια ιδιότροπη, ολιγάριθμη, εριστική συντροφιά που δίχως της η περίλαμπρη ανθρωπότητα θα τα κατάφερνε περίφημα. Μειοψηφούμε απελπιστικά, και το χειρότερο είναι ότι σφετεριζόμαστε το δικαίωμα να σκορπάμε γύρω μας το άγχος και την ανησυχία. Θέλουμε να καταναγκάσουμε τους συνανθρώπους μας να αναλογιστούν την ανθρώπινη μοίρα, να παραδοθούν στον βασανιστικό έρωτα που αξιώνουν από εμάς τα σπουδαία, κι ακόμη να περιφρονήσουν όλους εκείνους που πασχίζουν πεισματικά να μειώσουν τον άνθρωπο και να του αφαιρέσουν την αξιοπρέπειά του.

Εμπρός σας ανοίγεται μια θαυμάσια, βάναυση και ανελέητη ζωή. Σε κάθε σας λόγο, κάθε στιγμή, σταθείτε στο πλευρό των αξιών, αγωνιστείτε υπέρ της δεξιοτεχνίας και της ωραιότητας, κατά των σκουπιδιών, υπέρ του αέναου αγώνα της βούλησης και της διάνοιας, κατά της ευκολίας και της μανιέρας, υπέρ της αλήθειας, κατά της υποκρισίας, του ψεύδους και της βίας. Και προς θεού, μην είστε μοντέρνοι! Μείνετε τίμιοι. Καλλιεργήστε το σθένος και τη σεμνότητα. Είθε να βαδίζει στο πλάι σας πάντοτε η πίστη προς την ανέφικτη τελειότητα, και να μην σας εγκαταλείπει ποτέ η αγωνία και η αιώνια μαρτυρική επίγνωση ότι όλα όσα έχουμε πετύχει ώς σήμερα δεν είναι αρκετά.

Σας εύχομαι μια δύσκολη ζωή, μόνο μια τέτοια αξίζει σ’ έναν καλλιτέχνη. Σας απευθύνω τις καλύτερές μου ευχές, χαιρετισμούς και λόγια ελπίδας.

ΖΜΠΙΓΚΝΙΕΦ ΧΕΡΜΠΕΡΤ

*

Ο σκηνοθετισμός αρρώστια του θεάτρου

*

Ζωηρή, κατατοπιστική και ερεθιστική η χθεσινοβραδινή συζήτηση του Δημήτρη Δημητριάδη με τον Μιχάλη Βιρβιδάκη εδώ στα Χανιά και στις «Νύχτες του Ιουλίου» για τη σημερινή θλιβερή κατάσταση του θεάτρου μας, και συγκεκριμένα για την πατέντα του σκηνοθετισμού, του λεγόμενου και «θεάτρου του σκηνοθέτη».

Την «ποιητική άδεια», δηλαδή, που έχουν δώσει κάποιοι στον εαυτό τους να μεταχειρίζονται τα κλασσικά κείμενα της παγκόσμιας δραματουργίας όπως τους αρέσει. Να τα ακρωτηριάζουν κατά το δοκούν, να τα νοθεύουν, να τα διαστρεβλώνουν, να τα παραμορφώνουν. Δεν χρειάζεται να δώσω παραδείγματα, ο Τύπος είναι γεμάτος τέτοια κάθε καλοκαίρι.

«Διαστροφή», «αρρώστια» αποκάλεσε το φαινόμενο ο διακεκριμένος φιλοξενούμενός μας. Και αναρωτήθηκε προς τι η στανική αυτή «επικαιροποίηση», υπό το πρόσχημα της οποίας γίνονται οι παρεμβάσεις, όταν γνώρισμα κεντρικό των κλασσικών κειμένων, από τους Τραγικούς ώς τον Ίψεν και τον Στρίντμπεργκ, είναι ακριβώς η διαρκής επικαιρότητά τους.

Οι δύο συνομιλητές ανέτρεξαν στην προϊστορία της τάσης αυτής, στον γερμανικό Μεταπόλεμο, και κατέδειξαν πώς σταδιακά το αίτημα της καινοτομίας μετέπεσε σε μανιέρα νεωτερομανιακή, με τις γνωστές συνέπειες. Και επισήμαναν επιπρόσθετα την ευθύνη του ίδιου του κοινού, που ενώ στο εξωτερικό συχνά πυκνά αντιδρά έντονα σε αυτούς τους εξωφρενισμούς, εδώ φαίνεται να αποδέχεται αδιαμαρτύρητα τα πάντα, υπό το χειροκρότημα των ΜΜΕ που δεν διστάζουν να διαφημίζουν και τη μεγαλύτερη εξαλλοσύνη ως ανανεωτική πρόταση.

ΚΚ

*

*

Μιὰ ἀστεία ἱστορία

*

τοῦ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Ἐπιλογὴ καὶ ἐπιμέλεια: Ἀγγελικὴ Καραθανάση

Ἂς ποῦμε μιὰ εὔθυμη ἱστορία. Μιὰ ἱστορία κωμική, καλύτερα. Βέβαια ὅλες οἱ κωμικὲς ἱστορίες ἔχουνε καὶ τὴ σοβαρή, κάποτε τραγική τους ὄψη. Ἀλλ’ αὐτὴ εἶναι τέτοια μόνο γιὰ τοὺς πρωταγωνιστὲς τῆς ἱστορίας. Ἐμεῖς σὲ τούτη τὴν περίπτωση δὲν εἴμαστε ‒εὐτυχῶς‒  παρὰ ἀκροατές. Ἂς ἐπωφεληθοῦμε, λοιπὸν κι ἂς διασκεδάσομε.

Ἀρχίζω. Μιὰ φορὰ κι ἕναν καιρὸ ἤτανε σὲ κάποια ἐπαρχιακὴ πολιτεία μιὰ εὐτυχισμένη μικροαστικὴ οἰκογένεια. Εἶν’ ἀλήθεια πὼς τὸν τελευταῖο καιρὸ ὁ μπαμπὰς κι ἡ μαμὰ εἴχανε μιὰ νευρικότητα, γιατὶ ἡ μεγάλη κόρη ἤτανε πιὰ «σὲ ὥρα γάμου» κι ἔπρεπε νὰ γίνει ἡ «ἀποκατάστασή» της, ὅμως ἐλπίζανε πὼς δὲ θ’ ἀργοῦσε νὰ παρουσιαστεῖ ἡ «εὐκαιρία». Κι ἡ εὐκαιρία ἦρθε. Κάποιος γνωστὸς τῆς οἰκογενείας παρουσίασε ἕνα γαμπρὸ θαῦμα. Νέο, ἀπὸ καλὸ σπίτι, χαρακτήρα ἀψεγάδιαστο καί, τὸ σπουδαιότερο,  μ’ ἕνα ὁλόφωτο μέλλον μπροστά του. Ἀξιωματικὸς τῆς Ἀεροπορίας ‒ ἀνθυποσμηναγὸς γιὰ τὴν ἀκρίβεια‒ καὶ μαζὶ πτυχιοῦχος τῆς Νομικῆς.

Ὁ ἀγαθὸς μπαμπὰς  κι ἡ φιλόδοξη μαμὰ τὰ χάσανε ἀπὸ τὴ χαρά τους. Αὐτή, μάλιστα, ἤτανε τύχη! Βέβαια ὁ νέος ἤτανε ξένος, μὰ τί εἶχε νὰ κάμει στὴν ἐποχή μας! Θὰ φέρνουνταν κουτὰ ἂν ἀφήνανε νὰ φύγει μέσ’ ἀπὸ τὰ χέρια τους μιὰ τέτοια εὐκαιρία. Ρωτήσανε τὴν κόρη. Κι αὐτὴ ἔκλεισε τὰ μάτια, κι εἶδε τὸν ἑαυτό της κρεμασμένο σὲ κάποιο μπράτσο. Δὲν τὴν πολυενδιαφέρανε σὲ ποιόν ἀνῆκε, μιὰ καὶ στὴν ἄκρα τοῦ μανικιοῦ ἀστράφτανε τὰ χρυσὰ σειρίτια. Εἶδε τὸν ἑαυτό της ἀκόμη νὰ τρέχει μέσα σὲ ἰδιόκτητη κούρσα, ὅπου τὸ τιμόνι τὸ κρατοῦσε μὲ τὰ ἴδια της τὰ χέρια. Βρέθηκε σὲ δεξιώσεις φορώντας τὴν πιὸ ὄμορφη τουαλέτα τῆς βραδιᾶς ἢ βρέθηκε καθισμένη γύρω στὸ τραπέζι τοῦ κουνκάν.  Τέλος πάντων ἔκαμε ἕνα πλῆθος ὄνειρα γύρω ἀπ’ ὅ,τι συνθέτει τὴ γεμάτη νόημα ζωὴ μιᾶς καθὼς πρέπει κυρίας στὸν τόπο μας.

Φυσικὰ ἡ ἀπάντηση ἦταν ἕνα ὁμόφωνο «Ναί». Κι ἔγινε ὁ ἀρραβώνας. Στὴν ἀρχὴ ὅλα πηγαίνανε παραπάνω ἀπὸ καλά.  Ὁ «μνηστήρας» ἦταν ἕνα θαυμάσιο παιδί. Ἡ μαμὰ δὲν ἔπαυε νὰ διαφημίζει τὶς χάρες του στὴ γειτονιὰ καὶ σ’ ὅλους τοὺς γνωστούς. Ἀκόμη καὶ στοὺς ἄγνωστους, σὰν τύχαινε ν’ ἀλλάξει μαζί τους δυὸ κουβέντες.

Ὥσπου, δὲν ξέρω πῶς, μαθεύτηκε κάποτε τὸ παραμύθι. Τὸ πτυχίο τῆς Νομικῆς ἦταν ἀνύπαρχτο.  Κι ὄχι μόνο αὐτό. Τὸ «παιδὶ» δὲν ἦταν ἀνθυποσμηναγὸς μὰ ἀρχισμηνίας. Μιὰ μικρὴ διαφορὰ στὸ σειρίτι, μιὰ λεπτομέρεια ποὺ δὲν τήνε γνωρίζουνε παρὰ οἱ μυημένοι, εἶχε ἐξαπατήσει καὶ τὸν ἴδιο τὸν προξενητή. Βέβαια, ὁ πραγματικὸς βαθμὸς βρίσκουνταν μόνο ἕνα σκαλοπάτι παρακάτω ἀπὸ κεῖνον ποὺ τοὺς εἴχανε πεῖ στὴν ἀρχή. Ἔλα ὅμως ποὺ αὐτὸ τὸ σκαλοπάτι ἤτανε τόσο ψηλὰ ποὺ μπορεῖ νὰ μὴν ἐκατάφερνε σ’ ὅλη του τὴ σταδιοδρομία νὰ τ’ ἀνεβεῖ; Κι ἔτσι ὁ γεμάτος ὑποσχέσεις γιὰ τὸ μέλλον ἀξιωματικὸς καὶ πτυχιοῦχος, βγῆκε στὸ τέλος ἕνας κοινός, κοινότατος ὑπαξιωματικός. (περισσότερα…)