Είναι το Ισραήλ «Δύση»;

*

του ΑΓΓΕΛΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

Η κρίση στην Μέση Ανατολή δεν είναι απλά μια γεωπολιτική σύγκρουση αλλά ένας καθρέφτης πάνω στον οποίο αντανακλώνται διαφορετικές ταυτότητες και ιδεολογίες της διεθνούς πολιτικής. Μια συνήθης προσέγγιση από τους υποστηρικτές του Ισραήλ είναι ότι αυτό το κράτος αποτελεί μέρος της «Δύσης» και πρέπει να προστατευθεί από τον Ισλαμισμό, την τρομοκρατία και τον αυταρχισμό των εχθρών της. Τι εννοούμε όμως όταν λέμε «Δύση», είναι όντως το Ισραήλ μέρος αυτής και, αν ναι, τι λέει αυτό για την ίδια την Δύση;

Ο πιο συνηθισμένος τρόπος με τον οποίο κατανοείται η Δύση έχει τρεις όψεις: πολιτική, οικονομική και πολιτιστική. Η Δύση θεωρείται ότι εμπεριέχει ένα μοναδικό μείγμα δημοκρατίας και υψηλής οικονομικής ανάπτυξης στην βάση της οικονομίας της αγοράς και προοδευτικές αξίες σε ό,τι αφορά την αξία και τα δικαιώματα του ατόμου, πράγματα που την διαφοροποιούν από άλλους «πολιτισμούς» (κατά Χάντιγκτον). Από αυτήν την άποψη, το σημερινό Ισραήλ μοιάζει όντως να προσομοιάζει σε αυτό το πρότυπο συγκριτικά με τους Παλαιστινίους. Αυτή η οπτική όμως είναι απλοϊκή και αγνοεί την ιστορία και των δυο πλευρών της σύγκρουσης.

Υπάρχει κατ’ αρχάς το επιχείρημα ότι το Ισραήλ είναι μια δημοκρατία η οποία μάχεται απέναντι στον πολιτικό αυταρχισμό της «λάθος πλευράς της ιστορίας». Αυτό το επιχείρημα στην σημερινή συγκυρία είναι κάπως ειρωνικό αν σκεφτεί κανείς ότι πάνω από τους ίδιους τους μισούς Ισραηλινούς αμφέβαλαν μέχρι πρόσφατα αν η χώρα τους ήταν ή θα παρέμενε δημοκρατία καθώς ο Μπενιαμίν Νετανιάχου προσπαθούσε να ποδηγετήσει τους θεσμούς της χώρας του. Και αν τα είχε καταφέρει, με βάση τα επικρατούντα αναλυτικά σχήματα που κυριαρχούν στον δημόσιο διάλογο της Δύσης, το Ισραήλ θα κατατασσόταν στην κατηγορία των «ανελεύθερων» ημιαυταρχικών δημοκρατιών τύπου Ουγγαρίας – για μερικούς μάλιστα, το Ισραήλ ήδη είχε περιπέσει σε αυτήν την κατηγορία πριν τον πόλεμο. (περισσότερα…)

Ο πύργος της Λεψίνας

Karl Rottmann, άποψη της Ελευσίνας κατά το 1843, Νέα Πινακοθήκη Μονάχου. Διακρίνονται οι λόφοι της Ελευσίνας, με το τότε χωριό στον αριστερό (ανατολικό) και τον πύργο να προβάλει στον δεξιό (δυτικό). Στο πρώτο πλάνο, χωρικοί βαδίζουν στην Ιερά Οδό.

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΛΛΗ

«Αὕτη δὲν ἐπραγματοποιήθη μέχρι σήμερον»· τούτη η λακωνική πρόταση βρίσκεται σε μία υποσημείωση στον τόμο του 1960 του Αρχαιολογικού Δελτίου, του επίσημου περιοδικού της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, και αναφέρεται στην ανασύσταση του φραγκικού πύργου που υπήρχε στην Ελευσίνα, ο οποίος διαλύθηκε το 1953 προκειμένου να επεκταθούν τα λατομεία και οι εγκαταστάσεις της τσιμεντοβιομηχανίας “Τιτάν”. Η εταιρεία είχε δεσμευθεί ότι θα ανοικοδομήσει με δαπάνες της τον πύργο σε άλλο σημείο, με το αυθεντικό του υλικό. Όμως, επτά χρόνια αργότερα, οι λίθοι του πύργου ανέμεναν την αναστήλωσή του, όπως διαπιστώνει στην υποσημείωση ο αρχιτέκτων Ιωάννης Τραυλός, μελετητής του ιερού της Ελευσίνας. Και αναμένουν ακόμη, μέχρι τις μέρες μας.

Ο φραγκικός πύργος είχε κτιστεί στην κορυφή του λόφου που βρισκόταν αμέσως δυτικά του αρχαίου ιερού, εκεί όπου σήμερα υψώνονται καμινάδες – αγαπημένο θέμα πολλών φωτογράφων, φόντο των αγαλμάτων της αυλής του μουσείου της Ελευσίνας. Στο ίδιο σημείο είχε ιδρυθεί κατά τους ελληνιστικούς χρόνους ένα μικρό φρούριο, επάνω στα κατάλοιπα του οποίου θεμελιώθηκε η μεσαιωνική οχύρωση με τον μεγάλο πύργο. Ο ακριβής χρόνος κατασκευής του είναι άγνωστος, αλλά αποδίδεται με αρκετή βεβαιότητα στον 13ο αιώνα, όταν η Αττική κατακτήθηκε από τους σταυροφόρους και η ύπαιθρός της απέκτησε πολλούς τέτοιους πύργους, για να φρουρούν μικρά χωριά ή να επιτηρούν μεγάλες γαιοκτησίες. Στην περίπτωση της Ελευσίνας, ο πύργος μπορεί να συμμετείχε στο δίκτυο των φρυκτωριών που παρακολουθούσαν την κίνηση στο θαλάσσιο στενό μεταξύ Αττικής και Σαλαμίνας, ή να ήλεγχε τον χερσαίο δρόμο από την Αθήνα προς την Πελοπόννησο και τη βόρεια Ελλάδα. (περισσότερα…)

Μιχάλης Παπαδόπουλος, Το πεπρωμένο του ονόματος

*

Εικών ειμί

Εικών ειμί
της λύπης των νηπίων
Γι’  αυτό δεν θλίβομαι
Μπροστά μου η Ακατάφλεκτη
η Βροντιανή, η Θαλασσομαχούσα
οι κίονες στους κήπους των δυνάμεων
ένα κερί στον χιονισμένο χρόνο
και ψηλά στου θόλου την παραίσθηση
ένα βλέμμα ν’ αποσοβεί γελαστικά
την άβυσσο
Κελαηδάς ή προσεύχεσαι
και του άκλιτου νόστου οι φωταψίες
ανέρχονται απ’ την ύλη
Εικών ειμί
της λύπης των νηπίων
Εικών ειμί των εσφαλμένων
Αυτός που θα πέθαινε
χωρίς να κλείσει ποτέ τα μάτια
Ο άλλος πηλός ο άπλαστος
ώς η πλαστικότητα του απεριόριστου
αφανίσει τη νοθεία των ορίων
Μια σύσταση κατάσπαρτης
ιδιοχειρίας ζώντος

~.~ (περισσότερα…)

Παύλος Κοντάρας, Τις γιορτές

*

ΤΙΣ ΓΙΟΡΤΕΣ

Στόλισαν φωτάκια στους δρόμους
κι εγώ τώρα δεν έχω μέρος να ξαποστάσω,
με την ησυχία μου να τρυπηθώ.
Ύστερα, τριγυρνούν με σακούλες στα χέρια
να προλάβουν την Μαύρη Παρασκευή.
Για μένα όμως όλες οι μέρες είναι μαύρες
και οι Παρασκευές Μεγάλες.
Η πρεζόφουντα ποτέ δεν κάνει εκπτώσεις.

ΠΑΥΛΟΣ ΚΟΝΤΑΡΑΣ

*

«Κάτι ανίδεοι τύποι…»

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 11:23
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Τέσσερις φίλοι, ένας οινοποιός, ένας γευσιγνώστης, ένας ιστορικός της αμπελουργίας κι ένας απλός εραστής του κρασιού, τα πίνουν.

– «Δοκιμάστε αυτό, φίλοι μου, δεν θα βρείτε καλύτερο. Δική μου παραγωγή!» λέει ο οινοποιός γεμίζοντάς τους με υπερηφάνεια τα ποτήρια. «Και ξέρετε τι λένε: Όσα ξέρει ο νοικοκύρης, δεν τα ξέρει ο κόσμος όλος!»

– «Δεν θέλω να σου πάω κόντρα, αγαπητέ», του απαντάει εύθυμα ο γευσιγνώστης μετά την πρώτη γουλιά. «Το κρασί σου είναι θεσπέσιο πράγματι, όμως ξέρεις τι άλλο λένε: “Αν δεν παινέψεις το σπίτι σου, θα πέσει να σε πλακώσει!” Εμείς στη δική μας τη δουλειά είμαστε πιο αντικειμενικοί επειδή συγκρίνουμε. Άρα πιο αρμόδιοι να κρίνουμε».

– «Φίλτατοι, φίλτατοι, πόσο έξω πέφτετε και οι δύο!», πετάγεται ο ιστορικός. «Επειδή ζείτε κι οι δυο με πάθος το παρόν του επαγγέλματός σας, βασίζεστε στη γνώμη σας, που την θεωρείτε προσωπική και κατακτημένη με άσκηση και με κόπο. Όμως αιώνες πολλοί και αμέτρητες γενιές ανθρώπων εργάστηκαν για να φτιάξουν τις ποικιλίες και τις κράσεις των οποίων αυτήν την έξοχα εκλεπτυσμένη και εξευγενισμένη παραλλαγή έχουμε σήμερα τη χαρά να απολαμβάνουμε. Είναι η παράδοση που αποφασίζει πριν από μας για μας τι μας αρέσει!»

– «Δεν ξέρω τι ’ναι αυτά που τσαμπουνάτε εσείς οι επαγγελματίες», τον διακόπτει ο τέταρτος της παρέας. «Αυτό που ξέρω είναι ότι δίχως εμάς τους απλούς κρασοπότες, όλοι σας τώρα θα ψάχνατε για δουλειά. Έλα!» λέει στον οινοποιό, «ξανακέρνα μας! Τι είναι καλό το αποφασίζουν πάντα κάτι ανίδεοι τύποι σαν κι εμένα. Κι αυτό εδώ, σας δίνω τον λόγο μου, είναι αληθινό νέκταρ!»

~.~ (περισσότερα…)

Διχασμοί

*

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ | 30.ΧI.23
Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

Συναντώ το διχαλωτό ποτάμι και αναστοχάζομαι. Από τις αμοιβάδες κι εντεύθεν ο κόσμος διχάζεται με σκοπό τον πολλαπλασιασμό και την επέκτασή του. Ο μοναδικός σκοπός της σχάσης αυτής είναι η συνέχιση της δημιουργίας. Εδώ, το ποτάμι διακλαδίζεται και φτιάχνει το πρόσκαιρο νησάκι του, συνεισφέροντας την άποψή του για την ιδέα της γενικής ομορφιάς που μας περιβάλλει.

Όμως εγώ, όταν διχάζομαι, σε τι συνεισφέρω; Στην ιδέα του μαύρου χωρισμού, στην εδραίωση της εν γένει αμφιβολίας, στην επιβολή της παράλληλης αβεβαιότητας, στη γενεσιουργό θλίψη; Ίσως σε όλα.

Τι ιδέες κι αυτές. Σφηνώνονται μέσα σου και δεν σ’ αφήνουν να χαρείς έναν μικρό περίπατο. Μπαίνουν στο μυαλό σου και σε κατευθύνουν σε όλες τις κατωφέρειες της μελαγχολίας.

Προσπαθώ να διχαστώ εκ νέου και να επιλέξω. Δηλαδή να χαρώ μόνο το ήσυχο κελάρυσμα του ποταμού και να διαγράψω την κάθε πλανερή σκέψη ή να την ωθήσω στην άκρη και να την αγνοήσω προς το παρόν. Ας περπατήσω, λοιπόν, βουβός στο παρόχθιο μονοπάτι. Φωνάζω καλημέρα και μέσα στην απέραντη ερημία εγώ είμαι ο μόνος αποδέκτης.

* (περισσότερα…)

Ένα αρχαιοπρεπές ποίημα αφιερωμένο στον βασιλιά Όθωνα

*

Εισαγωγικά-μετάφραση ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

Ένα εν πολλοίς ανεξερεύνητο πεδίο έρευνας της νεοελληνικής φιλολογίας είναι η αρχαιοπρεπής λογοτεχνική παραγωγή μετά την δεύτερη άλωση έως, κατ’ ουσίαν, την εποχή μας. Στα χρόνια του Όθωνα ο λόγιος καθηγητής του Πανεπιστημίου Φίλιππος Ιωάννου γράφει ποίηση χρησιμοποιώντας τις αρχαίες διαλέκτους, καθώς και τα μέτρα της αρχαίας ποίησης. Το εγχείρημα είναι ενδιαφέρον τόσο από αισθητική, όσο και από ιδεολογική σκοπιά. Εδώ μεταφράζω μία «Ωδή» που γράφτηκε με αφορμή την επέτειο των 25 ετών από την άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο. Δημοσιεύτηκε στο βιβλίο του Ιωάννου Φιλολογικά πάρεργα, το οποίο κυκλοφόρησε μετά την έξωση του Όθωνα (1865, αλλά αντλώ από τη δεύτερη έκδοση, του έτους 1874, σσ. 513-515) γι’ αυτό στον τίτλο του ποιήματος γίνεται λόγος για τον «πρώην βασιλέα» – παράλληλα δίνεται η πρόσθετη πληροφορία ότι το σύνθεμα εκφωνήθηκε ενώπιον του μονάρχη το 1858. Σε ό,τι αφορά τη μορφή και τη γλώσσα του ποιήματος, ο Ιωάννου προβαίνει σε μία ενδιαφέρουσα μείξη: Ενώ από άποψη εξωτερικής κατασκευής παραπέμπει στην ποίηση της Σαπφούς, το ιδίωμα στο οποίο γράφεται το στιχούργημα δεν είναι, όπως θα περίμενε κανείς, εκείνο της σπουδαίας ποιήτριας, δηλαδή το αιολικό, αλλά το δωρικό. Από άποψη στιχουργικής προσπάθησα να μείνω, στο μέτρο του δυνατού, κοντά στη σύλληψη του Ιωάννου, γι’ αυτό έπλασα τετράστιχες (ιαμβικές) στροφές με τους τρεις πρώτους στίχους ενδεκασύλλαβους και τον τελευταίο επτασύλλαβο (αντίστοιχα στο αρχαίο: τρεις ενδεκασύλλαβοι και ένας πεντασύλλαβος). Στο τέλος της μετάφρασης δίνονται λίγες επεξηγηματικές σημειώσεις και στη συνέχεια παρατίθεται το πρωτότυπο. (περισσότερα…)

Στη διαπασών

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Από παιδί είχε μανία με την ησυχία. Μωρέ και τρίχα να ’πεφτε στο πάτωμα θα την άκουγε. Μια νύχτα μάτι δεν έκλεισε, γιατί δεν τον άφηνε η καρδιά του που χτυπούσε! Οι ωτασπίδες πρώτα στο πορτοφόλι, τα προφυλακτικά μετά. Κι απορούσαν οι πάντες, έτσι που τον τρέλαιναν οι θόρυβοι, πώς ζουρλαίνονταν για το κυνήγι. «Μπαμ» και «μπουμ» όλη μέρα δεν του σπάνε τα τύμπανα; Δεν του τσιτώνουν τα νεύρα;

Εκείνη την Κυριακή είχαν γλέντι στον περιφερειακό. Οι γύφτοι πάλι έκαιγαν το πελεκούδι. Ξεκίναγαν απ’ το γιόμα και το τράβαγαν ως το συρίπωμα. Πήγαινε το σκυλοκλάρινο σύγνεφο. Η ένταση στην διαπασών. Τα ντεσιμπέλ στο κόκκινο.

Δυο χιλιόμετρα απ’ το σπίτι του το νταβαντούρι, αλλά ήταν σαν να βάραγαν τα κλαπατσίμπαλα στ’ αυτιά του. Συνήθως έλειπε στο κυνήγι, και γυρνούσε όσο αργότερα μπορούσε για να γλυτώσει το ντίρι-ντίρι. Σήμερα, όμως, είχε ένα πόνο στην μέση από κάτι ξύλα που έκοψε χτες, και δεν πήγε να κόψει την ανάσα από καμιά κύκλα.

Προσπάθησε να το αντιμετωπίσει με ψυχραιμία. Κλειδαμπαρώθηκε μέσα. Διπλά τζάμια, τρίδιπλα στην κάμαρή του, αλλά πάπαλα! Το στρίγκλισμα των κλαρίνων κοντά. Τόσο κοντά, που νόμιζε πως αν κλείσει τα μάτια θα χόρευαν οι γυφτοπούλες τσιφτετέλι στα βλέφαρά του. Δοκίμασε τις ωτασπίδες. Λίγο καλύτερα, όμως το «ντάπα-ντούπα» εξακολουθούσε, υπόκωφο, ύπουλο, σαλιάρικο, σαν φίδι που έρπει στους κοχλίες των αυτιών του. (περισσότερα…)

Μούιν Μπίσισα (1926-1984), Σέ Ἀμερικάνα τουρίστρια

*

Μετάφραση-Επιμέλεια Στήλης ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

~.~

Συγγνώμη, κυρία μου,
ἀλλά καθώς μᾶς ἤρθατε ἀκριβῶς
τή μέρα πού κόπηκαν τά χέρια τοῦ ποιητῆ
τί ἀπομένει γιά πούλημα στήν Ἀνατολή;

Ἤδη σέ μιά προηγούμενη ἡλικιωμένη τουρίστρια πουλήσαμε
τόν Τάφο τοῦ Σαλαδίν, τή Μάχη τῶν Χετταίων,
καί τούς Κρεμαστούς Κήπους τῆς Βαβυλώνας.
Στίς ἀγορές τοῦ κόσμου τά πουλήσαμε

καρπό κι ἀνθό,
δάχτυλο καί δαχτυλίδι, τά πουλήσαμε.
Τίποτα δέν ἔχει μείνει παρεκτός οἱ πυραμίδες.
Πόσο βαριές οἱ πέτρες τῶν πυραμίδων εἶναι!

Ἡ Σφίγγα μαχαιρώθηκε
καί θά πεθάνει
ἄν παρθεῖ μακριά ἀπό τούτη τή γῆ,
άκόμη κι ἄν τραβηχτεῖ τό μαχαίρι ἀπό τό μέτωπό της.

Συγγνώμη, κυρία μου,
πουλήσαμε τήν τελευταία σαρκοφάγο,
πετάξαμε τά τελευταῖα μελανοδοχεῖα στόν Νεῖλο
καί ξεριζώσαμε τό λαρύγγι τοῦ τελευταίου πετεινοῦ πού λάλησε.

Ὅ,τι ἀπομένει εἶναι ὁ Θεός
τρέχοντας σάν πράσινη γαζέλα
κυνηγημένη ἀπό κάθε κυνηγόσκυλο
κυνηγημένη ἀπό τήν ψευτιά πού ἱππεύει καθαρόαιμο Ἀραβικό ἄτι.

Γιά σένα, θά κυνηγήσουμε κεῖνο τό ἄτι.
Γιά σένα, θά καταδιώξουμε καί θά πιάσουμε τόν Θεό.
My lady,
Ἐκεῖνοι πού πούλησαν τόν ποιητή θά πουλήσουν τόν Θεό.

~.~

Ὁ Παλαιστίνιος ποιητὴς καὶ δραματουργὸς Μούιν Μπίσισα (Muin Bseiso, 1926-1984) γεννήθηκε καὶ μεγάλωσε στὴ Γάζα. Θεωρεῖται ἀπὸ τοὺς σημαντικότερους συγγραφεῖς τῆς παλαιστινιακῆς ἀντίστασης. Γιὰ τοὺς ἀγῶνες του φυλακίστηκε ἐπανειλημμένα. Ἔζησε γιὰ χρόνια στὴν Αἴγυπτο. Πέθανε στὸ Λονδίνο. Τὸ Ἰσραὴλ δὲν ἐπέτρεψε τὴν ταφή του στὴν πατρικὴ γῆ. Ἡ ἑλληνικὴ ἀπόδοση τοῦ ποιήματός του βασίζεται στὴν ἀγγλική μετάφραση ἀπό τά ἀραβικά τῆς Rose Styron, The Paris Review, τχ. 51, 1971.

*

 

Η εντυπωσιοθηρία της “κριτικής” και η Έμιλυ Ντίκινσον

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Την Άβυσσο δεν γίνεται
με αέρα να σφραγίσεις

Στις ομιλίες του στο Χάρβαρντ, μιλώντας για την ποιητική μετάφραση ο Μπόρχες, με τη βαθιά ειρωνική γλώσσα που εμποτίζει τη σκέψη και το έργο του, έλεγε πως έβρισκε όμορφες τις κατά λέξη μεταφράσεις, στις οποίες αναγνώριζε θεολογική την προέλευση από τις μεταφράσεις της θεόπνευστης, αλάθητης Βίβλου, και ταυτόχρονα εξυμνούσε «μια από τις πιο όμορφες και περίφημες αγγλικές μεταφράσεις», τη μετάφραση των Ρουμπαγιάτ του Ομάρ Χαγιάμ από τον Φιτζέραλντ. Ένα δηλαδή ολωσδιόλου και παντελώς άλλο έργο από το πρωτότυπο, ομολογώντας πως «μια μετάφραση δεν κρίνεται ποτέ λεκτικώς». Ο Κώστας Κουτσουρέλης στην πρόσφατη μετάφραση 120 ποιημάτων της Ντίκινσον (Κίχλη, 2023) , διαφωνώντας με τον πασίγνωστο αφορισμό του Φροστ για τη μετάφραση της ποίησης, εξαρχής δηλώνει πως

όπως έλεγε ο Ιωσήφ Μπρόντσκι, «ποίηση είναι ό,τι κερδίζεται στη μετάφραση», όχι ό,τι ενδεχομένως έχει χαθεί. Στέκεται το ελληνικό κείμενο μόνο του, ως ποίημα αυτοτελές και αυτόφωτο; Αυτό ενδιαφέρει. Αν όχι, κανένα δεκανίκι δεν θα το σώσει.

Την νέα αυτή μετάφραση της Ντίκινσον από τον Κουτσουρέλη ψέγει και επικρίνει σε σημείωμά της η Τίνα Μανδηλαρά, στη στήλη για το βιβλίο στη LiFO, με τίτλο «Όταν η Ντίκινσον θυμίζει στις μεταφράσεις της Βάρναλη και Τσιφόρο» [sic], μαζί με τη μετάφραση του Αρτύρ Ρεμπώ από τον Βασίλη Πατσογιάννη. Ο σχολιασμός που ακολουθεί αφορά μονάχα το επικριτικό σημείωμά της προς τη μετάφραση της Ντίκινσον, που όπως μαρτυρά κι ο τίτλος του αποτελεί και τον ουσιαστικό στόχο της επίκρισής της. Δεν αποσκοπώ εδώ σε ενδελεχή κριτική αξιολόγηση της μιας ή της άλλης μετάφρασης, επιθυμώ απλά να σχολιάσω και να κρίνω μόνον τα όσα διάβασα. (περισσότερα…)

Γράμμα στη Γάζα

 *

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗ ΓΑΖΑ

Αγαπημένη Γάζα,
όλα συμβαίνουν
όλα εξακολουθούν να συμβαίνουν.
Κι αφού τα πονεμένα λόγια μας
τσακίζονται σαν χέρια
πάνω στα γρανιτένια βράχια
αυτής της τελειωμένης εποχής
απόψε κλαίω και για μένα,
Γάζα,
κλαίω για όλα
και για τίποτα.
Γιατί το αίμα σου που τρέχει,
χύνεται πάλι μες στο χειρουργείο
χύνεται πίσω απ’ το μέλλον
εσένα πέτυχε η παγωμένη σφαίρα
από το χθεσινό μου όνειρο.
Αγαπημένη Γάζα,
όλα συμβαίνουν
όλα εξακολουθούν να συμβαίνουν.
Απόψε δεν υπάρχει λήθη. (περισσότερα…)

Μια γενναιόδωρη γυναίκα

*

Στα τριάντα μου ένοιωθα σιγά-σιγά να λυγίζω, εθισμένος στην παραίτηση, προδομένος απ’ τον εαυτό μου, ξεχασμένος απ’ όλους. Ήταν μια ακόμα περίοδος ανέχειας και φτώχειας – χειμώνας, με ένα επίδομα ανεργίας 360 ευρώ, πολεμούσα να κρατήσω πεντέξι κατοστάρικα στην άκρη για να ξεγελώ τον εαυτό μου και να μπορώ να πάω σε γιατρό αν κάτι σοβαρό γινόταν. Φίλοι, γνωστοί, συνάδελφοι, όλοι εξαφανισμένοι – τόσες κλήσεις αναπάντητες και κάτι τυχαίες συναντήσεις που γίνονταν υποσχέσεις που ποτέ δεν τηρήθηκαν. Δεν επέμενα – είχα και μια αξιοπρέπεια. Μακαρόνια, ψωμί, αυγά, καφές και μια φορά τη βδομάδα ένα κιλό φτηνή τροφή για τις γάτες της γειτονιάς – τίποτε άλλο δεν αγόραζα. Τα ρούχα μου μιλούσαν από μόνα τους – η φτώχεια δεν κρύβεται.

Όλη μέρα έμενα κλεισμένος στο σπίτι και το βράδυ, αν ο καιρός το επέτρεπε, έκανα μεγάλες, άσκοπες βόλτες. Αλλά ο χειμώνας ήταν σκληρός, ανελέητος, επίμονος – βροχές και κρύα εναλλάσσονταν και το κλείσιμο στο σπίτι κάποια βράδια κόντευε να με τρελάνει. Έβλεπα τηλεόραση, χανόμουν σε ρεμβασμούς, μετρούσα τις στιγμές που χάνονταν, αναρωτιόμουν γιατί ζούσα, μου φαινόταν παράξενο που υπήρχε ο κόσμος. Είχα και κάτι βιβλία, ήταν μια παρηγοριά, αλλά ήτανε στιγμές που κοίταζα γύρω μου το δωμάτιο και φούσκωναν μέσα μου δάκρυα που δεν τ’ άφηνα να κυλήσουν.

Τα βράδια κατέβαινα και τάιζα τις γάτες, σχεδόν στα κρυφά – είχαμε και κάποιους που δεν τις ήθελαν στη γειτονιά. Ανάμεσα στ’ άλλα ο ύπνος μου είχε γίνει άστατος, χαοτικός. Είχα δοκιμάσει όλα τα ωράρια ύπνου και το βιολογικό μου ρολόι ήταν στα πρόθυρα της καταστροφής. Κοιμόμουν στις έξι το πρωί και ξυπνούσα στις δύο το μεσημέρι. Ή από τις δώδεκα το μεσημέρι μέχρι το βράδυ στο κρεβάτι και μετά όρθιος όλη νύχτα μέχρι αργά το πρωί. Κάποιες μέρες κοιμόμουν με δόσεις και δεν ήξερα τι μου γινόταν. Σωματικά τις περισσότερες μέρες ήμουν ράκος και ένα πλάκωμα στο στήθος δυσκόλευε την αναπνοή και έκανε το μυαλό μου να πλέκει σενάρια ξαφνικού επικείμενου θανάτου. Τα βράδια που ο καιρός ήταν υποφερτός και έβγαινα έξω όλο και κάτι περίεργο εμφανιζόταν μπροστά μου, από τύπους που έψαχναν σεξ στα όρθια σε κάποιο πάρκο μέχρι και ένα νεαρό παιδί που το έβλεπα να μιλά με τους τοίχους – την πρώτη φορά νόμιζα πως έκανα λάθος αλλά τις επόμενες φορές που τον συνάντησα σιγουρεύτηκα ότι πράγματι μιλούσε με τους τοίχους. (περισσότερα…)