ΝΠ | Ταξιδιωτικά – Μαρτυρίες

1988: Εριβάν, Αρμενία

*

του ΜΑΝΩΛΗ ΜΠΟΥΖΑΚΗ

Μεσημέρι μιας ανοιξιάτικης Δευτέρας προσγειωθήκαμε στο Εριβάν. Αυτοκίνητο με οδηγό μάς περίμενε και οδηγηθήκαμε στο ξενοδοχείο μας. Είχα διαβάσει αρκετά για την ιστορία αυτού του πραγματικά κατατρεγμένου έθνους τους τελευταίους δυο-τρεις αιώνες. «Ψαρεύω» στο διαδίκτυο:

«Στις αρχές του 4ου αιώνα η Αρμενία έγινε το πρώτο κράτος στην ιστορία που υιοθέτησε τον χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία, ενώ χριστιανικές κοινότητες είχαν κάνει την εμφάνισή τους ήδη από το 40 μ.Χ. Υπήρχαν επίσης και παγανιστικές κοινότητες, όμως προσηλυτίστηκαν στον χριστιανισμό από τους πολυάριθμους ιεραπόστολους που έδρασαν στην Αρμενία. Ο Τιριδάτης Γ΄ έγινε ο πρώτος μονάρχης που εκχριστιάνισε επίσημα τους υπηκόους του, δέκα χρόνια πριν την παύση των διώξεων από τον Γαλέριο και τριάντα χρόνια πριν βαπτιστεί ο Μέγας Κωνσταντίνος.»

Ακολούθησαν κατακτήσεις από Πέρσες, Βυζαντινούς, Σελτζούκους Τούρκους, Μογγόλους, και πάλι Πέρσες, Ρώσους για να καταλήξουν στο τέλος υποτελείς στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Σκληρά χρόνια, διακρίσεις, καταπιέσεις που οδήγησαν στο Αρμενικό Ζήτημα και στις σφαγές 150.000 Αρμενίων από τον Σουλτάνο Αμπτούλ Χαμίτ Β΄ τη διετία 1894-1896. Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, οι συγκρουσιακές αντιδικίες Ρώσων και Οθωμανών και ομάδες Αρμένιων εθελοντών που είχαν ενσωματωθεί με τους Ρώσους έδωσαν την αφορμή και την ευκαιρία στους Τούρκους να επιχειρήσουν νέες βάρβαρες επιδρομές οι οποίες κατέληξαν στη φρικτή γενοκτονία εκατοντάδων χιλιάδων Αρμενίων και σε έναν ακόμη μεγαλύτερο αριθμό κατατρεγμένων προσφύγων.  Στις 12 Μαρτίου 1922, η Αρμενία ενσωματώθηκε στη Σοβιετική Ένωση και μαζί με τη Γεωργία και το Αζερμπαϊτζάν συγκρότησαν την Ομοσπονδία Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών της Υπερκαυκασίας. Η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης σήμανε οριστικά τη δημιουργία του νεότερου ανεξάρτητου κράτους της Αρμενίας. Η Χώρα διακήρυξε την ανεξαρτησία της στις 23 Αυγούστου του 1991.

Το Εριβάν ή Γερεβάν ή Ερεβάν είναι η πρωτεύουσα της Αρμενίας. Οι παγκόσμιοι επισκέπτες της την αποκαλούν «Ροζ Πόλη». Διάφορες αποχρώσεις του ροζ κυριαρχούν σε πολλά κτίρια της πόλης προσδίδοντάς της μια πρωτότυπη και οπωσδήποτε ενδιαφέρουσα εικόνα. Οι Αρμένηδες είναι χαρούμενοι, ανοιχτόκαρδοι και ιδιαίτερα φιλικοί άνθρωποι. Επηρεασμένος από την ιστορία της Αρμενίας, την πρώτη τουλάχιστον μέρα της επίσκεψής μου, έβλεπα τους πάντες σκυθρωπούς, σιωπηλούς και μια απροσδιόριστη θλίψη να χρωματίζει τα πρόσωπα κοινωνικών ομάδων, ανδρών και γυναικών που συναντούσα και παρατηρούσα στους δρόμους, στα μαγαζιά, στα γραφεία που επισκεπτόμουνα, παντού. Μόνο τα παιδιά φαινόταν να διαφοροποιούνται απ’ αυτό το γκρίζο χρώμα που κυριαρχούσε στην αρμένικη ατμόσφαιρα της πρωτεύουσας. Φωνές, τρεξίματα, πατίνια, ποδήλατα, μαμάδες να τσιρίζουν και να τα κυνηγούν, εικόνες οικείες, δικής μας επαρχιακής πόλης. (περισσότερα…)

Του Βορρά (Στον Θοδωρή Καλλιφατίδη)

*

Γη των Γότθων – Gotland

Χτυπούσαν τα κατάρτια
τό ’να με τ’ άλλο
έξω απ’ την Τροία προσμένοντας
μες στον ιδρώτα ενός ονείρου
μιας αρπαγής, χτυπούσαν
οι χορδές – μια λύρα, ένα σαντούρι;

Κι απάνω, βορειότερα
σε θάλασσες μουντές, φουρτουνιασμένες
παλεύαν γίγαντες, υφάλμυροι
και θάβαν τους νεκρούς τους
σε πέτρινα καράβια του γρανίτη.
Κι εκεί κι εδώ και πάντα
για ένα δέρας χρυσόμαλλο
μια λάμψη αιμάτινη, έναν οίστρο.

Όμως, εδώ στων Γότθων το νησί
η θάλασσα το ρούφηξε το αίμα
μεσ’ απ’ τον ασβεστόλιθο
και γίνανε από τότε
μαύρες οι προβιές
και μείναν οι λαβύρινθοι
– ποιος, πού τους είδε; Στου Μίνωα το παλάτι; –
με όρια τις πέτρες,
για να γυρνάνε οι ψυχές
και να γλυκοχαράζουν.

Η Γκότλαντ είναι ένα σουηδικό νησί με μακρά ιστορία κατακτητών και αίματος, θέατρο των επιδρομών των Βίκινγκς, των Δανών και των κατοίκων της χανσεατικής πόλης Βίσμπυ εναντίον των αγροτών. Κατέχει θέση στρατηγική στη Βαλτική όπως η Κρήτη και η Κύπρος στην Μεσόγειο, με όλα τα παρεπόμενά της. Αλλά είναι και το νησί με την εξαίρετη φύση, τα σπάνια είδη πουλιών, τα πρόβατα με το λαμπερό μαύρο, κοντό στριφτό μαλλί:  το νησί του Μπέργκμαν και του δικού μας αγαπημένου συγγραφέα, του 80χρονου πια Θοδωρή Καλλιφατίδη.

(περισσότερα…)

Ένα τρίγωνο ακουμπισμένο ανάμεσα στις Κυκλάδες

Το Πιπέρι, το απόγευμα της 1ης Ιουλίου 2024.

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΛΛΗ

Ταξιδεύοντας κανείς στην καρδιά των Κυκλάδων, συναντά ανάμεσα στην Κύθνο και τη Σέριφο ένα παράξενο θέαμα. Στο βάθος του ορίζοντα, ανάμεσα στα δύο νησιά, κοιτάζοντας προς τα νοτιοδυτικά, διαγράφεται ένα σχεδόν τέλειο τρίγωνο, ακουμπισμένο λες επάνω στην επιφάνεια της θάλασσας. Eίναι το Πιπέρι, μια από τις πολλές μικρονησίδες του κυκλαδικού συμπλέγματος, και σίγουρα μια από τις πιο ιδιαίτερες. Η μορφή του θυμίζει σκαληνό τρίγωνο, με τη μεγάλη πλευρά απλωμένη στο νερό, την επάνω να κλίνει έντονα προς τα δεξιά, και την πλάγια να υψώνεται σχεδόν κάθετη, σχηματίζοντας έναν πανύψηλο γκρεμό —το μόνο στοιχείο του νησιού το οποίο προκάλεσε την προσοχή των λιγοστών περιηγητών που το μνημονεύουν, συνήθως με μια-δυο μόλις γραμμές.

Ιδού πώς περιγράφει το Πιπέρι ο Αντώνιος Βαλληνδάς στα Κυθνιακά, το 1882, κάπως πιο αναλυτικά:

«Ἐν δὲ τῷ μέσῳ τοῦ μεταξὺ Κύθνου καὶ Σερίφου πορθμοῦ κεῖται νησὶς δύο περίπου μιλίων περιφέρειαν ἔχουσα, ὑψηλὴ καὶ ἀπόκρημνος, ὑπὸ μὲν τῶν Κυθνίων καὶ Σεριφίων διὰ τὴν ἐκ τῶν νήσων ἄποψιν αὐτῆς Πιπέρι καλουμένην, ὑπὸ δὲ τῶν ναυτίλων Καλαπόδι, ἅτε ἀπὸ τοῦ πελάγους παρεμφερὴς οὖσα καλαποδίῳ. Ἔρημος δὲ διατελοῦσα εἶναι ἐνδιαίτημα αἰγῶν ἀγρίων, καθ’ ἃ λέγουσιν οἱ τούτων θηρευταί.»

Το νησί είναι απρόσιτο από τις περισσότερες πλευρές του και το υψηλότερο σημείο του φτάνει τα 135 μ. Λόγω της θέσης του στο στενό Κύθνου-Σερίφου, δέχεται σφοδρές ριπές ανέμων.

Το Πιπέρι κατοικείται σήμερα μόνο από γλάρους και άλλα άγρια πουλιά, ωστόσο πρόσφατη αρχαιολογική έρευνα, τα αποτελέσματα της οποίας δεν έχουν δημοσιευθεί ακόμη, δείχνει ότι δεν ήταν πάντοτε έρημο ανθρώπων. (περισσότερα…)

Η ars combinatoria του Κυριάκου Συφιλτζόγλου

*

της ΕΛΕΝΑΣ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Κυριάκος Συφιλτζόγλου
Ακατοίκητα
Ποταμός, 2024
Κυριάκος Συφιλτζόγλου
Δραμάιλο
Αντίποδες, 2018

Δραμάιλο και Ακατοίκητα. Ακατοίκητα και Δραμάιλο. Τα ακατοίκητα στο δρόμο για τη Δράμα; Με μια λευκή ζακέτα στον ώμο, κόκκινο νήμα θαρρείς και φυλαχτό από την Πλατανιά, τόπο γέννησης του ποιητή, και μοναδικό μοτίβο που επανέρχεται σχεδόν αυτούσιο στα δύο τελευταία βιβλία του –στο Δραμάιλο ασπρόμαυρο και στα Ακατοίκητα έγχρωμο–, ο Συφιλτζόγλου διατρέχει τα χωριά του νομού Δράμας όχι απλά αιχμαλωτίζοντας με τον φακό του το εσωτερικό ακατοίκητων κι ερειπωμένων σπιτιών, αλλά –πολύ περισσότερο– αποκρυσταλλώνοντας κι αποτυπώνοντας τη συλλογική μνήμη. Και αυτό, όχι μόνο με τρόπο, αλλά και με λόγο ποιητικό. Ποιητής ή φωτογράφος; Φωτογραφικός ποιητής και ποιητικός φωτογράφος, ποιητής και φωτογράφος, ο Συφιλτζόγλου αναδεικνύεται σε μείζονα σύγχρονο εκπρόσωπο της ars combinatoria στην Ελλάδα, μιας τέχνης συνδυαστικής και συνθετικής που υποστυλώνει τη μνήμη και διεγείρει την κριτική σκέψη, πάντοτε με ύφος ινδιάνου.

Τόσο στο Δραμάιλο (Αντίποδες, 2018), όσο και στα Ακατοίκητα (Ποταμός, 2024), οι φωτογραφίες συνιστούν και ταυτόχρονα συμπληρώνουν το νόημα, διαπλάθοντας παράλληλα αυτές καθαυτές τη μορφή τού βιβλίου κι επιβεβαιώνοντας το κρέντο τού ποιητή –και δικό μας– για την ίσου βαθμού αξία νοήματος και μορφής στην ποίηση. Στο Δραμάιλο, οι φωτογραφίες προσωπικών και χρηστικών αντικειμένων –ώς και εκείνου ενός προσθετικού ποδιού που κρέμεται στον τοίχο– συμπληρώνουν τις δημιουργικές ιστορικές αφηγήσεις, δίνοντας σάρκα και όστα στα πρόσωπα και κατ’ επέκταση αυξάνοντας την αλήθεια και την πειστικότητά τους. Στα Ακατοίκητα, άλλα προσωπικά αντικείμενα, αλλά και πόρτες και παράθυρα σε σαλόνια, κουζίνες και κρεβατοκάμαρες, αφενός εντυπώνουν την ίδια τη ζωή των ερειπωμένων οικημάτων –συνήθως τα φανταζόμαστε άδεια και άνευ ζωής, εικασία που ο Συφιλτζόγλου ανατρέπει πανηγυρικά φωτογραφίζοντας σκηνικά που, πέρα από τη φθορά, μοιάζει μόλις να έμειναν στη μέση–, αφετέρου έρχονται μέσω των φωτογραφιών του Συφιλτζόγλου να τους δώσουν νέα ζωή. Επιπλέον, χρώματα και μοτίβα θαρρείς μινωικά, η ώχρα και η πορφύρα των τοίχων, αλλά και τα κοφίνια και οι νταμιτζάνες στις γωνίες που θυμίζουν πήλινα πιθάρια σιτηρών, συνδέουν άρρηκτα το  χθες (ακόμη και το αρχαίο) με το σήμερα, καθώς και το Νότο της χώρας με το Βορρά. (περισσότερα…)

Τα Εισόδια της Καινούργιας Χρονιάς

*

ΤΟ ΝΠ
ΣΑΣ ΕΥΧΕΤΑΙ
ΑΙΣΙΟ ΚΑΙ ΕΥΤΥΧΕΣ
ΤΟ 2025

~.~

Φωτογραφία: Στους δρόμους της Λουάνγκ Πραπάνγκ, Λάος·
πάλαι ποτέ γαλλική Ινδοκίνα (Δεκέμβρης 2014).

 

*

Στ’ ἀχνάρια τοῦ Παπαδιαμάντη

*

τοῦ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Ἐπιλογὴ ‒Ἐπιμέλεια Ἀγγελικὴ Καραθανάση

~.~

«Ἡ ψυχή μου εὑρίσκεται εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα»

Ὅποιος ἀγάπησε τὸν Σκιαθίτη συγγραφέα νιώθει ἐπίμονη, ἀνησύχαστη μέσα του τὴν ἐπιθυμία: ν’ ἀξιωθεῖ νὰ πατήσει τὰ χώματα τοῦ νησιοῦ του. Εἶν’ ἕνα χρέος, κάτι σὰν τάμα ἱερό, πού, ὅσο περνᾶ ὁ καιρὸς δίχως νὰ ἐκπληρώνεται, τόσο βαραίνει καὶ πιὸ πολὺ τὴν ψυχή. Μὰ εἶναι καὶ μιὰ νοσταλγία, μιὰ δύναμη ποὺ σὲ καλεῖ στοὺς γνώριμους τόπους, κοντὰ στοὺς ταπεινοὺς φίλους, ποὺ μαζί τους ἔζησες μιὰν ἀξέχαστη, γεμάτη ὀμορφιὰ καὶ νόημα ζωή.

Ποῦ ἀλλοῦ θά ’χες τὴν ἐλπίδα νὰ συναντήσεις τ’ ἀγαπημένα ἀχνάρια τοῦ κυρ-Ἀλέξαντρου, παρὰ μόνο στὴ Σκιάθο; Καὶ ποῦ ἀλλοῦ θὰ μποροῦσες νὰ περιμένεις τὸ θαῦμα νὰ δεῖς μπροστά σου ζωντανὸ καὶ χειροπιαστὸ τὸν ἐξαίσιο κι ἀνεπανάληπτο κόσμο τῶν διηγημάτων του; Τό ’χει γράψει κι ὁ ἴδιος: Ἡ ψυχή μου εὑρίσκεται εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα... [1]

Ξεκίνησα ἕνα πρωὶ ἀπὸ τὸ Βόλο, καλοκαίρι τοῦ 1964, μὲ τὸ βαποράκι τῆς γραμμῆς, γιὰ τὴ Σκιάθο. Τὸ καράβι μας ἔσκιζε ὀκνὰ τὰ γλαυκὰ νερὰ τοῦ Παγασητικοῦ. Περάσαμε τὸ Τρίκερι μὲ τὰ σπιτάκια του ποὺ κατηφορίζουν ἀπὸ τὴν πλαγιὰ πρὸς τὴ θάλασσα, μὲ τὸ λιμανάκι καὶ τὸ φάρο του κι ἐπήραμε νὰ καβατζάρομε τ’ ἀκρωτήρι ποὺ φρουρεῖ τὸ ἔμπα τοῦ κλειστοῦ κόλπου. Εἴχαμε βγεῖ στὸ κανάλι τῆς Σκιάθος, τ’ ἀνοιχτὸ στὸ πέλαγος, ποὺ τὸ δέρνουνε πάντα τὰ μελτέμια. Τὰ δυὸ μίλια του τὰ περάσαμε χορεύοντας στὰ βαθύμπλαβα νερά. Ὅμως ἀντικρίζαμε πιὰ τὴν ὡραίαν καταπράσινην νῆσον, ὅπου ἦτον ὡς παράδεισος φυτευμένος ἀνάμεσα εἰς τὰ τέσσαρα πέλαγα τὰ ὁποῖα τὴν ἔβρεχον ὡς οἱ τέσσαρες ποταμοὶ τὸ πάλαι τὸν κῆπον τῆς Ἐδέμ. [2]

Κάπου τρία τέταρτα πλέαμε ἔχοντας ἀριστερά μας τὶς σκιαθίτικες ἀκρογιαλιές, ὥσπου νὰ ρίξομε ἄγκυρα στὸ φυσικὸ λιμάνι τῆς πολίχνης, τριγυρισμένο ἀπὸ πράσινα νησιά, ἥσυχους κοιμισμένους κόρφους, κάβους κατάφυτους ἀπὸ πεῦκα. Μπροστά μας, μὲ τὰ σπίτια της ἀραδιασμένα στὸ γύρο τῆς θάλασσας κι ἀνεβασμένα στοὺς χαμηλοὺς λόφους της, μᾶς καλωσορίζει ἡ μικρὴ πολιτεία τῆς Σκιάθος. Χρώματα φωτεινά, πεντακάθαρα, ξαφνιάζουν εὐχάριστα τὸ μάτι: τὸ κάτασπρο τῶν τοίχων, τὸ κόκκινο τῶν κεραμιδιῶν, τὸ πράσινο τῶν δέντρων, κάποιων παραθυριῶν καὶ τῶν ἁπλωμένων τεντῶν τῆς παραλίας. (περισσότερα…)

Θεσσαλονίκη: Τὸ βυζαντινὸ παρελθόν της

*

τοῡ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Ἐπιλογὴ καὶ ἐπιμέλεια: Ἀγγελικὴ Καραθανάση

Χαρακτηρίσανε τὴ Θεσσαλονίκη σὰν τὴν πιὸ σημαντικὴ ἀκόμη κι ἀπὸ τὴν Πόλη γιὰ τὰ βυζαντινά της μνημεῖα. Καὶ δὲν εἶν’ ὑπερβολὴ ἂν ἀναλογιστοῦμε τὶς θελημένες ἢ ἀθέλητες καταστροφὲς πού ’χουνε πάθει πρὸ πάντων οἱ ἐκκλησίες τῆς Βασιλεύουσας ὕστερ’ ἀπὸ τὴν ἅλωση κι ὣς τὶς μέρες μας. Μὰ τὸ σπουδαιότερο γιὰ τὰ βυζαντινὰ μνημεῖα τῆς Θεσσαλονίκης εἶναι πὼς καλύπτουν ὅλες τὶς περιόδους τῆς χιλιόχρονης αὐτοκρατορίας, ἀρχίζοντας ἀπὸ τὶς πρωτοβυζαντινὲς βασιλικὲς τοῦ Ἅη Δημήτρη καὶ τῆς Παναγίας τῆς Ἀχειροποιήτου, ἔργα τῶν ἀρχῶν τοῦ 5ου αἰώνα, καὶ τελειώνοντας μὲ τὸ κομψὸ ἀριστούργημα τῆς ἐποχῆς τῶν Παλαιολόγων, τὴν ἐκκλησία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων.

Ἔχοντας σπουδάσει ὅλα τοῦτα τὰ μνημεῖα στὰ βιβλία,[1] γύρεψα νὰ τὰ δῶ ἀπὸ κοντὰ σὰ βρέθηκα στὴ μακεδονίτικη μεγαλόπολη. Μ’ ὅλο τὸν περιορισμένο καιρὸ πού ’χα στὴ διάθεσή μου, κατάφερα νὰ ἐπισκεφτῶ τὰ πιὸ σπουδαῖα ἀπ’ αὐτά.

***

Στὸν Ἅη Δημήτρη πῆγα τὴν ὥρα τῆς κυριακάτικης λειτουργίας. Ἕνα πηχτὸ κίτρινο φῶς, στὸ χρῶμα τοῦ μελιοῦ, ἔμπαινε ἀπὸ τὰ μεγάλα ἀνατολικὰ παράθυρα καὶ γέμιζε ὅλο τὸ χῶρο τῆς ἐκκλησίας.  Ἡ ψαλμουδία ράθυμη, μελαγχολική, ταξίδευε στὸ θολὸ ἀπὸ τὸ λιβάνι ἀέρα τὸν πανάρχαιο πόθο τοῦ ἀνθρώπου γιὰ μιὰ μεταφυσικὴ λύτρωση.

Σὰ σκόλασε ἡ λειτουργία ἄρχισα νὰ περιεργάζομαι τὸ χτίριο τῆς ξακουστῆς ἐκκλησίας. Τὸ οἰκοδόμημα, ποὺ βλέπει κανεὶς σήμερο,  εἶναι καὶ δὲν εἶναι ἡ παλιὰ βυζαντινὴ βασιλική. Ἐρειπωμένη ἀπὸ τὴ μεγάλη πυρκαγιὰ τοῦ 1917 ξαναχτίστηκε στὸ μεγαλύτερο μέρος της ἀπὸ ξαρχῆς, πάνω στὸ πρῶτο της, βέβαια, σχέδιο.  Εὔκολα ξεδιακρίνουνται τώρα τὰ γνήσια παλιὰ ντουβάρια ἀπὸ τοὺς ἀναστηλωμένους τοίχους. (περισσότερα…)

Θεσσαλονίκη: Ρωμαϊκὸ καὶ παλαιοχριστιανικὸ παρελθόν

*

τοῦ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Ἐπιλογὴ καὶ ἐπιμέλεια:  Ἀγγελικὴ Καραθανάση

Οἱ πολλοὶ ἔρχονται στὴ Θεσσαλονίκη γιὰ νὰ δοῦνε τὴν Ἔκθεση.[1] Οἱ λίγοι γιὰ νὰ δοῦνε τὰ μνημεῖα.[2]

Χτισμένη στὰ 315 π.Χ. ἀπὸ τὸ βασιλιὰ τῆς Μακεδονίας τὸν Κάσσανδρο, ποὺ τῆς ἔδωσε τὸ ὄνομα τῆς γυναίκας του κι ἀδερφῆς τοῦ Μεγαλέξαντρου, πέρασε στοὺς εἰκοσιτρεῖς αἰῶνες τῆς ζωῆς της ἡ «Νύμφη τοῦ Θερμαϊκοῦ» ὅλες τὶς περιπέτειες τοῦ Ἔθνους. Πόλη τοῦ ἑλληνιστικοῦ βασιλείου τῆς Μακεδονίας. Πρωτεύουσα τῆς ρωμαϊκῆς ὁμώνυμης ἐπαρχίας. «Εὐανδροῦσα»[3] μεγάπολη τῆς βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας. Τότε εἶναι ποὺ βρίσκεται στὴ μεγαλύτερη ἀκμή της. Κέντρο πολιτικῆς, στρατιωτικῆς καὶ πολιτιστικῆς σημασίας δέχεται τὶς ἐπιδρομὲς τῶν Ἀβαροσλάβων, τῶν Βουλγάρων καὶ τῶν Σέρβων, κυριεύεται προσωρινὰ ἀπὸ τοὺς Σαρακηνούς, τοὺς Νορμανδοὺς καὶ τοὺς λατίνους Σταυροφόρους,  γιὰ νὰ μπεῖ τὸ 1430, ἀκολουθώντας τὴ μοίρα ὁλάκερου τοῦ Ἑλληνισμοῦ, στὴ μακρόχρονη τουρκικὴ σκλαβιά, ἀπ’ ὅπου δὲ θὰ λυτρωθεῖ παρὰ μόλις τὸ 1912.

Μιὰ τέτοια πολυκύμαντη ἱστορία εἶναι φυσικὸ νά ’χει ἀφήσει βαθιὰ τὰ χνάρια της στὴ Θεσσαλονίκη. Μνημεῖα, κατάλοιπα ὅλων τῶν ἱστορικῶν περιόδων της, εἶναι σκόρπια σ’ ὁλάκερη τὴν πολιτεία.

Κάτι παράξενο νιώθεις σὰν ἀφήνεις τὸν πολύχρωμο καὶ πολύβουο κόσμο τῆς σύγχρονης Θεσσαλονίκης καὶ τῆς Ἔκθεσης καὶ πλησιάζεις τὴ σιωπὴ τοῦ μνημείου.

Σὰ νὰ παθαίνεις σιγά-σιγὰ μιὰν ἀποτοξίνωση ἀπὸ τὴ ματαιότητα τῆς μπίζνες καὶ νὰ ὑψώνεσαι σὲ μιὰ σφαίρα ἀνώτερη. Ἀποχτᾶς μιὰ καινούργια ὅραση. Βλέπεις τὰ πάντα μέσ’ ἀπὸ τὰ κρύσταλλα τῆς Ἱστορίας. Ἡ σιωπὴ αἰώνων στάζει λίγη-λίγη μέσα σου καὶ σὲ μεταμορφώνει. (περισσότερα…)

Αλέξανδρος Μπάρας, Αρκτική πτήση

*

Ιούνιος, ώρα πέντε το απόγευμα, στο αεροδρόμιο του Χήθροου του Λονδίνου. Το μετάλλινο όρνεο απογειώνεται βρυχώμενο για το Λος Άντζελες, για τη δωδεκάωρη, χωρίς ενδιάμεσο σταθμό πτήση του. «Δια της πολικής οδού», όπως σημειώνουν τα δρομολόγια. Το τόξο του ταξιδιού θα διαγραφεί πάνω απ’ την Ιρλανδία, τις παρυφές του Β. Παγωμένου Ωκεανού, τις δαντελωτές ακτές της λευκής Γροιλανδίας, τον κομματιασμένο αρκτικό Καναδά με τις άπειρες λίμνες του, θα περάσει τα Βραχώδη Όρη και θα σημειώσει το τέρμα του υπερβόρειου αυτού άλματος στις όχθες του Ειρηνικού Ωκεανού, στη μακρυνή ηλιόλουστη Καλιφόρνια.

Το αεροπλάνο διαγράφει τον κύκλο του προσανατολισμού του και στήνει αποφασισμένο το ράμφος του προς τη χώρα της Θούλης. Ο ήλιος, που πριν δώδεκα ώρες τον είδα σήμερα το πρωί ν’ ανατέλλει στις πέντε στην Αγγλία, στέκεται ακόμα ψηλά και δεν πρόκειται να δύσει παρά στο τέρμα του ταξιδιού μας. Βέβαια, η συνήθεια μιας ολάκερης ζωής θα προσκομίσει αυτήν τη φορά τον ύπνο σ’ ώραν ακόμα ηλιόλουστη, θα πρέπει όμως να τον αποδιώξω γιατί σήμερα μου παρουσιάζεται η εξαιρετική ευκαιρία να ζήσω τη «μέγιστη» αυτή μέρα της ζωής μου ―που η διάρκειά της θα πλησιάζει τις 24 ώρες― και ν’ απολαύσω, αν οι καιρικές συνθήκες το επιτρέψουν, το θέαμα του άγνωστου ακόμα σ’ εμένα πολικού τοπίου.

Για καλή μας τύχη τα σύννεφα σκορπίζουν καθώς αφίνουμε τις αγγλικές ακτές. Ο ουρανός γαλανίζει βαθύς και ανέφελος. Περνάμε κιόλας την Ιρλανδική Θάλασσα που αστάφτει σαν υδράργυρος. Τ’ ανήσυχο όμως νησί, χωρίς σημαντικούς εδαφικούς κυματισμούς, με τ’ αλλεπάλληλα συρραμένα καφετιά και πράσινα τετράγωνα των χωραφιών του, φεύγει γρήγορα κάτ’ απ’ τα φτερά μας. Η Ιρλανδία μένει πίσω μας κι απλώνεται τώρα κάτω ο απέραντος Ατλαντικός, ευτυχώς και τούτος ανέφελος, για να μπορέσουμε ν’ αντικρύσουμε θεατούς τους βορεινούς τόπους της σιωπής και της λευκότητας όταν σε λίγο τα νερά του θα συγκερασθούν μ’ εκείνα του άλλου ωκεανού, του Αρκτικού, του ανελέητου. (περισσότερα…)

Αναζητώντας την Παναγία Μεσοπαντίτισσα (Μια ημέρα στη Βενετία)

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΖΗΛΑΚΟΥ

Στο Ντορσοντούρο και στην Πούντα ντελλά Ντογκάνα το Κανάλ Γκράντε διασταυρώνεται με το Κανάλ Γκιουντέτσα. Εκεί βρίσκεται η οκτάγωνη βασιλική της Αγίας Μαρίας της Υγείας (Santa Maria della Salute). Ο μεγαλοπρεπής ναός άρχισε να οικοδομείται το 1631, ευθύς μετά το τέλος της επιδημίας πανώλης του 1630, που στοίχισε τη ζωή στα 2/3 του πληθυσμού της βορείου Ιταλίας. Η βυζαντινή εικόνα της Παναγίας της Μεσοπαντίτισσας, η «Μαύρη Μαντόνα» όπως την αποκαλούν διαφορετικά οι Ιταλοί, είναι το επίκεντρο της λατρευτικής ζωής της εκκλησίας.

Στις 22 Οκτωβρίου του 1630 η Γερουσία της πόλης της Βενετίας αποφάσισε πως η νέα βασιλική θα είναι αφιερωμένη στη εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου (Festa della Madonna della Salute). Από τότε η εικόνα εορτάζεται κάθε χρόνο, στις 21 Νοεμβρίου. Οι ελάχιστοι εναπομείναντες Βενετοί (47.000) περνάνε μπροστά από την εικόνα της Παναγίας που βρίσκεται τοποθετημένη στο Άγιο Βήμα. Ένας μεγάλος ανθρώπινος κύκλος σχηματίζεται γύρω από το οκτάγωνο σχήμα της εκκλησίας το οποίο συμβολίζει τους οκτώ ανέμους της θάλασσας. Η κοινή ευχή των κατοίκων είναι μία: η αρχαία πολιτεία να συνεχίσει να σμίγει την αλπική λευκότητα με τα σμαραγδένια πράσινα του Βένετο και το μπλε της Αδριατικής.

Μέχρι τον Αύγουστο του 1669 η εικόνα της Μεσοπαντίτισσας βρισκόταν στον Χάνδακα της Κρήτης, στον ιερό ναό του Αγίου Τίτου. Λίγο προτού η κρητική πολιτεία παραδοθεί στους Οθωμανούς μεταφέρθηκε τον Σεπτέμβριο του 1669 στη Βενετία και τοποθετήθηκε αρχικά στον Άγιο Μάρκο. Σύμφωνα με την παράδοση την φιλοτέχνησε ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Έφτασε στην Κρήτη από την Κωνσταντινούπολη τον καιρό της Εικονομαχίας. Η πιο τεκμηριωμένη άποψη είναι ότι είναι έργο του 11ου ή του 12ου αιώνα. Μπροστά της οι Κρήτες ορκίστηκαν πίστη στη Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας το 1211, όταν ο Βονιφάτιος Μομφερατικός πούλησε μυστικά το νησί στους Βενετούς. Ονομάστηκε «Μεσοπαντίτισσα» διότι ένωσε τις δύο «μπάντες», τους βυζαντινούς Κρήτες και τους Ενετούς. Εκείνα τα χρόνια λατρευόταν στις 13 Ιανουαρίου. Τις Τρίτες περιφερόταν στα σοκάκια του Χάνδακα. Η λιτάνευσή της συνεχίστηκε κατά τη διάρκεια της εικοσιτετράχρονης σύρραξης των Βενετών με τους Οθωμανούς.

~.~

Η καμπάνα του Αγίου Μάρκου χτύπησε δυνατά. Νύκτιο νερό ξεπρόβαλε, παχύ και πυκνό σαν ερωτικό φιλί. Κάποιες ανταύγειες νοητής σελήνης φωτίζανε τον παλμό του, μια διαταραχή πάνω στην τρεμάμενη, σαν από σκούρο μπρούντζο, επιφάνειά του, καθώς γεννιόταν κύμα κι ύστερα κι άλλο κύμα και το εμβόλιμο διάστημα μεταξύ των χτύπων της καμπάνας γινόταν μια χώρα νερού στον κόρφο μου. Να την κατακτούσα δεν γινόταν αυτή την παράξενη χώρα. Μπορούσα μονάχα να τη διασχίσω, μυστικά κι άρρητα εντός μου. Πού θα με έβγαζε η σκοτεινή θάλασσά της; Ήταν η πολιτεία της που μου μιλούσε. Τα λόγια της αντηχούσαν μέσα της και μ’ άρπαζαν. Έπρεπε τη φωνή της να ακούσω καθαρότερα. Να την αισθανθώ προτού τα αδηφάγα πλήθη των τουριστών σκεπάσουν κάτω απ’ τις μεγάλες και φαρδιές ριγηλές βοές τους την πόλη με τα πράσινα νερά και τη λευκή στεφάνη των Δολομίτων. Και μέσα στο αίσθημα αυτό το πιο καθαρό την περίφημη Μεσοπαντίτισσα, που ήθελα από καιρό να αντικρίσω, να συλλάβω καλύτερα σε όλο της το βάθος, ρυθμίζοντας την ομιλία μου μαζί με τη δική της πριν το σκαρί μπατάρει για πάντα στη θάλασσα της συνήθειας, του άλλου χρόνου, του φθαρτού και του φθαρμένου. Η Παναγιά των Βενετών, είπα από μέσα μου, δεν είναι η ίδια με κείνη του Χάνδακα. Αυτή εκεί ήταν μια αγρότισσα κρητικιά μα ετούτη εδώ μοιάζει με τη δέσποινα των νερών.

Η μέρα ήταν βροχερή και κρύα. Ο αέρας λυσσομανούσε. Η υγρασία τρύπαγε ως το μεδούλι και η ομίχλη σκέπαζε το San Giorgio Maggiore. Το ημερολόγιο έγραφε 22 Νοεμβρίου 2022. Σκόπευα να περάσω τη γέφυρα του Ριάλτο και να σταθώ κάτω από το υπόστεγο της Πινακοθήκης της Ακαδημίας για να πιω τον καφέ μου και να διαβάσω ξανά τον στίχο που χρόνια πριν είχε ανοίξει για πρώτη φορά τον δρόμο προς την πόλη των Μεδίκων. (περισσότερα…)

Από το Άουσβιτς στην AfD, μια εκδρομή δρόμος

* 

Πλησίαζαν τα γενέθλιά μου. Στρογγυλά γενέθλια για τους Γερμανούς, nel mezzo del cammin[1] για τους Ιταλούς, μια φορά, πράγμα σπουδαίο, εξού και άξιο ανάλογου εορτασμού. Συνομιλώντας με Γερμανό τέως συνάδερφο για το γεγονός και σκεπτόμενη φωναχτά, του απαρριθμούσα εναλλακτικές. Ένα ταξίδι σε μέρος ώς τώρα άγνωστο θα ήταν ίσως το καλύτερο, αλλά δύσκολη η άδεια προς το παρόν για περισσότερες μέρες. Ίσως ένα Σαββατοκύριακο; Κάπου εκτός Γερμανίας, αλλά κοντά παρ’ όλα αυτά; Καλή ιδέα! Να, Πολωνία, για παράδειγμα, δεν έχω πάει ποτέ. Α, ούτε εκείνος. Και με το αυτοκίνητο γίνεται. Βαρσοβία καθότι πρωτεύουσα ή Κρακοβία ως μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς της Ουνέσκο; Χμ!

Διαθέτοντας ισχυρό πλεονέκτημα ως Geburtagskind[2], επέλεξα το μνημείο της Ουνέσκο, θέτοντας τον όρο μου: την επίσκεψη στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Άουσβιτς. Μπορεί να το εξέθεσα στο συνομιλητή μου υπό όρους του ‘τραβάτε με κι ας κλαίω’ προκειμένου να τον πείσω, ωστόσο είναι γεγονός ότι πάντοτε αυτή η επίσκεψη βρισκόταν στο πίσω μέρος του μυαλού μου, ήξερα ότι αργά ή γρηγορά θα συμβεί, και ας φοβόμουν ταυτόχρονα, και ας γνώριζα εκ των προτέρων τον αντίκτυπο. Τώρα, όμως, είμαι αρκούντως ενήλικη και δυνατή κι επιπλέον δεν θα ήμασταν μόνοι, επιχειρηματολογούσα. Done! Σκέφτηκα πολύ κόσμο να με σαρκάζει για τη συγκεκριμένη επιλογή τού δώρου γενεθλίων στον εαυτό μου και γέλασα μαζί τους, μπαίνοντας ευχαρίστως στο χορό του αυτοσαρκασμού. Typisch Elena, κλασικά! (περισσότερα…)

Τὸ φῶς, ἡ θάλασσα καὶ ἡ πέτρα

*

τοῦ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Ἐπιλογὴ ‒ Ἐπιμέλεια: Ἀγγελικὴ Καραθανάση

Περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη ἑλληνικὴ γωνιὰ ἡ Ὕδρα εἶν’ ἡ δόξα τῆς πέτρας. Μιᾶς πέτρας γυμνῆς, σκληρῆς σταχτόχρωμης. Κατηφορίζει ἀπὸ τὶς κορφὲς γιὰ νὰ βουτήξει ἀπότομα στὴ θάλασσα, κυρίαρχη ὁλάκερου τοῦ νησιοῦ, δίχως καμιὰ παραχώρηση στὸ χῶμα ἢ στὴν ἄμμο. Ὅλο τὸ κορμὶ τῆς Ὕδρας εἶναι τραχὺς βράχος.

Τόνε βλέπεις ἀπὸ τὸ κατάστρωμα τοῦ πλοίου νά ’ρχεται πρὸς τὸ μέρος σου κατάξερος κι ἀγέλαστος, πελώριο πέτρινο μνημεῖο κάποιας παλιᾶς γεωλογικῆς καταστροφῆς, κι ἀπογοητεύεσαι. Τόση γύμνια, στοχάζεσαι, τόση φυτικὴ πενιχρότητα εἶν’ άδύνατο νά ’χει κάποιο στοιχεῖο ὀμορφιᾶς.

Ὥσπου ἀντικρύζεις τὸ πανόραμα τῆς μικρῆς πολιτείας.

Ἡ πρώτη σου ἐντύπωση εἶν’ ἕνα ξάφνιασμα. Ὅ,τι βλέπεις μπροστά σου καὶ γύρω σου εἶναι κάτι ποὺ δὲν τὸ περίμενες. Ἕνα θέαμα ἀσυνήθιστο στὸ μάτι σου. Δὲν ξέρεις ἀκόμη ἂν εἶν’ ὄμορφο, ὅμως σίγουρα δὲ σ’ ἀφήνει ἀδιάφορο.

Βρίσκεσαι μέσα σὲ μιὰ μικρογραφία λιμανιοῦ. Ἴσως νὰ τὸ κάνουνε νὰ φαίνεται μικρότερο ἀπ’ ὅ,τι εἶναι τὰ σταχτιὰ ὑψώματα ποὺ τὸ περικλείνουε. Σηκώνονται ἀπότομα κατὰ τὸν οὐρανό, ὁλόιδια τείχη.

Στὴν πλαγιά τους στέκονται τὰ σπίτια τῆς πολιτείας μὲ στυλωμένα ὅλα τους τὰ παράθυρα, σὰν ἀμέτρητα μάτια, πάνω σου. Στέκονται ἥσυχα ἥσυχα μέσα στὸ καλοκαιριάτικο φῶς καθένα στὴ θέση του, ὅμως τὸ νιώθεις πὼς πολὺ παλέψανε ὥσπου νὰ βροῦνε τούτη τὴ θέση καὶ νὰ γαντζωθοῦνε στὸ γερτὸ ἀφιλόξενο βράχο. Τὰ πιὸ πολλὰ εἶν’ ἄσπρα καὶ μικρά, σκεπασμένα μὲ μιὰ κεραμιδένια στέγη στὸ χρῶμα τῆς σκουριᾶς. Εἶν’ ὅμως καὶ κάτι ἄλλα μεγάλα, πολυώροφα, γεμᾶτα παράθυρα, χτισμένα μὲ τὴ σταχτιὰ πέτρα τοῦ νησιοῦ ποὺ θαρρεῖς κι ἐβγήκανε πρὶν ἀπὸ λίγο μέσ’ ἀπὸ τὰ σπλάχνα τοῦ βράχου καὶ πήρανε μοναχά τους ἐκείνη τὴν ἁπλὴ κι αὐστηρὴ γραμμὴ πού ’χουνε. Εἶναι τ’ ἀρχοντικὰ τῶν παλιῶν πλουσίων καπεταναίων, ἐμπόρων καὶ θαλασσομάχων: Τῶν Κουντουριώτηδων, τῶν Τσαμαδῶν, τῶν Τομπάζηδων, τῶν Ὀρλάνδων. Στέκονται ξέχωρ’ ἀπὸ τ’ ἄλλα, σὲ μιὰ μοναξιὰ περήφανη κι ἀκατάδεχτη, σιωπηλὰ καὶ κατάκλειστα. (περισσότερα…)