ΝΠ | Σάτιρες

Δημήτρης Ε. Σολδάτος, Παντού παντούμ

Παντού παντούμ

Ταρατατζούμ, παντού παντούμ,
από την Μαλαισία φερμένο.
Η ποίησή μας γιουσουρούμ –
ό,τι σκατό, αρκεί να ’ναι ξένο.

Από την Μαλαισία φερμένο
μέσω Γαλλίας προς ημάς.
Ό,τι σκατό, αρκεί να ’ναι ξένο.
Η ποίησή μας αχταρμάς.

Μέσω Γαλλίας προς ημάς
έρχεται η σάρα και η μάρα.
Η ποίησή μας αχταρμάς.
Τον ένα πάρ’, τον άλλον βάρα.

Έρχεται η σάρα και η μάρα
μ’ ύφος μπλαζέ και ξενικό.
Τον ένα πάρ’, τον άλλον βάρα –
ω, πνεύμα νεοελληνικό!

Μ’ ύφος μπλαζέ και ξενικό
παντουμιαζόμαστε αναλόγως.
Ω, πνεύμα νεοελληνικό,
ου πίπτει ράβδος, πίπτει λόγος.

Παντουμιαζόμαστε αναλόγως
πού πάει η τάση της μοδός.
Ου πίπτει ράβδος, πίπτει λόγος
διατυπωμένος βλακωδώς.

Πού πάει η τάση της μοδός;
Στο διάλο πάει, στα τσακίδια!
Διατυπωμένος βλακωδώς
κι ο λόγος μου, μία απ’ τα ίδια.

Στο διάλο πάει, στα τσακίδια
της ποίησής μας το αλαλούμ
κι ο λόγος μου μία απ’ τα ίδια –
ταρατατζούμ, παντού παντούμ!

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΣ

*

 

Στιχάκιας, Σάτιρες

*

Μέντιος

Δεμένος στο μαγγανοπήγαδο της θλίψης
γυρίζω γύρω, γύρω και πηγαίνω
χωρίς να ξέρω δίχως να καταλαβαίνω
το μέγεθος ή το βαθμό της σήψης

Στην πλάτη μου δυο ψάθινα καλάθια
και στο κεφάλι –πάλι– ψάθινο καπέλο
τα αυτιά μου εξέχουν και τα δυο (θέλω δε θέλω)
και τα ποδάρια μου ματώνουν απ’ τα αγκάθια

Και πάω πάντα μια πορεία γύρω, γύρω
φτάνω ή δε φτάνω –πια– δεν έχει σημασία
Τα χνώτα μου βρομοκοπούν απελπισία
αγκομαχώντας τον αγώνα μου το στείρο

Χρόνο ξεκλέβοντας καμιά φορά κοιμάμαι
όρθιος όμως μη με πάρουνε χαμπάρι
κι έρθουνε να μου κλέψουν το κριθάρι
Αυτό μονάχα. Τίποτα άλλο δε φοβάμαι

Και πάω πάλι… με το φως ή με σκοτάδι
(Πι ρο τετράγωνο του κόσμου το εμβαδόν)
Κι ας παραμένω κατά τύχη εδώ παρών
κι ας μην, στο κέντρο του, έχει ο κύκλος μου πηγάδι

~.~

Αχ!

Για κοίτα μικρή μου πώς κάνω στροφές
και πώς περπατώ στον αέρα
Σα χάρτινο φύλο του ανέμου οι ριπές
με πάνε μια δώθε μια πέρα….

Το χαίρομαι όμως, γελώ σα χαζός
αυτό το μια κάτω μια πάνω
Του κόσμου ο κόσμος πηγαίνει πεζός
μα εγώ ουρανό πάντα πιάνω

Και κοίτα πώς πάω σα χαρταετός
που εσύ –ναι εσύ!– κουμαντάρεις
Ματάκια που λάμπουν στη νύχτα σα φως
κανόνισε να… με στουκάρεις (περισσότερα…)

Μικρή σάτιρα σε δύσκολους καιρούς

*

του ΑΓΓΕΛΟΥ ΑΛΑΦΡΟΥ

Των νέων τούτων των καιρών, των όψιμων των χρόνων
(ξέρω, σας πέσανε βαριές πολύ οι γενικές)
της σοβαρής της έκφρασης, του αινίγματος των τόνων
τέκνα απομένουν άξια μονάχα οι ποιητές.

Της κρύπτης, του ανέλπιδου τ’ αέναο κυνήγι
(η τέχνη να κοιτά κανείς και κάτω απ’ το χαλί)
στο ευγενές αυτό το σπορ, το ξέρω, μείναν λίγοι
στον κόσμο μας τον κάλπικο – μα λίγοι και καλοί.

Το βλέμμα κάπως σκυθρωπό, τα πόδια σταυρωμένα
τα μάτια πίσω απ’ τους φακούς να στρέφουν στα βαθιά
και θραύσματα των σκέψεων που, ατάκτως ερριμμένα,
να ξοδευτούν προσμένουνε σε pixel και χαρτιά.

Hurrah ενδοσκόπηση! Και hurrah ελευθερία!
Και hurrah εν γένει καθετί που δείχνει σεβαστό.
Αλήθεια να ζητήσουμε σαφώς δεν είναι χρεία
σ’ ό,τι φτηνό που ξεπερνά τον δόλιο εαυτό.

Ας σμίξουμε ξανά λοιπόν στη νέα Αγορά μας
μαζί να εξορκίσουμε αυτά που ’ναι κακά:
Της στίξης το ανώφελο, το μέτρο, τα παλιά μας
– και προπαντός ό,τι ζητά τα μάτια ανοιχτά.

Ας σμίξουμε ξανά λοιπόν κι ύστερα να χαθούμε
σ’ ό,τι ο καθένας μας ζητά, σ’ αυτό που αγαπά.
Οι άμουσοι ας μας χτυπάν κι ας μας περιφρονούνε:
Οι στίχοι μας σαν βιαστικοί· μ’ αξίζουνε πολλά.

~.~

Γιάννης Μπελεσιώτης, Ὁ κύκλος τῶν (μεγάλων) χαμένων ποιητῶν καὶ ἄλλα ποιήματα

*

Ὁ κύκλος τῶν (μεγάλων) χαμένων ποιητῶν

Ὁ κύκλος τῶν μεγάλων χαμένων ποιητῶν
τὰ μέλη του ἀνακοίνωσε θ’ αὐξήσει
Τὸ ἔμαθα κι ἀμέσως τοὺς δήλωσα «παρὼν»
πρὶν μ’ ἄσχετους ἡ αἴθουσα γεμίσει

Ἀέρα τὰ μαλλιά μου φορᾶν ποιητικὸ
κι ἡ μούρη μου ἔχει πάρει μιὰ γκριμάτσα
(σὲ κάποιο ἀνθολόγιο τὴ βρῆκα σχολικὸ
μοῦ ἄρεσε, τὴν ἔβαλα γιὰ φάτσα)

Τὰ μάτια μου ἀπὸ τότε κοιτάζουν ἀπλανῆ
τὸ χέρι μου ἀγγίζει τὸ σαγόνι
μὲ τρόπο τέτοιο π’ ὅποιος μὲ δεῖ νὰ τοῦ φανεῖ
πὼς κάτι ὁ νοῦς μου ὑπέροχο σκαρώνει

Καὶ τό ’χω σιγουράκι – ὄχι νὰ παινευτῶ
τὴ θέση ὅμως τὴν ἔχω ἀγκαλιάσει
ἀρκεῖ μονάχα ἕνα τυχαῖο μου γραφτὸ
νὰ δείξει τὴ μεγάλη μου τὴν κλάση

Ὁ κύκλος ἔχει κλείσει κι ἀπέμεινα ἐκτός!
Στὴ θέα τοῦ καινούργιου δεδομένου
πικραίνομαι –δὲ λέω– γιατὶ εἶναι γεγονὸς
θὰ μ’ ἄρεσε ὁ τίτλος τοῦ χαμένου…

~.~ (περισσότερα…)

Κριτική Επιτροπή Κρατικών Βραβείων

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

«Τις βραχείες λίστες των Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων 2021 ανακοίνωσε το Υπουργείο».

Η Κριτική Επιτροπή στα Κρατικά Βραβεία
έμαθα είναι τριετής. Νομίζω, δίχως άλλο,
άλλο σημαίνει «τριετής» και άλλο «για τα τρία»,
γιατί ήθελα τ’ αρχίδια μου Επιτροπή να βάλω.

Η Κριτική Επιτροπή είναι διορισμένη
κι όχι με κλήρωση, αλλά πληρώνεται απ’ το Λόττο.
Σ’ υπηρεσία, βέβαια, δεν είν’ διατεταγμένη,
μα διορίστηκε απλώς έτσι, για το γαμώτο!

Η Κριτική Επιτροπή δεν κρίνεται, κι ας κρίνει
– γαμώ τα υπουργεία μου! – όπως της κατεβάσει.
Κι αν κριτική τής άσκησα, ας κρίνει εμέ κι εκείνη
απ’ το βιβλίο μου, που ’κρινε δίχως να το διαβάσει.

Προτείνω, αντί διορισμού Επιτροπής και τέτοια,
στην κληρωτίδα όλα μαζί να μπούνε τα βιβλία
κι όποιο σταθεί πιο τυχερό να βραβευτεί, ρουσφέτια
έτσι κανένας δεν θα πει πως είναι τα βραβεία!

Παρακαλάω τον Θεό να μην με ξαναφέρει
σε τέτοια ανάγκη άλλη φορά για να ξαναμιλήσω.
Ξαναγυρίζω στην σιωπή τώρα, σαν τον Σεφέρη,
κι άμα μου δώσουν Κρατικό, έρχομαι πάλι πίσω –

όχι, βεβαίως, να βραβευτώ – στο στόμα μου πιπέρι –
μα την ψωλή μου ν’ αρνηθώ να κρατικοποιήσω!

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΣ

*

Η μοκέτα του «Ιανού»

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

«Έντονες αντιδράσεις προκάλεσε η διαρροή του e-mail από την υπεύθυνη ανθρώπινου δυναμικού της γνωστής αλυσίδας ΙΑΝΟΣ που καλούσε τον διαχειριστή του κτηρίου στην οδό Σταδίου να βρέχει το βράδυ την μοκέτα της εισόδου, προκειμένου να αποτρέψει τους άστεγους από το να περνούν την νύχτα τους εκεί, ενώ αναφέρει ότι οι άστεγοι πλέον κοιμούνται πάνω στην βρεγμένη μοκέτα και κάνει λόγο για αναγκαίους ‘security’ που θα διώχνουν τους ανθρώπους από την βιτρίνα του καταστήματος ενώ μάλιστα προειδοποιεί ότι το κατάστημα θα βάλει μπροστά ακόμα και σειρήνα».  (in.gr, ethnos.gr)

Βρέξαν κι απόψε την μοκέτα
στην είσοδο του Ιανού,
τους άστεγους ζεσταίνουν τώρα
μόνο τ’ αστέρια τ’ ουρανού.

Πολιτισμού είναι αλυσίδα
και του βιβλίου η κιβωτός
ή απανθρωπιάς μαύρη σελίδα
και για το χρήμα ένας ναός;

Και οι ανθρώποι των Γραμμάτων
διπρόσωποι όπως ο Ιανός,
βρέχουν κι αυτοί… το σωβρακάκι –
φωνή ακούτε κανενός;

Θεέ μου εσύ, ποιητή των όλων,
μοκέτα κι η ζωή βρεγμένη.
Κι οι ποιητές, θεοί των κώλων,
απ’ τα σκατά είναι πιο σκατένιοι!

Ω, ναι, χωρίς αμφιβολία,
για να στεγνώσει η μοκέτα
κάψτε ένα-ένα τα βιβλία
κι α, γαμηθείτε – νέτα σκέτα!

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΣ

 

*

Πανδημία 2021

panic

Ηγέτες κορδωτοί και ζαρωμένα πλήθη,
κοπάδια ανθρώπινα στημένα στην ουρά,
απ’ τις οθόνες το κουκί και το ρεβύθι:
«Πες τους, γιατρέ, πως το εμβόλιο δεν πονά».

Πάνε δυο χρόνια που μαρμάρωσαν τα πάντα
(«καλέ, μας τσάκισε ο άτιμος ο ιός»),
μ’ ένα χαχάνισμα στ’ αυτιά («καλά σαράντα…»)
σύγκορμος τρέμει της Προόδου ο Υιός.

Μα πού ακούστηκε, ένα τοσοδούλι πλάσμα
κι εμπρός του πέφτουν οι λαοί του θανατά,
του υποδεκάμετρου ανεπαίσθητο ένα κλάσμα
που πίσω σέρνεται από εννιά μηδενικά.

Μόνο αποκούμπι μας η Σώτειρα Επιστήμη,
σταυροκοπιούνται στα κανάλια οι ευλαβείς.
—Ποιος είσαι, κύριε; Είσαι ειδήμων; Μη βλασφήμει!
Δικό σου χρέος έχεις ένα: να σωθείς.

—Α! μας χρειάζεται επειγόντως χαλινάρι…
—Οι αιρετικοί να παταχθούν ανηλεώς!
—Αδιανόητο ο καθείς να σουλατσάρει…
Στους ουρανούς χαμογελά ο τέως Θεός.

ΛΑΜΠΡΟΣ ΛΑΡΕΛΗΣ

Εις συκοφάντην

~.~

ΕΙΣ ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΝ

Είναι απ’ τα γέλια να κρατάς στ’ αλήθεια την κοιλιά σου :
με ψέγει ο Κακόκαρπος ότι τον έχω κλέψει.
Φίλος δεν έμεινε ή γνωστός που δεν τον έπιασε ήδη
με σου-σου-σου και ψου-ψου-ψου και τις γνωστές του κλάψες
για να του πει… ενός στίχου του πως βούτηξα τη δόξα !

Στα φόρα δεν κοτάει να βγει, τις τρέμει τις ντομάτες,
απ’ τη λαγουδοτρύπα του το ψέμα λιβανίζει.
Μα τέτοιος είναι, φταίει αυτός ;  Εγώ τα φταίω όλα
που ανέχτηκα τόσο καιρό τα χοιρινά του κόλπα.
Να μη σου πω, πάλι καλά που με διαβάλλει μόνο
(ούτε κι ο πρώτος είμαι δα ούτε κι ο τελευταίος)…
Για σκέψου λέει –ω βάι κι αλί– να μ’ είχε… μεταφράσει !

ΛΑΜΠΡΟΣ ΛΑΡΕΛΗΣ

~.~

Περιμένοντας τους τουρίστας

 

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΤΟΥΡΙΣΤΑΣ

— Τι περιμένουμε στην αμμουδιά συναθροισμένοι;
Είναι να φθάσουν οι τουρίσται σήμερα.

— Γιατί στο Κοινοβούλιον μια τέτοια απραξία;
Τι κάθετ’ η κυβέρνησις και δεν εκδίδει νόμους;

— Γιατί θα φθάσουν οι τουρίσται σήμερα.
Τι νόμους η κυβέρνησις να εκδώσει;
Οι ίδιοι σαν φτάσουν θα μας πουν τι θέλουν.

— Γιατί ο Καταλληλότερος τόσο νωρίς σηκώθη
στου Ελ Βενιζέλος να σταθεί την πιο μεγάλη πύλη,
γιατί παλάμη άπλωσε σαν να ’ταν διακονιάρης;

— Γιατί θα φθάσουν οι τουρίσται σήμερα.
Κ’ ελπίζει μήπως τον προσέξει εκεί
κανένας ξεναγός των. Μάλιστα ετοίμασε
ένα λογύδριο να τον πει. Εκεί
τον έγραψε χίλια μύρια γλειψίματα.

— Γιατί και όλοι οι άρχοντες οι τοπικοί εβγήκαν
με ζήλον τόσον κ’ έπιασαν τες ρούγες, τες πλατείες·
γιατί γκαρσόνας φόρεσαν ποδίτσα με φιογκάκι
και ξεσκονόπανο κρατούν κ’ απ’ το πρωί γυαλίζουν·
γιατί μπρος στον καθρέπτην των προβάρουν ρεβεράντζες
που απ’ το πολύ το σκύψιμον τούς κόπηκεν η μέση;

Γιατί θα φθάσουν οι τουρίσται σήμερα·
και οι τουρίσται απαιτούν σέρβις και προθυμία.

— Γιατί οι ρεπόρτερ οι άξιοι δεν βγαίνουν στα κανάλια
να πουν πως η ανάπτυξις μάς τρέχει απ’ τα μπαντζάκια;

Γιατί θα φθάσουν οι τουρίσται σήμερα·
κ’ αυτοί απ’ την πάρλα προτιμούν την ηλιοθεραπεία.

— Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία.
(Οι φάτσες οι υπουργικές τι πελιδνές που εγίναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα πλαζ και ξενοδοχεία,
κ’ όλοι γυρνούν στα σπίτια τους σαν φιδοδαγκωμένοι;

Γιατί ενύχτωσε αλλά τουρίσται δεν φανήκαν.
Και οι ειδήσεις που έφθασαν από την Αλβιόνα
λένε πως τους εκράτησε μακριά λοιμού τρομάρα
και πως τουρίσται φέτος πια δεν πρόκειται να ’ρθούνε.

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς τουρίστας.
Το χαρτζιλίκι που άφηναν ήταν μια κάποια λύσις.

ΛΑΜΠΡΟΣ ΛΑΡΕΛΗΣ

 

Θέρους ψόγος

*

ΘΕΡΟΥΣ ΨΟΓΟΣ

στὴν Αἰμιλία Ἰωαννίδου

Δὲν ξέρω ἐσεῖς τί λέτε πάντως, κύριοι,
μὰ ἐγὼ λατρεύω κρύο καὶ χειμῶνα
καὶ ἂν οἱ λόγοι μου ἠχοῦν μυστήριοι
σταθῆτε, σᾶς τὸ κάνω καὶ εἰκόνα.

Ἰδοὺ λοιπὸν τοῦ θέρους τὰ καμώματα
χωρὶς περιστροφὲς καὶ ἀποκρύψεις,
τὰ πάντα θὰ είπωθοῦνε μὲ ὀνόματα,
μὲ νούμερα, στοιχεῖα κι ἀποδείξεις.

Κινᾷς νὰ πᾷς στὴν θάλασσα χαράματα,
νὰ μὴ πετύχῃς κίνησι στὸν δρόμο,
μὰ εἶν’ αὐτὰ εὐχάριστα τὰ πράματα;
Διαλέγεις ἢ τὴν νύστα ἢ τροχονόμο;

Κι ἂς ποῦμε πὼς παρὰ τὸ μποτιλιάρισμα
κατάφερες νὰ φτάσῃς πρὶν τὴν μία∙
λοιπόν, σᾶς τὸ ἀφήνω, κύριοι, χάρισμα
αὐτὸ ποὺ ἀκολουθεῖ ἐν συνεχείᾳ.

Μπροστά σου τὸ ἀμμῶδες παλκοσένικο,
ἡ πλάζ, ἡ παραλία, οἱ όμπρέλλες,
Βαβὲλ ποὺ προσελκύει κάθε ἔνοικο
καὶ κάθε θεοπάλαβου τὶς τρέλες.

Ἄλλοι τὰκ τάκ, χτυπᾶνε τὰ μπαλλάκια τους
μ’ ἐκεῖνες τὶς ἀπαίσιες ῥακέττες
καὶ μὲς στὰ λουλουδᾶτα στενοβράκια τους
σκορποῦν τὸν πανικὸ μὲ πιρουέττες.

Ἄλλοι τὰ μπράτσα σφίγγουν καὶ τὰ στήθη τους
μπροστὰ ἀπὸ κυρίες καλλιπύγους
κι ὑπόσχονται οἱ μύες τους ἀμύθητους
τοὺς παφλασμοὺς τοῦ ὁρμονικοῦ τους σφρίγους.

Πιὸ πέρα ἀρχίζουν οἱ ἀπρέπειες:
μὲ τάπερ παραμάσχαλα κι ἐπ’ ἄμμου
ἀπολαμβάνουν πλήρως τὶς συνέπειες
οἱ σύζυγοι τοῦ εὐτυχοῦς των γάμου.

Ἀνάμεσα σὲ ἴχνη ἀπὸ πέλματα
ποικίλων μεγεθῶν ἀνὰ τὰς θῖνας
ἀκοῦς ἐνθουσιώδη παραγγέλματα
στὴν κλίμακα τῶν τόνων τῆς σειρήνας.

«Κωστάκη, στὰ ῥηχὰ καὶ μή ξανοίγεσαι,
γιατί φορᾷς μονάχα ἕνα μπρατσάκι;
Δὲν εἶναι ἡ στιγμὴ τώρα νὰ πνίγεσαι,
βγὲς ἔξω νὰ στὰ ψάλω ἕνα χεράκι!

Βασίλη, εἶναι τὸ λάδι στ’ αὐτοκίνητο
μὲ δείκτη προστασίας στὸ τριάντα»
λέγει ἡ κομψότατη μαντὰμ καὶ τείνει τὸ
κλειδὶ ποὺ ἔχει βγάλει ἀπὸ τὴν τσάντα.

Μὰ δὲν τελειώνει ἀκόμη τὸ σενάριο
ἀπ’τὰ ἠχεῖα, πές, ποιος μὲ φυλάγει;
Βαρᾷ ἕνα τὰμ – τὰμ ὑποσαχάριο
καὶ λείπουν μόνο τῆς φυλῆς οἱ μάγοι.

Κι ἂν τρέξω νὰ γλυτώσω μὲς στὰ κύματα
ἀλλίμονο! θὰ πέσω σὲ κηλῖδα:
παχύρρευστο τὸ στρῶμα ἀπὸ τὰ λύματα
λαδιῶν λογῆς γιὰ κάθ’ ἐπιδερμίδα.

Σὲ ὕδατα βαθιὰ καὶ καθαρώτερα
μὲ ζώνει μιὰ τρομάρα πιὸ μεγάλη:
κι ἂν κάποιο ἀπ’ αὐτὰ τὰ βρωμoκότερα
μοῦ κόψῃ ὅλο τὸ χέρι ἀπ’ τὴν μασχάλη;

Κι ἂν ξεπεράσω τὴν αἰγιαλίτιδα
καθὼς θὰ κολυμπῶ ἴδιος δελφίνι
(δὲν ἐκκινῶ καὶ βόρεια ἀπ’ τὴν Κρήτη δά!)
μοῦ λέτε, κύριοι, τότε τι θὰ γίνῃ;

Τὸ βλέπω τὸ κορμί μου τὸ νικέλινο,
ποὺ ἔχει σμιλευτῆ μὲ τόση χάρι,
σὲ μιᾶς ἀκταιωροῦ μὲ ἡμισέληνο
νὰ λιώνῃ τὸ πιὸ τρίσβαθο ἀμπάρι.

Θέρετρα λέτε ὑπάρχουνε καὶ ὄρεια.
Βεβαίως, συμφωνῶ καὶ ἐπαυξάνω,
μὰ νά καὶ κάτι σμήνη ἀπὸ πελώρια
κουνούπια σὰν Ῥαφὰλ ἐκεῖ ἀπάνω.

Μὰ πάλι καὶ στὴν κόλασι τῆς πόλεως
πῶς γίνεται κανεὶς νὰ παραμείνῃ;
Θὰ ἤμουν ἀσυγχώρητα ἐπιπόλαιος
ἂν ζοῦσα τόσους μῆνες στὸ καμίνι.

Ἀνάβουν πανταχόθεν τὰ τσιμέντινα
τοτὲμ τῶν ἐργολάβων κι ἐν ᾦ πρῶτα
μ’ ἐνδύματα κομψὰ τὸ σῶμα ἔντυνα
μὲ πνίγει τώρα αὐτὴ ἡ ῥεντικότα.

Ἱδρῶτα στάζει ὡς καὶ τὸ ἡμίψηλον
κι οἱ γκέτες μου κι αὐτὲς ἀκόμη ἱδρῶτα,
καὶ νά ποὺ ἀντικατέστησα τὸ ὕψιλον
καὶ γράφω τὸν ὑδρόβιο μὲ γιῶτα.

Ἂ ὄχι πιά! Τὸ θέρος δὲν λιμπίζομαι!
Χειμῶνες φέρτε μου, βροχὲς ἀβέρτα,
σ’ ἕνα βιβλίο μέσα νὰ βυθίζωμαι,
νὰ κάνω μακροβούτια στὴν κουβέρτα.

ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗΣ

Στιχάκιας, Παλιό καλούπι

 

 

Παλιό καλούπι σ’ έβγαλε∙ το λες και καμαρώνεις
Σου μπόλιασαν την έπαρση μέσα στο DNA
Και τώρα που τα χρέη σου αρχίζεις να πληρώνεις
Λες «πότε μούτσοι γίναμε από καπεταναίοι…»

Τα ψιλοκουτσαβάκικα τους ψευτοτσαμπουκάδες
Τα ξέχασες και τα ’σβησες τώρα που ο κώλος σφίγγει
Κι εσύ που ’ξερες κι έτρωγες σαν τους καλοφαγάδες
Αυτή η μπουκιά σε ζόρισε κι έκατσε στο λαρύγγι

Θυμάσαι που πρωτόβαλες μακρύ το παντελόνι
Να πιάνεις με το χέρι και να σφίγγεις τον καβάλο
(Από μικρό σε ζόριζε η πολλή τεστοστερόνη
Και μες στη θέση του μυαλού σου ’βαλε κάτι άλλο)

Τώρα ψελλίζεις «απ’ εμού… ποτήριον… παρελθέτω»
Το είδωλο που έχτιζες έσπασε σαν το τζάμι
Αυλαία στην παράσταση, στο θέατρο λουκέτο
Και γράφει ο ισολογισμός: Όλη η ζωή χαράμι

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΕΛΕΣΙΩΤΗΣ

 

 

Λάμπρος Λαρέλης, Αθήνα

athina
με τον τρόπο του Γ.Σ.

Ο Πρόεδρος της Κυβέρνησης προχθές στο Ελληνικό
παράδεισο ευκαιριών την είπε την Αθήνα,
στεφάνι τής απόθεσε αναπτυξιακό
και με resorts τη στόλισε, μαρίνες και καζίνα,
την είπε ευρωπροορισμό παρά την πανδημία,
μητρόπολη επενδύσεων, κι ας μην υπάρχει μία.

Πάει καλά… Ο Μητσωτός ας την εγκωμιάζει,
σ’ έναν Κυριάκο ο καθείς τα πάντα επιτρέπει,
ως κυβερνήτης είθισται να μας διασκεδάζει
κι εμπρός του όλα ευάερα κι ευήλια να τα βλέπει.
Όμως εγώ τα βλέπω αλλιώς, μία ιδέα πιο σκούρα,
και μου ’ναι χούι ανίκητο η χλεύη κι η καζούρα.

Ας κλώθει ο πρωθυπουργός οράματα στον νου του
κι ας τον δοξάζουν της τιβής τα πρώτα τα κλαρίνα,
αν όμως κάποιος από σας το θέλει, εξεπιτούτου
θα του το εξηγήσω εγώ ποια είναι η Αθήνα.
Ο Μητσοτάκης την υμνεί σε κάποια virtual σφαίρα
εγώ όμως δεν το κούνησα στιγμή από δω πέρα.

Αθήνα… Ξέρεις τι θα πει, μαλάκα μου, Αθήνα;
Απ’ την αυγή ένας σαματάς ώς το βαθύ σκοτάδι,
κρότοι βομβών στα Εξάρχεια και τακουνιών στη Σίνα,
βρισίδια και ξεφωνητά λες απ’ το στόμα του Άδη,
κόρνες και ποδοβολητά στη ράχη της ασφάλτου,
διαδηλωτών κοάξ κοάξ, κρωξίματα του βάλτου.

Αθήνα ξέρεις τι θα πει;… Των οφθαλμών καούρες,
στην ντάλα του μεσημεριού τα φλας να κάνουν στράκες,
πόζες της Γιάννας, κι άλλα φλας, δημοσιογράφων μούρες,
κυρίες φιλανθρωπικές, κλάκες, τράκες, φενάκες,
και πλάι στα εξαμβλώματα του Ωνάση και του Νιάρχου
οι παρδαλοί περίπατοι κάθε βλαχοδημάρχου.

Κι αν στου Μαξίμου οι ιθύνοντες ξυπνούν μες στους μπαξέδες
και βλέπουν γάργαρα νερά και δροσερές καράφες,
λουλούδια βλέπουμε κι εμείς σε γκαζοντενεκέδες
και φοινικιές μισόξερες μέσα σε κάτι σκάφες.
Και κάθε μέρα σούμπιτοι βουτάμε ώς το κεφάλι
στης σκόνης μέσα τις βραγιές και μέσα στην αιθάλη.

Αθήνα ξέρεις τι θα πει; Ένας λαός γκαρσόνια,
ντελιβεράδες, αιρ-μπι-εν-μπι και ρουμ-του-λετατζήδες,
ουρές στα προποτζίδικα, εισαγωγέων καμιόνια,
δικηγορίσκοι, εξέκιουτιβζ, κλόουν και φασουλήδες,
φάτσες βαλκάνιες δηλαδή οπού γελάει η Ευρώπη,
παράσιτα και πίθηκοι, μίμοι και λογοκλόποι.

Αθήνα ξέρεις τι θα πει;… Της ιστορίας οι τύψεις,
καμπάνιες διαφημιστών, καθηγητών ατάκες,
του Βέλτσου η διανόηση, του Αυτιά οι αποκαλύψεις,
γκασμάδες μ’ ένα-δυο post-doc και ειδικευμένοι βλάκες,
σαβούρα ακαδημαϊκή και λίγδα στη βιτρίνα,
αυτό θα πει πρωτεύουσα, αυτό θα πει Αθήνα.

ΛΑΜΠΡΟΣ ΛΑΡΕΛΗΣ