ΝΠ | Σάτιρες

Το Στέλιο Καζαντζίδι τραγουδά για τη συμπερίληψη

*

γράφει η Σάρα – Ζεϊνέπ Σολή

///

Αγαπητό Νέο Πλανόδιον,

Στην διάρκεια μιας σύντομης χειμερινής καθόδου μου στην Ελλάδα, την οποία ευτυχώς άφησα οριστικά πίσω να χάνεται πνιγμένη στην πατριαρχία και την τοξικότητα, πέτυχα με χαρά στ@ αποβάθρ@ του σταθμού μετρό «Κεραμεικό» την ευμενή ευχή «Καλές γιορτές σε όλ@», υπογεγραμμένη από το Ίδρυμα Μιχάλι Κακογιάννι. Διαπίστωσα, λοιπόν, κοιτώντας ευτυχισμένο τη διαφήμιση, πως και το συγκεκριμένο Ίδρυμα παίρνει επιτέλους το σωστό δρόμο που χρόνια τώρα ακολουθεί και το αντίστοιχο Ίδρυμα που κληροδότησε το Αριστοτέλι Ωνάσι, απολύτως πιστό και τίμιο στην συμπεριληπτική κοσμοαντίληψη του εκλιπόντος δημιουργού και μακριά από αποκλεισμούς και περιχαρακώσεις κατά τον αγώνα του να χτυπήσει τον καπιταλισμό στη ρίζα του ενόσω μάχεται για μια πραγματικά αντικαπιταλιστική, ρηξικέλευθη και ριζοσπαστική κοινωνία.

Στη συνέχεια του χειμώνα, ωστόσο, η πρωτοπόρα αφίσα αντικαταστάθηκε διαδικτυακά από μια ακαδημαϊκή και συμβατική ευχητήρια χριστουγεννιάτικη κάρτα. Αδυνατώ να γνωρίζω αν υπήρξε κάποια εσωτερική αντιδραστική αλλαγή κατεύθυνσης έπειτα από διχογνωμία ή μια συνειδητή διπλή πρακτική από πλευράς του Ιδρύματος, φοβούμεν@ προφανώς τον σεξιστικό οχετό των φασιστικών social media όπου μπορεί το καθέν@ να εκφράσει ελεύθερα την άποψή του χωρίς διαμεσολαβήσεις.

Εξ αφορμής αυτού, επομένως, παίρνω σήμερα την πρωτοβουλία να τιμήσω την αρχική αντισυμβατική στάση του Ιδρύματος, αναδεικνύοντας τα όσα πραγματικά ήθελε να γράψει το Κακογιάννι σε ένα κομβικό τραγούδι του, αλλά η μεσαιωνική ελληνική πραγματικότητα δεν του είχε επιτρέψει. Κρίνοντας, μάλιστα, από την έσχατη δημοσιότητα που έλαβε το ερμηνευτό του τραγουδιού, Στέλιο Καζαντζίδι, με αφορμή μια πρόσφατη ταινία για τη ζωή και το έργο του, η σημασία μιας τέτοιας κίνησης είναι πολλαπλή. Εξάλλου, ανέκαθεν το Στέλιο Καζαντζίδι τραγουδούσε για τη συμπερίληψη και την ξενότητα, αποδομώντας συνειδητά τόσο έμφυλους ρόλους όσο και τις παρεμφερείς άνωθεν οριζόμενες θεσιακότητες. (περισσότερα…)

Ονειροκρίτης

*

Στην παγερή σκιά της νύχτας
εσύ γυμνή, μέσα του Μάρτη
Να σε τυλίγει μια Τετάρτη
το φλογερό φιλί της νύστας

Η οθόνη σβήνει σε μιαν άκρη
και δίνεις στ’ όνειρο τα σκήπτρα
μα αυτό ξηλώνει όλα τα πλήκτρα
για να συνθέσει μια απάτη

Ήτανε, λέει, μια χαρτορίχτρα
που ορμηνεύει όπως ορίζεις
κι όσο φωνάζεις και δακρύζεις
κρατάς στο χέρι σφουγγαρίστρα

Σου τάζει μέλλον που ξορκίζεις
και όχι Ωραίας Κοιμωμένης
πλύστρα σε σκάλες της Κυψέλης
τη φτώχεια ν’ αναθεματίζεις

Μιας τράπουλας σημαδεμένης
η μάγισσα δείχνει τ’ αστέρι
κι αναρωτιέσαι αν θα φέρει
αυτό που δεν το περιμένεις (περισσότερα…)

Ὁ παπαγάλος

*

Πάνω σὲ ἕνα ποίημα τοῦ Ζ. Παπαντωνίου

Σὰν ἔμαθε τὴν φράσι «εἶναι φασίστας»
ὁ παπαγάλος εἶπε ξαφνικά:
«εἶμαι ἀνώτερος ἀπ’ ὅλους φυσικά!
Τί κάθομαι ἔτσι ἄπραγος τουρίστας;»

Τὴν πράσινη μετάβασι φορεῖ
καὶ στὶς Βρυξέλλες τὶς φτεροῦγες του ἀνοίγει
νὰ δώσῃ ἀπ’ τὴν σοφία του ὀλίγη·
παίρνει μιὰ στάσι κάπως σοβαρή
–κάτι ἐν μέσῳ κατανύξεως καὶ νύστας–
καὶ λέει μὲ προφορά: «εἶναι φασίστας!»

Ὁ λόγος του εὐθὺς χειροκροτήθη,
κατέρρευσαν μεμιᾶς ὅλοι οἱ μῦθοι,
«τί διαβασμένος!» λένε εὐλαβῶς,
«ἂς προχωρήσουμε λοιπὸν γιὰ τὸ Νταβός!
Μ’ αὐτὸν ἀέρα θἄχουμε στὰ ἱστία,
τοῦ Χάρβαρντ παπαγάλος, ὄχι ἀστεῖα!
Τῶν πιὸ καινούργιων θεωριῶν μεγάλος ῥέκτης
καὶ στὴν ὁμάδα μας πολύτιμος ὡς παίκτης!
Κὺρ παπαγάλε μας, γιά πὲς καὶ παρακάτω,
στὰ σίγουρα θὰ πᾷς γιὰ νομπελίστας!»

Κι ὁ παπαγάλος, τί νὰ πῇ στὸ ἐκλεκτορᾶτο;
Ξανάπε μοναχά: «Εἶναι φασίστας!»

ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗΣ

*

**

Μεταφραστοῦ ἐφιάλτης

*

Πρέπει, θαρρῶ στό Λίμπο νά συνέβη, ὅπου
Κατά τόν Δάντη σπουδαῖοι ποιητές συνάζονται,
Φιλίες παλιές θυμοῦνται, κόντρες πού βγάζανε μάτι
Καί, τώρα πού τόν κόσμο ἀφῆκαν πίσω τους, δικαίως
Βάζουν ἀνάλογα τά πράγματα σέ τάξη.

Mέσα στό στριμωξίδι τῆς μεταφορᾶς στό τράνζιτ
Ἕνας Θεός ξέρει για ποιά καταραμένη τρύπα,
Τό ρίσκο εἶπα νά πάρω καί νά παρλάρω
Μέ μερικούς ἀπ’ τούς celebrities πού φαίνονταν
Βαριεστημένοι τόσο, ὅσο παγιδευμένοι θεατρῶνες
Ἀκριβοπληρωμένο ἔχοντας σέ μετρητά κι
Ἀνακαλύπτοντας μετά πόσο μισοῦν τό σόου τελικά…

Ἔπιασα ἕναν: «Ἀμφίβολο νά μέ γνωρίζετε, νομίζω…»
Τινάχτηκε καί μέ περιεργάστηκε: «Νά σέ γνωρίζω,
Κλαψούρη βλάκα!… Νά σέ γνωρίζω; Βεβαίως σέ γνωρίζω!
Ἐσύ ’σαι πού κατάστρεψες τό ἀριστούργημά μου! Δεῖτε
Ποιός εἶναι δῶ…» Στήν παρεούλα στράφηκε μέ χλευασμό,
«Στόκος κακόγλωσσος, τῆς τέχνης μας καταστροφή!
Ἡ πιό μεγάλη βρώμα ἀπό τοῦ Βελζεβούλη τήν πιό πρόσφατη πορδή!» (περισσότερα…)

Κακοτράχαλος τόπος το χτές

*

Κακοτράχαλος τόπος το χτές

Κακοτράχαλος τόπος το χτές.
Ξεκινάω με τα πρώτα κοκόρια
την ανάβαση. Μόνος-μου. Λές
εγώ να μήν ξέρω απο ζόρια;

Ζωντανεύει, γλιστράει το ραβδί
σάν φίδι, μου φεύγει απ’ το χέρι
κι απο μόνο-του πιά μ’ οδηγεί
στο κρυφό μονοπάτι που ξέρει.

Μα στο τέλος του δρόμου, ψηλά,
στη σιγή που γεννάει παγετώνες
κάποιο ακούραστο χέρι κυλά
μία μία τις μεγάλες κοτρώνες

προς το μέρος-μου. Βοήθεια! Ξανά
και ξανά με σβελτάδα στην άκρη
πηδάω, κι απο δίπλα περνά
του βουνού το πέτρινο δάκρυ.

Πόνος ξάφνου. Αγωνία. Κραυγές
και στα μέλη ενα αβάσταχτο βάρος.
Τα παπούτσια-σου δέσε και βγές
να με σώσεις. Ή σου λείπει το θάρρος;

///

Το κουκλί

Σάν να μήν έφταναν όλα,
νά το κλαμένο κουκλί.
«Σπάσε το κρύσταλλο κι έλα»
μοιάζει να παρακαλεί,

«έλα να παίξουμε ξύλο.»
«Ξύλο; Μαζί-σου; Τί λές;
Με σένα, γλυκούλι-μου, θέλω
χάδια, φιλιά κι αγκαλιές.»

Πάνω στο γυάλινο ράφι
κλαίει, όλο κλαίει το κουκλί
κι η ταμπελίτσα-του γράφει:
«Γιατί να με λέν Ηρακλή;»

/// (περισσότερα…)

Έρασμος του Ρόττερνταμ, Ο Ιούλιος αποκλεισμένος από τον Παράδεισο [2/2]

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Τον Φεβρουάριο του 1513 πεθαίνει ο πάπας Ιούλιος Β΄, ο πιο διαβόητος και κακόφημος ποντίφικας μιας εποχής περικλεούς παπικής παντοκρατορίας. Έναν χρόνο μετά τον θάνατο του αρειμάνιου πάπα, άρχισαν να κυκλοφορούν στα κρυφά, χειρόγραφα αντίτυπα ενός ανώνυμου διαλόγου πρωτοφανούς ανευλάβειας απέναντι στο πρόσωπο του. Ο ξεκαρδιστικός διάλογος κατέληξε να φέρει παραδοσιακά τον τίτλο «Ο Ιούλιος αποκλεισμένος από τον παράδεισο». Στο έργο, ο Ιούλιος λογομαχεί με τον Άγιο Πέτρο μπροστά στις πύλες του παραδείσου, διότι ο πρώτος βικάριος του Χριστού δεν είναι ούτε στο ελάχιστο διατεθειμένος να επιτρέψει σε έναν τόσο διεφθαρμένο διάδοχό του να εισέλθει στους ουρανούς. […]

Η συνέχεια του εισαγωγικού σημειώματος και το Α΄ Μέρος της μετάφρασης εδώ.

~.~

ΕΡΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΡΟΤΤΕΡΝΤΑΜ

Ο Ιούλιος αποκλεισμένος από τον Παράδεισο

 

Μέρος Β΄

Πέτρος. Αλλά αν ο Χριστός είχε κάνει το ίδιο, τότε αυτή η εκκλησία, για την οποία είσαι τόσο περήφανος που την κυβέρνησες, δεν θα υπήρχε τώρα. Και δεν μπορώ να καταλάβω πώς είναι δυνατόν ο άνδρας που χαίρεται να αποκαλείται Βικάριος του Χριστού να βαδίζει σε τόσο διαφορετικά μονοπάτια από εκείνον. Εξήγησέ μου, τώρα, με ποιο τέχνασμα κατάφερες να αποτρέψεις εκείνη τη «σχισματική» -όπως την αποκάλεσες- σύνοδο.

Ιούλιος. Πολύ καλά, λοιπόν, θα σου πω. Μόνον φρόντισε να με ακούσεις προσεκτικά. Παρόλο που ο αυτοκράτορας Μαξιμιλιανός (αυτό είναι το όνομά του, αν και στην πραγματικότητα ο άνθρωπος αυτός με έχει δυσκολέψει ελάχιστα[1], και λιγότερο από κάθε άλλον) είχε συγκαλέσει με κάθε επισημότητα τη σύνοδο, εντούτοις τον κατάφερα να υποχωρήσει -δεν θα σου πω τι μεθόδους χρησιμοποίησα. Πάντως παρόμοιες μεθόδους χρησιμοποίησα για να μεταπείσω ορισμένους καρδιναλίους. Τούτοι είχαν θέσει σε ισχύ τη σύνοδο με δημόσια πρακτικά, ωστόσο εγώ τους έκανα να τα ανακαλέσουν με τη βοήθεια δικηγόρων και μαρτύρων.

Πέτρος. Μα γίνεται αυτό;

Ιούλιος. Γιατί να μην γίνεται, αφού το εγκρίνει ο ανώτατος ποντίφικας; Αν το θέλει αυτός, ο όρκος δεν είναι όρκος, μιας και έχει όλη τη δύναμη να απαλλάξει κάποιον από τη δέσμευσή του. Βέβαια, για να είμαι απολύτως ειλικρινής, στην προκειμένη περίπτωση το παρατράβηξα, αλλά δεν υπήρχε άλλος δρόμος. Αντιλαμβανόμουν ξεκάθαρα τι θα γινόταν: θα βρίσκονταν ορισμένοι να πουν ότι αντιμετώπιζα κακόπιστα τη σύνοδο, ιδίως αφού τούτη είχε συγκληθεί κατά τρόπο που δεν με απέκλειε. Άλλωστε, με είχαν προσκαλέσει και μου είχαν ζητήσει να προεδρεύσω. Άκου, λοιπόν, τι τέχνασμα χρησιμοποίησα. Ακολουθώντας το παράδειγμα των προκατόχων μου, ανήγγειλα με τη σειρά μου σύνοδο, προφασιζόμενος ότι ο χρόνος και ο τόπος που είχαν επιλεγεί ήταν ακατάλληλοι. Συγκάλεσα άρον άρον σύνοδο στη Ρώμη[2], θεωρώντας ότι δεν θα ερχόταν κανείς που να μην ήταν φιλικά διακείμενος προς τον Ιούλιο, ή, τουλάχιστον κανείς που θα του εναντιωνόταν (τους το είχα διαμηνύσει αυτό με πολλούς τρόπους) και ευθύς όρισα νέους καρδιναλίους που θα συμβάδιζαν με τα σχέδιά μου.

Πνεύμα. …μιλάμε για τα μεγαλύτερα λαμόγια… (περισσότερα…)

Έρασμος του Ρόττερνταμ, Ο Ιούλιος αποκλεισμένος από τον Παράδεισο [1/2]

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Τον Φεβρουάριο του 1513 πεθαίνει ο πάπας Ιούλιος Β΄, ο πιο διαβόητος και κακόφημος ποντίφικας μιας εποχής περικλεούς παπικής παντοκρατορίας. Έναν χρόνο μετά τον θάνατο του αρειμάνιου πάπα, άρχισαν να κυκλοφορούν στα κρυφά, χειρόγραφα αντίτυπα ενός ανώνυμου διαλόγου πρωτοφανούς ανευλάβειας απέναντι στο πρόσωπο του. Ο ξεκαρδιστικός διάλογος κατέληξε να φέρει παραδοσιακά τον τίτλο «Ο Ιούλιος αποκλεισμένος από τον παράδεισο». Στο έργο, ο Ιούλιος λογομαχεί με τον Άγιο Πέτρο μπροστά στις πύλες του παραδείσου, διότι ο πρώτος βικάριος του Χριστού δεν είναι ούτε στο ελάχιστο διατεθειμένος να επιτρέψει σε έναν τόσο διεφθαρμένο διάδοχό του να εισέλθει στους ουρανούς.

Το 1517 εμφανίζεται η editio princeps, και το έργο γνωρίζει έντεκα εκδόσεις μέσα σε διάστημα μόλις τριών ετών. Για το έργο μιλά σύσσωμη η ανθρωπιστική Ευρώπη και οι εικασίες, φυσικά, για την ταυτότητα του συγγραφέα πληθαίνουν. Το ευρύ αναγνωστικό κοινό, όμως, υιοθετεί σχεδόν άμεσα την πιο εύλογη υπόθεση. Ο συγγραφέας δεν ήταν άλλος από τον πιο πολυδιαβασμένο και επιδραστικό διανοούμενο της εποχής: τον Έρασμο του Ρόττερνταμ. Ο ίδιος ο Έρασμος, πάντως, αποκηρύσσει επανειλημμένως και δημοσίως το έργο και διατυμπανίζει όπου σταθεί κι όπου βρεθεί ότι δεν το έχει συντάξει εκείνος. Σε χρόνους κατά τους οποίους η dictio erasmica αποτελούσε το απόλυτο πρότυπο πρόζας σε όλη την Ευρώπη, θα ήταν εύκολο να πιστέψει κανείς ότι το έργο γράφτηκε κατά μίμηση του Έρασμου, και όχι από την ίδια την πένα του Ολλανδού ανθρωπιστή. Ωστόσο, αν και η συζήτηση περί της πατρότητας του έργου συνεχίζεται έως και σήμερα, ελάχιστοι είναι πια εκείνοι που αμφισβητούν -ιδίως μετά την κριτική έκδοση του 2013- ότι η διαίσθηση των πρώτων αναγνωστών ήταν απολύτως ορθή: το έργο το συνέταξε πράγματι ο Έρασμος από το 1513 έως το 1514 στην Αγγλία, προορίζοντάς το για έναν πολύ στενό και έμπιστο κύκλο φίλων ανθρωπιστών. Eίναι δε βέβαιο ότι δεν επιμελήθηκε ο ίδιος την πρώτη του έκδοση, τρία χρόνια αργότερα. Το διάστημα πάντως αυτό ήταν αρκετό για να μεταβάλει ριζικά την πρόσληψη και ερμηνεία του διαλόγου. Ένα έργο που γράφτηκε με εμφανώς κωμική διάθεση και με σκοπό να αποτυπώσει ανάγλυφα -και ακραία- τα ιδεώδη του χριστιανικού ανθρωπισμού και της επιστροφής στην ecclesia primitiva, τυπώνεται τελικά όταν άρχεται η άνοδος του προτεσταντισμού και φθάνει να ερμηνεύεται και να αξιοποιείται ως ανελέητο σφυροκόπημα της Ρώμης και του παπισμού.

Στον διάλογο λαμβάνουν μέρος τρεις μορφές: ο Πέτρος, ο Ιούλιος και το «Πνεύμα»-προστάτης του Ιουλίου. Το Πνεύμα παρεμβάλλει κυρίως σκωπτικά σχόλια εναντίον του Ιουλίου, αλλά δεν μετέχει ουσιαστικά στον διάλογο. Τούτος αναπτύσσεται ως αυστηρός «έλεγχος» του Ιουλίου από τον Πέτρο, με τον Έρασμο να μας χαρίζει μια πρώτης τάξης ανάλυση των κινήτρων και των ενεργειών ενός πάπα που οδήγησε όλη την Ευρώπη σε πόλεμο. Η αναπαράσταση των διαφορών των δύο ανδρών μέσα στον διάλογο είναι ανεπανάληπτη και καταλήγει στο μόνο δυνατό αποτέλεσμα: την απολάκτιση του Ιουλίου από τη βασιλεία των ουρανών.

Η μετάφραση του έργου θα δημοσιευθεί στο ΝΠ σε δύο συναπτές αναρτήσεις, στις 7 και 8 Δεκεμβρίου.

(περισσότερα…)

Άνοιξε η πλατφόρμα!

*

«myΘέρμανση»… άκουσα καλά; Βοήθεια!
myΠαναγιά, βάλε κι εσύ yourΧέρι
γιατι τα πράγματα είναι very, very
ζόρικα πιά για μάς τα κουτορνίθια.

Διεθνιστές κι ελληναράδες βέροι,
όλοι μαζί την έχουμε επιστήθια
φίλη-μας των αιώνων την αλήθεια,
το μυστικό που άλλος λαός δέν ξέρει.

Κι εμείς το μάθαμε απο ποιόν; myΠλάτων,
myΠυθαγόρας, myΑριστοτέλης!
Η γλώσσα των θνητών, των αθανάτων,

της Αγοράς, της Πνύκας, της Θυμέλης,
τροφός τόσων ανήσυχων πνευμάτων,
είναι yourΠόρνη… φτάνει να το θέλεις.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ

*

*

*

Χάθηκε γόβα! Παραμύθια σε 5+7+5 συλλαβές

*

α΄

Δεν ήταν νάνος.
Τη μοιραζόταν πάντως
μ’ άλλους πέντ’-έξι.

β΄

Πωλούνται μπούκλες,
βόστρυχοι, χρυσά σκαλιά,
δι’ αλώσεις πύργων.

γ΄

Πρίγκηψ, σου λέει.
Και να σκουριάζει έτσι
από ευτυχία . . .

δ΄

Κι όμως. Στην όψη
έμοιαζε γιαγιά καλή
με νέα μασέλα.

ε΄

Χάθηκε γόβα !
Προσφέρεται αμοιβή.
Η σταχτοπούτα. (περισσότερα…)

Η τέχνη του ζην

*

Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΖΗΝ

Γαλήνια χαρά
να ’χεις τακτοποιήσει τους γονείς σου μες στους τάφους τους
και να ’χεις προσπεράσει των ανθρώπων την απάτη και το ψεύδος
σα να μην προορίζονταν για σένα.

Να ’χεις χαμογελάσει με τον δόλο τους
και να μην έχεις μαρτυρήσει σε κανέναν τίποτε γι’ αυτόν.

Γαλήνια χαρά.
Να καταπιάνεσαι μεσάνυχτα με πράγματα
ωφέλιμα και νόστιμα κι απλά.
Ενώ οι καλοί και οι κακοί, οι πράοι κ’ οι προδότες,
απολαμβάνουν ήσυχα τον ύπνο τους, εσύ,
εσύ να μαγειρεύεις καθαρίζοντας
κρεμμύδια για να κάνεις καμβρολάχανο στιφάδο.

Είκοσι κρεμμυδάκια, δυο ντομάτες,
δυο-τρεις σκελίδες σκόρδο, δενδρολίβανο,
δυο φύλλα δάφνης, το αλάτι και το λάδι.

Κι όταν ετούτα βράσουν στο ελάχιστο
(εσύ τ’ ανακατεύεις)
όταν ετούτα βράσουνε, όταν μοσχοβολήσουν
να ρίξεις μέσα εκεί κομματιασμένο
το καμβρολάχανο και τέλος το νερό.

Κι έχοντας έτσι φτιάξει μία τέτοια νοστιμιά
να πέσεις ήσυχος κι εσύ να κοιμηθείς
τη νύστα ενισχύοντας μ’ εξαίσια παραμύθια
Περσών, Ελλήνων και λαών της Άπω Ανατολής.

///

ΟΤΑΝ ΚΟΠΑΔΙΑ, 12. 10. ’24:

Όταν κοπάδια αγριόχοιρων κατέβουν στα χωριά
φορώντας σκουλαρίκια, παραμάνες και καρφίτσες στα βυζιά τους, στα ρουθούνια
τους, στ’ αυτιά,
πάνε στα καφενεία για ν’ ακούσουν μια σταλιά πολιτικά.

Κι αν τα ρωτήσεις ποιος απ’ όλους τούς ταιριάζει,
έχουν «γραμμένους», λένε, Τσίπρα, Σπαρτιάτες, Κασσελάκη…
μουτζώνουν με τα τέσσερα Νου Δου και Μητσοτάκη
κι ο Ανδρουλάκης μόνο λένε πως τα νοιάζει.
Γιατί ακόμα και στη μούρη (συμπληρώνουν τα καϋμένα με το δάκρυ τους να στάζει)
μόνον ο Νίκος ειν’ εκείνος λιγουλάκι που τους μοιάζει,
και μόνο αυτός ως πρόσωπο καθόλου δεν τα σκιάζει.

/// (περισσότερα…)

Χάινριχ Χάινε, Δώδεκα ποιήματα

 

*

Μπουρλέσκο σονέτο

Πώς στη μιζέρια θα ’βαζα τελεία
αν ήμουν δεξιοτέχνης στα πινέλα
και στον καμβά μου ηρώων μεγαλεία
ζωγράφιζα και καλλονές με βέλα.

Πώς πακτωλός σωστός θα μ’ ελεούσε
αν γνώριζα βιολί καλό ή πιάνο
κι ο πάσα εις που μ’ άκουγε επαινούσε
το παίξιμό μου το γλυκό και πλάνο.

Μα αλίμονο, στο δρόμο αυτόν που πήρα
τον Μαμωνά ποτέ δεν θα πετύχω,
μιας κι απ’ τις τέχνες όλες την πιο στείρα
διάλεξα για την τσέπη μου – τον στίχο !

Το θείο ποτό του Βάκχου άλλοι πίνουν,
διψώ, επαιτώ κι εγώ, μα δε μου δίνουν.

~.~

Παίρναν όλοι το τσάι τους παρέα…

Παίρναν όλοι το τσάι τους παρέα
κι όλο λέγαν για τα ερωτικά,
δεσποσύνες με αμφίεση ωραία,
καβαλιέροι με ήθη λεπτά.

«Ένας Έρως υπάρχει : ο αγνός»,
ο βαρώνος με ύφος δηλώνει.
Και (με στόνο κρυφό…) η βαρώνη
του πετάει σκωπτικά : «Ασφαλώς !»

«Α, η πείρα», λέει ο δούξ, «συμβουλεύει
η συνεύρεσις να ’ναι πραεία,
διότι βλάπτεται ειδάλλως η υγεία !»
Κι η μαμζέλ –που απορεί– : «Μα αληθεύει ;» (περισσότερα…)

«Όλος ο κόσμος φιλόσοφος. Ουάου!»

*

του ΓΙΑΝΝΗ ΚΑΚΡΙΔΗ

Όλος ο κόσμος φιλόσοφος. Ουάου! Δέν ξέρεις με πόση,
πόση στʼ αλήθεια χαρά τις σοφές-του μοιράζει ο καθένας
σκέψεις τόσο σʼ αυτούς που τις ζήτησαν όσο σʼ εκείνους
που προτιμάν τη σιωπή – τη δική-τους μαζί με των άλλων.

«Τί, δέν μπορείς να πετάξεις; Τρέξε λοιπόν.» «Θα σε βλάψει
πιό πολύ το πάρα πολύ παρά το καθόλου.»
«Μάθε να βλέπεις παντού κάποιο νόημα. Μόνο τυχαία
δέν είναι αυτά που σου τύχαν.» «Θυμήσου τα χόρτα στις στέγες
κάθε που βρέχει, τ’ αστέρια την ώρα που πέφτει σκοτάδι.»
«Πίσω απʼ τον άντρα η γυναίκα. Και πίσω απʼ αυτήν η μαμά-της.»
«Πές το όπως θέλεις: κύκλο, ροή, φτεροκόπημα, κύμα.
Πάντως για μένα λέγεται αγάπη.» «Μέσα απʼ το μίσος
ο άνθρωπος βγαίνει μισός.» «Τα δόντια σου βούρτσιζε τώρα
πού ʼναι γερά. Θα σʼ τα βγάλουν και τότε τί θα βουρτσίζεις;»
«Κάθε, μα κάθε νιφάδα κολλάει ακριβώς όπου πέφτει.»

— Τί, δέ σʼ αρέσει το Φέιζμπουκ; — Μʼ αρέσει. Και δέν αμφιβάλλω
διόλου πως κάθε λάικ κολλάει ακριβώς όπου πέφτει.

///

Όλος ο κόσμος απόπατος. Πίφ! Τα μάτια-σου κράτα
πάντα ανοιχτά, ζηλωτή, κι άν δείς την κουράδα να πέφτει
φρέσκια, σφιχτή σάν γροθιά, το χέρι-σου φέρε στη μύτη
πρίν σου θολώσει τον νού της βαριάς ανθρωπίλας η μπόχα. (περισσότερα…)