ΝΠ | Ποίηση Ξένη

Τζοκόντα Μπέλλι, «Πόλις» (1/4)

Επιμέλεια, επιλογή, μετάφραση: ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Εντρυφώντας εδώ και καιρό στον κόσμο της Τζοκόντας Μπέλλι, δεν κατόρθωσα να ξεφύγω από τη γοητεία της, γοητεία που γητεύει και καθηλώνει οποιονδήποτε ασχοληθεί μαζί της. Εντυπωσιάστηκα από τον πολύπλευρο χαρακτήρα αυτής της γυναίκας, την οποία γνώρισα ως άκρως θηλυκή, ερωτική και γήινη ποιήτρια (δημιουργό κάποιων από τα ωραιότερα ερωτικά ποιήματα που έχω διαβάσει), ως ιδιαίτερα επιτυχημένη και αγαπητή συγγραφέα της Λατινικής Αμερικής, ως γυναίκα-κεφαλή μιας πολυμελούς οικογένειας και μητέρα τεσσάρων παιδιών, αλλά –αυτό και αν κάνει τη διαφορά!– και ως αντάρτισσα που συμμετείχε ενεργά στην αντίσταση του Μετώπου Εθνικής Απελευθέρωσης των Σαντινίστας εναντίον της δικτατορίας Σομόσα στη Νικαράγουα, γεγονός στο οποίο οφείλεται η εξορία της σε Μεξικό, Κόστα Ρίκα και Κούβα. Παρακολουθώντας λοιπόν στενά, διαβάζοντας και μεταφράζοντας, τόσο την ποίησή της, όσο και τον πολιτικό επικαιρικό σχολιασμό της, συνάντησα μια γυναίκα με συναίσθηση της φύσης του φύλου της· μια γυναίκα με επίγνωση του κοινωνικού της ρόλου και της πολιτικής της ευθύνης ως τέτοιας, αφενός ως ‘ον πολιτικό’ εν γένει που οφείλει να συμμετέχει στα κοινά, αφετέρου ως γυναίκα της Λατινικής Αμερικής με τις συγκεκριμένες ιδιαιτερότητες και ανάγκες που προκύπτουν λόγω της συχνής –κάποτε δε συστηματικής και παραδοσιακής– καταπάτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε βάρος των γυναικών εκεί. Στη Μπέλλι βλέπω μια γυναίκα που διαρκώς αγωνίζεται, είτε για να ομορφύνει τον κόσμο με τους στίχους της είτε για να τον καταστήσει πιο δίκαιο και αξιοβίωτο με το συνεχή σχολιασμό της και τη διαρκή δημόσια δραστηριοποίησή της, ακόμη και μετά την αποχώρησή της από το κόμμα των Σαντινίστας το 1994. Πολύ συχνά μάλιστα η ποίησή της συνιστά ένα ακόμη μέσο πολιτικού αγώνα. Αυτήν ακριβώς την ποίηση θέλησα να παρουσιάσω εδώ, με όλο της το πάθος, όλο της το βάθος και όλη την τρυφερότητα για τον άνθρωπο, στοιχεία που τόσο χαρακτηρίζουν την Μπέλλι.

Ε.Σ.

***************************************************************

Βασιλικό ύδωρ  

(Αποχαιρετιστήριο κείμενο για την αποχώρησή της από τη «Νέα εφημερίδα», τον Ιανουάριο του 2012.)

Της Τζοκόντας Μπέλλι

Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του 2006, εξέφρασα σε φίλο και παλιό συναγωνιστή την πεποίθησή μου πως εάν επικρατούσε ο Ντανιέλ Ορτέγα, δεν θα σηκώναμε ποτέ πια κεφάλι ως χώρα. Εκείνος, αμετανόητα αισιόδοξος, μου απάντησε με έμφαση: «Όχι, Τζοκόντα, αυτή η χώρα δεν είναι πια η ίδια. Δεν θα μπορέσει να κάνει κάτι τέτοιο». Δυστυχώς, εγώ ήμουν εκείνη που δικαιώθηκε. Μοιάζει ψέμα, ωστόσο ακόμη και σε μία χώρα που υπέφερε τόσο πολύ και πολέμησε τόσο γενναία για να αποτινάξει μακροχρόνιες και επαναλαμβανόμενες δικτατορίες, στάθηκε δυνατόν η ιστορία να αναδιπλωθεί και η χώρα να επιστρέψει στην τρωτή εκείνη θέση, στην οποία την καταδικάζει η παράδοση, ως έρμαιο στα χέρια οποιουδήποτε διαθέτει τον απόλυτο χειρισμό των μηχανισμών εξουσίας.

Αυτή ακριβώς είναι και η περίπτωση του Ντανιέλ Ορτέγα, ο οποίος από το 1979 κατείχε, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, θέσεις-κλειδιά στον πολιτικό χώρο της Νικαράγουας και ο οποίος προτίθεται να αναλάβει εκ νέου τα ηνία της χώρας, ως επικεφαλής  της κυβέρνησης, στη μακροβιότερη θητεία που είχαμε ποτέ.

Η δόλια και δίχως ενδοιασμούς πολιτική, συνιστώντας το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα του Ορτέγα, κατάφερε μέσα σε αυτά τα πέντε χρόνια να παγιωθεί πέρα από κάθε προσδοκία, χάρη στη στήριξη της συζύγου του, Ροζάριο Μουρίγιο. Σε εκείνην οφείλει ο Ορτέγα μια επικοινωνιακή πολιτική χειραγώγησης που του επέτρεψε να ανακυκλώνεται ως μυθική μορφή και θεματοφύλακας συλλογικών κεκτημένων, όχι μόνο του Σαντίνο και ολόκληρου του επαναστατικού ρεύματος των Σαντινίστας, αλλά και του συνόλου των αξιών του λαού της Νικαράγουας. Υπό την καθοδήγηση της Ροζάριο Μουρίγιο, το ιδίωμα της κυβέρνησής του μετατράπηκε σε αμάλγαμα θελκτικών και γλυκερών επιθέτων που επιστρατεύουν εξίσου τα πιο παγιωμένα κλισέ του χριστιανισμού και τα πιο επαναστατικά σλόγκαν, προκειμένου να δημιουργήσουν μια ατμόσφαιρα αχλύος, βαμβακιού, μιας ζάχαρης χρώματος ροζ, ένα προπέτασμα πυκνού καπνού, πίσω από το οποίο εξυφαίνεται μέρα με τη μέρα ένα δίχτυ πυκνό και κολλώδες, προορισμένο να ακινητοποιεί οποιαδήποτε κοινωνική δυναμική εναντιώνεται στην απόλυτη συγκέντρωση ισχύος σε αυτό το δίδυμο.

Η φυσική τάση του ανθρώπου για ειρήνη και αρμονία, οτιδήποτε ανυψώνει και μπορεί να επαναλαμβάνεται σαν προσευχή στο πλαίσιο προπαγάνδας, ο ιδεαλισμός των χίπηδων και η ποπ τέχνη μετατράπηκαν στα χέρια της Μουρίγιο σε γλυκό σιροπάκι που τα παληκαράκια δεν διστάζουν στιγμή να καταπιούν, έτσι όπως λαχταρούν την πολυπόθητη συλλογικότητα που αμβλύνει την αξιοσέβαστη επιθυμία τους να συμμετέχουν στον καθορισμό του πεπρωμένου της πατρίδας τους.

Έτσι ηττήθηκε κατά κράτος η λογική στη Νικαράγουα, με ένα φαντασμαγορικό νούμερο ταχυδακτυλουργικής, αντάξιο εκείνου [Ορτέγα] που πιστεύει στο μαγικό υπόστρωμα της κοινής φαντασίας και στερείται ενδοιασμών να το εκμεταλλευτεί. Το άκρον άωτον είναι πως ακόμη και ολόκληρο Πρίγκηπα κατόρθωσαν να αναμείξουν. Αμφιβάλλω αν ο Πρίγκηπας Φίλιππος γνωρίζει για το κερασάκι αυτό με το οποίο σερβίρεται το επιδόρπιο που προσεκτικά μαγειρεύει η Πρώτη Κυρία.

Πριν πέντε χρόνια ανέλαβα αυτή τη στήλη στη «Νέα εφημερίδα», με την πρόθεση να παρακολουθήσω τα βήματα της κυβέρνησης Ορτέγα, ελπίζοντας ότι ο φίλος μου θα είχε δίκιο και πως δεν θα ήταν πια δυνατόν να επιστρέψει το παρελθόν. Θέλησα να κρατήσω τα ιστορικά πρακτικά της τύφλωσης που προκαλεί η εξουσία, η οποία ουκ ολίγες φορές έχει εμπνεύσει τη λατινοαμερικανική λογοτεχνία. Ωστόσο, ως είθισται, η πραγματικότητα ξεπέρασε κάθε φαντασία: ο Ντανιέλ Ορτέγα και η αυλή του ήρθαν για να μείνουν. Θα μείνουν με το καλό, με το κακό, με οποιοδήποτε τίμημα, πεπεισμένοι πως συνιστούν την πανάκεια πάντων των δεινών που μας καταδυναστεύουν.

Η ίδια η χρονογράφος εξομολογείται πως δεν διαθέτει πια ούτε το στομάχι ούτε τη διάθεση για ένα χρονογράφημα, το οποίο στις 19 Ιουλίου του 1979 πίστεψε πως δεν θα ξαναγραφόταν στη χώρα της, τουλάχιστον όχι στη διάρκεια του δικού της βίου.

Με την εκ νέου ανάληψη της εξουσίας από τον Ηγέτη και τη Μοργκάνα του, η πραγματικότητα στη Νικαράγουα θα παραμείνει μεταλλαγμένη σε φαντασίωση. Για πολύ καιρό –αγνοώ πόσον–, οι λέξεις δεν θα έχουν περιεχόμενο: θα ζούμε μέσα σε μιαν ομίχλη, εξαπατημένοι με τεχνητά θαύματα αιώνιων Χριστουγέννων και θεατρινίστικων ψευδαισθήσεων.

Παίρνω λοιπόν τις λέξεις μου και τραβάω γι’ αλλού. Δεν σιωπώ επ’ ουδενί. Σας περιμένω στα μυθιστορήματα, στα ποιήματά μου, σε εκείνα τα αποκυήματα της φαντασίας που, μέρα με τη μέρα,  μοιάζουν περισσότερο αληθινά από τούτο δω.

Ευχαριστώ τους πιστούς σχολιαστές που συντρόφευσαν τα λόγια μου αυτά τα χρόνια, όπως κι εκείνους που μου επιτέθηκαν και τους άλλους που με εγκωμίασαν. Όλοι τους, συμμέτοχοι σε τούτη την άσκηση.

Ευχαριστώ και τον Φρανσίσκο Τσαμόρρο –άλλος ένας που πήρε τις λέξεις του και τράβηξε γι’ αλλού– για την υποδοχή που μου επεφύλαξε στην παλιά του εφημερίδα, η οποία πλέον –μετά βεβαιότητος– είναι νέα.

 

 

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Εμβατήριο (Canto de guerra)

Θα έρθει ο πόλεμος, αγάπη μου
και στη μάχη ούτε ανακωχή θα υπάρχει
ούτε ανάπαυλα για εμβατήρια
μα ποίηση από τη σκοτεινή οπή
της κάνης των τουφεκιών.
Θα έρθει ο πόλεμος, αγάπη μου
και θα χαθούμε στα αναχώματα
σκάβοντας το μέλλον στα φουστάνια της Πατρίδας
συγκρατώντας στην κόψη της καρδιάς και της φωτιάς
τις ορδές των βαρβάρων
που καιροφυλακτούν να πάρουν ό,τι αγαπούμε κι ό,τι είμαστε.
Θα έρθει ο πόλεμος, αγάπη μου
κι εγώ θα τυλιχτώ την ανίκητη σκιά σου,
σαν λέαινα ανήμερη
θα προφυλάξω τη γη των παιδιών μου
και κανείς δεν θ’ ανακόψει τη νίκη ετούτη
οπλισμένη μέλλον απ’ άκρη σ’ άκρη.
Και αν ακόμη δεν βλεπόμαστε
και ώσπου να μπορέσουν να σβηστούνε οι αναμνήσεις,
σου τ’ ορκίζομαι για χάρη σου,
σου τ’ ορκίζομαι αγκαλιάζοντας τη Νικαράγουα
σαν βρέφος που θηλάζει:
Δεν θα τους περάσει, αγάπη μου,
η νίκη είναι δική μας!

 

Αποχωρισμός σε καιρό πολέμου (Despedida en tiempos de guerra)

Μου γέμισες τα σωθικά γιορτή.
Μου αφιέρωσες κάθε μέρα και από ποίημα.
Μου κέντησες πεταλούδες στα μαλλιά.

Κρούστα έγινες στο δέρμα μου
—μαχαίρι οδυνηρό εσύ του έρωτα που αφήνει γεια—
και τώρα υγραίνονται τα μάτια μου στη σκέψη σου
και νιώθω τις φλέβες μου νερό να ξεχειλίζουν
και το αίμα μου να ψάχνει να σε βρει.

Μαζί μου θα μείνεις,
σύντροφε, εραστή, αδερφέ μου.

Μαζί μου, την ερημιά μου να ζεσταίνεις
και τις ώρες τις σκληρές του πολέμου.

Θα μείνεις στα κόκαλά μου χαραγμένος
σαν σφαίρα εύστοχη που το δρόμο γνωρίζει
ώς το κέντρο μου.

Εγώ θα σε φορώ στα ρούχα μου,
στις φόρμες εργασίας,
στο πανωφόρι το μπλε,
στην κουβέρτα·
θα σε φορώ σαν φυλαχτό
σαν πέτρα μαγική για το κακό.

Θα σε φορώ σαν ετούτα τα συγκρατημένα δάκρυα,
τώρα που πια δεν απομένει χρόνος
μήτε χώρος
για το κλάμα.

Το αίμα των άλλων (La sangre de otros)

Διαβάζω τα ποιήματα των νεκρών
εγώ που είμαι ακόμη ζωντανή
εγώ που επέζησα για να κλάψω, να γελάσω,
να φωνάξω Λεύτερη Πατρίδα ή Θανή
πάνω σ’ ένα καμιόνι
τη μέρα που αποφτάσαμε στη Μανάγουα.

Διαβάζω τα ποιήματα των νεκρών,
κοιτάζω τα μυρμήγκια στο γρασίδι,
τα ξυπόλητά μου πόδια,
τα δικά σου ολόισια μαλλιά,
πλάτη γερμένη πάνω απ’ τη συνάθροιση.
Διαβάζω τα ποιήματα των νεκρών
και νιώθω πως το αίμα τούτο
που μ’ αυτό αγαπηθήκαμε,
δεν μας ανήκει.

Η στοργή των λαών (Ternura de los pueblos)

Σου έλεγα πως η αλληλεγγύη
είναι η στοργή των λαών.
Σου το έλεγα μετά το θρίαμβο,
μετά τους δύσκολους καιρούς μέσα σε μάχες
και σε θρήνους—
τώρα, καθώς αναθυμούμαι πράγματα που έγιναν πέρα μακριά,
τότε που όλα δεν ήταν παρά όνειρο και όνειρο, στον ύπνο και στον ξύπνιο,
δίχως κούραση καμιά, ποτέ, στην τροφοδότηση του ονείρου,
ώσπου έπαψε να ’ναι όνειρο, ώσπου αντικρίσαμε σημαίες κοκκινόμαυρες
―στ’ αληθινά― να κυματίζουν πάνω από σπίτια και σπιτάκια και παράγκες
και δέντρα του δρόμου, σκεπτόμενοι όσα αξιωθήκαμε να ζήσουμε
κι έμοιαζαν γρίφο υπερμεγέθη από οργή κι από φωτιά,
από αίμα και ελπίδα…

 

Υπήρξα κάποτε κορίτσι γελαστό (Yo fui una vez una muchacha risueña)

Υπήρξα κάποτε κορίτσι γελαστό
που με το γέλιο του όργωνε
ολόκληρη δική του πολιτεία.
Υπήρξα κάποτε ποιήτρια
γεννώντας ποιήματα καινούργια
σαν οι άλλοι γεννούν παιδιά
να τα διδάξουνε,
να τα ευχαριστηθούνε.
Υπήρξα κάποτε μητέρα δυο πολύτιμων κοριτσιών,
βαδίζοντας σίγουρη για την ευτυχία μου,
τον άνεμο προκαλώντας και τα πράγματα.
Τώρα,
είμαι η γυναίκα που δεν γνωρίζει τη γη όπου ζει,
δίχως αγάπη, δίχως γέλιο, και δίχως Νικαράγουα,
είμαι η ποιήτρια
που γράφει στα κρυφά
σε στιβαρά γραφεία και ξενώνες,
είμαι το κορίτσι που θρηνεί
κάτω απ’ την ομπρέλα
σαν η ανάμνηση το δαγκώνει,
είμαι η μάνα που νοσταλγεί τη χαρά των κοριτσιών της.
Τώρα,
είμαι το τραγούδι της βροχής, της νοσταλγίας―
είμαι όλη μια απουσία.
 
 
 

«Γεύση από μένα» (3/3)

 

Εισαγωγή, επιλογή, μετάφραση: ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Το βιβλίο της Σεσίλιας Βικούνια «Γεύση από μένα» είναι ένα βιβλίο μοναδικό στο είδος του. Όντας το ίδιο έργο τέχνης, αφού η δημιουργός του το συνέθεσε και διακόσμησε από διάφορα υλικά –κυρίως ύφασμα– και «αντικείμενα τέχνης», εμφανίστηκε το 1973, ενόσω εκείνη, εξόριστη στην Αγγλία, σπούδαζε τέχνη.

Αυτό το χειροποίητο βιβλίο αρχικά προοριζόταν να γίνει ένα «Ημερολόγιο αντικειμένων», αλλά με την είδηση του θανάτου του Αλιέντε απέκτησε χαρακτήρα επαναστικό και μαγικό, έγινε το ίδιο μέσο αντίστασης. Η ίδια αναφέρει: «τα αντικείμενα καλούνται να επιτύχουν ένα στόχο τριπλό: να αποτυπώσουν μία εργασία μαγική, μία επαναστατική και μια τρίτη, αισθητική. Συνιστούν ένα Ημερολόγιο Ζωής: κάθε μέρα είναι και ένα αντικείμενο (ένα κεφάλαιο) και όλες οι μέρες μαζί συνθέτουν μια ιστορία. Δεν θέλησα να εξαντλήσω τον αναγνώστη με λέξεις –ίσα που επαρκεί ο χρόνος για να ζήσουμε–. Τα αντικείμενα προσφέρουν απλόχερα το νόημά τους».

Στην εισαγωγή της πρώτης έκδοσης, ο Φελίπε Έρενμπεργκ σημειώνει πως το «Γεύση από μένα» είναι η πρώτη κραυγή της δημιουργικής συνείδησης της Χιλής, δυο μόλις μήνες μετά το βιασμό του παρόντος και του μέλλοντος της χώρας» και συνεχίζει: «η Λατινική Αμερική δεν μπορεί να εκφραστεί με απόλυτη ελευθερία, παρά μονάχα από την εξορία. Η πολυτέλεια αυτού του βιβλίου, που για λόγους ανωτέρας βίας τυπώθηκε σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων [η πρώτη έκδοση από τον εκδοτικό Beau Geste Press κυκλοφόρησε μόλις σε 250 αντίτυπα], συνίσταται στην ίδια του την ύπαρξη». Επιπλέον, όπως σημειώνει ο Σέρχιο Μοντραγόν στο οπισθόφυλλο της έκδοσης πια του 2007, «με το έργο αυτό η Βικούνια συστήνεται για πρώτη φορά ως ποιήτρια και μας μεταφέρει σε μια αξέχαστη ιστορική στιγμή, φορτισμένη με επιθυμίες και δημιουργική δύναμη».

Έτσι, το «Γεύση από μένα» συνιστά προοικονομία και ταυτόχρονα πεγραφή του Είναι της Σεσίλιας Βικούνια, η οποία αφιέρωσε τη ζωή της στην Τέχνη, ως εικαστικός και ως ποιήτρια ―μια καλλιτέχνις, περήφανη για τη λατινοαμερικανική γενικά και την ιθαγενή καταγωγή της ειδικότερα, όπως αποδεικνύει και το καλλιτεχνικό επώνυνο που επέλεξε. «Βικούνια» ονομάζεται ένα από τα καμηλοειδή των Άνδεων, στα οποία ανήκει και το, γνωστότερο ίσως, λάμα. Ένα περαιτέρω χαρακτηριστικό γνώρισμα της τέχνης της που τη συνδέει με τη λατινοαμερικανική παράδοση είναι, όπως αποτυπώθηκε και στα δύο προηγούμενα μέρη του παρόντος αφιερώματος, η τέχνη του πλεξίματος και τα νήματα. Αν και το διαδίκτυο δεν ενδείκνυται για την πλήρη εμπειρία της «Γεύσης από μένα», θα προσπαθήσουμε να την αποτυπώσουμε όσο πληρέστερα γίνεται. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η Βικούνια αναδύεται όπως την περιέγραψε σε επιστολή του προς αυτήν ο Χένρυ Μίλλερ: «μια, αναμφισβήτητα, καθαρή ψυχή».

**********************

Η πιο εμπνευσμένη (και αληθής;) αφιέρωση που μου έγινε ποτέ

 

Αριθμός τηλεφώνου (Número telefónico)

Όταν άλλαξαν τον αριθμό του τηλεφώνου σου
πίστεψα πως κατέφτανε η καταστροφή
αφού το 2 και το 3 ήρθαν
να αντικαταστήσουν τα αγαπημένα 4 και 9
και πλέον καμία μυθολογία δεν θα κυρίευε
το 7 και το 9 με τον τρόπο που εκείνη γδερνόταν
στο 0 και στο 8
Ήταν τόσο στρογγυλά και ηχηρά και τρυφερά!
Έρεεαν σε ρυθμούς τροπικούς
από σκούρο καφέ
παλιό καπνό λακαρισμένα αρώματα
Ζούσαν μέσα σου και σε συλλάβιζαν
πατώντας με μικρά κομματάκια από μάρμαρο
ενώ τα τελευταία νούμερα 9 και 4
ήταν βαριά κι ασαφή
σαν θολωμένα μάτια
σαν αριθμό τηλεφώνου
δοσμένο στον Άδη
ή σε κάποιον άλλον ακόμη πιο μακριά
αντί για την άψυχη εταιρία των αριθμών
που αγνοεί σε ποιον δίνει
τον αριθμό που δίνει
Το 23 79 30 δεν σημαίνει τίποτε
δυσκολεύει την απομνημόνευση
έχει έναν αέρα ατυχή και περιοριστικό
πέρα από τον ανώνυμο ήχο
που είναι αδύνατο να με ενδιαφέρει
Αντιθέτως το 49 08 94 είναι μέλι απωλεσμένο
πίνακας του Σασέτα
όπου γυμνοί ερημίτες
γιορτάζουν μια γιορτή χρυσή.

1971

Στο κέντρο του μάνταλα (El centro del mandala)

Να σε φιλώ δεν είναι λύση
Να εισβάλλεις μέσα μου και να με γλείφεις
δεν είναι λύση!
Να σε κοιτάζω έγινε πια πιο απόλυτο
από το να σε φιλώ
Ένα φιλί για μένα είναι λίγο
Η συνουσία είναι υπερβολικά λίγη
Η συνουσία δεν μπορεί να περιβάλει ούτε να εκφράσει
ούτε να ικανοποιήσει το αίσθημά μου για σένα
Η ζωή και ο θάνατος φωλιάζουν
κι αφοπλίζονται μέσα σου
Όταν σε κοιτάζω συντελείται
η ευτυχής ανάλωση
η επιτυχής συνάντηση
δύο ρευμάτων δύο καιρών
που καταφτάνουν από τόπους άλλους
του κόσμου
Είναι όπως σε ένα βάθρο με μικρόφωνο
όπου πλήθος περιμένει στη σειρά
να πάρει θέση πίσω απ’ το μικρόφωνο
Πολλά τα μικρόφωνα
μα καθένας ανεβαίνει στο δικό του μικρόφωνο
Είναι η πλήρωση της κοινωνίας
η τέρψη δυο ρευμάτων που επιτέλους ενωθήκαν:
το μικρόφωνο και ο ομιλητής.
 

Δυάδα ή σουσουράδα (Pajarito o parejito)

Και αν αφιέρωνα τη ζωή μου
σε κάποιο απ’ τα φτερά της
για να ζήσω τη ζωή της
να εισβάλω μέσα της και να την κατανοήσω;
Να τη σκεφτώ και να γίνω εκείνη ώς το τέλος;
                        Και να φτάσω
στο σημείο όπου οι κινήσεις μου
να γίνουν οι χιλιάδες μικρότατες ακτίνες
του φτερού;
                        Και η σιωπή μου
τα σούσουρα να γίνουν και οι ψίθυροι
του ανέμου στο φτερό;
                        Και οι καμπύλες μου
βελούδινες και διψασμένες να γίνουν
σαν το φτερό;
Και οι σκέψεις μου
γοργές και σίγουρες και ορισμένες
σαν τις μη-σκέψεις
του φτερού;

1971

 
Λίγη ηρεμία (Un poco de calma)

Και ξαπλώναμε γυμνοί
σαν να επρόκειτο να κάνουμε κάτι
και δεν κάναμε τίποτε άλλο από το να αγγιζόμαστε
στήθος με στήθος
τα στήθη μου
και τα δικά σου
τα δικά μου απαλά
σκληρά τα δικά σου
Εγώ τα έβαζα στο στόμα σου
κι εσύ ξεκόρμιζες
και μου έλεγες:
            «Σεσίλια, εγώ δεν αποκρίνομαι
            αν εσύ…»
και σου απάντησα:
            «Δεν πειράζει αν δεν αποκριθείς
            αφού δεν θα σε ρωτήσω
            τίποτε.»

1972

 
Φυσικές αποκλίσεις (Desviaciones naturales)

Σπουδάζαμε φιλοσοφία
σε ένα σπίτι γεμάτο μικροσκοπικά ζωάκια
Έβρισκες αλεπούδες
στο μέγεθος νεογέννητου ποντικού
και παπάκια όχι μεγαλύτερα από μύγα
πινγκουίνους και άλλα πολλά
                                    Τα υπνοδωμάτια
γεμάτα ψυχασθενείς
που σκάλιζαν αγάλματα στο μάρμαρο.
                                    Μετά την αντιγραφή
ενός ολόκληρου κειμένου για τον Ηράκλειτο
τον Παρμενίδη και τη σχέση με τον Χάιντεγκερ
πιανόμασταν να σκεφτόμαστε καθένας
τα απρόσμενα μεσοδιαστήματα
ανάμεσα στη γραμμή και το κενό.
                                    Παρά το ακανόνιστο λευκό
των αιθουσών
φυλούσαμε σκοπιά για γερασμένους ποιητές
που κατέφθαναν με μπλε παλτό
για να διαλύσουν το εργαστήριο των εικόνων μας.
 

Αυτοπροσωπογραφία (Retrato físico)

Έχω ένα κρανίο σε σχήμα φουντουκιού
και δυο παλλόμενα μάγουλα για οπίσθια
όπου καταλήγουν δυο γαργαλευτοί πεπόνινοι μηροί
γόνατα ηλιοτρόπια
αστραγάλους από πέτρα ηφαιστειακή
αυχένα από αφρικανική σημύδα
αφού, πέρα από τα δόντια,
δεν έχω πάνω μου λευκό
ούτε καν το λευκό των ματιών μου
που έχει χρώμα απροσδιόριστο
Τα δάχτυλά μου είκοσι και αβέβαιο
αν θα μπορέσω να τα κρατήσω
έτσι όπως στέκουν πάντοτε
στο χείλος του γκρεμού
αν και πολύ τα αγαπώ
Θα τελειώσω τον εαυτό μου αργότερα
και θα κρατήσω τα υπόλοιπα για την ακτή.
Για να πω την αλήθεια, τολμηρή πολύ δεν είμαι
Όπου υπάρχει τρύπα
πέφτω μέσα
αφού δεν είμαι επιφυλακτική
ούτε καχύποπτη.
1966
 

Ο θρίαμβος της Λατινικής Αμερικής (El triunfo de Latinoamérica)

Η Λατινική Αμερική δεν πρέπει ποτέ να γίνει σαν την Ευρώπη ή τις ΗΠΑ

Η Χιλή θα μπορούσε να γίνει η πρώτη χώρα του κόσμου που θα έφτανε στην απόλυτη ευτυχία. Η αθωότητα και η νεολιθική έκσταση θα εμφανίζονταν ξανά κατά τρόπο που ολοένα θα περιέβαλλε στοργικά την ύπαρξη. Αυτοκτονίες δεν θα υπήρχαν. Ο σοσιαλισμός θα διέθετε συναίσθηση του σύμπαντος και θα ήταν το άθροισμα της σοφίας των ιθαγενών της Αμερικής και της υπόλοιπης σοφίας του κόσμου. Ο σοσιαλισμός της Λατινικής Αμερικής θα γεννούσε έναν πολιτισμό, όπου η σκέψη με την καρδιά θα ήταν πιο αποκαλυπτική απ’ ό,τι η σκέψη με το μυαλό και όπου η επέκταση της αντίληψης και των σχέσεων θα προξενούσε όλο και περισσότερη ικανοποίηση. Θα υπήρχε πολύς χορός, πολλή μουσική, πολλή φιλία και ένας τρόπος υπέροχος να υπάρχεις!

22/8/1973

 

Φιντέλ και Αλιέντε (Fidel y Allende)

Όταν ο Φιντέλ επισκέφτηκε τη Χιλή το 1971, ο κόσμος ήταν τόσο χαρούμενος που οι δρόμοι είχαν μετατραπεί σε υπαίθριο πανηγύρι. Για να συμμετέχω κι εγώ στους πανηγυρισμούς γι’ αυτή την ιστορική συνάντηση  στην ιστορία του λατινοαμερικανικού νότου, αποφάσισα να τη ζωγραφίσω. Ζωγράφισα μια πεταλούδα να πετάει από το χέρι του Αλιέντε και τους δυο τους να σχηματίζουν με το αεροπλάνο που έφερε τον Φιντέλ ένα τρίγωνο, με την κορυφή του προς τα κάτω. Πρόκειται για σχήμα μαγικό που σημαίνει την ευχή να διατηρήσουν τη δύναμή τους για όσο χρόνο είναι απαραίτητο.

Τον Φιντέλ τον έντυσα με τη χρυσή στολή των ηρώων, ενώ τον Αλιέντε με το πέπλο εκείνων που περνούν στην ιστορία. Ο Αλιέντε δεν είναι πλήρως ντυμένος γιατί ρουχισμός του είναι η υποστήριξη του λαού, αν και στη Χιλή εξακολουθούν να υπάρχουν κάποιοι ανόητοι που δεν τον υποστηρίζουν. Παρομοίως, το ένα πόδι του Φιντέλ είναι γυμνό γιατί θέλησα να δείξω όχι μονάχα τη φυσική του ομορφιά ή την ιστορική του σημασία, αλλά γιατί ο Φιντέλ συμβολίζει τον «νέο άνθρωπο».

Περιβάλλονται δε από λουλούδια γιατί και οι δυο είναι το άνθος μιας νέας υπάρξης, τύχη αγαθή για τη Λατινική Αμερική.

 

Ο θάνατος του Σαλβαντόρ Αλιέντε (La muerte de Salvador Allende)

(δε σώζονται φωτογραφίες αυτού του έργου)

Η κόκκινη κηλίδα, αυτό το κάλυμμα αστραπή, το κακό που καταφτάνει πετώντας είναι το πραξικόπημα, ενώ και το αίμα που κυλάει είναι οι πληγές και το αίμα του Σαλβαντόρ Αλιέντε. Αυτός ο προφητικός λεκές σηκώνει καπνό, σκοτώνοντας καθετί ζωντανό και μετατρέποντας σε έρημο ό,τι προηγουμένως ήταν κήπος. Και από την μαγική Χιλή του σοσιαλισμού, από τον εφευρημένο αυτό παράδεισο δεν απομένει άλλο από πέτρες, κόκαλα και σκελετούς.

Η σορός του Σαλβαντόρ Αλιέντε πέφτει στην άβυσο, στη σχισμή που άνοιξαν οι δολοφόνοι, όχι μόνο του Αλιέντε, αλλά και όλου του μεγαλείου του.

Ο θάνατος του Αλιέντε δεν με συνεπήρε, δεν εισχώρησε στη συνείδησή μου, μόνο άρχισε να αναπτύσσεται μέσα μου αργά και μυστικά σαν σπόρος, μικρόβιο ή αρρώστια. Άρχισε να πονά κάμποσες ώρες αργότερα, αφού πήρε την τρομερή μορφή μιας φρικαλεότητας, μιας κραυγής πνιχτής και δύσοσμης στα σωθικά. Τότε ήταν που ένιωσα την ανάγκη να ζωγραφίσω. Ξεκίνησα στις πέντε τα χαράματα και συνέχισα όλο το πρωινό ώς τις τρεις το μεσημέρι της δωδεκάτης Σεπτεμβρίου.

Ο θάνατος του Σαλβαντόρ Αλιέντε είναι έγκλημα, με τον ίδιο τρόπο που όλα τα εγκλήματα συνιστούν ένα και μόνο έγκλημα. Δεν σκότωσαν μόνο εκείνον, αλλά και τη ζωή μου, τη ζωή όλων όσων ζούσαν, όλων όσων τρέφονταν από την ανέγερση του σοσιαλισμού ως εργασίας χειρονακτικής, ηλιακής, μιας ευτυχίας δίχως τέλος.

Ο θάνατος του Αλιέντε σκοτείνιασε όλους τους ήλιους μου, σκότωσε τις γωνίες μου, την ενότητά μου, τη σαρωτική επιτάχυνση στη χώρα του Ποτέ Ξανά. Η σοσιαλιστική Χιλή ήταν για μένα ο ορισμός του μεγαλείου γιατί δεν ήταν μόνο δικό μου, κι εγώ δεν ανήκα πια σε μένα, αφού δεν ήμουν πια ΕΓΩ παρά ΕΜΕΙΣ για πρώτη φορά!

Ας γίνει ο θάνατος του Αλιέντε η σπίθα που θα αναγεννήσει την επανάσταση από τις στάχτες.

Ο θάνατος του Αλιέντε έθεσε τέλος στη μία και μοναδική λαμπρή στιγμή μας.

Ο θάνατός του είναι και δικός μου θάνατος και θα αναγεννηθώ μονάχα με την αναγέννηση της επανάστασης. Διαφορετικά, τα πάντα θα μείνουν χαρακιές και οργή και πόνος και σκιές και έρημος, από εδώ ώς τον ψίθυρο.

Αν το νόημα του θανάτου είναι η ανάσταση, τότε η έρημος θα δώσει ξανά καρπούς.

Αν όχι, η έρημος θα παραμείνει για πάντα έρημος και ποτέ δεν θα καρπίσει, ποτέ δεν θ’ ανθίσει τίποτε μέσα της, αφού μια φασιστική Χιλή δεν είναι η Χιλή, αλλά ‘Ήλιχ’: μια κατάσταση συναγερμού.

12/9/1973

 

Βιολέτα Πάρρα ή βιολέτα (Violeta Parra o Violeta Vid)

«Βιόλα θαυμαστή» ή «Βιόλα chilensis» ή «Βιόλα ηφαιστειακή», «Πουλί του παραδείσου επί γης» ή «Βιολέτα των Άνδεων» σύμφωνα με τον Νικανόρ Πάρρα. «Αγία Βιολέτα» ή «αγριοδαμασκηνιά» σύμφωνα με τον Πάμπλο Νερούδα. (Βιολέτα αγαπημένη, για μένα.)

            Αποφάσισα να ζωγραφίσω το πορτραίτο της Βιολέτας Πάρρα για τον κύκλο Ήρωες της Επανάστασης, καθώς δεν ήταν όλοι οι ήρωες διοικητές, διανοούμενοι ή αντάρτες. Έπρεπε να προστεθούν και οι ήρωες της επιβίωσης, της ζωγραφικής, της επινόησης.

            Τη ζωγράφισα λοιπόν ως ένα είδος συνδικάτου που στόχο έχει να δίνει δύναμη και μυστήριο στις συντρόφους της.

            Επιπλέον, η Βιολέτα Πάρρα είναι ηρωίδα γιατί, όντας γυναίκα, τόλμησε να υπάρξει και να δημιουργήσει κατά τα δικά της ‘θέλω’. Τη ζωγάφισα κομμένη σε τρία μέρη γιατί ο κόσμος είναι ένα σφαγείο που την τεμάχισε και τώρα την εκθέτει σαν φιλέτο. Τη διαίρεσα στα τρία, πριν μάθω για τις τρεις απόπειρες αυτοκτονίας της που προηγήθηκαν της τελευταίας και τελεσίδικης.

             Παρόλο που η Βιολέτα σημαίνει πολλά πράγματα, την απεικόνισα ως «Πλέκτρια του κόσμου» γιατί αυτή ήταν και η μαγική της δραστηριότητα. Εδώ, την έβαλα να πλέκει τους στίχους του τραγουδιού της «Ευχαριστώ τη ζωή»*.

            Τα μάτια της κοιτάζουν στα αριστερά όπου και ξεκινά το τραγούδι: «Ευχαριστώ τη ζωή που μου έδωσε τόσα, που μου έδωσε δυο μάτια και, όταν τα ανοίγω, άριστα διακρίνω το μαύρο από τ’ άσπρο, ψηλά στον ουρανό τον έναστρο θόλο, και μέσα στο πλήθος τον άντρα που αγαπάω.» Πιο χαμηλά: «Μου έδωσε την ακοή που μέσα στο εύρος της καταγράφει νύχτα και μέρα, γρύλλους και καναρίνια, σφυριά, τουρμπίνες, γαυγίσματα και καταιγίδες.» Και πάνω: «Μου έδωσε το αλφάβητο και τον ήχο και, μαζί με αυτά, τις λέξεις που σκέφτομαι και ονοματίζω τη μάνα, το φίλο, τον αδερφό και το φως που καίει.» Στο γαλάζιο ουρανό: «Μου έδωσε την καρδιά που πάλλεται σαν βλέπω τους καρπούς του ανθρώπινου μυαλού.» Εδώ οι καρποί αυτοί συμφολίζονται με δυο ροδάκινα. Για να συνεχίσει κανείς να διαβάζει τη Βιολέτα πρέπει να καταφύγει στη βιογραφία της, στους στίχους λαϊκών τραγουδιών, στα πλεκτά και στα τραγούδια της, στα αντικείμενά της, όπως και στη συνεργασία της με το Κομμουνιστικό Κόμμα, το οποίο εδώ απεικονίζω με ένα μικρό σφυροδρέπανο.

Μάιος 1973

*Πρόκειται για το πασίγνωστο τραγούδι “Gracias a la vida” που ερμήνευσαν σπουδαίες φωνές όπως αυτή της Μερσέντες Σόσα.

___________________

Όλα τα ποιήματα και οι πίνακες είναι δημιουργίες της ΣΕΣΙΛΙΑΣ ΒΙΚΟΥΝΙΑ και περιλαμβάνονται στον τόμο «Γεύση από μένα».

«Στρατιώτη μη χτυπάς, κι εσύ είσαι του λαού!» (3/3)

Ο μεξικανικός «Μάης του ’68» και η αιματοβαμμένη «Ολυμπιάδα της Ειρήνης»
στη λατινοαμερικανική ποίηση

Εισαγωγή, επιλογή, μετάφραση: ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Τλατελόλκο 1968 (Χάιμε Σαμπίνες)

1.

Κανείς δεν γνωρίζει τον ακριβή αριθμό των νεκρών,
ούτε καν οι δολοφόνοι,
ούτε καν οι εγκληματίες.
(Σίγουρα έγραψε ιστορία αυτός ο άντρας
ο μικρός για κάθε περίσταση,
ο ανίκανος για τα πάντα, πλην του κακού.)

Στο μέλλον θα μιλούν για το Τλατελόλκο
όπως σήμερα μιλάμε για το Ρίο Μπλάνκο και το Κανανέα,
μόνο που αυτό εδώ ήταν χειρότερο,
εδώ σκοτώσανε λαό.
Δεν ήτανε εργάτες σε απεργία,
ταμπουρωμένοι πίσω από οδοφράγματα,
ήταν γυναίκες και παιδιά, φοιτητές,
δεκαπεντάχρονοι έφηβοι,
μια κοπέλα στο δρόμο για το σινεμά,
ένα έμβρυο στην κοιλιά της μάνας του,
όλοι τους σαρωμένοι, με ακρίβεια τρυπημένοι
από τα πυρά της Τάξης και της Κοινωνικής Δικαιοσύνης.

Για τρεις μέρες, ο στρατός μαριονέτα στα χέρια ασυνείδητων,
ενώ ο λαός ετοιμαζόταν πανηγυρικά
να γιορτάσει τους Ολυμπιακούς που θα τιμούσαν το Μεξικό.

2.

Το έγκλημα βρίσκεται εκεί,
σκεπασμένο με φύλλα εφημερίδων,
με τηλεοράσεις, ραδιόφωνα, και σημαίες ολυμπιακές.

Ο αέρας βαρύς, ακίνητος.
Τρόμος και όνειδος.
Τριγύρω φωνές, η κίνηση στους δρόμους, η ζωή.
Μα το έγκλημα βρίσκεται εκεί.

3.

Θα ’πρεπε να ξεπλύνουν όχι μόνο το οδόστρωμα, μα και τη μνήμη.
Θα ’πρεπε τα μάτια να βγάλουν σε όλους εμάς που είδαμε,
και τους συγγενείς να δολοφονήσουν,
κανείς να μην θρηνεί, μάρτυρες να μην υπάρχουν.
Μα το αίμα ρίχνει ρίζες
και σαν δέντρο μεγαλώνει με το χρόνο.
Το αίμα στο τσιμέντο και στους τοίχους
–σαν φυτό αναρριχητικό– μας στιγματίζει,
μας βρέχει με ντροπή, με ντροπή και με ντροπή.

Τα στόματα των νεκρών μάς φτύνουν
με αίμα αιώνιο, βουβό.

4.

Θα εμπιστευτούμε την άθλια μνήμη του κόσμου,
θα αιτηθούμε τα λείψανα,
θα συγχωρήσουμε τους επιζώντες,
θα αποφυλακίσουμε τους κρατούμενους,
θα αποδειχτούμε γενναιόδωροι, μεγαλόψυχοι και λογικοί.

Μας πότισαν με ιδέες εξωτικές σαν με καλό καθαρτικό:
θα αποκαταστήσουμε την ειρήνη,
θα εξυγειάνουμε τους θεσμούς.
Οι έμποροι μαζί μας,
το ίδιο και οι τραπεζίτες,
οι καθεαυτό Μεξικανοί πολιτικοί,
τα ιδιωτικά κολέγια
και προσωπικότητες περιωπής.
Ξεδιαλύναμε τη συνωμοσία
και αυξάνουμε τη δύναμή μας:
ποτέ πια δεν θα πέσουμε απ’ το κρεβάτι,
αφού πια κάνουμε όνειρα γλυκά.

Διαθέτουμε δε Υπουργούς ικανούς
να μετατρέψουν τα σκατά σε αιθέρια έλαια,
βουλευτές και αξιωματούχους αλχημιστές,
ηγέτες απαράμιλλους και κούκλους,
μια στρατιά πνευματικών φωστήρων,
που όλοι κυματίζουν τη σημαία μας με στυλ.

Εδώ δεν συνέβη απολύτως τίποτε.
Το βασίλειό μας αναδύεται.

5.

Τα πτώματα, στις εγκαταστάσεις της Αποστολής.
Κορμιά ημίγυμνα, διάτρητα και κρύα,
κάποια με πρόσωπο θανάτου.
Έξω, ο κόσμος συγκεντρώνεται, ανυπομονεί,
ελπίζει να μην αναγνωρίσει κάποιο δικό.
«Πηγαίνετε να ψάξετε αλλού.»

6.

Το θέμα στην Επανάσταση
είναι τα νιάτα.
Η Κυβέρνηση κηδεμονεύει τους ήρωες.
Το μεξικανικό πέσο είναι ισχυρό
και η ανάπτυξη της χώρας δεδομένη.
Ακολουθεί το παιδικό πρόγραμμα και τα σίριαλ.
Αποδείξαμε στον κόσμο ότι είμαστε ικανοί,
ευγενικοί, φιλόξενοι, ευαίσθητοι
(Τι υπέροχοι Ολυμπιακοί!)
και τώρα θα συνεχίσουμε με το Μετρό
αφού η πρόοδος δεν ανακόπτεται.

Οι γυναίκες στα ροζ,
οι άντρες στα γαλάζια,
ομόψυχοι Μεξικανοί που παρελαύνουν σε απόλυτη σύμπνοια,
εκείνην που οικοδομεί την πατρίδα των ονείρων μας.

Ανάγνωση των «ασμάτων του Μεξικού» (Χοσέ Εμίλιο Πατσέκο)

Ο θρήνος εξαπλώνεται
στάζουν τα δάκρυα
εκεί στο Τλατελόλκο.
(Πώς αλλιώς, αφού τη μέρα αυτή
έγινε μια απ’ τις χειρότερες φρικαλεότητες
που συντάραξαν ποτέ σε αυτή τη γη
τους δύστυχους Μεξικανούς.)

Αφού μαζεύτηκαν όλοι,
οι άντρες με τα σύνεργα πολέμου,
οι άντρες που όλο κάνουν φασαρία,
στο σίδερο λουσμένοι,
βάλθηκαν να κλείσουν διεξόδους,
εισόδους και εξόδους,
να κόψουνε το βήμα.
(Μπροστά παν’ τα σκυλιά τους,
εκείνα προπορεύονται.)
Και τότε ακούστηκε ο κρότος
και τότε υψώθηκαν κραυγές.
Άντρες ψάχνουν τις γυναίκες τους,
άλλοι με τα παιδιά τους αγκαλιά.
Προδόθηκαν και σκοτώθηκαν,
πέθαναν δίχως να το μάθουν.

Και η μυρωδιά του αίματος νοτίζει τον αέρα
και η μυρωδιά του αίματος νοτίζει τον αέρα.

Πατεράδες και μανάδες θρηνούσαν.
Τους θρήνησαν,
το πένθος των νεκρών τελέστηκε.
Οι Μεξικανοί τρομαγμένοι:
φόβος και ντροπή τούς κυρίευαν.
Και όλα αυτά συνέβησαν σε μας.
Σε τέτοια αξιοθρήνητη τύχη θλιβερή
βρεθήκαμε μπλεγμένοι.
Στο βουνό των στεναγμών,
στους κήπους από κιμωλία
προσφέρονται θυσίες
για το βουνό των αετών,
όπου απλώνεται η ομίχλη των ασπίδων.

Αχ, μες στον πόλεμο γεννήθηκα,
καθότι Μεξικανός.
Υποφέρω, η καρδιά γεμίζει πόνο.
Βλέπω την ερήμωση που σταλάζει στο ναό
σαν πυρώνουν οι ασπίδες στις φλόγες.

Στις στράτες δόρατα σπασμένα,
τα σπίτια δίχως στέγες,
κόκκινοι οι τοίχοι τους,
σκουλήκια γεμίζουνε δρόμους και πλατείες.
Χτυπάμε τη σκόνη από τους τοίχους
και κληρονομιά δεν μένει άλλη από
ένα δίκτυο από τρύπες.
Αυτά επέτρεψε ο Ζωοδότης
εκεί,
στο Τλατελόλκο.

Σεπτέμβριος (Πάκο Ιγκνάσιο Ταΐμπο)

Μια μέρα,
την ημέρα που δεν με συνέλαβαν,
την ημέρα που δεν με άγγιξαν καν τα χτυπήματα,
αφού ο νόμος και η τάξη
ανέμελα
με περιφρονούσαν
(ήταν απόγευμα κι έβρεχε),
με ξέχασαν.
Ήταν η μέρα που περνούσα
απ’ τη λεωφόρο Ινσουρχέντες
και τα μπλε οχήματα
γέμιζαν το δρόμο
απ’ άκρη σ’ άκρη.

Εκείνη την ημέρα

οι τσέπες μου ήταν γεμάτες
μικρά τσαλακωμένα χαρτάκια.
Σε ενδεχόμενο σωματικό έλεγχο
θα ήταν αδύνατο να εξηγήσω
πώς είχαν γραφτεί
(δύσκολο να εξηγήσεις τέτοια πράγματα),
κάτω από ποιο φως,
με ποιους,
ποιες ώρες της ημέρας
διένειμα τα μικρά μου μίση
με το μίσος το μεγάλο
των χιλιάδων που ήμασταν.

Δύσκολο να το εξηγήσεις σ’ εκείνους.
Τα χαρτάκια, λέω,
ήταν ποιήματα ή πάλι
ημέρες τρομαγμένες, χαμένες,
χαμόγελα μοιρασμένα
σαν φέιγ βολάν στους δρόμους,

ήταν μικρές ζωγραφιές,
σχεδόν για μένα τον ίδιο,
για να βρω μια θέση στον υπέροχο κόσμο
που ήταν σήμερα η πόλη,
πρωτότυπες διακηρύξεις
για τη συνέργειά μου με τον εαυτό μου,
ή με αυτό που κάναμε.

Αν τότε, εκείνη την ημέρα,
κάποιος ρωτούσε
πού βρέθηκαν;
ποιος τα έφτιαξε;
κι έλεγε
είναι ανατρεπτικά,
αποτυπώνουν το αναρχικό σου πνεύμα,
τη δυσπιστία σου απέναντι στον κόσμο,
τα σεξουαλικά σου προβλήματα,
την απουσία θλίψης,
τη διεφθαρμένη μοναξιά σου,
είναι ένδειξη πως είσαι ακόμη έφηβος
και δεν πιστεύεις στον εαυτό σου…

θα τους απαντούσα με ένα
«άντε μου στο διάβολο,
είναι μόνο ποιήματα,
απλώς ποιήματα,
και αποτυπώνουν
(τίποτα δεν αποτυπώνει)
όλα αυτά μαζί.
Επιπλέον,
όλοι έχουμε χαρτιά στις τσέπες».

Όμως σήμερα ή αύριο,
αν με ρωτήσουν τι απέγιναν,
θα μου είναι δύσκολο να εξηγήσω,
να εξηγήσω πως έμειναν εκεί,
πως κύλησαν στον υπόνομο
καθώς ο συντάκτης τους έτρεχε,
πως έλιωσαν απ’ τον ιδρώτα μες στα δάκτυλα
ή πως βρίσκονται εδώ γιατί τα έχω φυλάξει.
Θα είχε τάχα σημασία;
Αν χρειαζόταν, θα το έκανα και πάλι.

«Στρατιώτη μη χτυπάς, κι εσύ είσαι του λαού!» (2/3)

Ο μεξικανικός «Μάης του ’68» και η αιματοβαμμένη «Ολυμπιάδα της Ειρήνης»
στη λατινοαμερικανική ποίηση

Εισαγωγή, επιλογή, μετάφραση: ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Μεξικό: Ολυμπιάδα του 1968 (Οκτάβιο Πας)

Η πάστρα
(ίσως αξίζει τον κόπο
να γραφτεί στην καθαρότητα
αυτής της σελίδας)
δεν είναι διάφανη
(κίτρινη και μαύρη
σωρευμένη χολή)
απλωμένη πάνω στο χαρτί.
Γιατί;
Ντροπή θα πει οργή.
Επίθεση κατά του εαυτού.
Αν
ένα ολόκληρο έθνος ντρέπεται
λιοντάρι γίνεται
που ζαρωμένο παραμονεύει
να επιτεθεί.

(Οι υπάλληλοι του δήμου
ξεπλένουν το αίμα
στην Πλατεία των Θυσιών.)
Τώρα να κοιτάξεις.
Λεκιασμένη
–πριν προλάβεις να πεις κάτι
που να αξίζει τον κόπο–
η πάστρα.

Σε ανάμνηση του Τλατελόλκο (Ροζάριο Καστεγιάνος)

Το σκοτάδι ευνοεί τη βία
και η βία αποζητά το σκοτάδι
για να σβήσει τα ίχνη του εγκλήματος.
Γι’ αυτό η δευτέρα Οκτωβρίου κράτησε ώς το βράδυ,
ώστε κανείς μη δει το χέρι να αγκαλιάζει το όπλο,
παρά μόνο την λάμψη που προκάλεσε.

Και με αυτό το φως, το σύντομο, θαμπό, ποιος;
Ποιος σκοτώνει;
Ποιοι εναγώνια πορεύονται στο θάνατο;
Ποιοι το σκάνε δίχως παπούτσια;
Ποιοι θα καταλήξουν στο υπόγειο μιας φυλακής;
Ποιοι θα εξαχνιστούν σε νοσοκομεία;
Ποιοι θα μείνουνε για πάντα σιωπηλοί από τον τρόμο;

Ποιος; Ποιοι; Κανένας. Την επομένη, κανένας.
Η πλατεία είδε το νέο φως της μέρας καθαρή.
Οι εφημερίδες έγραφαν, ως κύρια είδηση, για τον καιρό.
Στην τηλεόραση, στο ραδιόφωνο, στο σινεμά,
καμία αλλαγή προγράμματος,
καμία σχετική αναγγελία
ούτε καν ενός λεπτού σιγή στο επίσημο γεύμα.
(Γιατί το φαγοπότι συνεχίστηκε κανονικά.)

Μην αναζητάς ό,τι δεν υπάρχει: ίχνη και πτώματα −
τα πάντα δόθηκαν προσφορά σε μια θεά,
την Περιδρομιάστρα Περιττωμάτων.
Μην σκαλίζεις στα αρχεία, αφού έγγραφα δεν θα βρεις.

Να όμως, εδώ που αγγίζω, μια πληγή: η μνήμη.
Πενθώ. Κι ύστερα αληθεύει. Αίμα για το αίμα.
Κι αν δικό μου το πω, τότε όλους τούς προδίδω.

Θυμάμαι, θυμόμαστε.
Αυτός είναι ο τρόπος να ξημερώσει
πέρα από τόσες κηλιδωμένες συνειδήσεις,
πέρα από κείμενα οργισμένα,
πέρα από διάπλατα κιγκλιδώματα,
και πρόσωπα μασκαρεμένα.
Θυμάμαι, θυμόμαστε –
ώσπου η δικαιοσύνη να βρεθεί ανάμεσά μας.

Ανάγνωση του Σαίξπηρ (Γκαμπριέλ Σαΐντ)

Τρομαγμένος απ’ όλα τούτα, αρνούμαι να ζήσω.
Να βλέπω τη Συνείδηση αναγκασμένη σε επαιτεία,
την Ελπίδα διάτρητη από τον Κυνισμό,
την Αγνότητα ανεπιθύμητη σαν εφιάλτη,
την Ανησυχία ως μόνο κέρδος καιροσκόπων,
την Πίστη ηττημένη σε όνειρα του καφέ,
τον Πρωτογονισμό ανυψωμένο σε Αρετή,
το Διάλογο ανάμεσα σε ξιφολόγχες και σώματα,
την Αλήθεια καλυμμένη από το Δάχτυλο,
τη Σταθερότητα με άρωμα από στάβλο,
και τη Διαφθορά, τυφλή από οργή, σε δυο γροθιές:
με ζυγαριά και ξίφος.

Τρομαγμένος απ’ όλα τούτα,
θα προτιμούσα το θάνατο,
Μαρία,
αν δεν ήταν για τα μάτια σου,
και για την πατρίδα που μου ζητούν.

******

Εν καιρώ ειρήνης

Ακόμη αγανακτισμένος
κύριε Πρόεδρε;
Προς θεού,
δεν αξίζει
την ηρεμία του να χάνει κανείς
για κάμποσους νεκρούς
που ήδη προκαλούν χασμουρητά
και στα σκουλήκια ακόμη.
Τα πάντα
είναι δυνατά
εν καιρώ ειρήνης.

Του φόβου και της συμπόνοιας (Εφραίμ Ουέρτα)

Στους φίλους και συντρόφους του Πολυτεχνείου
24 Νοεμβρίου 1971

Στις 5:30 ώρα πρωίας
τη δεκάτη του μηνός
έλαμπα σαν και τον τελευταίο μελλοθάνατο.
Δεν βλέπω ούτε μήνα ούτε χρονιά
ούτε μυστικά σκορπισμένα
ούτε σιωπές σπασμένες, παρά διαρκείας,
σαν γυμνοσάλιαγκες και σκουλήκια.

Σήμερα η επανάληψη του φόβου μου
η ρωγμή του πανικού μου
η πράσινη ακτή των γυμνών μου ποδιών 
σε δρόμους ταπεινωτικούς.

Γλυκά στην απομόνωση απαρνιέμαι τη μάνα μου,
αφού εγώ ΟΝΤΩΣ πάλεψα, παλεύω για κάτι,
καρκινικός αγωνιστής
-κατεστραμμένο συκώτι, τσιμεντέρνια νεύρα-
αγωνιστής για τους νεκρούς και τη μιζέρια,
ζωντανός νεκρός, επικήδειος ποιητής,

γεννημένος Ιούνιο, έναν Ιούνιο νεκρό,
μάρτυρας και μνημείο,
να πονάω μέχρι αηδίας,
να καίγομαι απ’ τα παιδιά μου και
τα ξυλοκοπημένα μου αδέρφια
που τα δολοφόνησαν.

Ο Θεός να μας φυλάει,
τη δεκάτη και κάθε δέκα του Ιούνη,
εμάς τους δεκάδες παντοτινούς θεούς.
Και ας συμπονέσουμε κι εμείς το Θεό
που ούτε εκείνος είδε κάτι.

 

«Στρατιώτη μη χτυπάς, κι εσύ είσαι του λαού!» (1/3)

«Στρατιώτη μη χτυπάς, κι εσύ είσαι του λαού!»*

Ο μεξικανικός «Μάης του ’68» και η αιματοβαμμένη «Ολυμπιάδα της Ειρήνης»
στη λατινοαμερικανική ποίηση

Εισαγωγή, επιλογή, μετάφραση: ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Υπήρξε και στο Μεξικό ένας ‘Μάης του ’68’, μια ‘Άνοιξη της Πράγας’ ή το δικό μας ‘Πολυτεχνείο’, το οποίο βέβαια έλαβε χώρα πέντε χρόνια αργότερα. Αν και μια συγκριτική μελέτη των παραπάνω κινημάτων βάσει των διαφοροποιητικών στοιχείων καθενός θα παρουσίαζε μεγάλο ενδιαφέρον, ωστόσο κάτι τέτοιο δεν θα ανήκε ούτε στον τομέα ειδίκευσής μας ούτε στη θεματική του παρόντος αφιερώματος. Στόχος μας εδώ είναι αφενός η συνοπτική παρουσίαση ενός λιγότερο γνωστού στο ευρύ κοινό ‒αλλά εξαιρετικά σημαντικού‒ κινήματος για την πορεία του Μεξικού, αφετέρου η αποτύπωσή του στη λατινοαμερικανική ποίηση από ποιητές όπως ο Οκτάβιο Πας, ο Χοσέ Εμίλιο Πατσέκο, ο Χάιμε Σαμπίνες, ο Γκαμπριέλ Σαΐντ, η Ροζάριο Καστεγιάνος, ο Εφραίμ Ουέρτα και ο Πάκο Ιγκνάσιο Ταΐμπο.

«Η κριτική στον Καίσαρα δεν είναι κριτική στη Ρώμη.
Η κριτική στην κυβέρνηση δεν είναι κριτική στη χώρα.»
(Κάρλος Φουέντες, με αφορμή τα γεγονότα)

 Το Μεξικό θα διοργάνωνε τον Οκτώβριο του ’68 τους 19ους Ολυμπιακούς Αγώνες, αν και το κλίμα, τόσο σε διεθνές όσο και εθνικό επίπεδο ήταν βαρύ και τεταμένο λόγω του Ψυχρού Πολέμου. Η διεθνής συγκυρία, κρίσιμη: ο πόλεμος στο Βιετνάμ μαινόταν, ο ρατσισμός και οι εμφύλιοι στη Νότια Αφρική βρίσκονταν στο απόγειό τους, ενώ είχαν προηγηθεί το φοιτητικό κίνημα στο Παρίσι, το Μάη του ’68, και η αιματοβαμμένη ‘Άνοιξη της Πράγας’ τον Αύγουστο. Οι Ολυμπιακοί του Μεξικού τελικά πραγματοποιήθηκαν, μεταξύ 12 και 27 Οκτωβρίου 1968, και ο τότε Πρόεδρος, Γκουστάβο Ντίας Ορντάς, είχε το θράσος να τους χαρακτηρίσει κατά την τελετή έναρξης «Ολυμπιάδα της Ειρήνης». Είναι το πρόσωπο, του οποίου ο ρόλος παραμένει αίνιγμα στην αιματηρή εκκαθάριση των εκατοντάδων νεκρών και χιλιάδων τραυματιών και αγνοουμένων που είχε λάβει χώρα στην Πλατεία των Τριών Πολιτισμών στο Τλατελόλκο μόλις δέκα μέρες νωρίτερα, σφραγίζοντας τη μεξικανική ιστορία για πάντα.

Τέλη Ιουλίου του 1968, το φοιτητικό κίνημα αρχίζει να κάνει εμφανή την παρουσία του στο Μεξικό, στο πλαίσιο κοινωνικών αγώνων μακράς ιστορίας με ζητούμενα τον εκδημοκρατισμό του κράτους, την πάταξη της διαφθοράς και την εξάλειψη της φτώχειας. Αστυνομία και στρατός εισβάλλουν σε σχολές, προβαίνουν σε συλλήψεις και καταπνίγουν το κίνημα, το οποίο αποδίδουν σε κομμουνιστική υποκίνηση και ταραξίες.

«Για όλα φταίει η μίνι φούστα»
(Λεοπόλδο Γκαρσία Τρέχο, ταχυδρομικός υπάλληλος)

Την 1η Αυγούστου, ο Πρύτανης του Αυτόνομου Πανεπιστημίου του Μεξικού (ΑΠΜ -UNAM), Χαβιέρ Μπάρρος Σιέρρα, καταδικάζει τις πράξεις βίας και ζητά την αποφυλάκιση των φοιτητών, τους οποίους χαρακτήρισε  «πολιτικούς κρατούμενους». Για πρώτη φορά ακούγεται το σύνθημα «Λαέ ενώσου!», ένα από τα κυρίαρχα συνθήματα του μεξικανικού φοιτητικού κινήματος. Στις 3 Αυγούστου η κυβερνητική προπαγάνδα φροντίζει για σειρά συκοφαντικών δημοσιευμάτων εναντίον των φοιτητών, οι οποίοι όμως δεν πτοούνται. Αντιθέτως, κοινοποιούν σειρά αιτημάτων: την αποφυλάκιση των πολιτικών κρατουμένων, την κατάργηση άρθρων που νομιμοποιούσαν τη βία και την καταπάτηση δικαιωμάτων, την κατάργηση του Σώματος των ΜΑΤ, την απόλυση των αρχηγών της αστυνομίας, την ασυλία των οικογενειών των θυμάτων, των τραυματιών και των συλληφθέντων, καθώς και την απόδοση ευθυνών στους υπαίτιους των αιματηρών γεγονότων που είχαν προηγηθεί.

Το απόγευμα της 27ης Αυγούστου πραγματοποιείται μαζική διαδήλωση 30.000 πολιτών (ο αριθμός αναφέρεται αλλού υψηλότερος καθώς δεν υπάρχουν σαφή κι αξιόπιστα νούμερα), με κατεύθυνση την κεντρική πλατεία της πόλης του Μεξικού. Υπό την υποκίνηση του Σώκρατες Κάμπος Λέμους, ο οποίος εκ των υστέρων αποδείχτηκε δάκτυλος της κυβέρνησης, 3.500 φοιτητές πείθονται να παραμείνουν στην πλατεία μετά το πέρας της πορείας.

Τα χαράματα της 28ης Αυγούστου κάνουν την εμφάνισή τους στην πλατεία τα τανκς. Οι φοιτητές φωνάζουν «Μεξικό, λευτεριά! Μεξικό, λευτεριά!» και κάποιοι προσπαθούν να εμποδίσουν τη διέλευση των τανκς. Τις επόμενες ώρες, στρατιώτες και ελεύθεροι σκοπευτές από το Ξενοδοχείο Ματζέστικ ανοίγουν πυρ κατά των διαδηλωτών.

«Λαέ, μη μας εγκαταλείπεις! Έλα και εσύ μαζί μας!»
(Σύνθημα σε διαδήλωση της 13ης Αυγούστου 1968)

Ο Σεπτέμβριος είναι κι αυτός μήνας αναταραχών, με σχεδόν καθημερινά επεισόδια. Στις 7 του μήνα πραγματοποιείται η «Διαδήλωση με τις δάδες» και στις 13, η «Πορεία της σιωπής». Στις 18 ο στρατός εισβάλλει στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο του Μεξικού και στις 23 του ίδιου μήνα ο Πρύτανης παραιτείται.

«Αυτοί είναι οι υποκινητές: Πείνα, Άγνοια, Μιζέρια»
(Πανό σε διαδήλωση της 13ης Σεπτέμβρη)

 Την 1η του Οκτώβρη ο στρατός αποσύρεται από το Πανεπιστήμιο και από το απόγευμα της επόμενης μέρας κόσμος συρρέει στην Πλατεία των Τριών Πολιτισμών στο Τλατελόλκο. Το συγκεντρωμένο πλήθος αποτελείται στην πλειοψηφία του από φοιτητές, οι οποίοι υπολογίζονται γύρω στους 50.000. Ο στρατός παρίσταται όπως και σε άλλες διαδηλώσεις, αυτή τη φορά όμως συνεπικουρούμενος από δύο ελικόπτερα και μέλη του Σώματος ‘Ολύμπια’ (‘όργανα της τάξης’ με πολιτική ενδυμασία κι ένα λευκό γάντι ή μαντίλι στο αριστερό χέρι). Στις 6 το απόγευμα εκτοξεύονται φωτοβολίδες που δίνουν το σήμα εκκίνησης στα μέλη του Σώματος ‘Ολύμπια’, διάσπαρτα μες στο πλήθος, να ανοίξουν πυρ κατά των στρατιωτών. Με αυτή την αφορμή, ο στρατός ανοίγει πυρ αδιακρίτως κατά του συγκεντρωμένου πλήθους. Η πλατεία γεμίζει παπούτσια, ρούχα και προσωπικά αντικείμενα. Όσους συλλαμβάνουν, τους μεταφέρουν σε κοντινά κτίρια, όπου τους γδύνουν και τους υποβάλλουν σε ξυλοδαρμούς και βασανιστήρια.

«Συνεχώς μας λένε ‘είστε το μέλλον της χώρας’,
αλλά μας αρνούνται κάθε ευκαιρία πολιτικής συμμετοχής στο παρόν.
Εμείς όμως θέλουμε και ΜΠΟΡΟΥΜΕ να συμμετέχουμε τώρα, όχι στα εξήντα.»
(Γκουστάβο Γκορντίγιο, φοιτητής οικονομικών στο ΑΠΜ)

«Οι νέοι είναι θυμωμένοι (…)και με το δίκιο τους. (…)
Η προίκα μας είναι κακή και η στάση μας απέναντι στη ζωή ακόμη χειρότερη.
Δημιουργήσαμε μια νεολαία επαναστατική, που δεν την κατανοούμε,
και δεν μπορεί να επιλέξει ούτε το παρόν ούτε το μέλλον της.»
(Πέδρο Ταμάρις, καθηγητής)

Ο ακριβής αριθμός των νεκρών της 2ας Οκτωβρίου 1968 παραμένει μυστήριο. Οι τραυματίες μεταφέρθηκαν σε στρατιωτικά νοσοκομεία, ώστε να παραμείνει άγνωστος ο αριθμός τους. Οι επίσημες αρχές, ψευδόμενες, έκαναν τότε λόγο για 20 νεκρούς. Στο βιβλίο της Η νύχτα του Τλατελόλκο η Ελένα Πονιατόφσκα περιλαμβάνει τη μαρτυρία μιας μητέρας που έψαχνε για τη σορό της κόρης της σε ένα δωμάτιο με τουλάχιστον 65 πτώματα.

Πρόσφατη έρευνα του BBC Λονδίνου το 2005 –λαμβάνοντας υπόψη και την ανάμειξη της CIA στα γεγονότα–, έκανε λόγο για 200-300 νεκρούς. Το μόνο σίγουρο είναι ότι τα εκατοντάδες άψυχα σώματα κάηκαν ή ρίχτηκαν σε απορριμματοφόρα προκειμένου να εξαλειφθούν τα οποιαδήποτε ίχνη και στοιχεία. Η πλατεία καθαρίστηκε με μάνικες υψηλής πίεσης από την πυροσβεστική, έτσι ώστε το επόμενο πρωί να μην υπάρχει ίχνος των φρικαλεοτήτων που είχαν συμβεί τη νύχτα.

Ο ρόλος των γυναικών στο κίνημα του ’68 στο Μεξικό ήταν σπουδαίος και είχε διπλό χαρακτήρα: αφενός οι γυναίκες συμμετείχαν ενεργά στα τεκταινόμενα, αφετέρου βίωναν και συνειδητοποιούσαν και οι ίδιες τη διεύρυνση του κοινωνικού τους ρόλου, ως πολιτών και γυναικών. Καθώς οι γυναίκες αποκτούσαν ολοένα περισσότερο έδαφος στο φοιτητικό κίνημα, άρχισαν να εξαπλώνονται φεμινιστικές ιδέες. Η κυβέρνηση, διαπιστώνοντας αυτή την τάση και προσπαθώντας να την ανακόψει, έδειχνε αδιαφορία απέναντι στις γυναίκες και εστίαζε ‒ακόμη και για τις διώξεις‒ στους άνδρες του κινήματος. Έτσι, μετά την καταδίωξη κι εξόντωση των πρωτεργατών, οι γυναίκες ήταν εκείνες που ανέλαβαν τη συνέχιση του αγώνα. Μεταξύ εκείνων των γυναικών ανήκουν η Αξεχάντρα Χερρέρα, η Βίδα Βαλέρο και η Μερσέντες Περεγιό.

«Ποτέ μην ξεχνάτε το όνομα ενός στρατιωτικού ονόματι Πράδο»
(Ιδέα Βιλαρίνιο, «Δεν πέθανε λέω», Καημένε κόσμε, 1966)

Μέχρι σήμερα, οι πραγματικοί ένοχοι για το «Μακελειό του Τλατελόλκο» με τους εκατοντάδες νεκρούς και τους χιλιάδες τραυματίες δεν έχουν εντοπιστεί. Τα ΜΜΕ, υπό τον έλεγχο της μεξικανικής κυβέρνησης, φρόντιζαν για την παντελή αποσιώπηση γεγονότων και αριθμών. Ο Πρόεδρος Ντίας συνέχισε κανονικά τη θητεία του και δεν αποδείχτηκαν ποτέ ενοχοποιητικά στοιχεία εις βάρος του. Αντιθέτως, ο Οκτάβιο Πας, πρέσβης τότε του Μεξικού στην Ινδία, παραιτήθηκε από το αξίωμά του κι έγραψε το πρώτο ποίημα του παρόντος αφιερώματος. Μόλις το 2011 ορίστηκε η 2α Οκτωβρίου «εθνική επέτειος» στη μνήμη των «μαρτύρων για τη δημοκρατία». Όμως ήδη εδώ και δεκαετίες, κάθε 2 του Οκτώβρη, οι μανάδες των αγνοουμένων συγκεντρώνονται στην πλατεία στο Τλατελόλκο με πλακάτ και φωτογραφίες των ‘αγνοούμενων’ παιδιών τους: «Ζωντανούς τους είχαμε, ζωντανούς τους θέλουμε!».

«Δεν είμαι πλέον ο ίδιος. Κανένας μας δεν είναι.
Υπάρχει ένα Μεξικό πριν το Φοιτητικό Κίνημα κι ένα άλλο, μετά το ’68.
Το Τλατελόλκο είναι η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις δυο μορφές του Μεξικού».
(Λουίς Γκονζάλες ντε Άλμπα, φοιτητής Φιλοσοφίας του ΑΠΜ,
πρώην κρατούμενος στις φυλακές Λεκουμπέρι.)

Η «σφαγή του Τλατελόλκο» δεν είχε ως αποτέλεσμα την πτώση της κυβέρνησης ή βίαιες διαδηλώσεις και διαμαρτυρίες, αντιθέτως μια παθητική παράλυση που προκύπτει κάθε φορά που προσπαθεί κανείς να συνειδητοποιήσει τα αδύνατα. Έπρεπε να περάσουν χρόνια, ώσπου να συνειδητοποιήσει ο μεξικανικός λαός τι είχε συμβεί και να αποκτήσει σταδιακά ισχυρότερη δημοκρατική συνείδηση. Απότοκος βέβαια των γεγονότων της 2ας Οκτωβρίου ήταν η εμφάνιση αριστερών (κάποτε ριζοσπαστικών) κινημάτων, όπως η Ένωση της 23ης Σεπτεμβρίου (Liga del 23 de septiembre) ή το Κόμμα των Φτωχών (Partido de los Pobres) που αποτέλεσαν προπομπούς του Σοσιαλιστικού Κόμματος στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Η 2α Οκτωβρίου έχει χαραχτεί στη μνήμη του μεξικανικού λαού και, σύμφωνα με τον Αλμπέρτο Πουλίδο Αράντα που έζησε εκείνες τις μέρες, συνέβαλε ώστε «η ποίηση να γίνει πιο ώριμη, η πολιτική πιο ανοιχτή και οι δημοκρατικοί χώροι για τους αγώνες και την αλλαγή περισσότεροι».

«Αφού το Φοιτητικό Κίνημα κατόρθωσε να ξεμπροστιάσει την Επανάσταση
και να δείξει ότι δεν ήταν παρά μια γριά πόρνη, άρρωστη και διεφθαρμένη,
έχει ήδη δικαιωθεί. Δε χρειάζεται άλλου είδους δικαίωση.»

(Εστέμπαν Σάντσες Φερνάντες, οικογενειάρχης)

 

Καθότι όμως ο άνθρωπος δεν μαθαίνει από τα λάθη του και η ιστορία κύκλους κάνει, μόλις το 2014 ‘εξαφανίστηκαν’ ως δια μαγείας 43 φοιτητές στην Αγιοτσινάπα του Μεξικού. Η τύχη τους ακόμη και σήμερα αγνοείται, ευθύνες δεν έχουν αποδοθεί, και όλα καλά και όλα ωραία.

Ας δούμε όμως πώς επεξεργάστηκαν τα συμβάντα του ’68 σπουδαίοι εκπρόσωποι της λατινοαμερικανικής ποίησης. (Συνέχεια αφιερώματος, Τετάρτη 3 και Παρασκευή 5 Μαίου)

*Σύνθημα κατά τις διαδηλώσεις του κινήματος του ’68 στο Μεξικό.

Άννα Μπρά·ι·τενμπαχ: Εύχρηστα ποιήματα

Εισαγωγή, επιλογή, μετάφραση: ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ 

breitΣτο ράφι του βιβλιοπωλείου, στη ράχη ενός βιβλίου χρώματος… ροζ, διάβασα το όνομά της. Δεν την γνώριζα. Η περιέργεια με έκανε να ανασύρω τον τόμο και να ζητήσω από την υπάλληλο –τι θράσος!– τη διάρρηξη της ζελατίνης που τον περιέβαλε. Το –πέρα από ροζ– μεταμοντέρνο εξώφυλλο, παρά –ή ακριβώς λόγω– της συμπιεσμένης ανάμεσα σε κουζινικά γυναίκας, δε με απέτρεψε. Άρχισα, λοιπόν, να τον ξεφυλλίζω.

Τι ανακάλυψα; Ανακάλυψα παραμυθένια, αν και μοναχικά, κρεβάτια, σαν αυτά που ο σύγχρονος τρόπος ζωής αναπαράγει, ανακάλυψα τη μανία της κτήσης και της κυριότητας σε μια υπερκαταναλωτική κοινωνία, ανακάλυψα ανάμεικτα συναισθήματα σε μια καθημερινότητα όπου και το πιο απλό γίνεται δύσκολο, ανακάλυψα ένα λαγό με ταχύτητα υπερταχείας, τον οποίο ο σημερινός άνθρωπος ποτέ δεν προλαβαίνει, ανακάλυψα ένα σαλιγκάρι που δεν βγαίνει πάντα απ’ το καβούκι του –αφού δεν έβρεξε!–, ανακάλυψα το, κάποτε, Πολύ του Λίγου –εδώ, ΟΚ, ταυτίστηκα!–, ανακάλυψα ένα παιδί με τις ανησυχίες παιδιού της Συρίας, με τη διαφορά όμως ότι δε θα χρειαστεί να πεθάνει, ανακάλυψα μια γυναίκα με το ημερήσιο τελετουργικό μπωτέ μπροστά στον καθρέφτη, μια γυναίκα με επίγνωση του «αγαποβότανου», μια γυναίκα που κοιτάζει στον ουρανό και βλέπει πιο ψηλά και απ’ το Θεό, μια Γυναίκα.

Ανακάλυψα μια ποιήτρια με έντονο ύφος, γοργό ρυθμό και κοφτό, συνεχές κι ευφυές παιχνίδι με τις λέξεις, σε επίπεδο είτε φωνητικό είτε ιδιωματικό, μια ποιήτρια που γνωρίζει τη φόρμα, γνωρίζει όμως και το περιεχόμενο.

Μια γυναίκα και μια ποιήτρια καθόλου ροζ και καθόλου ποστ μόντερν: την Άννα Μπράιτενμπαχ. (Ε.Σ.)

~ . ~ .  ~

«Ο άνθρωπος δεν χρειάζεται να κατανοεί τον κόσμο,
αρκεί να βρίσκει τη θέση του σε αυτόν.»
ΑΛΜΠΕΡΤ ΑΪΝΣΤΑΪΝ

Δεν το ξέρεις
πως ένα ποίημα
είναι κάτι σαν
φακός τσέπης;

~ . ~

Παλιοί γνώριμοι (Alte Freunde)

Κουζίνα καλημέρα!
λέω και φτιάχνω τον καφέ.
Τα λόγια νέτα, σκέτα,
και η ελευθερία ρεφενέ.

~ . ~

1000 και μία νύχτες (1000 und eine Nacht)

Η ερωμένη είμαι εγώ
του κρεβατιού μου:
της απτής απαλότητάς του,
της θαυμαστής του θέρμης,
λάτρης του αρώματός του
από νύχτες περασμένες
και ωραίες ιστορίες.

~ . ~

Κυριότητα (Besitz)

Όλα όσα έχω
όλα όσα μπορώ να θέλω
όλα όσα θέλω να έχω
όλα όσα μπορώ να πάρω
όλα όσα χρειάζομαι
όλα όσα μπορώ να έχω
όλα όσα μπορώ να φέρω
τα κουβαλώ.

~ . ~

Ανάμεικτα συναισθήματα (Gemischte Gefühle)

όταν δε βρίσκω
τη δεύτερη κάλτσα,
όταν τη σκάλα
κατεβαίνω μ’ ένα
πέλμα ζεστό
κι ένα κρύο
κι ανησυχώ
πώς η μέρα θα βγει.

~ . ~

Έκαστος εφ’ ω ετάχθη (Feldvorteil)

Όσο να τρέχω και ν’ αγωνιώ,
έκαστος στο είδος του —
στο τρέξιμο ο λαγός!

~ . ~

Ανάλυση (Analyse)

Τι να κάνω
που πέφτω στην παγίδα,
παρόλο που τη βλέπω;
Μοιραίο,
αφού πέφτω στη γοητεία της.

~ . ~

Φροντίδα (Fürsorgerin)

Φροντίζω καλά
τους δικούς μου –
άντρες, γυναίκες,
φίλους, παιδιά,
σκύλους, γατιά
και χελώνες,
στο δρόμο
ή αλλού –
μόνο όχι εμένα.

~ . ~

Τελετουργικό (Ritual)

Νωρίς
ένα κόκκινο να τρίψεις
στα χείλη που κοιμούνται

με ό,τι απέμεινε απ’ τη νύχτα
να σκουρύνεις
τα μάτια

το πρώτο φως
να παγιδεύσεις
στα βαθύχρωμα μαλλιά

Να ’σαι όμορφη
γι’ αυτή τη νέα μέρα.

~ . ~

Ημέρες αργίας (Schneckentag)

Είμαι σπίτι,
δεν ανοίγω.
Είμαι σπίτι,
δεν αφήνω
ψυχή να μπει.
Μάταια χτυπάτε,
έξω δε βγαίνω,
μάταια καλείτε,
σπίτι σάς στέλνω!

~ . ~

Καθησύχαση γιαλαντζί (Falsche Beruhigung)

Ημιάγρια; –
Ποιος θέλει κάτι τέτοιο.

~ . ~

Μήλα και σκήπτρα (Äpfel und Zepter)

Υπάρχουν άντρες
που τις συζύγους
κάνουν δούλες
-αφού δεν είναι
κύριοι οι ίδιοι-,
στα πόδια μιας κυράς.

~ . ~

Το άστρο σου (Dein Stern)

Ήθελα
να ’μαι το άστρο σου
και πιο κοντά σου
να ’μαι
απ’ όλα τ’ άλλα
που μάταια
εκεί πάνω λάμπουν
– γιατί εγώ λάμπω
απ’ όλα περισσότερο!
απ’ όλα τους
λάμπω
περισσότερο
(για σένα) –
Είσαι τις νύχτες
τυφλός;

~ . ~

Βραχυπρόθεσμη παραίτηση (Kurze Kündigung)

Από το Λίγο
μπορεί όντως κανείς
να έχει ένα σκασμό.

~ . ~

Το παιδί (Das Kind)

ρωτά: Τι θα γίνει αν
γίνει πόλεμος;
Αδύνατον!
Και αν γίνει
πάντα πεθαίνουνε
τα άλλα παιδιά.

~ . ~

Τι να κάνω (Was soll ich denn machen)

Το μαύρο μου φανελάκι
έχει μια τρύπα στο πλάι –
πολλές φορές μου το είπανε,
από πέρσι το καλοκαίρι έτσι ήτανε
και τη λέω «τρύπα από πυροβολισμό» –
πώς να τη ράψω με βελόνι
που έχει όνομα κι ολοένα μεγαλώνει;

~ . ~

Ανθοκομική αντάρτικου

Σε σημεία μαλακά και υγρά,
σε χώρους μικροσκοπικούς
όπου βρίσκεις λίγη γη, τη νύχτα,
βλασταίνει το αγαπόχορτο,
είδος λειχήνας και ίαμα
φυσικό για το Κακό,
που χώρο δεν αφήνει
για την κυριαρχία του φόβου.

~ . ~

Δόξα τω Θεώ (Gott sei Dank)

ο ουρανός είναι
προς τα πάνω
ανοιχτός

~ . ~

Σαστιμάρα (Verwunderung)

Μπορεί κανείς όντως
να μιλήσει για ευτυχία,
όταν έχει περάσει απ’ τη ζωή του
έστω για λίγο, φευγαλέα.
Τι γίνεται όμως σαν θελήσει
να μείνει λίγο παραπάνω;

~ . ~ . ~

~.~

breit2

Η Anna Breitenbach, συγγραφέας και δημοσιογράφος, γεννήθηκε το 1952 στην Έσση. Σπούδασε γερμανική φιλολογία και πολιτικές επιστήμιες. Ζει στη Γερμανία και στην Ιταλία.

Ιωσήφ Αλεξάντροβιτς Μπρόντσκι: Μεγάλη ελεγεία για τον Τζων Ντον

brodsky-1c
 ~ . ~ 
[ Το ένα από τα δύο μέρη του αφιερώματος του ΝΠ στον Μπρόντσκι και τη Μεγάλη Ελεγεία. Δείτε επίσης το δοκίμιο της Βιργινίας Γαλανοπούλου, Ο εκκεντρικός Ιωσήφ Αλεξάντροβιτς, μια εισαγωγή στο ποίημα και τον ποιητή. ]
~ . ~ 
Μετάφραση από τα ρωσσικά:
ΕΙΡΗΝΗ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

~ . ~

Ο Τζων Ντον βυθίστηκε στον ύπνο… Τριγύρω του τα πράγματα
κοιμήθηκαν κι αυτά: οι τοίχοι, το κρεβάτι και το πάτωμα – όλα κοιμούνται.
Τραπέζι, πίνακες, χαλιά, τα μάνταλα κι οι σύρτες,
ρούχα, ερμάρια, κεριά, κουρτίνες – όλα
κοιμούνται τώρα: οι λεκάνες, το μπουκάλι, το ποτήρι,
το ψωμί, το μεγάλο μαχαίρι κι οι πορσελάνες, τα κρύσταλλα και τα κουζινικά,
τα καθαρά λινά, η νυχτερινή λάμπα, οι σιφονιέρες, ένα ρολόι,
το γυαλικό, η σκάλα, οι πόρτες. Νύχτα παντού,
η νύχτα πάνω σ’ όλα: σε γωνιές, στα μάτια, σε σεντόνια,
στα χαρτιά επάνω στο γραφείο,
στις λέξεις κάποιου κηρύγματος παλιού,
σε κορμούς και σε μασιές, στα κάρβουνα
ενός σβηστού τζακιού – στα πάντα.
Σε καμιζόλες, μπότες, κάλτσες και σκιές,
πίσω απ’ τον καθρέφτη, στο κρεβάτι, επάνω στις καρέκλες,
στο λαβομάνο, στους κρεμασμένους σταυρούς, στα στρωσίδια,
στην σκούπα δίπλα στο κατώφλι,
στα παπούτσια. Όλα βυθίστηκαν στον ύπνο.
Όλα αποκοιμήθηκαν. Το παράθυρο. Πιο πέρ’ απ’ το παράθυρο, είναι το χιόνι.
Η κατηφορική σκεπή, λευκότερη κι από πετσέτα δείπνου,
οι ψηλές κορυφογραμμές από τις στέγες. Μια γειτονιά παραδομένη στον ύπνο,
τεμαχισμένη θανάσιμα από το κούφωμα του παραθύρου,
αψίδες, τοίχοι και περβάζια – όλα κοιμούνται.
Ξύλινα μονοπάτια, λιθόστρωτα, κήποι και καφασωτά.
Κανένα φως δεν θα αστράψει, καμία ρόδα δεν θα τρίξει…
Αλυσίδες, πέτρινες μάντρες, στολίδια και κράσπεδα.
Οι πόρτες με τα ρόπτρα, τις λαβές τους και τους γάντζους έχουν κοιμηθεί.
Λουκέτα και σύρτες, οι πίροι, τα κλειδιά τους.
Ούτε ψιθύρισμα, ούτε θρόισμα, κανένας χτύπος δεν ακούγεται,
μόνο το χιόνι τρίζει. Όλοι κοιμούνται. Η αυγή αργεί.
Όλες οι φυλακές κι όλα τα κάστρα βυθιστήκανε στον ύπνο.
Τα σιδερένια βαρίδια του ψαράδικου κοιμούνται.
Τα χοιρινά σφάγια κοιμούνται κι αυτά. Οι πίσω αυλές
και τα σπίτια. Τα σκυλιά, δεμένα στις αλυσίδες τους, κοιμούνται.
Στα κελάρια οι κοιμισμένες γάτες κρατούν τ’ αυτιά τους όρθια.
Κοιμούνται τα ποντίκια, μαζί κι οι άνθρωποι. Το Λονδίνο κοιμάται βαθιά.
Μια σκούνα λαγοκοιμάται στο λιμάνι. Κάτω απ’ το σκαρί της
ο πάγος κροταλίζει λιώνοντας μέσα στην κοιμισμένη θάλασσα
και χάνονται μαζί μακριά, στον ήσυχο ορίζοντα.
Ο Τζων Ντον αποκοιμήθηκε μαζί με την θάλασσα.
Ακτές από κιμωλία υψώνονται τώρα κοιμισμένες πάνω απ’ τα νερά,
το νησί κοιμάται, το αγκαλιάζουν όνειρα μοναχικά
κι ο κάθε κήπος τρεις φορές κλειδώθηκε.
Οι σφένδαμοι, τα πεύκα, οι οστρυές, κόκκινα κι ασημένια έλατα – όλα κοιμούνται.
Κοιμούνται οι πλαγιές, οι απόκρημνοι χείμαρροι, τα μονοπάτια.
Οι αλεπούδες, ο λύκος. Η αρκούδα στη φωλιά της.
Σωροί χιονιού φράζουν υπόγεια λαγούμια.
Τα πουλιά αποκοιμήθηκαν. Σωπάσανε.
Δεν κρώζει αυτή τη νύχτα το κοράκι.
Έπαψε το γέλιο της κουκουβάγιας.
Γαληνεύει η αγγλική εξοχή. Ανάβουνε τ’ αστέρια.
Μεταμελημένοι οι καταδότες. Όλα τα πλάσματα κοιμούνται..
Οι νεκροί ξαπλώνουν ήσυχα στους τάφους τους, αποκοιμήθηκαν.
Στα κρεβάτια τους οι ζωντανοί κοιμούνται μέσα στους ωκεανούς των νυχτικών τους.
Μονάχοι τους. Βαθιά. Κοιμούνται αγκαλιασμένοι.
Όλα βυθίστηκαν στον ύπνο. Κοιμούνται λόφοι, δάση, οι ποταμοί.
Κοιμούνται όλα τα πουλιά και όλα τα θηρία – φύση νεκρή και ζωντανή.
Αλλά το χιόνι πάλλευκο στραφταλίζει πέφτοντας από τον σκοτεινό ουρανό
όπου εκεί ψηλά, πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων, τα πάντα αποκοιμήθηκαν.
Κοιμούνται οι άγγελοι. Οι άγιοι –μέσα στην ιερή αισχύνη τους–
έχουν ξεχάσει τον κόσμο και την αγωνία του.
Κοιμούνται η πυρωμένη Γέενα κι ο φωτεινός Παράδεισος.
Κανείς δεν δρασκελίζει το κατώφλι του τούτη την ώρα.
Ο Θεός κοιμάται. Μονάχη τώρα η γη.
Τα μάτια δεν βλέπουν, τ’ αυτιά δεν ακούν.
Ο διάβολος κοιμάται. Μαζί του κοιμήθηκε
κι η έχθρα, πάνω στα χιονισμένα εγγλέζικα χωράφια.
Όλοι οι καβαλάρηδες αποκοιμήθηκαν. Και ο Αρχάγγελος με την σάλπιγγά του.
Τα άλογα λικνίζονται στον ύπνο τους με απαλές ταλαντώσεις.
Πλήθος τα χερουβείμ αγκαλιασμένα
λαγοκοιμούνται κάτω από τον τρούλο του καθεδρικού του Αποστόλου Παύλου.
Ο Τζων Ντον βυθίστηκε στον ύπνο. Οι ρίμες του κοιμούνται.
Όλες οι εικόνες, όλοι οι ρυθμοί, όλα τα στιβαρά ποιήματα
ξεθώριασαν. Τα πάθη, η θλίψη, οι αμαρτίες
ξεκουράζονται ήσυχα μέσα στις συλλαβές του.
Κι οι στίχοι αδελφωμένοι μεταξύ τους,
ψιθυρίζουν: κάνε μου λίγο τόπο.
Είναι που στέκονται μακριά από τις πύλες του Παραδείσου,
φτωχοί, αγνοί, τόσο πυκνοί, σαν νά ’ναι μόνο ένας.
Κοιμούνται οι στροφές. Κοιμάται ο αυστηρός θόλος των ιάμβων.
Οι τροχαίοι δεξιά κι αριστερά κοιμούνται και φρουρούν.
Στον ποταμό της Λήθης κοιμούνται οι αντικατοπτρισμοί.
Σιωπηλά, πλάι στον ποιητή, κοιμάται η φήμη του.
Κοιμούνται οι δοκιμασίες, βαθιά κοιμούνται οι ωδίνες.
Και οι αδυναμίες κοιμούνται. Το καλό ξαπλώνει στην αγκαλιά του κακού.
Κοιμούνται οι προφήτες. Το χιόνι
αναζητά μέσα στο άπειρο ν’ ασπρίσει στερνά, μαύρα σημεία.
Τα πάντα χάθηκαν μέσα στον ύπνο. Ο συνωστισμός των βιβλίων,
οι χείμαρροι των λέξεων, κρυμμένοι μες στη λησμονιά του πάγου, κοιμούνται ήσυχα.
Κοιμούνται οι ομιλίες, η αλήθεια τους κοιμάται.
Οι κρίκοι των δεσμών τους τρίζουν ενίοτε στον ύπνο τους.
Όλα κοιμούνται βαθιά: οι άγιοι, ο διάβολος και ο Θεός.
Οι φαύλοι υπηρέτες τους. Οι φίλοι. Τα παιδιά τους.
Μόνο το χιόνι θροΐζει πάνω στους σκοτεινούς δρόμους.
Και δεν υπάρχουν άλλοι ήχοι σ’ ολόκληρο τον κόσμο.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Αλλά άκου! Εκεί, στην παγωμένη νύχτα
κάποιος μοιρολογά, κάποιος ψελλίζει φοβισμένος.
Κάποιος στέκεται εκεί παραδομένος στον χειμώνα.
Και κλαίει. Κάποιος στέκεται εκεί μες στο σκοτάδι.
Η φωνή του είναι ισχνή. Λεπτή σαν βελόνα.
Χωρίς νήμα. Και μοναχός του
πλέει μέσα στο χιόνι. Σκεπασμένος με το ψύχος.
Ράβοντας νύχτα με αυγή. Ευγενικά.
«Ποιός εκεί στέκει και θρηνεί; Εσύ είσαι άγγελέ μου;
Με περιμένεις να επιστρέψω, σαν τα καλοκαίρια κάτω απ’ τα χιόνια περιμένεις
την αγάπη μου;… Γυρίζεις σπίτι μες στην σκοτεινιά;
Σύ είσαι που σπαράζεις στα σκοτάδια;» Καμιά απάντηση.
«Σεις είστε Χερουβείμ; Τα σιωπηλά σας δάκρυα, πένθιμες χορωδίες μνημονεύουν.
Αίφνης απαρνηθήκατε
την κοιμισμένη μου εκκλησιά; Δεν είστε σεις;» Σιωπή.
«Εσύ ’σαι Παύλε; Τραχιά είναι η φωνή
απ’ τον σκαιό σου λόγο.
Σύ έγειρες το γκρίζο σου κεφάλι μες στο σκότος
για να κλάψεις;» Σιωπή.
«Μήπως είναι το χέρι που προστάτευσε τα μάτια μου,
αυτό το χέρι που ελλοχεύει νυν και αεί και εις τους αιώνες;
Εσύ ’σαι Κύριε; Καλπάζει η σκέψη μου,
αλλά με απαλότητα θρηνεί τούτ’ η φωνή».
Καμιά απάντηση. Σιωπή. «Γαβριήλ, συ ’σαι
που σάλπισες και άρχισαν οι υλακές;
Μόνο εγώ ορθάνοιξα τα μάτια
την ώρα που οι ιππότες της Αποκάλυψης σέλωναν τ’ άλογά τους;
Αφού όλα κοιμούνται βαθιά. Σφραγισμένα μέσα στο έρεβος.
Ξαμόλυσε τα σκυλιά του ο ουρανός.
Γαβριήλ, δικά σου είναι τ’ αναφιλητά, έτσι πως, περιβεβλημένος το σκότος του χειμώνα,
κατάμονος, κραδαίνεις τη μεγάλη σάλπιγγα;»
«Όχι, είμαι εγώ, η ψυχή σου Τζων Ντον.
Μονάχη οδύρομαι στων ουρανών τα ύψη,
γιατί οι μόχθοι μου γεννήσανε
σκέψεις κι αισθήματα βαριά σαν αλυσίδες.
Με τούτο το φορτίο ανυψώθηκες,
ανάμεσα στις αμαρτίες και τα πάθη πέταξες.
Ήσουν πουλί, έβλεπες τους ανθρώπους σου παντού,
καθώς φτερούγιζες πάνω απ’ τις γερτές τους στέγες.
Κοίταξες φευγαλέα τις θάλασσες, τις έσχατες γωνιές.
Είδες την κόλαση – πρώτα στα όνειρά σου, μετά καθώς περπάταγες.
Είδες ξεκάθαρα τον λαμπερό Παράδεισο
ντυμένο τα λυπημένα πάθη των ανθρώπων.
Αντίκρυσες και τη ζωή: ολόιδια με το νησί σου είναι.
Είδες και τον Ωκεανό.
Δίπλα στέκονταν τα σκοτάδια ουρλιάζοντας.
Λίγο πετάρισες τριγύρω απ’ τον Θεό, γρήγορα ήρθες πίσω.
Ήταν το βάρος που σ’ εμπόδιζε να υψωθείς ψηλά,
απ’ όπου αυτός ο κόσμος, μόνο από πύργους μοιάζει φτιαγμένος
και κορδέλες ποταμών,
απ’ όπου, σ’ αυτόν που από ’κει ψηλά κοιτάζει,
της Τελευταίας Ετυμηγορίας ο τρόμος, τρόμος δεν είναι πια.
Εκεί ψηλά δεν τρέχει ο καιρός.
Από εκεί, όλα εδώ μοιάζουν με αμυδρό όνειρο ληθάργου.
Από εκεί, τρεμοπαίζει ο Κύριος, σαν αναλαμπή κεριού
σε μακρινό παράθυρο μες στην ομίχλη της νύχτας.
Άγονα τα χωράφια κείτονται. Δεν είναι άροτρο να τα οργώσει.
Δεν τις οργώνει τις χρονιές. Δεν τους οργώνει τους αιώνες.
Γύρω τα δάση στέκονται μοναχικά, σαν τείχη.
Μόνο η βροχή πέφτει αδιάκοπα στ’ απέραντα λειβάδια.
Ο πρώτος υλοτόμος, που το λιγνό του άλογο
λοξοδρόμησε, τρομαγμένο απ’ το απέραστο του δάσους,
στο πεύκο πάνω ανεβαίνοντας, βλέπει απρόσμενα μιά λάμψη
πυρκαγιάς, πέρα, στη δική του κοιλάδα.
Τα πάντα σε απόσταση. Αυτά που είναι κοντά αχνοφέγγουν.
Το βλέμμα ήσυχα γλιστρά πέρα απ’ τη τελευταία στέγη.
Όλα λουσμένα στο φως. Δεν αλυχτάνε τα σκυλιά.
Ήχοι καμπάνας δεν ακούγονται.
Ο υλοτόμος ξέρει πια, πως όλα είναι απώτερα. Απότομα, στα δάση
θα οδηγήσει τ’ άλογό του, πίσω.
Και ξαφνικά, τα γκέμια, το έλκηθρο, η νύχτα, ο ίδιος,
το μίζερο άτι – όλα θα γίνουν ένα με τ’ όνειρο των βιβλικών κειμένων.
Όμως εγώ, στέκομαι εδώ και κλαίω, ο δρόμος χάθηκε.
Είναι γραφτό πίσω να ρθω σ’ αυτές τις πέτρες.
Ανήμπορη να αποχωριστώ το σώμα μου.
Είναι γραφτό μόνο νεκρή να φτερουγίσω εκεί.
Ναι, μόνη μου. Όταν θα σ’ έχω πια ξεχάσει, φως μου,
όταν παντοτινά μέσα στη γη θα σ’ έχω λησμονήσει, τυραννισμένη
από την άκαρπη λαχτάρα ξοπίσω σου να ’ρθώ,
ράβοντας με τις σάρκες μου μαζί, τον αποχωρισμό.
Πλην όμως άκου! Ενώ με τους λυγμούς τη νύχτα σου
αναστατώνω, το χιόνι στροβιλίζεται μες στο σκοτάδι, δεν λέει να λιώσει,
την ώρα που τον χωρισμό μας ράβει
με βιάση οι βελόνες του πετάνε πάνω κάτω.
Δεν κλαίω εγώ – εσύ θρηνείς, Τζων Ντον.
Εσύ πλαγιάζεις μόνος, τα ιερά τα σκεύη σου κοιμούνται στα ντουλάπια,
καθώς το χιόνι πάνω στο κοιμισμένο σπίτι σου σωριάζεται,
καθώς το χιόνι πέφτει μέσα στα σκοτάδια».

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Σαν το πουλί κοιμάται στη φωλιά του,
έχοντας παραδώσει τη δίψα του για πιο καλή ζωή και τον καθάριο δρόμο,
παντοτινά σ’ εκείνο το αστέρι,
που τώρα κλείστηκε στα σύννεφα.
Σαν το πουλί. Παρθένα η ψυχή του
και μολονότι αμαρτωλό το μονοπάτι,
στη φύση είναι πιο σιμά κι απ’ τη φωλιά του κόρακα,
που αιωρείται πάνω από ξύλινα πουλόσπιτα, ερημωμένα απ’ τα ψαρόνια.
Σαν το πουλί την αυγή θα ξυπνήσει.
Τώρα ξαπλώνει κάτω από πέπλα λευκά,
την ώρα που όνειρα και χιόνι υφαίνουν
το κενό ανάμεσα στο σώμα που ονειρεύεται και στην ψυχή του.
Όλα βυθίστηκαν στον ύπνο. Όμως, ύστατοι στίχοι
περιμένουν για το τέλος και χάσκοντας γυμνώνουν δόντια
ότι η αγάπη επί της γης, χρέος του ποιητή είναι,
ενώ μόν’ ο παπάς φορά κατάσαρκα την θεία αγάπη.
Όποια μυλόπετρα και να γυρνάει τούτα τα νερά
ίδιο ψωμί μέσα στον κόσμο θα αλέσει.
Γιατί, αν η ζωή είναι φτιαγμένη να μοιράζεται,
ποιος είν’ εκεί, να μοιραστεί τον θάνατό μας;
Τρύπια τα ρούχα των ανθρώπων. Τα σκίζει αυτός που βούλεται.
Σ’ όλες τις άκρες τους. Κουρέλια πέφτουν, και ξαναγίνονται μετά.
Και πάλι σκίζονται! Μονάχα ο θόλος τ’ ουρανού
παίρνει στα σκοτεινά βελόνα ράφτη, αυτά τα ρούχα να μπαλώσει.
Κοιμήσου, Τζων Ντον, κοιμήσου. Αποκοιμήσου ήσυχα, μην βασανίζεσαι.
Το ρούχο σου σκίστηκε πια, θλιμμένα κρέμονται τα ξέφτια.
Λίγο ακόμα, και εκεί, μες απ΄τα σύννεφα,
τ’ άστρο που τόσα χρόνια φρούρησε τον κόσμο σου, θ’ αστράψει.

Иосиф Александрович Бродский,
Большая элегия Джону Донну (1963)

~ . ~

 

donne

~ . ~

ΤΖΩΝ ΝΤΟΝ
(John Donne, Λονδίνο 1572-1631)

Ο Άγγλος ποιητής και ιεροκήρυκας Τζων Ντον (ορθή προφορά Νταν, εδώ επελέγη ο τρόπος με τον οποίο ακούγεται το όνομά του στο ποίημα του Μπρόντσκι) υπήρξε γόνος εύπορης ρωμαιοκαθολικής οικογένειας. Ανατράφηκε ως καθολικός σε μια χώρα όπου οι μη αγγλικανοί δεν είχαν προνόμια. Σπούδασε στην Οξφόρδη και στο Καίημπριτζ, αλλά δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του εκεί, καθώς αρνήθηκε να δεχτεί τα 39 άρθρα του αγγλικανικού δόγματος. Πήρε, τελικά, πτυχίο Νομικής από το Λίνκολνς Ιν, το 1594.

Το 1602 παντρεύτηκε κρυφά τη θετή κόρη του σφραγιδοφύλακα και δικαστή σερ Τόμας Έγκερτον και γι’ αυτόν τον λόγο φυλακίστηκε. Μετά την αποφυλάκισή του πήρε σαφή θέση υπέρ της Αγγλικανικής Εκκλησίας και εναντίον του Πάπα, κερδίζοντας, έτσι, την εύνοια του βασιλιά Ιακώβου Β΄, ο οποίος τον πίεσε να χειροτονηθεί ιερέας της Αγγλικανικής Εκκλησίας. Ο Ντον, όμως, αμφέβαλλε για τη σωτηρία της ψυχής του και η αγωνία αυτή είναι έκδηλη σε μια σειρά ποιημάτων θρησκευτικού χαρακτήρα που έγραψε την περίοδο 1607-13.

Τελικά χειροτονήθηκε το 1615, οπότε και ορίστηκε βασιλικός εφημέριος και του χορηγήθηκε διδακτορικό δίπλωμα θεολογίας από το Πανεπιστήμιο του Καίημπριτζ. Το 1621 τοποθετήθηκε πρωτοπρεσβύτερος στον καθεδρικό του Αγίου Παύλου, στον οποίο εκφώνησε μερικά από τα πιο σπουδαία κηρύγματά του, αναδεικνυόμενος στον σημαντικότερο ιεροκήρυκα της εποχής του μπαρόκ.

Η ποίησή του είναι μεγαλειώδης και η επίδρασή του στη σύγχρονη ποίηση τεράστια. Στο «Devotions upon Emergent Occasions», του 1624, απαντά η φράση η πασίγνωστη από τον τίτλο του μυθιστορήματος του Έρνεστ Χεμινγουαίυ: «Και γι’ αυτό ποτέ μη στείλεις να μάθεις για ποιον χτυπά η καμπάνα. Χτυπά για σένα».

~ . ~

joseph-brodsky_1

ΙΩΣΗΦ ΑΛΕΞΑΝΤΡΟΒΙΤΣ ΜΠΡΟΝΤΣΚΙ
(Иосиф Александрович Бродский,
Λένινγκραντ 1940 – Νέα Υόρκη 1996)

Ο Ιωσήφ Αλεξάντροβιτς Μπρόντσκι γεννήθηκε στο Λένινγκραντ στις 24 Μαΐου 1940. Γράφει τους πρώτους του στίχους νωρίς, στα δεκαπέντε του χρόνια. Τα πρώτα ποιήματα που δημοσίευσε στον παράνομο λογοτεχνικό τύπο τον έκαναν αμέσως γνωστό αλλά τον έθεσαν και στο στόχαστρο των μυστικών υπηρεσιών του καθεστώτος. Έτσι συλλαμβάνεται και εγκλείεται παρά τη θέλησή του σε ψυχιατρείο. Μετά τη γνωμάτευση των ιατρών ότι δεν πάσχει από ψυχική νόσο, προσάγεται σε δίκη και αποφασίζεται η φυλάκιση του για πέντε χρόνια σε στρατόπεδο καταναγκαστικών έργων στην Σιβηρία. Ήταν 24 ετών.

Με την υποστήριξη προσωπικοτήτων όπως η Άννα Αχμάτοβα και ο Ντμίτρι Σοστακόβιτς, ο Μπρόντσκι μένει στο στρατόπεδο δεκαοχτώ μήνες και κατόπιν επιστρέφει στο Λένινγκραντ. Το 1965, το έργο του Στίχοι και ποιήματα μεταφράζεται και κυκλοφορεί στις ΗΠΑ, ενώ δύο χρόνια αργότερα, το 1967, Η Ελεγεία για τον Τζων Ντον και άλλα ποιήματα εκδίδεται στο Λονδίνο. Το 1970, εκδίδεται στη Νέα Υόρκη η ποιητική συλλογή του Μια στάση στην έρημο. Το 1971 οι αρχές τον συλλαμβάνουν και πάλι και τον επιβιβάζουν σε αεροπλάνο με προορισμό τη Βιέννη. Εκεί καταφέρνει να εξασφαλίσει βίζα για τις ΗΠΑ όπου γρήγορα εξοικειώνεται βαθιά με την αγγλική γλώσσα και ξεκινάει να γράφει ποίηση και δοκίμια και στα αγγλικά.

Υπηρετεί ως επισκέπτης καθηγητής σε πολλά Πανεπιστήμια των ΗΠΑ και το 1977 γίνεται και επίσημα Αμερικανός πολίτης. Το 1978 αναγορεύεται σε διδάκτορα των γραμμάτων από το Yale. Το 1979 γίνεται μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας Γραμμάτων και Τεχνών, από την οποία παραιτείται όταν εκλέγεται επίτιμο μέλος της ο Γεβγένι Γεφτουσένκο.

Το 1986 εκδίδει έναν τόμο δοκιμίων υπό τον τίτλο Less than one. Τον ίδιο χρόνο τιμάται με το Εθνικό Βραβείο των Αμερικανών Κριτικών και αναγορεύεται επίτιμος διδάκτορας της λογοτεχνίας από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Το 1987 η Σουηδική Ακαδημία τού απονέμει το Βραβείο Νομπέλ. Μόλις 47 ετών είναι ο νεώτερος νομπελίστας ποιητής στην ιστορία. Το 1988 εκδίδεται η ποιητική του συλλογή To Urania και το 1992 το πεζό Υδατογράφημα.

Ο Ιωσήφ Μπρόντσκι πέθανε από καρδιακή προσβολή στο διαμέρισμά του στη Νέα Υόρκη τον Ιανουάριο του 1996 σε ηλικία 55 ετών.

~ . ~

Η Ειρήνη Παπαθανασίου είναι κοινωνική λειτουργός-κοινωνιολόγος. Εργάζεται στο Αιγινήτειο Νοσοκομείο. Εκτός από τις ποιητικές συλλογές που δημοσίευσε, γράφει κριτικά κείμενα σε λογοτεχνικά περιοδικά. Το ποίημα του Ιωσήφ Μπρόντσκι Μεγάλη Ελεγεία για τον Τζων Ντον μεταφράζεται εδώ για πρώτη φορά στα Ελληνικά.

Ρόμπερτ Φροστ: Στάση ένα απόβραδο στο δάσος με χιονιά

Frohe-Weihnachten-2014.jpg

*

Θαρρώ το ξέρω τίνος δάσος είν’ αυτό.
Κείνος που το ’χει μένει ωστόσο στο χωριό·
μέσα σε τούτο τον χιονιά δεν θα με δει
που κοντοστάθηκα εδώ πέρα και κοιτώ.

Το αλογατάκι μου όσο νά ’ναι θ’ απορεί,
δεν έχει χάνι εδώ στο δάσος να σταθεί,
πιο κει της λίμνης κρυσταλλιάσαν τα νερά
κι είν’ της χρονιάς η νύχτ’ αυτή η πιο σκοτεινή.

Τα κουδουνάκια του όλο ανήσυχο χτυπά,
μήπως χαθήκαμε είναι λες και με ρωτά.
Γύρω σιωπή, μόνο ένα θρόισμα απαλό
κι οι αχνές νιφάδες του χιονιού που πέφτει αργά.

Είναι βαθύ το δάσος, όμορφο, πυκνό,
μα εγώ ’χω λόγο δώσει κι έχω άλλο σκοπό,
μίλια πολλά να κάμω πριν να κοιμηθώ,
μίλια πολλά να κάμω πριν να κοιμηθώ.

ΡΟΜΠΕΡΤ ΦΡΟΣΤ
(μτφρ. Κ. Κουτσουρέλης)