ΝΠ | Ποίηση Ελληνική

Γιώργος Βέης, Ποιήματα

george-541x576

 

ΠΡΟΑΥΛΙΣΜΑ

Από τα μεσάνυχτα ως τις τέσσερις το πρωί
δεν κουνιέται φύλλο συνήθως τέτοια ώρα
χειμώνα καλοκαίρι
έτσι νομίζουν οι νεοσύλλεκτοι της βάρδιας
γιατί κανείς δεν τους είπε
γιατί κανείς δεν ξέρει
ότι τότε ακριβώς, κάπου εκεί κοντά
θα ξεσπάσει θύελλα κι αντάρα
έρχεται, λέει το πρωί, ο κορυδαλλός
να συντρίψει τα έργα των τρελών ανθρώπων
λέει η τρίλια τρελή από πάθημα
διότι εκεί που δείχνουν όλα ατιμώρητα
όλο αυθάδεια κι υπερηφάνεια φούσκα
εκεί χτυπάει δυνατά η καρδιά
η οργή του αδικημένου.

~.~

ΑΔΕΙΟΙ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΩΝΕΣ

είναι τα μάτια μας πολλές φορές
λες και οι εικόνες, ολόκληρα τοπία
ιδίως τα θεάματα των ημερών
υπάρχουν αποκλειστικά και μόνο
για τα όνειρα των παιδιών.

~.~

ΤΟ ΠΡΟΝΟΜΙΟ

Στάζει από λαχτάρα τώρα το ξημέρωμα
δεν νοιάζεται βέβαια καθόλου για μας
απλώς τα τριζόνια να τα φιλέψει σκέπη
στέργει.

~.~

Ο ΑΝΙΚΗΤΟΣ

Κάτω από την επιδερμίδα μας σέρνεται
δεν υποχωρεί παρά τις προσπάθειες
θάλλει από το αίμα ο πονηρός εχθρός
τον λένε “ο κέρδος”.

~.~

ΤΑ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙΑ ΤΩΝ ΑΡΡΑΒΩΝΩΝ

δεν θα τα φορέσουμε ποτέ,
λέει ο αέρας στο ψηλότερο έλατο
στην κορυφή της Πάρνηθας
δεν θα σ’ αφήσω ποτέ, συνεχίζει
κανείς δεν θα μας αναγκάσει
να κρύψουμε λόγια,
θα χτυπιέμαι πάνω σου πάντα
δύναμη πολλή θα σου φέρνω
θα έρχομαι
για να σε πάρω στο τέλος μαζί μου
στον κόσμο.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ

Σωτήρης Γουνελάς, Πέντε φωνές και μια σημείωση

ΓΟΥΝΕΛΑΣ

~.~

1. Έξω από το εφήμερο

Διάβαζες στο καφενείο, μ’ όλο που παρεμβάλλονταν φωνές και χάχανα και μια αναιδέστατη μουσική χαλκοπράσινη. Ένιωθες να περιβάλλεσαι από σώματα της βαρύτητας, που όχι απλώς περπατούν στη γη, μα χώνονται βαθιά της, τους σκεπάζει ζωντανούς.

Πόρτες ανοιγόκλειναν κι έμπαιναν οι άνθρωποι ντυμένοι μέσ’ τα χώματα, με βαμμένα πρόσωπα. Σηκώθηκα και βγήκα. Μισόβρεχε, τυλίχτηκα στην υγρασία, αλλά περπάτησα αργά, ο κόσμος μακρυνόταν ή εγώ αποτραβιόμουν σ’ έναν ουρανό από φώτα που αναβόσβηναν, χαράζοντας σινιάλα καλέσματα.

Σα σκιά αδιόρατη, μέσα σε βάθος απροσδιόριστο με πέταλα λουλουδιών, ένα φυλλαράκι· ανεπαίσθητο το θρόισμά του, αύρα λεπτή. Ψιχάλισμα, μια σιγαλιά σα μουσικό νεύμα, κουδουνάκι που σε ξυπνάει. Τις καμπάνες όλοι τις ακούν, όμως αυτό ξεσπά σαν ψιθύρισμα που σε αγαπάει.

Λάμνεις σε λίμνη. Ποτέ δεν εννοείς πως μετατοπίζεσαι, συμβαίνουν μεταθέσεις, σαρκώνονται όνειρα. Κομμάτια στέρεας μνήμης αποσπώνται κι εξατμίζονται αλλάζοντας σχήματα, μορφές, όγκους, διάφανη ύλη που ολοένα ανεβαίνει.

Ελαφρώνει η ψυχή.

Παρίσι, 16 Απριλίου 2002. Καθαρογράφτηκε με μια αλλαγή το 2013.

~.~

2. Γυμνό

Γυμνά δέντρα, ολόγυμνα,
χιονισμένα
Καταμεσής στο λευκό.
Λευκά.

Πάγκαλα, μοναχικά
Κι απόμακρα
Στέκουν ασάλευτα.
Μας κοιτούν και τα κοιτούμε.

Μη και δεν βλέπουμε τίποτα;

Πηγαίνοντας με τραίνο στο αεροδρόμιο Charles de Gaule,
αρχές Φεβρουαρίου 2003. Καθαρογράφτηκε πολύ αργότερα
με αλλαγές στη στίξη.

~.~

3. Αντικείμενα

Οι διαστάσεις των πραγμάτων ολοένα μεταβάλλονται. Κάνουμε μέγα λάθος νομίζοντας ότι μπορούμε, παίρνοντας μια μεζούρα, να μετρήσουμε τα αντικείμενα: μετρούμε τη νεκρότητά τους, μετρούμε ό,τι απομένει από αυτά, όταν η ψυχή του ανθρώπου πάψει να σχετίζεται μαζί τους, όταν το ανθρώπινο αίσθημα στραφεί αλλού, αδιαφορώντας για τα πράγματα.

Γιατί όσο τα ψηλαφούν οι αισθήσεις κι όσο τα αγαπάει και τα φροντίζει η ψυχή, αυτή ή ίδια τους αλλάζει την όψη αδιάκοπα, προβάλλει πάνω τους την αεικίνητη φύση της, τις ανεπαίσθητες μεταλλαγές της, που πιο καλά τις συλλαμβάνουμε μέσα στην ησυχία και τη σιωπή.

Παρίσι 2003. Καθαρογράψιμο το 2013, με μία αλλαγή.

~.~

4. Ο κόσμος

Ακούμπησες τη ράχη στην πλάτη της παλιάς πολυθρόνας κι ο κόσμος φάνηκε να έχασε την κίνηση και τη ζωντάνια του. Όλα, πρόσωπα και πράγματα, παρουσιάστηκαν αφώτιστα, βουβά, κι ωστόσο με μια άρρωστη λάμψη. Πώς γίνεται κι έρχονται στιγμές που ο κόσμος όλος συρρικνώνεται, γίνεται ένας σβώλος, σαν πετρωμένος λυγμός, που όμως διατηρεί μια στοιχειώδη υγρασία, κάτι σαν άσπιλο δάκρυ που ξέφυγε, σαν κερί που μένει ακόμη μαλακός σταλακτίτης, αρκετή ώρα αφ’ ότου έσβησε;

Παρίσι 2003.  Κι αυτό καθαρογραμμένο ή μάλλον
αντιγραμμένο σε υπολογιστή το 2013, με προσθήκη τίτλου.

~.~

5. Κατοικίες

Πως έχουν απομείνει αυτά τα σπίτια
Σαν αδειανά.
Η τραπεζαρία, ο μπουφές, ακατοίκητα.
Τα βάζα, οι φρουτιέρες
Τα ψεύτικα λουλούδια
Σα να απορροφούν το χρόνο
Ή μάλλον να τον ακυρώνουν.
Ζωή σκηνοθετούν που δεν υπάρχει.

Μια ακινησία, μια νέκρα βασιλεύει
την Κυριακή θεριεύει
Σαν λείπει η «οικιακή βοηθός»
-αλλοδαπή-
Κι η μόνη ασπρομαλλούσα ένοικος
Μεταμορφώνεται σε πράγμα
Κρατώντας συντροφιά στα υπόλοιπα έπιπλα.

Πίσω από αυτούς τους τοίχους
Και τα κατεβασμένα ρολά
Αμέτρητοι άγνωστοι τάφοι
Που δεν τους φροντίζει κανένας.

Αθήνα 2004. Αντιγραμμένο κι αυτό στον υπολογιστή το 2013, με μικροαλλαγές.

~.~

Τα κάδρα

(μια σημείωση)

Σήκωσα τα μάτια μου ψηλά
Κι είδα τους αγωνιστές παραταγμένους
Ένας ένας στο κάδρο του
Να τον φωτίζει το χρυσαφί της κορνίζας
Να τον φέγγει
Να τον αγιάζει.

Έστεκαν λαμπροί
Άλλος πάνω στο άλογο
Άλλος με γιαταγάνι
Κι άλλος με το καρυοφίλι στο πλάι.
Κι οι φουστανέλες
είχαν κι αυτές το συμβολισμό τους.

Βουνά, ραχούλες, ουρανός, ξέφωτα
Κι ένας ήλιος να τυλίγει τα πρόσωπα
Και να φωτίζεται η πλάση.

Κάτω, μέσα στην αίθουσα
-Τράπεζα ήταν-
Ο κόσμος εξακολουθούσε τις συναλλαγές του,
Ανυποψίαστος.

Στην Αθήνα, το σημείωσα σ’ ένα φάκελο επιστολής βγαίνοντας
από την Τράπεζα, κάπου μεταξύ 2005 και 2013!

ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΟΥΝΕΛΑΣ

Γιώργος Βαρθαλίτης, Το τραγούδι των δέντρων

Maleas

~ . ~

Δέντρα μου μοναχά στις πεδιάδες
και στα πυκνά κι ανήλιαγα ρουμάνια
και στις βαθιές, ολόδροσες κοιλάδες
και στις κορφές π’ αγγίζουνε τ’ ουράνια,
με τις πολύθροες, δέντρα μου, σκιάδες,
μηλιές, οξιές και δάφνες και πλατάνια,
και δρυς βασιλική μου της Δωδώνης
που τον προσκυνητή κατευοδώνεις –

και κέδρα στου Λιβάνου τους κεδρώνες
της νύχτας το σκοτάδι που κρατάτε
κι αχάλαστα αψηφάτε τους αιώνες,
κι εσεις, ελιές, που μέσα σας φυλάτε
τους λύχνους του λαδιού στους ελαιώνες
κι αργά κατά τη δύση περπατάτε
σα στηριγμένοι στο ραβδί τους γέροι
στο ψιλόβροχο μέσα και τ’ αγέρι –

και πλάτανοι, όπου πλούσιο κεφαλάρι
των νερών τη βοή τριγύρα απλώνει
–κάθε χαλίκι εκεί μαργαριτάρι–
(στερέωμα τρανό που σε κυκλώνει
σφιχτά με τη βαθύχλωρή του χάρη! –
και πώς θροΐζουν πάνω μύριοι κλώνοι! –
και τι δροσιά εκκλησιάς που σ’ αγκαλιάζει
που η ψυχή σου σκιρτά κι αναγαλλιάζει!) –

και, πεύκα, που αναπνέτε με γαλήνη
κι απ’ την καρδιά σας μέσαθε φυσάνε
υγείας πνοές αδρές καθώς ρετσίνι
που κι οι αύρες από κείνες ευωδάνε,
και στου μεγάλου θέρους το καμίνι
τζιτζίκια στα κλαδιά σας τραγουδάνε,
και πλάι στο κύμα τα δικά σας μύρα
με του πελάγου σμίγουν την αλμύρα –

κι ω φοινικιές, που πάτε σε πορεία
στην άσφαλτο που ρέουν τροχοφόρα,
από λεπτές κολώνες θεωρία,
π’ ατέρμονη περνάει εδώ όλην ώρα,
και πίσω σας αχνά πελάγη κρύα,
και κάποτε σας δέρνει η άγρια μπόρα,
μα μ’ όλη ορθώνετε τη δύναμή σας
στων ουρανών την τέφρα το κορμί σας –

κι εσείς μεγάλα μαύρα κυπαρίσσια,
που τ’ άστρα τη βραδιά σάς τριγυρίζουν
και που ψηλά ανεβαίνετε ολοΐσια
κι άνεμοι μανιασμένοι δεν κλονίζουν,
τι αλκή φωλιάζει μέσα σας περίσσια
(σκύμνων καρδιές βαθιά σας λαχταρίζουν)
κι είστε απ’ ατόφιο δνόφο μαύροι στύλοι
και του ναού της Νύχτας είστε πύλη –

κι ω λεύκες μου, που στέκεστε λαμπάδες
κι από την αύρα αχείτε ολόγυρά σας
ως θάλασσες, α ποιές χλωμές λαμπράδες
την ασημένια λούζουνε θωριά σας
και, πείτε, ποιες κρυφές Αμαδρυάδες
να ζουν και να στενάζουνε βαθιά σας –
απ’ τ’ αργυρό κι απόκρυφο φεγγάρι
το μυστικό σας φως έχετε πάρει; –

κι έλατα, στ’ όρη πάνω με τα χιόνια
π’ αναπνέτε τον κρούσταλλον αγέρα
εκεί που σμίγει ο Χρόνος με τ’ αιώνια,
και πρώτα σας φωτίζει η νέα μέρα
κι είστε στο μούχρωμα άρπα παναρμόνια
που τη δονεί τ’ αγέρι στην εσπέρα,
ποιας άγνωστης λατρείας τα ψαλτήρια
και ποια βουβά σας κλείνουνε μυστήρια; –

τα φύλλα σας πώς ρίχνετε σα βέλη
που το καθένα, δέντρα μου, γυρεύει
το χρυσό να ρουφήξει τ’ ήλιου μέλι,
και πώς με τους αγέρηδες παλεύει
ο κορμός σας και μ’ όλα του τα μέλη
κι οι ρίζες σας πώς χάνονται στ’ ερέβη
τα δάκρυα να βυζάξουν στο σκοτάδι
απ’ τις αστείρευτες κιστέρνες τ’ Άδη;

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗΣ

Ειρήνη Γιαννάκη, Ομόνοια

 

ομονοια

~.~

I
ΠΑΡΟΔΟΣ

Νομίζω όλα αρχίσανε μία μέρα στο σχολείο
όταν μου δώσαν να φορέσω μια κορδέλα που ’γραφε ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
κι είπα δεν θέλω αυτόν τον ρόλο
δώστε μου μια ΥΠΟΔΟΥΛΗ ΠΑΤΡΙΔΑ
διψάει για δράμα η πλατεία.

~ . ~


ΑΝΑΣΤΡΟΦΗ

Μία μέρα που δεν θα το περιμένει κανείς
θα σταματήσουν όλα να γυρνούν στην πλατεία
θα παγώσουν οι περαστικοί, τα αμάξια, οι μηχανές
θα αλλάξουν φορά τα λεωφορεία
το πλήθος θα κάνει αναστροφή
τα τρόλεϊ θα βγουν σε οπισθοπορεία
θα αναδιπλωθούν στα έγκατα οι στοές
οι σήραγγες θα γεμίσουν με χώμα
το μετρό δεν θα ’ναι μέλλον βροντερό
θα ’ναι πρωταπριλιάτικο ψέμα
θα αναβλύσουν οι πίδακες νερό
θα γεμίσουν χλόη τα παρτέρια
ο κύκλος θα γίνει γωνιακός
θα μπουν σε τροχιά περιστέρια.
Θα επιστρέψουν τότε οι Μούσες κι οι εννιά
και θα μοιάζουν όλα όπως πρώτα
όμως θα υπάρχει μια διαφορά
θα στηθεί στο κέντρο η Καλλιόπη αυτή τη φορά
με μία επιγραφή στη βάση να μαρτυρά
πως οι έσχατοι έσονται πρώτοι.

~ . ~

III
ΕΞΩΣΤΗΣ

Τσαμπιά σταφύλια στα μπαλκόνια
Στο Μπάγκειον περιπολούν στρατιώτες
Στη μια γωνιά σμήνος μελίσσι
Στην άλλη η ερημιά γλείφει τα τείχη

Σε περιμένω τρεις αιώνες
Ντυμένη τη στολή του ναύτη
Στον Μέγα Αλέξανδρο χάσκουν κολώνες
Κι είναι το βλέμμα μου ο αποστάτης

Για να με δεις έχω ανατείλει
Στο πάλκο σαν την Εσκενάζυ
Έχω υψωθεί σαν καπνοστήλη
Στην Πνύκα ίσα που χαράζει

’Κει που ’ταν τότε ο Μπακάκος
Μία μαύρη τρύπα πίσσα στάζει
Στην Πανεπιστημίου μία σβούρα αρπάζει
ανθρώπους, λέξεις, περιλήψεις

μα πέντε δρόμους παραπέρα
Είσαι ω είσαι της απόβασης η λαμπερή ημέρα.
Είσαι μία σφαίρα που τρυπάει την καρδιά μου πέρα ώς πέρα
Μα πριν θρυμματιστεί, ένα αχ από ηδονή αφήνει στον αέρα.

~ . ~

ΙV
ΑΥΛΑΙΑ

Αχ, άσε με να δω λιγάκι από το παραπέτο στην πλατεία
λένε πως κάτω γίνεται σφαγή για μια καλή ταξιθεσία.
Αχ, άσε να διαβώ τα οδοφράγματα να νιώσω λίγη οχλαγωγία
η μάνα μου αντί για παραμύθια μού ’λεγε μια βρώμικη προϊστορία.

Αχ, άσε με, λιγάκι, άσε με να δω το πρόσωπό μου στο πηγάδι
λένε πως έχει αφοδεύσει εκεί για τα καλά η ιστορία σκοτάδι.
Στο υπόσχομαι δεν θα πετρώσω ούτε θα ψάξω λούστρο για ψεγάδι
μέδουσα και καρυάτιδα αν με δω μαζί, κάτω απ’ το ίδιο το μαγνάδι.

~ . ~

V
ΟΡΧΗΣΤΡΑ

Θα καταλάβεις πατρίδα τι είναι
όταν θα δεις του δήμου την καρότσα
που ’ρχεται πτώματα για να περισυλλέξει
θα καταλάβεις πατρίδα τι είναι
όταν θα δεις μικρούς θεούς κυνηγημένους
από Ερινύες σε εσέ να έχουν προστρέξει
όταν τα χέρια από το πλήθος το βουβό
θα σε έχουν στα κλαδιά τους περιπλέξει
θα ξέρεις πια πατρίδα είναι
μία ψωραλέα λέξη
…….μία αβυσσάλεα έξη
όταν η πρώτη ριπή σε χαϊδέψει
όταν τα πρώτα κεφάλια να αιωρούνται δεις
θα ξέρεις πια πατρίδα είναι
 …….μία φαντασμαγορία καθ’ έξιν.

ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ

 

ομονοια

Αλέξανδρος Κορδάς, Τέσσερα ποιήματα

leoforeio

~.~

ΣΤΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ

Γέμισε πάλι κόσμο τὸ λεωφορεῖο,
στοιβάζουν τὰ κορμιά τους οἱ ἐπιβάτες·
ἔξω ἀπ’ τὰ τζάμια ὀργίασε τὸ κρύο,
δυὸ μάτια σὲ προσήλωσαν ἀχάτες.

Πίσω ἀπ’ τ’ ἀφτί σου νοιώθεις μιὰν ἀνάσα·
χέρια σ’ ἀγγίζουνε τυχαῖα καὶ τ’ ἀγγίζεις,
καὶ τρέμεις μὴν πιαστεῖς ξανὰ στὰ πράσα,
ἀπ’ τὸ πολὺ νὰ προσπαθεῖς καὶ νὰ ἐλπίζεις.

Τραντάζετ’ ἡ λαγνεία ὣς τὰ ἐρέβη,
ὅταν ὁ δρόμος μιὰ λακούβα συναντᾶ.
Κλέβεις τὸ βλέμμα κι’ ἔπειτα σὲ κλέβει,

μὰ δὲν ὑπάρχει προορισμὸς γιὰ τὸ μετὰ.
Καθένας τὴν ἐπιθυμία πρὶν κατέβει,
σκίζει μαζὺ μὲ τὸ εἰσιτήριο καὶ πετᾶ.

~ . ~

Η ΑΡΑΧΝΗ

Ἁπλώνει τὸν ἱστό της στὶς γωνίες,
μ’ ἀπόλυτη ἁρμονία ὑφασμένο.
Κάνει τὰ σχέδια χωρίς παρατυπίες,
ὅτι θὰ πιάσει μύγα τό ’χει δεδομένο.

Φρόνιμε παρατηρητὴ τῶν ἐπιγείων,
ἡ ἀράχνη εἶναι πλάσμα ποὺ γελιέται,
γιατὶ ἐλπίζει στὴν ἐπάρκεια τῶν σχεδίων,
μὰ μὲ μιὰ κίνηση ὁ ἱστὸς χαλιέται.

Κι’ αὐτή, μὲ μάτια καμωμένα ἀπὸ σκοτάδι,
παρατηρεῖ τὰ δευτερόλεπτα, τὸν χρόνο,
ὅπου θ’ ἁπλώσει τὸ καινούργιο της ὑφάδι,

πάνω ἀπ’ τὸν ἄμβωνα, στὸν θόλο τοῦ ἱεροῦ,
γιὰ νὰ κατέλθει πονηρὰ μέσα στὸ βράδυ,
νὰ βεβηλώσει τ’ ἅγια τοῦ Ναοῦ.

~.~

Ο ΤΣΑΡΛΑΤΑΝΟΣ

Μὲ μιὰ ψυχὴ Σαβοναρόλα,
καὶ μὲ τ’ ἀνάβλεμμα τοῦ Ἰωάννη,
τοῦ σκότους μου ἀρχινάω βαρκαρόλα,
κι’ Ἔρημη Χώρα δὲν μὲ φτάνει.

Προφήτης, μὰ μὲ πνεῦμα γυρολόγου,
κρύβω στὶς τσέπες μου διαβῆτες,
καὶ μέσα στὴν κοιλιὰ τοῦ μπόγου,
τσατσάρες καὶ κερένιες μύτες.

Τὴν θλίψη μου τὴν ζήλεψαν ἀγύρτες,
κι’ οἱ ποιητὲς δὲν μὲ γνωρίζουν,
μὰ ’γὼ τοὺς δείχνω σιδηροπυρίτες
καὶ ἄλλα μέταλλα ποὺ μαγνητίζουν.

Λειψὸς κι’ ἀλαφροΐσκιωτος κι’ ἀκόμη,
τῆς Λύπης μου πουλάω κουρδιστήρια,
κι’ ὅσοι μὲ ζῶσαν ὁραμάτων τρόμοι,
τοὺς φτύνω στίχους μὲς τὰ πανηγύρια.

Ναύπλιο, 16.01.2018

~.~

ΠΑΝΑΣ
ὕμνος ἑνὸς μύστη

Εἴδαμε πάλι τὸν θεὸ τὸν τραγοπόδη,
στὰ ξέφωτα νὰ παίζει τὴν φλογέρα.
Νεράϊδες ξαπλωμένες σ’ ἕνα βόδι,
ἀνάσαιναν μὲ τὴν πνοὴ τ’ ἀγέρα.

Καὶ στὸν ὁρίζοντα ἄλλα πλάσματα, ὀγκώδη,
ἐρχόντουσαν ὑπνωτισμένα ἀπὸ πέρα,
γιὰ νὰ παραβρεθοῦν κι’ αὐτὰ στὸ ξόδι,
τοῦ θεϊκοῦ ποὺ χάνανε πατέρα.

Ἔμπαινε μέσα στὴν εἱρκτὴ ὁ κερασφόρος,
κι’ ἔσβηνε τὸ τραγούδι του θλιμμένο.
Ὁ Πάνας εἴπαν, ὁ Βαὰλ, ὁ Ἐωσφόρος,

θὰ ἐπιστρέψει στὰ μεγάλα δάση,
κι’ ἂς τὸν νομίζουν οἱ ἄθεοι πεθαμένο,
κι’ ἂς ἔχουν τὰ τραγούδια του ξεχάσει.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ

Ελένη Σιγαλού: Πέντε σονέτα

κυκλάμινο

~ . ~

1.

Τη δική σου την αγάπη δεν αξίζω
το κυκλάμινο ψιθύρισε στο βράχο
κι αν σε υψόμετρο λαχτάρησα να ζήσω
θα φοβάμαι να νυχτώνομαι μονάχο.

Δεν αξίζω το μονάκριβό σου χάδι
λέει στο κύμα το αιώνιο πεταλίδα,
κολλημένη θα ’μαι πάντα στο υφάδι
και στα νήματα του χρόνου θρυαλλίδα.

Των δακρύων σου τη νιότη δεν αξίζω
φύλλο ωχρό στρέφει στο σύννεφο, θλιμμένο
μες του χώματος τη νύχτα θα γυρίζω
μοναχό και σκοτεινό και διψασμένο.

Κι αν αξίζει το φλογάτο πεφταστέρι
μες τη νύχτα της ζωής μoυ, ποιος το ξέρει;

~ . ~

2.

Mε πορσελάνινη σερβίρονται τσαγιέρα
και χαμηλόφωνα μιλούν ευγενικά
οι δυο κυρίες με τα ρούχα τα λευκά
στου δειλινού τον άλικο αγέρα.

Είναι από χρόνια η νιότη περασμένη
κι η ανοιξιάτικη βραδιά τόσο γλυκιά
όνειρα που κουρνιάσανε, πουλιά
που αποδημούν σε μια πατρίδα ξεχασμένη.

Τρέμει το χέρι καθώς πιάνει το φλιτζάνι
μένει μετέωρο αντίκρυ στον καιρό
πώς μεγαλώνει με τη νύχτα το κενό
και φέγγει μέσα του της ζήσης το σεργιάνι.

Μια σπίθα κόκκινη κραγιόν στα χείλη που ραγίζει
να ’ναι ενθύμηση φιλιών που απ’ τα παλιά φλογίζει;

~ . ~

3.

Της Κυριακής οι ώρες ωχριούν
στην αδυσώπητη του σούρουπου αρπάγη
καθώς η ώχρα του αποχωρισμού
βάφει του ΚΤΕΛ την αναπόδραστη ανάγκη.

Γυαλίζουν από ζήλεια οι λαμαρίνες
κάθε φορά που ακίνητος σιωπάς
νύχτες που κρύβονται στου νέον τις ακτίνες
μάταια σού ’μαθαν τη μνήμη ν’ απατάς.

Μες στην αδιάκοπη βουή των λεωφορείων
μες στη βουβή αντάρα των ματιών
παραμονεύει η βροχή των πρακτορείων
που θα βυζάξει την αρμύρα των ωρών

να ξεδιψάσουνε χιλιόμετρα πορείας
κι όλα τα πρόωρα της απουσίας.

~ . ~

4.

Σοβάδες με υφή τραχιά φωτογραφίας
σα μνήμη κρέμεται μετέωρο μπαλκόνι
πατζούρια βλέφαρα κλειστά της απουσίας
στο μισοσκόταδο χορεύουν ίσκιοι μόνοι.

Κλαδιά συκιάς πολιορκούν χαλάσματα
ρωγμές ροκάνισαν του χρόνου τα σαλόνια
χέρια που ψαύουν και θρηνούν τα θραύσματα
παλιάς γιορτής. Πώς κάηκαν ζωές λαμπιόνια!

Καυτή ερήμωση χειμάζει μες στο θέρος
χάδια που ξεχάστηκαν στις κόχες του χαμού
γυμνά τα δώματα και χέρσα γη ο έρως
και των κορμιών ο διακαμός υφάδι του καιρού.

Στάζει το γάλα του αγίνωτου θανάτου
το θύμωμα του σύκου του αοράτου.

~ . ~

5.

Με σκεπασμένο πρόσωπο πάνε στον άλλο κόσμο
τα ήθη αυτά πανάρχαια κανένας δεν τ’ αλλάζει
ο νιος νεκρός μη φορτωθεί με φως που δεν του μοιάζει
και του ξεφύγουν μυστικά στο σκοτεινό του δρόμο.

Το τελευταίο σου φιλί μέσα στη μνήμη χάσμα
βαθύτερο του χώματος που τώρα σε σκεπάζει
κι αν χρόνος ένα τέχνασμα των ζωντανών φαντάζει
φοράω σάρκινη σκευή το τωρινό σου φάσμα.

Μια προσευχή από πηλό μια θάλασσα ερέβη
ένα τρικύμισμα του νου έξω από τη συνήθεια
στη συνοικία των θεών δε μένει η αλήθεια
μα στα κλεισμένα βλέφαρα τ’ ανείπωτα σμιλεύει.

Σ’ άλλον Ιούλιο ίλιγγο όταν ξαναβρεθούμε
στο φως που αξιωθήκαμε θα ξαναβαπτιστούμε.

ΕΛΕΝΗ ΣΙΓΑΛΟΥ

Τόνια Κοβαλένκο, Μεσόκοπες συντεταγμένες

in__4770_5773cfa3b7ee2

~ . ~

Ι

Νόμιζες πως θα γλιτώσεις
πως θα σε πήγαινε μακριά
το αλλιώτικό σου άτι
μα δεν ήσασταν φτιαγμένοι
για ονειρώδη μήκη και πλάτη
ούτε εσύ ούτε αυτό.
Καβάλα τώρα στη ραχιτική του ράχη
ατενίζετε με κουρασμένο βλέμμα
μια τον απρόσιτο ορίζοντα
μια τον κοντινό γκρεμό
για κανένα από τα δύο
δεν είσαστε ικανοί –
εν στάσει θα φύγετε από δω. *

~ . ~

ΙΙ

Βυθίστηκα
περνάει μια ιδέα οξυγόνου
από τον αναπνευστήρα
ίσα για να υπάρχω
με προσπερνούν κοπάδια ψαριών
ένας καρχαρίας με γυροφέρνει
μυρίζω, φαίνεται, ακόμα
ζωντανό αίμα
αν ήξερα να σφυρίζω
θα σφύριζα αδιάφορα
– ποιος είπε ότι και οι μισοπνιγμένοι
δεν θέλουν να σωθούν;

* Παραλλαγή, συνειδητοποιημένη εκ των υστέρων, του τελευταίου στίχου ενός ποιήματος του Δημήτρη Αρμάου («Νηπίων και γερόντων», Βίαιες Εντυπώσεις των ετών 1975-2007, Ύψιλον, 2009)

Ααρών Μνησιβιάδης, Ποιήματα

οι-ιστορικές-βίλες-της-βασιλίσσης-όλγ201602146 (1)

~ . ~

Πολιτεία

Ἔτσι σὲ θέλησα, ἀπὸ μάρμαρο καὶ ξύλο,
μιὰ Πολιτεία καμωμένη ἰδανικά,
νὰ γέρνῃ πάνω σου τοῦ οὐρανοῦ τὸ κοῖλο
κι οἱ κεραυνοὶ νὰ σὲ χτυποῦν τελεστικά,
ἔτσι σὲ θέλησα, ἀπὸ γνώριμα ὑλικά,
σὰν προσευχὴ ποὺ ἀναβιώνει κάθε βράδυ,
ναοὺς σπαρμένη, ἁπλωμένη ἐκστατικά,
μιὰ Πολιτεία ποὺ ἀντέχει στὸ σκοτάδι.

Ἀπὸ εὐγενῶν αἰσυμνητῶν ἐσὺ τὸν ζῆλο
θὰ κυβερνιέσαι καὶ θὰ στρέφῃ ἁρμονικὰ
χέρι σοφὸ τῆς ἱστορίας σου τὸν μύλο
σὰν πεπρωμένο ποὺ ἐκδικεῖται κυκλικά,
θἄχῃς λαὸ ποὺ καὶ στὶς ἧττες του νικᾷ
κι οἱ Δικαστές σου θὰ διαβάζουν τὸ σημάδι
στὸν οὐρανό, πρὶν εὐθετήσουν τακτικὰ
μιὰ Πολιτεία ποὺ ἀντέχει στὸ σκοτάδι.

Ἔτσι σὲ θέλησα, ὑμνημένη ἀπ’τὸν Αἰσχύλο,
μ’ὅλα τὰ κλέη τοῦ φωτὸς κατοπτρικά,
κι ὅπως ἡ ἀλήθεια σου θὰ νέμεται τὸν θρῦλο
καὶ θ’ἀναμέλπωνται σεπτὰ χερουβικὰ
πάνω σ’ἐκκύκλημα στημένη εὐλαβικὰ
θὰ ἀποσύρεσαι στὰ ἐνδότερα τοῦ ᾍδη
σὰν σκηνικὸ μέσα σὲ ἄλλα σκηνικά,
μιὰ Πολιτεία ποὺ ἀντέχει στὸ σκοτάδι.

Κι ὅταν οἱ ὕστεροι τῆς Γῆς σεβαστικὰ
ποντίσουν βλέμματα στῆς λήθης τὸ πηγάδι
θ’ἀναλαμβάνεσαι ἁγνὴ θριαμβικά,
μιὰ Πολιτεία ποὺ ἀντέχει στὸ σκοτάδι.

~ . ~

Ἐγκώμιον

damnosa quid non imminuit dies?
(Horatius, Carm. 3,6,45)

Δὲν ξέρω τ’ ὄνομά σας, Ὑψηλότατοι,
μὰ δοῦλος σας πιστὸς τὸ γόνυ κλίνω
ἀφ’ οὗ έν συνειδήσει καὶ πραότητι
μοῦ δόθηκε τὸ χάρισμα ἐκεῖνο
τὰ ἔργα τῶν χειρῶν σας τὰ θαυμάσια
μὲ λόγους λυρικοὺς νὰ μεγαλύνω
σὲ κήπους σὲ ναοὺς καὶ σὲ γυμνάσια
θὰ πλέκω τὸ στεφάνι σας μὲ κρίνο.

Γνωρίζω ἡ σοφία σας πὼς ἄπειρη
κι ἰσόθεη τὰ πάντα περικλείει
καὶ τώρα σὲ καιροὺς ποὺ πίστι ἀνάπηρη
ἀρχαῖα καθεστῶτα καταλύει
μικρὸν ἐμέ, ἐγκώμια περήφανα
Ἀνάγκη πὼς ὀφείλω μοῦ μηνύει
γι’ αὐτὸ καὶ τοὺς χρησμοὺς σὲ στίχους ὕφανα
ποὺ ἀκούγονται στὰ ὦτα σας οἰκεῖοι.

Τοὺς χρόνους σας ὑμνῶ ποὺ ἐλεήθηκα,
στερνοὶ τοῦ πεπρωμένου κληρονόμοι,
ἀπ’ ὅση ἱστορία κι ἂν διανύθηκα
σὲ Μέμφιδα, Ἐκβάτανα καὶ Ῥώμη,
στὶς Σάρδεις, στὴ Σιὼν καὶ στὰ Γαυγάμηλα
τῆς δάφνης ποὺ σᾶς τύλιξε τὴν κόμη
γιὰ δόξης πεπραγμένα ἀπαράμιλλα
τὸν ἔπαινο γλυκαίνομαι ἀκόμη.

Γιὰ ὅ,τι παραλείψατε ἢ πράξατε
μαζί, σὰν προσδοκώμενος Σωτῆρας,
γιὰ ὅσα καὶ δωρίσατε κι ἁρπάξατε
χρωστῶ εὐγνωμοσύνη ὡς τὸ γῆρας.
Δοξάζω τὸν αἰῶνα σας, Εἰδήμονες,
σπορεῖς τῆς εἱμαρμένης καὶ τῆς μοίρας
μὲ ὕμνους στροφικοὺς καὶ χρυσορρήμονες,
τῆς φόρμιγγας τὸ χάδι καὶ τῆς λύρας.

Ἐσεῖς, καὶ μόνο ἐσεῖς, ἀδιαπέραστοι,
πιὸ συμπαγεῖς ἀπ’ ὅσο τὸ ἀτσάλι,
τῆς νύχτας βασιλεῖς σεμνοὶ κι ἀνέραστοι
τῆς μέρας ἡγεμόνες πιὸ μεγάλοι,
ἐσεῖς, ποὺ τὰ οὐράνια καὶ γήινα
ἑνώσατε σὲ μία σφαῖρα πάλι
κι ἁπλώσατε τὰ χέρια σας τὰ δρύινα
ἐπάνω ἀπὸ τοῦ κόσμου τὴν κραιπάλη,

ἐσεῖς, ὧ ναί, ποὺ πάντοτε ἀκέραιοι
καὶ πάντοτε φρουροὶ τῆς ἁρμονίας
ἐλπίδα οἰκοδομήσατε πιὸ στέρεη
πατέρες μιᾶς καινούργιας τυραννίας
ἐράσμιας, ποθητῆς καὶ ἀτελεύτητης
ποὺ κράτησε ἀκίνητο ἄνευ βίας
–ἐν ὅσῳ κοιταζόταν στὸν καθρέφτη της–
τὸ Μέγα Ἐκκρεμὲς τῆς Ἱστορίας.

Χαρίστε μου κι ἐμένα οἰκοδόμημα
ἀπόμερο καὶ ἄβατο στὰ πλήθη
θυσίες νὰ τελῶ κατὰ τὰ νόμιμα
κι ἀρχαῖα τῶν προγόνων μου τὰ ἤθη
κι ἀφήστε μου μεγάλη τὴν ἀπόστασι
ποὺ πάντα μεταξύ μας ἐτηρήθη,
τὴν θεία σας ὑπόσχομαι ὑπόστασι
ποτέ της νὰ μὴ νέμεται ἡ λήθη.

~ . ~

ᾨδὴ στὶς βίλλες τῆς Λεωφόρου
Βασιλίσσης Ὄλγας

Τὶς νύχτες πῶς περνοῦσα ἀπὸ τὶς πύλες σας
γιὰ κείνη τὴν ἀπόκοσμη πολίχνη,
κυρές μου, ποὺ στὸν δρόμο τῆς βασίλισσας
κομίσατε τὰ πένθιμά μου ἴχνη·
πιὸ σάρκινοι ἀπ’τὴν σάρκα οἱ ἀσπαίροντες
ἁρμοί σας, οἱ μαρμάρινες κολῶνες,
πυργίσκοι νὰ ποντίζωνται σ’ Ἀχέροντες
τσιμέντου κι ἀστικοὺς ἐρειπιῶνες.

Κατάδικες σὲ ἰσόβια συγκατοίκησι
μὲ ὕψη καὶ μὲ πλάτη καὶ μὲ μήκη
ποὺ παίρνουν ἐπὶ τέλους τὴν ἐκδίκησι
γι’αὐτὸ ποὺ στὴν γενιά τους τώρα ἀνήκει.
Ποιόν ἔρωτα, μονάκριβά μου θήλεα,
ἐμπνεύσατε, ποιες κρύφιες μανίες
μιᾶς ὕστατης Ἐδὲμ ἐσεῖς προπύλαια
καὶ τ’ ἄδικου χαμοῦ της Ἐρινῦες;

Γιὰ σένα περπατῶ ἀργὰ κι ἀμφίθυμα
σκεπὴ τοῦ Καπαντζῆ χωρὶς κανένα
αἰδοῦς στὴν παρειὰ σεμνὸ ἐρύθημα,
εὐφρόσυνη, πολύτιμη παρθένα.
Γιὰ σένα τὴν σιωπή μου, Μπιάνκα, ἔλυσα,
Μορντὼχ καὶ Mon Bonheur καὶ Ἀλλατίνι
κι ὑψώνω τὴν ματιά μου τώρα, Μέλισσα,
σ’εὐθεῖες καὶ καμπύλες ποὔχουν μείνει

σὰν Τεῖχος τῶν Δακρύων, σὰν ὑπόλειμμα
μιᾶς πόλεως σβησμένης ἀπ’τὸν χάρτη,
σὰν ν’ ἄφησε ὁ Θεὸς τὰ Ἰεροσόλυμα
στὰ χέρια τοῦ Μολὼχ καὶ στὴν Ἀστάρτη.
Τοῦ Τούρκου, τοῦ Ἑβραίου καὶ τοῦ Ἔλληνα,
μὰ τώρα ὀρφανές, δικές μου μόνο,
φωτίστε μου τὰ σκότη ποὺ ἀσέληνα
σὲ γκρίζες συνοικίες ἀνταμώνω.

~ . ~

Λευκονόη

Βραδιάζει, ἀνορθώνω κηροπήγια
καὶ σὰν ν’ἀνακαινίζεσαι στὸ ἡμίφως
μὲ ὅλα τὰ ἐπουράνια κι ἐπίγεια
νὰ σμίγουν στὴν σκιὰ κατακορύφως.
Τὰ χέρια σου ὑψώνονται ἀήττητα
συντρίβοντας παγκόσμιες δυνάμεις,
τὴν ὕλη καταργεῖ καὶ τὴν βαρύτητα
μονάχα ἡ ὑποψία μιᾶς παλάμης.

Ἐδῶ λοιπόν, ἀλλοῦ ποῦ θὰ κατέληγα;
Ἐδῶ ἐναποθέτω κάθε μέλλον·
πετοῦνε, φτερουγίζουν ἑξαπτέρυγα
τριγύρω μου, σὲ τάγματα ἀρχαγέλλων
μεμιᾶς μετουσιώνονται αὐτόματα
τοῦ κόσμου οἱ μεγάλοι καρχαρίες,
μετάρσια, πτερωτὰ καὶ πολυόμματα
λαμπρύνουν τὶς ἀπόκρυφες λατρεῖες.

«Κι ὁ κόσμος», ξαφνικὰ διερωτήθηκες,
«ὁ κόσμος ποὺ σαπίζει τί θὰ γίνη;»
Γι’ αὐτὲς τὶς ἐρωτήσεις τὶς ἀνήθικες
δὲν πλάστηκαν τ’ἀστέρια κι ἡ σελήνη.
Κοιμήσου στὸ πλευρό μου ἔτσι ἀνέμελα
καὶ ξἐχνα τὸν ὑπόλοιπο πλανήτη,
ὁ κόσμος ἂς γκρεμίζεται συθέμελα,
ἂς πέφτουν ἱερά, ἁψίδες, κλίτη,

δὲν εἶναι λόγος τοῦτος ποὺ σὲ τάραξε,
καθόλου σοβαρός –πέσε κοιμήσου,
ξανὰ στὴν ἀγκαλιά μου γεῖρε κι ἄραξε
κι ἐγὼ θὰ συγκυλίωμαι μαζί σου.
Ἐδῶ λοιπόν ἀλλοῦ ποῦ θὰ κατέληγα;
Ὁ κόσμος ποὺ σαπίζει εἶν’ἀπ’ ἔξω,
ἐδῶ τὰ σεραφίμ, τὰ ἑξαπτέρυγα·
μπορεῖ μὲ τὸν καιρὸ καὶ νὰ τ’ ἀντέξω.

~ . ~

Ἀβάσιμες φοβίες

Σὰν φέρετρο δυὸ χέρια σ’ἀγκαλιάζουνε,
τὸν θάνατο τὸν εἴπανε ἀγάπη,
οἱ λέξεις πῶς διαφέρουν καὶ πῶς μοιάζουνε
οἱ ἔννοιες! Σὰν δυὸ κόκκοι ἀπὸ σινάπι.
Νεκρὴ σὲ προσφωνῶ, μὲ τοῦτο τ’ ὄνομα
ὀφείλεις ν’ἀναγράφεσαι στὸ μνῆμα,
τὰ μέλη μας χωρίζονται κι αὐτόνομα
ἡ βούλησι θεριεύει, παίρνει σχῆμα.

Νεκροὶ καὶ ζωντανοὶ κατὰ τὸ ἥμισυ,
σὲ ἔκκεντρες κινήσεις ἀφημένοι,
ὁ ἕνας μας τοῦ ἄλλου ἀποτίμησι
τὴν ἔξωθεν συναίνεσι προσμένει.
Κι ἐκτείνεται αὐτὴ ἡ ἐγκαρτέρησι
σὰν μάταιη περιδίνησι στὸν χρόνο,
τὸ αὔριο, τὸ φέτος, τὸ προπέρυσι
μὲ τώρα λιγοστὸ ἐξαργυρώνω.

Αἰσθήσεις χαλαρές, ἀρσενοθήλυκες,
ἐντάσεις μετρημένες μὲ τ’ἀλφάδι,
τί γρήγορα ποὺ γίναμε ἐνήλικες,
τὰ φῶτα μας πῶς μπάζουνε σκοτάδι!
Πῶς τρίζουν οἱ ἀρθρώσεις τοῦ ὁρίζοντα
κι ὁ ἥλιος ναυαγεῖ καθὼς τριήρης,
ὁράματα χαθῆκαν ἀνεμίζοντα,
ἡ νύχτα συμπαγής, ἁπτὴ καὶ πλήρης.

Τὸ σῶμα ἐν ὀνόματι τοῦ σώματος,
τὸ σῶμα ποὺ εὐδόκησε στὸ σῶμα,
καὶ μόνος ὀργασμὸς ἕνας αὐτόματος
στερνὸς ὑπόγειος νόστος πρὸς τὸ χῶμα.
Ἀνώφελη τοῦ φόβου ἡ παλίρροια,
δὲν χάνεται ἡ ῥότα αὐτοῦ τοῦ σκάφους​·​
τὸ μέλλον ἀσφαλὲς στὰ κοιμητήρια:
κρεβάτια ποὺ προήχθησαν σὲ τάφους.

~ . ~

De rerum natura

Τὰ πάντα παραδίδονται στὸ τίποτα,
στὴν ἴδια φλόγα θάνατος καὶ στάχτη
θὰ γίνουν κι εἰπωμένα καὶ ἀνείπωτα
κλωσμένα ἀπὸ τῆς Μοίρας τὸ ἀδράχτι,
τὰ ἔξυπνα, τ’ἀστεῖα, τὰ παμπόνηρα,
τὰ λάθη, τὰ σωστά, στερνὰ καὶ πρῶτα,
μαζὶ θὰ καταλήξουν μνῆμες κι ὄνειρα
καὶ μῦθοι καὶ σκιὲς καὶ γεγονότα.

Τὸ μέρος καταργεῖται ἀπ’τὴν ὁλότητα,
τὸ μέρος παύει πιὰ νὰ εἶναι μέρος,
στὸ Ἕνα ἐπιστρέφει ἀνερώτητα
καὶ σβήνεται στὸν θάνατο ὅ ἔρως.
Τὰ ὅμοια θὰ μοιάσουν μὲ τ’ἀνόμοια,
τὸ σκότος μὲ τὸ φῶς καὶ τὸ ἡμίφως,
τὴν ἴδια ταυτοχρόνως χίλια στόμια
σιωπὴ θὰ ἐκφωνήσουν ἀποκρύφως.

Οἱ ἔννοιες ἐξισώνονται αὐτόματα,
ἡ ἀλήθεια καταφάσκεται στὰ ψεύδη,
στὸ μαῦρο καὶ στὸ ἄσπρο καὶ στὰ χρώματα
ἡ ἔκπαλαι διάκρισι καθεύδει.
Ἁφὴ καὶ ἀκοὴ καὶ πᾶσα ἀντίληψι
ἐξ ἴσου ἀγωγός, πομπὸς καὶ σῆμα,
τὸ ἕκαστον τοῦ ἕκαστου περίληψι,
τὸ ἕτερον στοῦ ἕτερου τὸ σχῆμα.

Στὸ τέλος συγχωνεύονται ἀπειρόκαλα
τὸ ψέμμα κι ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ πλάνη
καὶ σάρκες ποὺ λατρεύτηκαν καὶ κόκκαλα
κοινὴ τὰ καταπίνει μιὰ χοάνη,
κοινὰ τὰ ὑλικὰ καὶ ἡ προέλευσι
τοῦ μίσους, τῆς ἀγάπης καὶ τοῦ οἴκτου,
κοινὴ θὰ μοιραστοῦνε τὴν παρέλευσι
τὴς ὅσης προωρίστηκε ἰνδίκτου.

ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗΣ

~ . ~ . ~   .   ~ . ~ . ~

Σοφία Κολοτούρου, Για τον Ααρών Μνησιβιάδη

~ . ~

βίλες θεσσα

Γιώργος Δυνέζης, Πέντε ποιήματα

2091

~ . ~

Λερναίο

Την τάιζα, την πότιζα
της κλάδευα κεφάλια·

μια δράκαινα που φύτεψα
γενναία με ρωτούσε
κι εγώ;
εγώ τη φρόντιζα νυχθημερόν

και κάθε μου απάντηση
λεπίδι που ’πεφτε να κόψει
την κάθε απορία της

μα ξαφνικά στη θέση της
φυτρώνανε δύο άλλες απορίες
και τέσσερις κι οκτώ

κι εγώ απάνταγα
κι εκείνη με ρωτούσε
– εγώ αποκεφάλιζα
κι εκείνη ανθοβολούσε

ώσπου στο τέλος δάγκωσε
και τον πυρσό που άναψα

~ . ~

Kνέφη

Στην κόρη που δεν μίλησε

Άραγε να με θυμάται στην καρέκλα που κοιτά
τους Φλεβάρηδες που πέρασα – καπνίζοντας ταμπάκο
στο λασκαρισμένο της ποδάρι – το κουτσό
όπως και όλοι μας οι μήνες

θαρρώ πως ναι… αλλιώς – προς τι
το γέρμα του λαιμού της – αλλιώς γιατί να κάτσει
κείνο το μαύρο μες το μάτι· αμίλητο

~ . ~

Δεν γράφω πια στα ελληνικά
σχήματα παράξενα εσωστρεφή
υποκαθιστούνε την γραφή μου

κι η κάθε λέξη μοιάζει σωστή
ακτινογραφία – με μια
μαυρίλα στα πνευμόνια της

αλλά δεν είναι απ’ το τσιγάρο
εξωσωματικός ιός παρασιτεί
στη μητρική μου γλώσσα

κι αν κάποτε μου άρεσε η λέξη
που ξεκινούσε από λάμδα
όπως η καλαμιά στο λάμπω

(όλες οι λέξεις δηλαδή
κι αυτές με τα λισγάρια
κι εκείνες με τους λάκκους)

πλέον γοργά κουλουριάζομαι
να διαρκέσω
όσο ένα συναίσθημα
γύρω από τον εαυτό του·

και χτυπάω με σκαρπέλα
και γράφω ακαταλαβίστικα

όμοιος με κινέζικο χαρακτήρα
που σ’ όλους μας αρέσει
αλλά ουδείς καταλαβαίνει

~ . ~

Λυδία

Στην αρχή μετακινούσε
πράγματα με τα χέρια της
έπειτα με το μυαλό της·

τα παιχνίδια που της έκρυβα
στο ανάκλιντρο – χορεύανε
μόλις τα παρατηρούσε

το ίδιο και οι στάλες της βροχής
μεσουρανίς παλινδρομούσανε
στο ρίγος των βλεφάρων της

κι αυτή σε κάθε κεραυνό
να μεγαλώνει
όπως ο μύθος στον καιρό

φοβήθηκα μην τηνε κλέψουνε
μην τηνε κάνουνε πειραματόζωο

άμα σου σβήνει μέσα ο άνθρωπος
σε εξομολογούν τα τέρατα

έσκαψα το μπουντρούμι της
και πέρασα μονοκοντυλιά
το σώμα της

πάνω της να γεννιούνται ανάποδα τα δέντρα
κι οι ρίζες δίχως θαύματα

τώρα ο κόσμος πια μπορεί
ήσυχος να κοιμάται

μέχρι να πει
Λυδία, καλημέρα

~ . ~

Θήτα

Το κίνητρο για φόνο είναι συχνά
το αφανές του θήτα

ακριβώς όπως οι ψαράδες
κρύβουνε μες τα δολώματα τους
το δρεπανάκι του θανάτου

ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΥΝΕΖΗΣ

Ἀθανάσιος Β. Γαλανάκης, Ταχυ(σ)φαγεῖον

αθην

~.~   
Plötzlich hat das Leben
neue Bedeutung.

Ἂς ὑποθέσουμε ὅτι ἡ πόλη εἶναι δάσος.
Δεκαπενταύγουστος· τὰ ζῶα της πεθαίνουν.
Μένουμε λίγοι καὶ καλοί, ὅμως ἡ κρίση
ἐπικαθήλωσε πολλοὺς πάνω στὰ δέντρα.
Βγαίνουν μαζὶ μὲ οἰκογένεια καὶ φίλους
στὴ Φιλαδέλφεια, στὸ Ἡράκλειο, νὰ φᾶνε,
μία κουβέντα γιὰ νὰ ποῦν, σπίτι νὰ πᾶνε
νὰ κοιμηθοῦν, γιατὶ ἀπὸ αὔριο ἐργασία
ἀναλαμβάνουν καὶ ξανὰ στὸ μετερίζι
ὅλου τοῦ χρόνου ποὺ σταματημὸ δὲν ἔχει.
Καὶ εἶν’ ὁ Αὔγουστος σὰν Κυριακῆς τὸ βράδυ,
σὰν τελικὸς τοῦ Παγκοσμίου τοῦ Κυπέλλου,
ὅπως τὰ κάλαντα τῶν Φώτων, τοῦ Λαζάρου,
σὰν τοῦ Ἅι Γιάννη ποὺ ἀρχίζουν τὰ σχολεῖα,
ὅπως τὸ πλοῖο ὅταν φεύγει ἀπὸ τὸν Πόρο
καὶ ἐπιστρέφει στο ἐπίνειο τῆς Ἀθήνας·
σὰν ὅλα αὐτὰ ποὺ ’ν’ διακοπὲς κὶ ὅμως στὸ στόμα
μιὰ γεύση ἄσχημη ἀφήνουν, πρὸς τὸ τέλος.

Μὰ ἂν δουλεύουν καὶ στὸ σπίτι ἐπιστρέψουν
κάποιοι τοῦ δάσους ἔνοικοι, (θαμῶνες ἔστω!)
ποὺ οὔτε φίλο ἔχουν, οὔτε συγγενή,
μία κουβέντα γιὰ νὰ ποῦνε, νὰ γελάσουν,
ὅταν πεινάσουν –λέω– φρόνιμο ὅτι θά ’ταν
νὰ παραγγείλουν καὶ στὸ σπίτι τους νὰ φέρουν
τὸ φαγητὸ ποὺ ὀρέγονται κι ἐπιθυμοῦνε·
ἤ μοναχοὶ –ἂς εἶναι– ἂς πᾶνε ὅπου κι οἱ ἄλλοι:
στὴ Φιλαδέλφεια, στὸ Ἡράκλειο, στὸ Μαρούσι,
κι ὄχι νὰ πνίγουν τὴ μονήρη ὕπαρξή τους
μὲς σὲ τσιγάρα καὶ καφὲ, σὲ καφενεῖα
ποὺ σὲ λεωφόρους φαγητὸ ταχὺ προσφέρουν,
καφὲ φτηνό, κι ἀναπαμὸ στὸν ταξιδιώτη,
ὅπως τὸ Beat, ἢ καὶ τοῦ Γιάννη ἡ Καντίνα
(Ἰφιγενείας μὲ κατεύθυνση τὴ δύση
λίγο πρὶν βγεῖς στὸν κόμβο πού ’ναι τὰ φανάρια
ποὺ ὅσοι ζοῦμε ἐδῶ κοντὰ λέμε “στοῦ Βλάχου”…).

Εἶναι τὰ ζώα αὐτὰ ποὺ ὅταν ἡ φωτιὰ
κατατροπώσει τὸ βουνὸ καὶ φάει τὸ δάσος
μένουνε πίσω καὶ σὲ κάρβουνο πηχτὸ
μεταμορφώνονται καὶ καίγονται ἐπὶ τόπου…
Εἶναι χελῶνες καὶ σκαντζόχοιροι κι ἐλάφια
ποὺ μπλέξαν κέρατα καὶ ὁπλὲς στὰ χαμοκλάδια.
Εἶναι πουλιὰ ποὺ τὴ φωλιά τους δὲν ἀφήνουν
καὶ προτιμοῦν ἀντὶ νὰ φύγουν, νὰ χαθοῦνε,
παρὰ μεγάλη προδοσία νὰ διαπράξουν·
τὸ δάσος τόσο τὸ ἀγαποῦν καὶ τὸ πονοῦνε.
Εἶναι οἱ ἱερεῖς τῆς ἀστικῆς μας ὀμορφιᾶς·
τῆς μοναξιᾶς ποὺ ζεῖ βαθιὰ μὲς στὴν ψυχή μας.
Τὴν πνίγουμε μὲς σὲ καφὲ καὶ σὲ τσιγάρο
τρώγοντας πίτσες ζεσταμένες σὲ τοστιέρες,
πάνω σὲ δρόμους σὰν τὴν ἄσχημη καὶ γκρίζα
Ἰφιγενείας πού ’ναι πρὶν ἀπὸ τοῦ Βλάχου
τὰ αξιοθρήνητα παλλόμενα φανάρια.

 

Δημήτριος Μουζάκης, Εννέα ποιήματα

Dimitris Mouzakis

~ . ~   

Ι.

Eίναι κάποιες καταστάσεις που
σε δυσκολεύουν πολύ στα λόγια.
Μπορείς, βέβαια, να γράψεις ένα ποίημα και
να τις αθανατώσεις εκεί.
Το ποίημα είναι μια πραγματικότητα που
υπάρχει μόνο και μόνο επειδή γράφτηκε.
Το ποίημα δεν είναι λόγια.

ΙΙ.

Όταν ζούσε αναρωτιόμουν αν
τη θαυμάζω τόσο επειδή το αξίζει
ή επειδή είναι η μάνα μου.
Τώρα ξέρω
αν και ποίημα αντάξιό της δεν κατάφερα
και πώς να καταφέρω
αφού μήτε είμαι μήτε θα γίνω ποτέ
αντάξιός της
μήτε κανείς ή τίποτα που έζησα, συνάντησα
ή ξέρω.
Έχει, όμως, μια παράξενη αξία το κεφάλι μου
αφού όταν κι αυτό χαθεί
δε θα ’χει τίποτ’ απ’ τη μάνα μου
ο κόσμος.

ΙΙΙ.

Καθώς διαπιστώνω
ένα πρόσωπο πατέρα το ’χεις μέσα σου
κι όταν στην αγκαλιά κρατήσεις το παιδί σου
βγαίνει και φωταγωγεί τα κύτταρά σου.
Ανακαλύπτω, όμως, κι εν’ άλλο πρόσωπο που
αγνοούσα, μήτε θα μάθαινα ποτέ αν
δε γινόμουνα γονιός.
Αυτό που μου εμπνέει η καρδιά της γυναίκας μου
η γιομάτη δάκρυα και μεστή καλοσύνη
υποχρεώνοντάς με όλο και πιο ψηλά:
καλύτερος πατέρας, καλύτερος σύντροφος
καλύτερος άνθρωπος
χάρη σε σένα, Ιωάννα μου.

IV.

Ο παππούς της γυναίκας μου
αγκάλιαζε τα δένδρα.
Αυτό θα πει γονιός.
Την ώρα που μοσχοβολάς
να σε βλέπει το παιδί σου ώστε
να μη χρειαστεί ποτέ
να υπερασπιστείς το άρωμα.

V.

Δώσε μου μια ώρα, Του ζητώ
να ζωντανέψω τους νεκρούς
για να τα πούμε.
Δε γίνεται, μου λέει
έχουν κι αυτοί τα δικά τους πεθαμένα.
Δεν έχει τελειωμό αυτό το πένθος.

VI.

Όμορφη που ’ναι η μικρή μου κόρη.
Της αρέσει να της τρίβουν το πόδι και
να κοιτά τα άπαντα με διεισδυτική μανία
όταν δεν της αποσπά την προσοχή
η πείνα ή ο πόνος.
Τότε κλαίει με τη χάρη τραγουδίστριας
τσιμπά μια άρπα καμωμένη
απ’ τα μεγάλα μου αγγεία.

VII.

Δεν απέμεινε πια καμία εμμονή.
Αφέθηκα στο αεράκι που φυσά
να ρωτώ τι άλλο θα μου κάνεις
και κείνο ν’ απαντά έχω
έχω να σου κάνω
πέρα από κάθε σύνορο και κάθε φαντασία.
Απόμεινε κραταιά μόνον αυτή η πίστη.

VIII.

Μετά από μακρά ή σύντομη
περίοδο εγωισμών
επιτέλους πεθάναμε.
Πριν το θάνατό μας
δεν καταλάβαμε τίποτα
μετά το θάνατό μας
δεν υπάρχει τίποτα να καταλάβουμε.
Αν σκεπτόμασταν λίγο παραπάνω
ίσως το βάσανό μας να μην ήταν τόσο
οξύ.

IX.

Είναι αργά κι η μικρή μου κοιμάται
συνοφρυώνεται, χαμογελά
αφήνει εν’ αναπαίσθητο αναστεναγμό
σα νυχτερινό άρωμα.
Προσπαθώ να φανταστώ τι βλέπει.
Ίσως βλέπει χρώματα, ίσως σκιές
ίσως φώτα που στην αρχή θεριεύουν κι
έπειτα σβήνουν.
Τα όνειρα της μικρής μου
βυζαίνουν όλο νόημα τα μάτια μου.
Τα δάκρυά μου την ξυπνούν για να θηλάσει.
Η κόρη μου κι η μάνα της σπάνε τα πλευρά μου
για να χωρέσει κι άλλο στήθος γύρω
απ’ την καρδιά μου.
Δεν είμαι ακριβώς χαρούμενος
δεν είμαι ακριβώς θλιμμένος
ειμ’ ένας μυς σε σύσπαση που
προσπαθεί ν’ αντέξει την ευθύνη.

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΟΥΖΑΚΗΣ

 

 

 

 

Ξάνθος Μα·ι·ντάς: Αντιγόνης αντίλογος

Mark Rothko, Antigone (1941)

~ . ~

Η αλήθεια μόνον έναντι θανάτου δίδεται.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Την πρότασή σου για συμβιβασμό
την είχα προμαντεύσει, κι αυτό
μπορώ να πω το είχα απολαύσει.
Ναι την περίμενα. Αδύνατος εσύ
να στέκεις πιέζοντας και παζαρεύοντας
μελοδραματικά για εύκολη λύση.

Μου ζήτησες -το ήξερα αυτό,
μέρες τώρα το ήξερα- στη θέση
του νεκρού αδερφού μου Πολυνείκη
έναν άλλο δύσμοιρο απ’ τους νεκρούς
-έχοντας μεθύσει τους φρουρούς- να βάλεις
κι εγώ τον αδερφό μου από σένα
κρυφά την ίδια νύχτα, σε άνομη συναλλαγή
να πάρω και κάνοντας ότι χρειαστεί,
μακριά από της πολιτείας το σήμα
σε άγνωστο μέρος να τον θάψω.

Κι όλα αυτά για να φανείς στην πόλη,
εσύ Κρέοντα κι ο λόγος σου ο βασιλικός.

Αδιάφορος για την αλήθεια, τους λαβυρίνθους
και για τους δρόμους της τους σκοτεινούς.
Καταπατώντας τους ίδιους σου τους νόμους,
άπολις εσύ, της πολιτείας πολίτης πρώτος
πνιγμένος απ’ το βάρος της συναλλαγής.
Άπολις όχι μόνο εγώ, αλλά εσύ κυρίως.

Μάθε τώρα πώς έγιναν τα πράγματα
και τότε ίσως καταλάβεις
γιατί είναι οι ίδιες σου οι πράξεις
που σ’ έχουνε καταδικάσει.
Α! Τι θλιβερή εικόνα στους υπηκόους σου
θα δείξεις. Σ’ αυτούς που βασανισμένοι
από τις άγριες συνθήκες των καιρών
έχουν ακόμη στην ψυχή το βάρος
του εμφύλιου πόνου. Κι εσύ άθλιους
και πονηρούς και κακορίζικους
τους χλευάζεις και ισχυρίζεσαι
πως ήσυχοι και νωθροί κοιμούνται.

Νύχτα και όχι μόνη μου
έχοντας, πράγμα εύκολο, μεθύσει
τους φρουρούς,
έκλεψα κι έσυρα μακριά το πτώμα
του νεκρού Πολυνείκη. (Αίματα ξεραμένα
πρόσωπο φαγωμένο απ’ τα σκυλιά.)
Κρυφά τον έπλυνα, τον στόλισα,
τότε τον έθαψα και σ’ όλη τη Θήβα
το έκανα γνωστό.

Ω! Τι θεσπέσια νίκη, που μεγαλώνει
σαν σκέφτομαι τις πλάγιες ειρωνικές ματιές
και τα σαρδόνια χαμόγελα των υπηκόων σου.
Την θλιβερή εικόνα σου μπροστά τους,
το κύρος σου το καταρρακωμένο.
Αλλά κυρίως σαν σκέφτομαι
το τέχνασμά σου της συναλλαγής
που έχει καταρρεύσει.

Το θάνατό μου τον προσμένω,
ίσως και να τον έχω αποζητήσει
με όλα αυτά.

Γιατί μια τέτοια πράξη, αντίθετη
στις διαταγές και τους νόμους σου,
που σέβεται τους άγραφους κανόνες
της ζωής
(και μην βαυκαλίζεσαι πως μόνο
τους θεούς του Άδη λατρεύω)
μια τέτοια πράξη με θάνατο πληρώνεται.

Εσύ κρατήσου στην εξουσία
αν μόνο αυτό σε νοιάζει.
Να φαίνεσαι ισχυρός στους υπηκόους
κι ας είσαι έντρομος κι αδύναμος
μια και φοβάσαι.
Μα να το ξέρεις πως κάθε πράξη σου
ανέντιμη, κάθε ψέμα
όλο και πιο πολύ σε βυθίζει,
όλο και πιο κοντά στο θάνατο σε φέρνει
απροετοίμαστο, άβουλο και φοβισμένο.
Η εξουσία είναι κακός της γενναιότητας
δάσκαλος.

Κι αν σκέφτομαι τον Οιδίποδα τώρα,
αν με δάκρυα και θυμό φέρνω στη μνήμη
αυτόν που αφού σκότωσε τον πατέρα του
στης μάνας του το νυφικό κρεββάτι ανέβηκε
– και μη μου πεις πως όλα αυτά
δεν τα γνώριζε. Τα είχε καλά στο μυαλό του.
Ήταν από τον Απόλλωνα δοσμένα
κι ας έκανε πως δεν καταλάβαινε.

Αν τον Οιδίποδα σκέφτομαι τώρα
είναι γιατί σου μοιάζει. Ίδιο τέρας,
αλλοπαρμένος από την δική του εξουσία,
τυφλός πριν ο ίδιος τα μάτια του βγάλει,
άμυαλος και κουφός. Υπαίτιος για τη συμφορά
που έφερε στην πόλη.

Ανίκανος να δώσει τέλος στη ζωή του,
όχι μόνο τότε που έγινε το κακό,
αλλά και όταν βγήκε από το μαντείο,
εκείνο το μεσημέρι, με τον φρικτό χρησμό.

Αν ήθελε να μην επαληθευτεί
η θεϊκή προσταγή,
αν ήθελε να μην σκοτώσει τον πατέρα του
και να μοιχεύσει με την μάνα του,
θα μπορούσε να το είχε κάνει.
Βγαίνοντας από το ιερό θα μπορούσε
να είχε σκοτωθεί επί τόπου.

Πόσο βαριά είναι η αλήθεια
κι οι θεοί πόσο μακριά στέκονται
αβοήθητους αφήνοντας εμάς
τους ανθρώπους.
Μόνοι, λοιπόν στα μονοπάτια
της αναζήτησης, χωρίς θεούς
και σίγουρα χωρίς εσένα
ή τον πατέρα μου τον Οιδίποδα.

Κρέοντα αυτή ήταν η απόφασή μου
κι οι επακόλουθες πράξεις.
Το τέλος μου το γνωρίζω.
Πως, ίσως όχι μόνη, θα βρεθώ
σε νυφικό τάφο.

Μένει εσύ τώρα. Πρέπει να απολογηθείς
στην αγορά.
Αποφάσισε γιατί ήδη ακούγονται,
σε κατατρέχουν.

~ . ~

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Ο Αντίλογος της Αντιγόνης έπεται του Κρέοντα του Κώστα Κουτσουρέλη και συνομιλεί μαζί του.
2. Μερικοί στίχοι προς το τέλος του ποιήματος έχουν την προέλευσή τους στο Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου.