ΝΠ | Κοινωνία & Πολιτική

«Γράμμα από τις Βρυξέλλες», 24.1.2016

index

Βρυξέλλες, 24 Ιανουαρίου 2016

Αγαπημένη μου,

λυπάμαι για την ταλαιπωρία που περνάς κι ελπίζω να την ξεπεράσεις το συντομότερο δυνατόν. Αν και μακριά σου, η σκέψη μου είναι πάντα μαζί σου. Σήμερα σου γράφω έκπληκτη, αλλά και με ανάμεικτα συναισθήματα. Ο λόγος; Πρόκειται για κάτι που μάλλον δεν θα περίμενε να συναντήσει κανείς στην πρωτεύουσα του Βελγίου.

Θες οι θερμοκρασίες, που το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου φροντίζουν για έναν –βάσει ελληνικών δεδομένων- χειμώνα διαρκείας, θες οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, που ως τέτοιοι και λόγω της ‘ξύλινης γλώσσας’ που τους επιρρίπτουν κλπ. χαρακτηρίζονται ως ψυχροί, θα περίμενε κανείς μια γενικότερη ψυχρή ατμόσφαιρα στις Βρυξέλλες. Κακώς!

Μία από τις πρώτες εικόνες που εντυπώθηκαν στο νου μου, ήδη στη διαδρομή από το αεροδρόμιο στο σπίτι, ήταν εκείνη ενός ηλικιωμένου ζευγαριού κρατημένου χέρι-χέρι που περίμενε να διασχίσει το δρόμο. Κάποια στιγμή μάλιστα ο άντρας έσκυψε και φίλησε τη σύντροφό του στο στόμα. «Τι τρυφερό» σκέφτηκα και το θεώρησα μια όμορφη εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα, σαν τις εξαιρέσεις που έχω δει και σε άλλες δυτικοευρωπαϊκές χώρες. Δεν ξέρω αν συνειδητοποιείς τις συνθήκες, τη σημασία και τις προεκτάσεις αυτής της κίνησης.

Σε πληροφορώ, χθες, σε μία και μόνη μέρα, υπήρξα μάρτυρας τεσσάρων παρόμοιων σκηνών, με ζευγάρια διαφορετικών ηλικιών, ντυσιμάτων και προέλευσης. Πρωί-πρωί στο δρόμο για τη δουλειά ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση ένα ζευγάρι γύρω στα πενήντα που κατά πάσα πιθανότητα πήγαινε κι αυτό στη δουλειά χέρι-χέρι. Κατά το πέρας του μεσημεριανού διαλείμματος (ναι, υπάρχει τέτοιο πράγμα εδώ) ‘έπεσα’ πάνω σε ένα καλοντυμένο ζευγάρι που αποχωριζόταν με ένα πολύ τρυφερό φιλί στη γωνία της οδού Λουξεμβούργου. Στο σχόλασμα, ένιωσα έναν νεαρό να επιταχύνει στο πλάι μου, είδα το πρόσωπό του να φωτίζεται ολόκληρο, και λίγα μέτρα πιο κάτω τον έφτασα, μαζί τώρα με την κοπέλα του. Έτσι όπως ακουμπούσαν ζεστά τα μέτωπά τους, θύμιζαν πιγκουίνους, εστεμμένους με τις φωτογραφίες της Γιουσαφζάι και του Σουλτς που περιβάλλουν την πλατεία εισόδου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Αργότερα, προπορευόταν μπροστά μου ένα άλλο ζευγάρι: εκείνος λευκός (αδύνατο να πεις εθνικότητα στις Βρυξέλλες) εκείνη μαυρούλα. Ξάφνου σταμάτησαν στη μέση του πεζοδρομίου της λεωφόρου, αντάλλαξαν ένα φιλί στο στόμα, και ύστερα συνέχισαν την πορεία τους. Αν αυτά γίνονται εδώ, σκέφτηκα, τότε τι πρέπει να συμβαίνει στη θρυλούμενη πόλη του έρωτα και του φωτός; Τώρα, βέβαια, μετά και το τελευταίο τρομοκρατικό χτύπημα, μάλλον αλλού θα είναι στραμμένη η προσοχή του κόσμου.

Όλα αυτά η φίλη σου δεν τα σκέφτηκε ούτε σου τα γράφει από μισανθρωπία. Δεν μπόρεσε όμως να μην την απασχολήσει το γεγονός ότι οι άνθρωποι εδώ έχουν διάθεση για έρωτα και αγάπη ή να μη διερωτηθεί ποιοι είναι οι λόγοι που αυτό συμβαίνει εδώ και όχι στον –περιώνυμο για τον έρωτα– θερμόαιμο Νότο. Ο πατέρας μου είχε πει κάποτε για την εξάσκηση ενός πολύ υπεύθυνου επαγγέλματος ότι για να μπορείς να το εξασκήσεις όπως αρμόζει, θα πρέπει να έχεις λύσει πρώτα το βιοποριστικό σου πρόβλημα. Θα πρέπει να έχεις απαλλαχθεί από κάποιες έγνοιες, ώστε να μπορείς να αφοσιωθείς ανενόχλητος στο λειτούργημά σου. Αυτό, διαπιστώνω, ισχύει για οτιδήποτε πέραν της απλής επιβίωσης και μάλλον εδώ εδράζει η αιτία των ευγενικών, ευδιάθετων και ερωτιάρηδων Βέλγων. Γιατί μπορεί ο έρωτας, η αγάπη και η συντροφικότητα να είναι απαραίτητα στοιχεία της ζωής, όμως στην Ελλάδα του 2016 θεωρούνται ‘τεκμήρια’ του «ευ ζην». Και πέφτει βαρύτατος εκεί ο φόρος, ανεξαρτήτως δε ηλικίας ή ντυσίματος.

Η προβληματισμένη φίλη σου,
Ε.

*Φωτογραφία, κείμενο: Έλενα Σταγκουράκη

«Γράμμα από τις Βρυξέλλες», 20.1.2016

?

Βρυξέλλες, 20 Ιανουαρίου 2016

Φίλη μου,

οι πρώτες μέρες στις Βρυξέλλες περνούν με τα διαδικαστικά. Δεν γνώριζα, δεν είχα συνειδητοποιήσει ούτε φανταστεί πως άνευ 2.500 ευρώ δεν μπορείς καν να υπογράψεις συμβόλαιο και να πάρεις απλώς τα κλειδιά για ένα διαμέρισμα -χώρια τα λευκά είδη, είδη προικός και άλλα είδη. Και μη βάλεις στο νου σου τίποτε πολυτέλειες, αν και –τώρα που το σκέφτομαι– ένα ανεξάρτητο αξιοπρεπές κατάλυμα ίσως να συνιστά χλιδή στο Βέλγιο, ποιος ξέρει; Το δικό μου βρίσκεται πάντως σε κτίριο του 1867, no more no less.

Αντιθέτως, και ομοίως με την Ελλάδα, εξόχως θαυμαστή είναι η ευκολία απόκτησης αριθμού κινητής τηλεφωνίας. Καρτοκινητής για την ακρίβεια. Δεν μπορεί, σκέφτεσαι, κάτι θα έχω παραλείψει. Η διαφορά είναι ότι εδώ έχουν και άλλου είδους καταστήματα, πέρα από αυτά κινητής τηλεφωνίας.

Αυτό όμως που κυρίως έκανε εντύπωση στην πασιονάρια φίλη σου και την χαροποίησε ιδιαιτέρως, πλησιάζοντας εκεί στο ‘Τετράγωνο των Οργάνων’, όπως θα το ονόμαζε (ηχεί σαν «Τρίγωνο των Βερμούδων» ή είναι ιδέα μου;), είναι οι αθλητικοαεροδυναμικές Porsche Carrera. Σιγά το πράγμα θα μου πεις. Για θυμήσου το άλλο το ωραίο του πατέρα μου: «Έτσι μόνο εσείς οι δυο θα σκεφτόσασταν!» Ναι, αλλά ποιες Πόρσε! Πόρσε που τις οδηγούν γυναίκες! Γυναίκες με γούνα και αέρα. Έχω ήδη δει δυο-τρεις. Μπορεί να μην επέλεγα ποτέ αυτό το όχημα (όχι ότι θα μου δινόταν ποτέ η δυνατότητα επιλογής), αλλά βλέποντάς τις νιώθω σαν φίλαθλος ομάδας που βάζει γκολ. Το συμμεριζόμενο πάθος βέβαια δεν σχετίζεται με δυο πόδια που κλωτσούν μια μπάλα για κάμποσα εκατομμύρια ευρώ το χρόνο ούτε με ένα δήθεν ιδανικό, αντιθέτως με μια μακρά ιστορία καταπίεσης κι έναν συνεχή αγώνα αναγνώρισης ή και επιβίωσης. Έτσι, μπερδεύομαι και αδυνατώ να ξεχωρίσω αν βλέπω πράγματι ένα συνωμοτικό μειδίαμα να χαράσσεται στο πρόσωπό μας, εκείνων κι εμένα, ή αν απλώς κι αφελώς το φαντάζομαι.

Φτάνοντας πλέον στις Πύλες του Κοινοβουλίου, λίγο πριν την πλατεία του Λουξεμβούργου, έχει στα δεξιά ένα ιταλικό εστιατόριο. Η ονομασία του, “Senza parole”, μοιάζει με καυστικό υπαινικτικό σχόλιο μπροστά σε έναν χώρο όπου κατεξοχήν δεσπόζει η Λέξη, δομημένη σε Οδηγίες, Εκθέσεις ή και απλές συνομιλίες μεταξύ υπαλλήλων, μα κυρίως στο Διάλογο, πάνω στο ανοιχτό πνεύμα του οποίου βασίζεται η ίδια η ουσία της Ένωσης. Θα προτιμήσω λοιπόν το –εξίσου ιταλικό– άσμα “Parole, parole, parole” της Μίνας, και η ερμηνεία δική σου!

Σε φιλώ,
Έλενα

ΥΓ.: Να μου φιλήσεις τα παιδιά!

*Φωτογραφία, κείμενο: Έλενα Σταγκουράκη

«Γράμμα από τις Βρυξέλλες», 17.1.2016

20160116_125939

Βρυξέλλες, 17 Γενάρη 2016

Καλή μου,

έφτασα πια στην περιλάλητη πρωτεύουσα του Βελγίου. Δεν μπορώ να παραπονεθώ, με υποδέχτηκε ένας ήλιος λαμπρός, παρά τις επανειλημμένες και διαφορετικής προέλευσης προειδοποιήσεις για έναν ακατάπαυστα βροχερό και σκοτεινό ουρανό. Τα δελτία καιρού που συμβουλεύτηκε η φίλη σου και προέβλεπαν θερμοκρασίες υπό του μηδενός αποδείχθηκαν –τύχη αγαθή– επίσης αναληθή.

Μη σου περάσει βέβαια από το μυαλό πως η ηλιοφάνεια συνεπάγεται και συναφείς με τις ελληνικές θερμοκρασίες. Το λευκό μάννα με προϋπάντησε για αρκετή ώρα κατά την προσγείωση. Λευκές εκτείνονταν οι απέραντες πεδιάδες του Βελγίου και η φίλη σου –με τη γνωστή λατρεία της για τα σύμβολα και τα σημεία– παιδευόταν με σημασίες κι ερμηνείες. Σε αποζήτησε εκείνη τη στιγμή. Άραγε πώς θα το ερμήνευες εσύ; Καλό σημάδι το λευκό για μια διαμονή αγνή, ανέφελη κι ευχάριστη ή προάγγελος μιας περιόδου που θα τη στέψει η θλίψη και το πένθος; Και για τα δύο στέκει το λευκό. Και να που η απάντησή σου υπήρξε άμεση –άλλη πάλι αυτή η ικανότητα της φίλης σου να επικοινωνεί νοητά με τους δικούς της–. Ενώ για χιλιόμετρα επί χιλιομέτρων το λευκό χαλί απλωνόταν κάτω απ’ τα πόδια μου, καθώς πλησιάζαμε στο αεροδρόμιο η γης ξεγυμνώθηκε. Κι όχι μόνο εκεί, αλλά και στα περίχωρα και παντού στην πόλη. Και ήρθε στο νου μου η φράση σου, μόλις δυο βράδια νωρίτερα. «Ό, τι είναι, θα ξεκαθαρίσει γρήγορα». Και ηρέμησα.

Στην έξοδο του αεροδρομίου συνάντησα και την τελευταία βρυξελλιώτικη μόδα: κομάντος σε ζευγαρωτή περιπολία. Καλάσνικοφ ανά χείρας, πιστόλι στη μέση, αλεξίσφαιρο που δεν το διαπερνάει ούτε κανόνι, στολή παραλλαγής, μπότες κι ένα σωρό άλλα μαραφέτια που δεν θέλησα ούτε θα ήμουν σε θέση να αναγνωρίσω. Δεν αισθάνθηκα ούτε στιγμή πιο ασφαλής. Αντιθέτως. Μπήκα κι εγώ σε συναγερμό. Επομένως όχι, δεν οφειλόταν σε έλλειψη εγρήγορσης –και ας μου τα ψάλλεις– που δεν ανταπέδωσα το παιχνιδιάρικο κατά τα άλλα βλέμμα του ενός. Ποιος είπε άλλωστε ότι αληθεύει πως η εξουσία και η στολή έχουν απαραιτήτως αφροδισιακή επίδραση στις γυναίκες;

Σε φιλώ,
Έ.

*Φωτογραφία, κείμενο: ‘Ελενα Σταγκουράκη

Γ. Ηλιόπουλος-Δ. Ελέας: Σχόλιο στον Στέλιο Ράμφο

Για το απόσπασμα από το τελευταίο βιβλίο του Στέλιου Ράμφου, το σχετικό με τον Παναγιώτη Κονδύλη, που προδημοσιεύσαμε τον Μάιο, λάβαμε επιστολικώς και αναρτούμε το ακόλουθο κείμενο.  

* * *

Ο Ράμφος ως οικοδεσπότης και το χρέος της μεγαλοφυΐας

των ΓΙΩΡΓΟΥ Η. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ και ΔΗΜΗΤΡΗ ΕΛΕΑ

Μετά την πρώτη ανάγνωση του κειμένου του Στέλιου Ράμφου για τον Παναγιώτη Κονδύλη (1943-1998), το οποίο δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο του ΝΠ, ήταν σίγουρο ότι θα ακολουθούσε και επόμενη ανάγνωση μετά την πρώτη δυσάρεστη έκπληξη. Την ημέρα εκείνη του Μαΐου, εξ άλλου, είχε ανέβει απότομα κι ο υδράργυρος… Ο ίδιος ο Ράμφος μιλώντας για τον Κονδύλη, καταφέρνει αρίστως να μιλάει για έναν σημαίνοντα εκλιπόντα, καταφέρνοντας συνάμα να πνίγεται μέσα στην θάλασσα του κονδυλικού έργου ή, αν δεν συμβαίνει αυτό (ανθρώπινο είναι να κάνουμε λάθος), τότε ο Ράμφος μιλάει για τον Κονδύλη, όπως μιλάει ο θείος αναφερόμενος στον ξεροκέφαλο ανιψιό του.

Η Τίνα Μανδηλαρά που σαφώς ένιωσε την ίδια έκπληξη, έγραψε σε ένα κοινωνικό δίκτυο την 6η Μαΐου του 2015: «Να μην έχεις καταλάβει λέξη από Κονδύλη και να θες να ασκείς και κριτική. Ας μαζέψει κάποιος τον Ράμφο επιτέλους!!». Είναι, ασφαλώς, υπερβολή να ισχυριστεί κανείς κυριολεκτώντας ότι ο Στέλιος Ράμφος «δεν έχει καταλάβει ούτε μία λέξη». Στη διάρκεια της υπερτριακονταετούς γνωριμίας και σχέσης τους δεν μπορεί, κάτι θα έπιασε. Το πρόβλημα δεν είναι η αφομοιωτική ικανότητα του «φίλου Στέλιου» (για τον Κονδύλη είναι βέβαιο ότι η όποια προσωπική φιλία δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι «φιλτέρα της αληθείας»). Το πρόβλημα είναι ότι στη μονομερή κατανόηση του κονδυλικού έργου (στο εσωτερικό του οποίου ο Ράμφος εντοπίζει, με σχετική ευστοχία, αντινομίες και όρια) ο ίδιος δεν έχει να αντιτάξει παρά μόνο κάποιες δογματικές τοποθετήσεις, προβληματικές, αν μη τι άλλο, εξ αιτίας του τρόπου με τον οποίον εκφέρονται. Το θεμελιώδες πρόβλημα της επιφανειακής κριτικής του στον Κονδύλη, από την άλλη, έγκειται στην αδυναμία του να εντοπίσει τη δύναμη του κονδυλικού έργου ακόμη και στα σημεία – κατά μείζονα λόγο, ίσως, σ’ αυτά – όπου εμφαίνονται αδυναμίες. Και τούτο διότι ο Κονδύλης, δεν πρέπει να λησμονούμε, ήταν κατ’ εξοχήν ένας στοχαστής που δεν δίστασε να αναμετρηθεί με ερωτήματα κρίσιμα και οριακά για κάθε στοχαστική προσέγγιση ερωτημάτων της πρακτικής, κυρίως, φιλοσοφίας.

Στο κείμενό του ο κύριος Ράμφος προσπαθεί να πλέξει τις λέξεις – και οι λέξεις είναι καλό να πλέκονται όταν παράγεται κρυστάλλινο νόημα και όχι νόημα που είναι είτε διφορούμενο μέσα στην ομίχλη, είτε νόημα απαξιωτικό για τον Κονδύλη. Ο Ράμφος καταφέρνει και εξισώνει τον εαυτό του με τον Κονδύλη. Έτσι απλώνονται σαν τραχανάς μέσα στο κείμενο διάφορες «χαριτωμένες και παροδικές αστοχίες». Ο Κορνήλιος Καστοριάδης λέει ρητώς σε ένα κείμενό του «το να σκέφτομαι δεν σημαίνει οικοδομώ Παρθενώνες», ο Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν κάνει λόγο για «κουταμάρες με τη σέσουλα» που είναι καλές για να περνάει η ώρα και μόνο, αλλά και ο ίδιος ο Κονδύλης διαπιστώνοντας απουσία εργασιακού ήθους στο χώρο του πνεύματος μίλησε για τις «πασίγνωστες επιχώριες έξεις της πνευματικής νωθρότητας, του εξυπνακισμού και της ημιμάθειας». Έτσι είναι λυπηρό, μα από την άλλη φυσιολογικό κι αναμενόμενο, που στην πνευματική δημοσιότητα της Ελλάδας δεσπόζουν ρητορεύουσες και δημοσιοσχεσίτικες ασημαντότητες. Δεσπόζουν οι μίμοι, οι ψυχικά κλονισμένοι γελωτοποιοί και οι νοσοκόμοι τρελοκομείου που δηλώνουν διανοούμενοι.

Μια σημαντική ιδιοφυΐα – όπως υπήρξε ο Κονδύλης, με τη συγκρότηση του αναλυτικού και του στρατηγικού νου που είχε – δεν μπορεί να είναι σε κατάσταση ταραχής, όπως διεπίστωσε ο Ράμφος ως οικοδεσπότης. Θυμίζουμε πως ήδη είχε γράψει και εκδώσει το opus Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, αλλά και την επιμελημένη ελληνόγλωσση έκδοση της Θεωρίας του Πολέμου με το περίφημο επίμετρο υπό τον τίτλο: «Γεωπολιτικές και στρατηγικές παράμετροι ενός ελληνοτουρκικού πολέμου». Μήπως ταραχή ένιωθε ο οικοδεσπότης; Μήπως διάβασε, κατά λάθος, την ψυχική του κατάσταση εκείνη την ημέρα στο πρόσωπο του φιλοξενούμενου Κονδύλη; Ας μην ξεχνάμε πως ο ίδιος ο Σίγκμουντ Φρόυντ, όταν συναντούσε τον κύριο ανταγωνιστή του Καρλ Γιουνγκ, κάνα δυο φορές έχασε τις αισθήσεις του και λιποθύμησε μπροστά του.

Ο Ράμφος ακόμη και στα πιο στοχαστικά του κείμενα μπορεί να διαβαστεί ως ποιητής και ως συγγραφέας, αλλά μέχρι εκεί. Η ερμηνευτική του ελληνισμού μέσα στην σύνολη εργασία του δεν στερείται γραπτού πολυτονικού όγκου, αλλά στερείται πραγματικής ουσίας ή και πρωτοτυπίας. Είναι ένα μεγάλο ερώτημα το πώς ο ίδιος αναγιγνώσκει τον εαυτό του. Το κάνει άραγε από καιρού εις καιρόν; Εμείς πάντως ακολουθούμε μια ανάγνωση στο έργο του Ράμφου, και σεβόμαστε την προσπαθειά του, αλλά σαφώς βλέπουμε ότι τα πνευματικά εργαλεία που χρησιμοποιεί ή υπαινίσσεται, υπολείπονται κατά πολύ των εργαλείων που έριξε στη μάχη των ιδεών ο Κονδύλης. Και με βάση τα εργαλεία αυτά, της παλαίστρας του κληρονομημένου λόγου δηλαδή (που ο Καντ τα σφυρηλατούσε κάθε πρωί για δεκαετίες, με πυξίδα το λατινικό μότο Sapere aude πριν τις διαλέξεις που έδινε στο Πανεπιστήμιο του Königsberg) δεν μπορούμε να δούμε πώς θα μπορούσε να σταθεί το όποιο έργο του Στέλιου Ράμφου δίπλα στο αξιόλογο και ρηξικέλευθο έργο του Κονδύλη. Το να τα βάλουμε και εμείς, δίπλα-δίπλα, είναι ένα αστείο ατόπημα που θα ισοδυναμούσε με το να αγοράζαμε εισιτήριο πρώτης θέσης στον Τιτανικό. Δεν το κάνουμε και είναι καιρός να σκεφτούν σοβαρά επί του θέματος όσοι είναι ακόλουθοι του Ράμφου ή και συνομιλητές του ακόμη, για ένα μικρό ποσοστό φήμης ποτισμένης με θλιβερή ματαιότητα στις όχθες του Ρουβίκωνα.

Ο Ράμφος «διαδηλώνει» πως έχει ακολουθήσει τον μονήρη βίο του στοχαστή, ως ακόλουθο προνόμιο κρατάει σφιχτά για τον εαυτό του την «πνευματική διάσταση του νοήματος». Ο Κονδύλης από τη μεριά του έπραττε ουσιαστικά το ίδιο και δεν ένιωσε ποτέ την ανάγκη να το διαλαλήσει στο πανελλήνιο. Όσο ζούσε ο Κονδύλης, δεν υπήρχε καλά-καλά ούτε δημοσιευμένη φωτογραφία του και ο Κονδύλης για να γίνει Κονδύλης «έφτυσε αίμα», προπαντός στη Γερμανία όπου και έλαμψε. Ο Ράμφος, εν αντιθέσει, επιζητεί την εν Αθήναις δημοσιότητα και καλά θα κάνει να συνεχίσει τις διαλέξεις του και να συνεχίσει να εναγκαλίζεται και να θωπεύει τη βυζαντινή σκέψη και τους Πατέρες της Εκκλησίας, αφού, αν μη τι άλλο, η ζεστή αγκαλιά τους είναι σαν παρηγοριά. Μακάρι αυτή η αυστηρή πορεία του «πιστού» Ράμφου να ήταν πραγματικά στοχαστική και ανατρεπτική και όχι μια πορεία που καταλήγει στην εκκλησιαστική πεπατημένη. Διότι, δυστυχώς, είναι αμφίβολο αν μέσα από την όποια δογματική ορθοδοξία μπορούν να εξασφαλιστούν τα νοητικά εργαλεία που είναι απαραίτητα για μια ουσιαστική ανάγνωση και εις βάθος κατανόηση του έργου του Παναγιώτη Κονδύλη: πρόκειται για το έργο ενός στοχαστή που δίνει αυθεντικό νόημα στη λέξη ιδιοφυΐα. Δυστυχώς, όμως, στις μέρες μας, ο Κονδύλης έχει ανάγκη από υπεράσπιση, καθώς το έργο του είναι αφ’ εαυτού δυσπρόσιτο, αγγλιστί «a tough nut to crack» και μπορεί εύκολα να πέφτει θύμα κακομεταχείρισης.

Οι υπογράφοντες χαιρετούμε και ασπαζόμαστε την παρέα του Κονδύλη στον «Κάτω Κόσμο» και με δέος «φανταζόμαστε» τις διαλεκτικές του αναζητήσεις με στοχαστές σημαντικού διαμετρήματος και βεληνεκούς, όπως: Θουκυδίδη, Μακιαβέλλι, Χέγκελ, Κλαούζεβιτς, Μαρξ, Βέμπερ και άλλους. Τα πράγματα στον «Πάνω Κόσμο», και δη τον ελληνικό και πνευματικό, είναι τα ίδια όπως τα άφησε, αν δεν είναι ήδη και χειρότερα, καθώς κυριαρχούνται από τις εναλλαγές και τις συγκρούσεις ανάμεσα στις εμπαθείς κριτικές και τις άκριτες εξυμνήσεις («λιβανωτούς»): Διότι όσο απορριπτέα είναι η ανεύθυνη και αδόκιμη κριτική, το ίδιο απορριπτέο είναι και το «λιβάνισμα» που, αφρόνως, με τη μορφή «παρασιτικού σχολιασμού» και «ύπουλης αυθεντίας», εκδηλώνεται ενίοτε στη δική του μνήμη και στο όνομά του. Το όνομά του, πάντως, θα παραμένει ορισμός αυτού που πραγματικά οφείλει να είναι το χρέος της μεγαλοφυΐας: το χρέος ενός homo universalis, ενός κριτικού στοχαστή και πρωτότυπου διανοουμένου στην Ευρώπη και τον άτακτο κόσμο του σήμερα με τα οικονομικά, τα γεωπολιτικά, τα οικολογικά του προβλήματα και, προπαντός, τα προβλήματα στο ψυχικό απόθεμα των ανθρώπων και στην πνευματική συγκρότησή τους.

«Ο τελευταίος των ηρώων»

 

Από το αντάρτικο πόλης στη θέση του Πρώτου Πολίτη της Ουρουγουάης –
ένας συμβιβασμένος επαναστάτης ή ένας οιονεί επαναστατημένος κομφορμιστής;

*

της ΕΛΕΝΑΣ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Σε συνάντησή του με τον Πρόεδρο των ΗΠΑ, Ομπάμα, δεν διστάζει να τον συμβουλέψει πως ο λαός του θα έπρεπε να καπνίζει λιγότερο και να μαθαίνει και καμιά ξένη γλώσσα. Σε ομιλία του στα Ηνωμένα Έθνη, προτρέπει τους απεσταλμένους να σταματήσουν να συρρέουν σε ανούσιες και πανάκριβες γενικές συνελεύσεις, οι οποίες επιπλέον δεν ωφελούν σε τίποτα. Κάποιοι τον χαρακτηρίζουν ως τον Νέλσον Μαντέλα της Λατινικής Αμερικής ενθυμούμενοι τα χρόνια που πέρασε στις φυλακές, άλλοι τον κατηγορούν για ευφυολογήματα και διάβρωση της ισπανικής γλώσσας, φτάνοντας ώς το σημείο να του επιρρίπτουν ευθύνη ακόμη και για το στρατιωτικό πραξικόπημα του ’73. Τι ισχύει για τον απελθόντα Πρόεδρο της Ουρουγουάης, Χοσέ Μουχίκα, τον καλούμενον «Πέπε»; Άγιος ή δαίμονας; Ο ίδιος απαντά: «Αν δεν είχα ζήσει όσα έζησα, ίσως να μην ήμουν αυτός που είμαι. Είμαι παιδί της ιστορίας μου».

Ο Χοσέ Αλμπέρτο Μουχίκα Κορντάνο γεννήθηκε το 1935 στο προάστιο Πάσο ντε λα αρένα (αυτολεξεί «Πέρασμα της άμμου») στο Μοντεβιδέο της Ουρουγουάης. Με προγόνους βασκικής καταγωγής, μετανάστες στην Ουρουγουάη, και μητέρα ιταλικής καταγωγής, έμεινε ορφανός από πατέρα στα οχτώ του χρόνια. Έκτοτε συνέβαλλε ως παιδί στα έσοδα του νοικοκυριού διανέμοντας ψωμί και πουλώντας κρίνα που έβρισκε στο πίσω μέρος της αυλής του σπιτιού του.

Την εποχή εκείνη η Ουρουγουάη γνώριζε πρωτοφανή ανάπτυξη, προμηθεύοντας μαλλί και βοδινό κρέας στην ταλανισμένη από τους πολέμους Ευρώπη. Ήδη το 1930, η μικρή αυτή χώρα, η οποία ποτέ δεν ξεπέρασε τα 3,5 εκατομμύρια πολίτες, συγκαταλέγονταν μεταξύ των δώδεκα πλουσιότερων χωρών του κόσμου βάσει του κατά κεφαλήν εισοδήματος, γεγονός που έκανε κάποιους να την ονομάζουν «Ελβετία της Λατινικής Αμερικής».

Νέος, τότε, ο Μουχίκα εργαζόταν για τον δημοφιλή αριστερό πολιτικό, Ενρίκε Έρρο, ωστόσο σταθμός στη ζωή και την πορεία του υπήρξε η συνάντησή του με τον Τσε Γκεβάρα στην μετεπαναστατική Κούβα. Στην Ευρώπη και στην Ελλάδα, ο Τσε έφτασε πλέον ως ήρωας, ως ιδανικό, ως σύμβολο τυπωμένο σε σημαίες και μπλουζάκια, όμως δεν είμαστε σε θέση να υποθέσουμε καν το χάρισμα αυτής της προσωπικότητας, κάτι στο οποίο συναινούν σύντροφοι και αντίπαλοί του, ούτε βέβαια τον αντίκτυπο της γνωριμίας μαζί του, κάτι για το οποίο γράφουν ανεξαιρέτως όλοι όσοι τον γνώρισαν, πολιτικοί, ποιητές, συγγραφείς και καθημερινός κόσμος. Ο Μουχίκα περιγράφει τη συνάντησή του με τον μεγάλο επαναστάτη: «Ήταν ανεπανάληπτος, πρωτοπόρος, και σημάδεψε τα νεανικά μας χρόνια». (περισσότερα…)

Elena Stagkouraki: El Último de los Heroes*

jose_mujica_by_robertobizama-d6zq9kn

De la guerrilla urbana al cargo de Primer Ciudadano del Uruguay– un rebelde comprometido o algo así como un conformista cuasi revolucionario?

por ELENA STAGKOURAKI

En un encuentro que mantuvo con el Presidente de EE.UU., Obama, no duda en aconsejarle que su pueblo debería fumar menos y aprender alguna lengua extranjera. En un discurso en las Naciones Unidas, insta a los delegados a que dejen de asistir a asambleas generales carísimas y sin sentido, que además no benefician en nada. Algunos lo caracterizan como el Nelson Mandela de América Latina, al recordar los años que pasó en la cárcel, otros – políticos en su mayoría – lo acusan por la agudeza de sus palabras y la corrosión de la lengua española, llegando al punto de atribuirle responsabilidad por el golpe de estado militar del ’73. ¿Qué es válido acerca del saliente Presidente del Uruguay José Mujica, al que llaman “Pepe”? ¿Ángel o demonio? Él mismo responde: “Si no hubiera vivido lo que viví, quizás no sería el que soy. Soy hijo de mi historia”.

José Alberto Mujica Cordano nació en 1935 en el suburbio de Montevideo Paso de la Arena. Con antepasados vascos, inmigrantes en Uruguay y madre de ascendencia italiana, quedó huérfano de padre a los ocho años de edad. Desde entonces contribuía como niño en los gastos del hogar repartiendo pan y vendiendo lirios que encontraba en el patio del fondo de su casa. En esa época el Uruguay vivía un crecimiento sin precedentes, abasteciendo de lana y carne vacuna a la Europa atormentada por las guerras. Ya en 1930, este pequeño país, el cual nunca superó los 3,5 millones de habitantes, había sido catalogado como uno de los doce más ricos del mundo, según el ingreso per cápita, por lo cual algunos lo llamaron “la Suiza de América”.

De joven, Mujica trabajó para el famoso político de izquierda entonces diputado nacionalista, Enrique Erro, sin embargo, hito en su vida y su trayectoria constituyó su encuentro con Ché Guevara en la Cuba posrevolucionaria. En Europa y en Grecia, el Che ha llegado a ser casi como un héroe, como un ideal, como un símbolo estampado en banderas y camisetas. Sin embargo, no estamos en condiciones de imaginar siquiera el carisma de esta personalidad, asunto sobre el cual coinciden sus camaradas y opositores, ni por supuesto, el resultado de haberlo conocido, sobre lo cual escriben todos los que lo conocieron, políticos, poetas, escritores y personas en general. Mujica describe su encuentro con el gran revolucionario: “Fue irrepetible, pionero y marcó nuestros años de juventud”.

Alrededor de 1970, el Uruguay ya era otro: inflación, pobreza, estancamiento. En 1962-63 habían precedido manifestaciones fascistas, así como la situación del asilo de la Universidad y su ocupación, similar a la de nuestra Universidad Politécnica en 1973. Con el ideal puesto en el Che Guevara y en Cuba, y dada la fisionomía urbana de Montevideo, Mujica, junto con un grupo de su misma ideología, se volcó a la guerrilla ciudadana, dentro de la organización “Tupamaros”, cuya denominación proviene del nombre del revolucionario peruano del siglo XVIII, Túpac Amaru II. Los tupamaros evitaban el dogmatismo y actuaban según el método de ensayo y error. Se caracterizaban por evitar la violencia, por tener una visión objetiva de la justicia y por el simbolismo-teatralidad de sus acciones. De este modo, ingresarían en el domicilio de un juez infame, sólo para quitarle las armas y una máquina de escribir que más tarde devolverían (junto con una amenaza) ya que la usaba el hijo del juez para sus estudios. Ingresarían en un banco de inversión, propiedad de un ministro del gobierno, para arrebatar no sólo una abultada suma, sino también las listas de las que se rumoreaba que contenían transacciones ilegales, las cuales dejarían en la puerta de la fiscalía para que los culpables pudieran ser juzgados y encarcelados. O incluso, efectuarían una redada en el casino de San Rafael y devolverían las propinas a los trabajadores. Por todo eso, el periódico The New York Times los calificó como “guerrilleros de Robin Hood”. Respecto a su participación en el grupo de los tupamaros, Mujica comentará que fue una reacción frente al hecho de que la mitad del Uruguay pertenecía a mil doscientas familias, las cuales eran consideradas más patriotas, exactamente por eso, por ser propietarias de la mitad de la patria. “Nosotros no queríamos ser filósofos charlatanes de boliche”. Pero el que tiene armas, tarde o temprano las usa. En marzo de 1970, un policía reconoció a Mujica, por lo que ambos empuñaron sus armas. Como resultado, dos policías fueron heridos por los disparos de Mujica que fue a parar a la cárcel herido, ya que recibió seis disparos. Como dirá él mismo décadas después, “a la primavera le siguió el crudo invierno”, tanto en lo personal como en lo colectivo. Fue a la cárcel (de la que logró escapar dos veces) por más de una década y conoció el aislamiento en celdas sin retrete que llevaban a la mayoría hasta la locura. Pero la vida pacífica de Montevideo también fue perturbada por los tupamaros, que cometían secuestros, ataques con bombas y ejecuciones que cambiaron la opinión pública sobre ellos. Los disturbios reinaban y entonces se le encargó al ejército el desmantelamiento y exterminio de los tupamaros, hecho que se cumplió con éxito en menos de un año. Entre los últimos que arrestaron, en agosto de 1972, estaba Mujica, a quien encontraron durmiendo con una ametralladora y una granada de mano. Al año siguiente, en 1973, fue el golpe de estado bajo el gobierno de Juan María Bordaberry. Muchos consideraron responsables a los tupamaros.

Cuando salió de la cárcel con la pelela bajo el brazo y orgulloso por su acervo, Mujica ya no era el mismo. No era que hubiera claudicado o renunciado. Sino que más bien en la cárcel se hizo adulto. Eso es a lo que se refirió cuando habló sobre las revoluciones y los levantamientos: “Me gusta esta energía de juventud y la espontaneidad, pero creo no va dirigir a nada si no madura.” Y esto lo dice la misma persona que hizo estallar fábricas de propietarios extranjeros y que mucho más tarde, como Presidente del Uruguay, los beneficiaría reduciendo impuestos. “Necesariamente tiene que funcionar el capitalismo y necesariamente tienen que aumentar los impuestos para poder afrontar los serios problemas que tenemos. El intento de superar todo eso de una sola vez tendría como resultado que sufran las mismas personas por las que se lucha”. Algunos viejos compañeros lo critican: “Algunos dejaron sus ideales en sus celdas”, dirá Jorge Sabalsa. ¿La respuesta de Mujica? “Algunos de los viejos compañeros no entienden, no ven que cada día luchamos contra los problemas de la gente y no entienden que la vida no es una utopía.”

Prefiriendo la participación activa a la marginación, hecho que les permitió contribuir enérgicamente en el desarrollo político, los tupamaros formaron parte del Parlamento y del “Frente Amplio” en 1989. A pesar de eso, para algunos, como el analista político Adolfo Garcé, parecen estar preparados para recordar de un momento a otro el pasado y actuar de manera oculta. En las elecciones de 1994, los tupamaros consiguieron dos escaños en la Cámara de Diputados, uno de los cuales lo obtuvo Mujica.

A partir de ahí, Mujica continuará su trayectoria estable y ascendente en la política, hasta las elecciones del 2009, en las que fue electo Presidente de la República, cargo que asumió y ejerció hasta el año 2014. Incluso la ceremonia de su juramento estará a cargo de la Presidenta del Poder Legislativo, esposa y compañera en las ideas, Lucía Topolanski. Topolanski, proveniente de una familia acomodada, fue también miembro de los tupamaros, desarrollando con una actividad intensa. De niña la llamaban “la Flaca”, sin embargo los tupamaros cambiaron su apodo por el de “la Tronca”, porque era fuerte y dura. Se casó con Mujica recién en 2005, después de veinte años de convivencia y trece años que pasaron presos en cárceles diferentes. La Constitución del Uruguay no permite la reelección sucesiva del Presidente de la República, el cual es votado directamente por el pueblo, y así a Mujica lo sucedió Tabaré Vázquez.

En cuanto a su carácter político, Mujica, aclara: “La gente no me votó porque fui tupamaro, pero tampoco oculté mi pasado”. Y en otra oportunidad dijo: “quizás me votaron porque les digo la verdad sin vueltas, aún cuando no les guste”. Un trago amargo similar habrá sentido el día en que fue electo Presidente, al votarse también el rechazo a la anulación de la amnistía a las personas que ejercieron un rol activo durante la dictadura.

El ex Presidente se auto caracteriza como liberal, considerando como máximo desafío y logro, su mezcla de idealismo y pragmatismo. De este modo, el Mujica pragmático considera inútil la lucha contra la globalización e incluso recurre a la siguiente comparación: “Es algo parecido a cuando me miro al espejo y me veo las arrugas: no me gustan, sin embargo son inevitables.” Por otra parte, como explica, el problema de la globalización no es un fenómeno en sí mismo, sino la falta de voluntad política. “La globalización es un error porque es gobernada por el mercado y no por la política. A los gobiernos sólo les importan las elecciones nacionales, de ahí que nadie se ocupe seriamente de los numerosos problemas del mundo. Esto no significa, claro, que sea inevitable que alguien viva en sistemas capitalistas. Si así fuera, no habría confianza en el hombre, que si bien puede tener muchos defectos, tiene también unas posibilidades impresionantes”.

Según Mujica, de lo que nos debemos ocupar principalmente es del aquí y ahora, del tema de la pobreza y mejorar la vida diaria, mientras que por el contrario, la utopía del idealismo de hecho se orienta hacia el futuro. En cuanto a su propia vida, refuta, la calificación de “el Presidente más pobre del mundo” diciendo, en concordancia con Séneca, que pobre no es el que tiene poco, sino el que quiere cada vez más viviendo consumido por el deseo y sin disfrutar la vida. “Cuanto más se rodea alguien de bienes materiales, más tiempo necesita para administrarlos. Por eso nosotros [él y su esposa] vivimos hoy como hace cuarenta años, en el mismo barrio, con las mismas personas y las mismas cosas. Uno no deja de ser una simple persona por el hecho de haber sido electo Presidente.”

De todos modos, estas palabras en el caso del “Pepe” no fueron dichas en el aire aunque generalmente los políticos no logran superar con éxito el obstáculo que los separa de lo deseable y del compromiso asumido. Durante su presidencia, Mujica rechazó todos los honores que se le ofrecieron en razón de su cargo, desde el palacio presidencial hasta el uso de auto oficial con chofer. En vez de eso, permaneció en su simple casa de tres ambientes en una chacra fuera de Montevideo, donde cultiva flores, que luego vende para ganarse la vida. En vez de un lujoso Mercedes Benz con vidrios oscuros maneja su escarabajo azul del ’70 que él mismo, dentro de lo posible, va reparando. Tampoco le teme al tractor, y las fotos suyas sobre este vehículo dan la vuelta al mundo. Más debería uno temerle a lo que él califica como “pobreza espiritual”: “Nuestra vida se ha vuelto más simple, pero esto trae aparejado la falta de creatividad”.

Además, como Presidente, Mujica hizo lo que habría sido suficiente que hubieran hecho los políticos griegos para convencer a su pueblo sobre la necesidad de asumir los sacrificios que impone la crisis actual. Por iniciativa propia, cedió el 90% de su sueldo al sustento de familias monoparentales como consecuencia del abandono del hogar por el cónyuge. “Las mujeres que con mayor frecuencia son víctimas de la discriminación, son las que viven en condiciones de pobreza. La violencia de género se observa principalmente en las clases sociales más bajas. Las niñas pobres, no son bien tratadas por nuestra sociedad”, reconoce Mujica.

Para el ex presidente, el conflicto de las clases sociales es un hecho. “Sí, se trata sin duda de una guerra. Es absurdo que una mujer se refiera a su empleada doméstica como ‘compañera’, desde el momento en que la primera es la jefa y la otra una sirvienta.” De ahí que uno de los objetivos centrales de la presidencia de Mujica fuera la eliminación de las diferencias sociales y el logro de la igualdad. No de la mal interpretada, por la cual todos son iguales, sino la igualdad de oportunidades que es muy importante y dista mucho de existir en su país, aunque también existe en las sociedades de la mayoría de los países, añadiríamos nosotros.

Las reformas progresistas durante su gobierno hicieron popular a Mujica en todo el mundo, aunque él no se sienta tan entusiasmado por el progreso logrado. “Es posible que estas reformas obedezcan al sentido de justicia y respeto de los derechos humanos, sin embargo la causa del problema sigue siendo y no es otra que el conflicto entre las clases sociales”. El Uruguay ha aprobado recientemente la ley que despenaliza el aborto hasta la décimo segunda semana del embarazo, así como también el matrimonio entre homosexuales. Sin embargo, el Presidente comenta sencillamente que la homosexualidad “es un fenómeno tan viejo como la humanidad. Lo ideal es que cada uno vivía como quiera”.

Vernazza, asesor de Mujica, comentó que en los cuarenta años de su carrera nunca antes había conocido a una persona tan flexible y de tan amplia capacidad de adaptación. Mujica lo había contratado para que normalizara la situación y que las empresas no amenazaran con abandonar el país en caso de que ganara las elecciones. Fue Vernazza quien asesoró al Presidente en el cuidado de su apariencia y lo convenció a peinarse y a usar camisa. De este modo, aunque sin llegar a un total acuerdo con sus ideas y sus costumbres, Mujica adoptó una imagen que le aseguró el cargo de Presidente.

En el futuro, el ex Presidente sueña con crear una escuela agraria para jóvenes, ya que “de joven luché por mejorar el mundo y no tuve hijos”. Reservamos para el final la frase que pronunció el hijo del juez aquel, en cuya casa habían irrumpido los tupamaros (incluso en las elecciones presidenciales votó al intruso de aquel entonces): “Quizás debería haber alimentado alguna amargura respecto a él. Sin embargo, es el único maestro que enseña a cumplir la ley”. No se trata de poca cosa, si se tiene en cuenta la terrible dificultad para encontrar un caso similar en Grecia. En cuanto a aquellos que habiendo llegado hasta este punto del texto, se apresuran a encontrar similitudes entre Mujica y recientes falsos héroes –menores y mayores de edad- en Grecia, les aseguramos que no han comprendido este texto en lo más mínimo.

* Según título del documental de Emir Kusturika sobre la vida de José Mujica “El último héroe de la política” (“The last hero of politics”).

******************************************

Adriana Lissidini

Con el motivo de nuestra ocupación con el caso del ex-Presidente José Mujica, comunicamos con la embajadora de la República Oriental del Uruguay en Atenas, señora Adriana Lissidini, quien tuvo la gentileza de contestar nuestras preguntas.

E.S.: Después de dos años en Grecia, ¿en qué características cree usted que coinciden y en cuáles se distinguen los uruguayos de los griegos? Me refiero a elementos de su carácter como pueblo y de su cultura.

A.L.: Como afirmación general diría que existe una afinidad espiritual entre los pueblos griego y uruguayo, una similar forma de pensar y sentir que hace que se puedan entender con facilidad, más allá de los diferentes idiomas. El papel de la familia es central en ambos países. Culturalmente los uruguayos nos hemos formado admirando la Grecia clásica y entre otros aspectos quisiera destacar que somos grandes entusiastas del teatro. La principal diferencia entre ambos pueblos radica en el papel de la religión, que es inseparable del ser griego, mientras que en Uruguay, el laicismo es una característica dominante.

E.S.: En este momento Grecia pasa por una de las crisis más pesadas de su historia y gran parte de los griegos es pesimista. ¿Cuál es la situación contemporánea del Uruguay?

A.L.: Uruguay ha estado creciendo en forma ininterrumpida desde el año 2003, en la década 2003-2013 creció un promedio de 5,2%. Ello se debió a los buenos precios de sus más importantes productos de exportación (carne, granos, madera, celulosa), al desarrollo de otros sectores estratégicos como el turismo, la tecnología de la información, las finanzas, logística y transporte, construcción, entre otros; por una importante inversión extranjera así como por el aumento de la demanda interna.

E.S.: ¿Conoce usted al Presidente Mujica? En caso que sí, ¿cuál es su impresión de él? A.L.: No lo he tratado personalmente. Mi impresión es la de la mayoría de la población: se trata de una persona inteligente, honesta, que vive como predica y por sobre todas las cosas que ha trabajado en pro del arte de convivir.

E.S.: ¿Qué le pareció Mujica durante su mandato como Presidente? ¿Cree usted que el pueblo del Uruguay se quedó contento con él?

A.L.: Mujica terminó su mandato con un porcentaje altísimo de aprobación de su gestión: 68 %, creo que ello responde a su pregunta sin necesidad de ningún agregado.

E.S.: En nuestro texto intentamos dar una respuesta a la pregunta que resulta de las dos opiniones opuestas sobre el Presidente Mujica, es decir, si se trata de un revolucionario desistido o de un conservador de ropa revolucionaria. ¿Cuál es su opinión?

A.L.: Yo lo describiría como una persona que supo mantener sus sueños de juventud al tiempo de adaptarlos a la realidad posible. La preocupación por los más necesitados ha continuado siendo el principal motor de su vida. Quisiera recordar que dona el 90% de su sueldo a distintos proyectos, entre ellos un plan de viviendas para personas humildes. Si ser revolucionario es atreverse a examinar vías diferentes para la solución de problemas, su decisión de legalizar la producción, venta y consumo de marihuana es una medida revolucionaria, siendo el Uruguay el primer país en el mundo en atreverse a probar este nuevo camino.

E.S.: ¿En qué se diferencia su mandato en Grecia de sus funciones en otros países del mundo? ¿Qué aspira usted a conseguir en el tiempo que le queda en Grecia?

A.L.: Hasta ahora todos mis mandatos han sido diferentes entre sí, mi primera sede fue la Misión del Uruguay ante las Naciones Unidas, es decir un puesto multilateral. Mi segundo destino diplomático fue en la Embajada en Roma, que me dio mi primera experiencia consular y el tercero fue Cónsul General en Nueva York en el que el énfasis estaba en la atención a la comunidad compatriota.

En Grecia entonces, tuve la oportunidad por primera vez de ejercer como Embajadora de mi país. Esto me ha dado una responsabilidad mucho mayor a la que tuve antes, al mismo tiempo me ha brindado la oportunidad de tratar directamente con autoridades del país en nombre del Uruguay. Llegué a Grecia en un período muy particular, agosto de 2012, poco después de la asunción de gobierno de Samarás, por lo que he vivido intensamente una situación inédita en la zona euro, que al margen del drama social que encierra, es un punto de inflexión sin precedentes en la historia europea.

En el tiempo que me queda en Grecia, una de mis aspiraciones es contribuir al conocimiento por parte del pueblo griego de aspectos culturales de mi país. Por ello, la Embajada está apoyando este año la publicación y traducción al griego de la obra de nuestra poetisa Idea Vilariño; de la edición de un número especial sobre literatura uruguaya por parte de una revista literaria griega, así como la puesta en escena en Atenas de una obra de teatro sobre la vida de Sócrates, basada en un texto de un escritor uruguayo.

E.S.: Por favor, un mensaje para los lectores de la revista Neo Planodion, es decir para los ciudadanos griegos.

A.L.: A los ciudadanos griegos les digo que aunque muy lejanos geográficamente, los uruguayos nos sentimos muy cerca, no sólo por los motivos afectivos y culturales que expresé anteriormente, sino porque Uruguay ha sufrido durísimas crisis económicas que lo han puesto al borde del abismo en más de una oportunidad. Sin embargo, hemos logrado salir de las mismas con una confianza renovada en nosotros mismos. Como uruguaya deseo todo lo mejor a un pueblo que tanto ha dado al mundo.

Γιάννης Καλιόρης, Το κεκτημένο και το ιδεατό

Kalioris

«Όταν ένα αγαθό το έχουμε αυτονόητα κεκτημένο, δεν το εκτιμούμε θετικά, ακριβώς επειδή το βιώνουμε σαν αυτονόητη φυσική κατάσταση, σαν τον αέρα που αναπνέουμε και τον ήλιο που μας φωτίζει. Και μόνον όταν χάνεται ή κινδυνεύει νιώθουμε την ανεκτίμητη αξία του – εκ των υστέρων και εξ αντιδιαστολής. Έτσι, αντί όσο το κατέχουμε να το χαιρόμαστε και να αγωνιζόμαστε για την ουσιαστικότερη εννοημάτωση, την κατά δύναμιν βελτίωση και περαιτέρω διεύρυνση και προαγωγή του, και φυσικά να το υπερασπιζόμαστε από κάθε επιβουλή και αλλοίωση -διότι τίποτα δεν είναι διασφαλισμένο εις το διηνεκές, αλλά απαιτείται αδιάπτωτη εγρήγορση, κατ’ εξοχήν στον σημερινό ταραγμένο κόσμο-, αντί γι’ αυτό, λοιπόν, του προσδίδουμε πρόσημο αρνητικό στο πλαίσιο μιας στάσης μαξιμαλιστικής, όπου εν ονόματι ενός ιδεατού απολύτου απαξιώνουμε και το ήδη κεκτημένο πολύτιμο σχετικό.»

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΙΟΡΗΣ
«Το ξεχείλωμα των λέξεων»
(στο ΝΠ3 που επίκειται)