ΝΠ | Κοινωνία & Πολιτική

Ο Ντόναλντ Τραμπ είναι καλός πρόεδρος

houellbecq-trump

~.~

Μὲ τὴ ματιὰ ἑνὸς ξένου

του ΜΙΣΕΛ ΟΥΕΛΛΜΠΕΚ

Γιὰ νά ’μαι ἀπολύτως εἰλικρινής, μοῦ ἀρέσουν πολὺ οἱ Ἀμερικανοί· ἔχω γνωρίσει ἀρκετοὺς ἀξιαγάπητους ἀνθρώπους στὶς Ἡνωμένες Πολιτεῖες καὶ κατανοῶ τὴν ντροπὴ ποὺ νιώθουν πολλοὶ Ἀμερικανοί (κι ὄχι μόνον οἱ “νεοϋρκέζοι διανοούμενοι”) ποὺ ἔχουν αὐτὸν τὸν ἀντιπαθητικὸ κλόουν γιὰ ἡγέτη τους.

Παρ’ ὄλ’ αὐτά, θὰ σᾶς ζητήσω —καὶ ξέρω ὅτι αὐτὸ ποὺ ζητῶ δὲν εἶναι εὔκολο— νὰ δεῖτε λίγο τὰ πράγματα ἀπὸ μιὰ μὴ ἀμερικανικὴ ὀπτικὴ γωνία. Δὲν ἐννοῶ νὰ τὰ δεῖτε “μέσα ἀπὸ τὴ ματιὰ ἑνὸς Γάλλου”, μιᾶς κι αὐτὸ θὰ ἦταν ὑπερβολή· ἂς ποῦμε ὅμως, ἔστω, “μέσα ἀπὸ τὴ ματιὰ τοῦ ὑπόλοιπου κόσμου”.

Σὲ πολυάριθμες περιστάσεις ὅπου μοῦ ἀπευθύνονται ἐρωτήματα γιὰ τὴν ἐκλογὴ τοῦ Ντόναλντ Τράμπ, ἔχω ἀπαντήσει ὅτι χέστηκα. Ἡ Γαλλία δὲν εἶναι τὸ Γουαϊόμινγκ ἢ τὸ Ἄρκανσο, ἡ Γαλλία εἶναι λίγο ἢ πολύ μιὰ ἀνεξάρτητη χώρα, ἡ ὁποία θὰ ἀνεξαρτητοποιηθεῖ ἐντελῶς —γιὰ ἀκόμα μιὰ φορά— ὅταν διαλυθεῖ ἡ Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση (ὅσο νωρίτερα, τόσο καλύτερα).

Οἱ Ἡνωμένες Πολιτεῖες τῆς Ἀμερικῆς δὲν εἶναι πλέον ἡ ἡγέτιδα δύναμη τοῦ πλανήτη. Ὑπῆρξε, γιὰ μεγάλο χρονικὸ διάστημα, σχεδὸν γιὰ ὁλόκληρο τὸν εἰκοστὸ αἰώνα. Ὅμως, δὲν εἶναι πλέον.

Παραμένει μεγάλη δύναμη – μία, ἀνάμεσα σὲ πολλὲς ἄλλες.

Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀπαραίτητα κακὸ γιὰ τοὺς Ἀμερικανούς.

Εἶναι ὡστόσο μιὰ πολὺ καλὴ εἴδηση γιὰ τὸν ὑπόλοιπο κόσμο.

Ἡ ἀπάντησή μου εἶναι κάπως ὑπερβολική. Εἴμαστε ὅλοι ὑποχρεωμένοι νὰ δείχνουμε ἔστω κι ἐλάχιστο ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν πολιτικὴ ζωὴ τῆς Ἀμερικῆς. Οἱ ΗΠΑ παραμένουν ἡ πρώτη στρατιωτικὴ δύναμη στὸν κόσμο καὶ δυστυχῶς, ἀκόμη δὲν ἔχουν σταματήσει τὴν κακὴ συνήθεια τοῦ νὰ παρεμβαίνουν ἐκτὸς τῶν συνόρων τους. Δὲν εἶμαι ἱστορικὸς καὶ δὲ γνωρίζω πολλὰ γιὰ τὴν ἀρχαία ἱστορία —λόγου χάρη, δὲν ξέρω νὰ πῶ ἂν φταίει περισσότερο ὁ Κένεντι ἢ ὁ Τζόνσον γιὰ τὴ ζοφερὴ ὑπόθεση τοῦ Βιετνάμ— ἀλλὰ ἔχω τὴν ἐντύπωση ὅτι πάει πολὺς καιρὸς ἀπὸ τότε ποὺ οἱ ΗΠΑ κέρδισαν ἕναν πόλεμο, καὶ ὅτι γιὰ τουλάχιστον πενήντα χρόνια οἱ ἐπεμβάσεις της στὸ ἐξωτερικό, εἴτε ἐπίσημες εἴτε καμουφλαρισμένες, εἶναι μιὰ ἀκολουθία ἀπὸ ἀποτυχίες καὶ στραβοπατήματα.

Ἂς πᾶμε πίσω στὴν τελευταία ἠθικὰ ἄμεμπτη καὶ στρατιωτικὰ νικηφόρα ἐπέμβαση τῶν ΗΠΑ, δηλαδὴ στὴ συμμετοχή της στὸν Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο: τί θὰ γινόταν ἂν οἱ ΗΠΑ δὲν εἶχαν ἀναμειχθεῖ στὸν πόλεμο (μιὰ δυσάρεστη ἐναλλακτικὴ τῆς ἱστορίας); Ἀναμφίβολα, ἡ μοίρα τῆς Ἀσίας θὰ ἦταν ριζικὰ διαφορετική. Ἡ μοίρα τῆς Εὐρώπης, ἐπίσης – ἴσως λιγότερο. Σὲ περίπτωση ποὺ ὁ Χίτλερ ἔχανε, θὰ συνέβαινε τὸ ἴδιο. Τὸ πιθανότερο εἶναι ὅτι οἱ ὀρδὲς τοῦ Στάλιν θὰ εἶχαν φτάσει στὸ Σερμπούρ. Οἱ χῶρες τῆς Εὐρώπης ποὺ γλίτωσαν τὸν κομμουνιστικὸ ζυγό, θὰ τὸν ὑφίσταντο.

Ἕνα δυσάρεστο σενάριο, τὸ ὁμολογῶ, ἀλλὰ σύντομο. Σαράντα χρόνια ἀργότερα, ἡ Σοβιετικὴ Ἕνωση κατέρρευσε, ἁπλῶς ἐπειδὴ ἀναλώθηκε σὲ μιὰν ἀναποτελεσματικὴ καὶ κούφια ἰδεολογία. Ἀνεξαρτήτως τῶν περιστάσεων, ἀνεξαρτήτως τῆς κουλτούρας ποὺ θέσπισε ὁ κομμουνισμός, δὲν ἄντεξε πάνω ἀπὸ ἕναν αίώνα – σὲ καμιὰ χώρα τοῦ κόσμου.

Ἡ μνήμη τῶν λαῶν δὲν πάει τόσο μακριά. Οἱ Οὖγγροι, οἱ Πολωνοί, οἱ Τσέχοι τοῦ σήμερα θυμοῦνται ἄραγε ὅτι κάποτε ἦταν κομμουνιστές; Διαφέρει τόσο πολὺ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον παρακολουθοῦν τί διακυβεύεται στὴν Εὐρώπη, ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ δυτικοευρωπαϊκὴ ματιά; Μοῦ φαίνεται ἐξαιρετικὰ ἀπίθανο. Γιὰ νὰ μιλήσω λίγο μὲ τὴ γλώσσα τῆς κεντροαριστερᾶς, ὁ “καρκίνος τοῦ λαϊκισμοῦ” ἔχει διαχυθεῖ στὶς χῶρες τοῦ Βίσενγκραντ. Ἀκριβῶς ἡ ἴδια ἐπιχειρηματολογία χρησιμοποιεῖται στὴν Αὐστρία, στὴν Πολωνία, στὴν Ἰταλία καὶ στὴ Σουηδία. Μία ἀπὸ τὶς σταθερὲς τῆς μακρᾶς εὐρωπαϊκῆς ἱστορίας εἶναι ὁ ἀγώνας ἐνάντια στὸ Ἰσλάμ· σήμερα ἁπλῶς, ὁ ἀγώνας αὐτὸς ἐπανέρχεται στὸ προσκήνιο.

Ἔχω διαβάσει γιὰ τὶς ἀπαίσιες τακτικὲς τῆς CIA στὴ Νικαράγουα καὶ στὴ Χιλὴ μόνο σὲ μυθιστορήματα (σχεδὸν ἀποκλειστικὰ σὲ ἀμερικανικά), κι ἔτσι δὲν μπορῶ νὰ τὶς καταδικάσω εὔκολα. Οἱ πρῶτες ἀμερικανικὲς στρατιωτικὲς ἐπεμβάσεις ποὺ μπορῶ νὰ θυμηθῶ εἶναι ἐκεῖνες τῶν δύο Μποῦς, ἰδιαίτερα ἐκείνη τοῦ υἱοῦ. Ἡ Γαλλία ἀρνήθηκε νὰ τὸν βοηθήσει στὸν πόλεμο τοῦ Ἰράκ – σ’ ἕναν πόλεμο ποὺ ἦταν ἀπὸ κάθε ἄποψη ἀνήθικος καὶ ἠλίθιος· ἡ Γαλλία ἔπραξε τὸ σωστὸ καὶ εὐχαριστιέμαι ποὺ τὸ λέω αὐτό, μιᾶς καὶ ἡ Γαλλία ἔχει σπάνια ὑπάρξει σωστὴ ἔπειτα ἀπό… ἂς ποῦμε, ἔπειτα ἀπὸ τὸν καιρὸ τοῦ Ντὲ Γκῶλ.

Τεράστια πρόοδος ὑπῆρξε μὲ τὸν Ὀμπάμα. Ἴσως, βέβαια, πῆρε τὸ Νόμπελ Εἰρήνης λίγο νωρίς· κατὰ τὴ γνώμη μου, τὸ κέρδισε ἀργότερα, τὴ μέρα ποὺ ἀρνήθηκε νὰ ὑποστηρίξει τὴν πρόταση γιὰ ἐπίθεση τοῦ Φρανσουᾶ Ὀλᾶντ στὴ Συρία. Οἱ προσπάθειες τοῦ Ὀμπάμα νὰ συμφιλιώσει τὶς φυλετικὲς διαφορὲς ὑπῆρξαν λιγότερο ἐπιτυχημένες, μὰ δὲν ξέρω τόσο καλὰ τὴ χώρα σας γιὰ νὰ καταλάβω καλὰ γιατί δὲ συνέβη αὐτό· λυπᾶμαι, ὡστόσο. Τουλάχιστον ὅμως, ὁ Ὀμπάμα πρέπει νὰ λάβει συγχαρητήρια ποὺ δὲν ἔβαλε τὴ Συρία στὴ μακρὰ λίστα (Ἀφγανιστάν, Ἰράκ, Λιβύη κι ἄλλες περιπτώσεις ποὺ φυσικὰ καὶ δὲν ξεχνῶ) τῶν μουσουλμανικῶν χωρῶν ὅπου ἡ Δύση διέπραξε θηριωδίες.

Ὁ Τρὰμπ κυνηγᾶ καὶ ἐνισχύει τὴν πολιτικὴ τῆς μὴ ἐμποκῆς ποὺ ξεκίνησε ὁ Ὀμπάμα· αὐτὰ εἶναι πολὺ καλὰ νέα γιὰ τὸν ὑπόλοιπο κόσμο.

Οἱ Ἀμερικανοὶ μᾶς ξεκαβαλᾶνε.

Οἱ Ἀμερικανοὶ μᾶς ἀφήνουν νὰ ὑπάρξουμε.

Οἱ Ἀμερικανοὶ σταμάτησαν νὰ προσπαθοῦν νὰ μοιράσουν δημοκρατία στὶς τέσσερις γωνιὲς τοῦ πλανήτη. Καὶ σύν τοῖς ἄλλοις, γιὰ ποιά δημοκρατία μιλᾶμε; Εἶναι δημοκρατία νὰ ψηφίζεις κάθε τέσσερα χρόνια γιὰ νὰ ἐκλεξεις μιὰ κυβέρνηση; Κατὰ τὴ γνώμη μου, μόνο μιὰ χώρα στὸν κόσμο (μία, ὄχι δύο) ἀπολαμβάνει ἐν μέρει δημοκρατικῶν συνθηκῶν, κι αὐτὴ ἡ χώρα δὲν εἶναι οἱ ΗΠΑ, ἀλλὰ ἡ Έλβετία. Μιὰ χώρα οὔτως ἢ ἄλλως γνωστὴ γιὰ τὴν ἀξιέπαινη πολιτικὴ οὐδετερότητά της.

Οἱ Ἀμερικανοὶ δὲν εἶναι πιὰ ἕτοιμοι νὰ πεθάνουν γιὰ τὴν ἐλευθερία τοῦ τύπου. Οὔτως ἢ ἄλλως, γιὰ ποιά ἐλευθερία τοῦ τύπου; Ἀπὸ τότε ποὺ ἤμουν δώδεκα ἐτῶν, παρακολουθῶ τὸ εὔρος τῶν ἐπιτρεπόμενων ἀπόψεων στὸν τύπο νὰ συρρικνώνεται σταθερά (τὸ γράφω αὐτὸ λίγο μετὰ τὴ νέα δίωξη ποὺ ἀσκήθηκε στὴ Γαλλία ἐναντίον τοῦ γνωστοῦ ἀντιφιλελεύθερου συγγραφέα Ἐρὶκ Ζεμμούρ).

*

181030-michaelson-trump-tease_otvr5y

*

Οἱ Ἀμερικανοὶ στηρίζονται πλέον ὁλοένα καὶ περισσότερα στὰ drones, τὰ ὁποία —ἂν ἤξεραν πῶς νὰ τὰ χειρίζονται ὡς ὅπλα— θὰ τοὺς ἐπέτρεπαν νὰ μειώσουν τὸν ἀριθμὸ τῶν ἀνθρώπινων ἀπωλειῶν (ὅμως εἶναι γεγονὸς ὅτι οἱ Ἀμερικανοὶ ἦταν πάντοτε ἀνίκανοι, ἀπὸ τότε ποὺ ὑπάρχει ἀεροπλοΐα, νὰ φέρουν εἰς πέρας ἕναν σωστὸ βομβαρδισμό).

Ὡστόσο, τὸ πλέον ἀξιοσημείωτο γιὰ τὴ νέα ἀμερικανικὴ πολιτικὴ εἶναι ὁπωσδήποτε ἡ θέση τῆς χώρας ἀπέναντι στὸ ἐμπόριο, καὶ σ’ αὐτὸν τὸν τομέα ὁ Τρὰμπ παρουσιάστηκε σὰν τὸ ὑγιεινὸ φρέσκο ἀεράκι· πράξατε πολὺ καλὰ ποὺ ἐκλέξατε ἕναν πρόεδρο ποὺ γνωρίζει αὐτὸ ποὺ λέγεται “κοινωνία τῶν πολιτῶν”.

Ὁ πρόεδρος Τρὰμπ σπάει τὶς συνθῆκες καὶ τὶς ἐμπορικὲς συμφωνίες ὅποτε θεωρεῖ ὅτι εἶναι λάθος του νὰ τὶς ὑπογράψει. Ὀρθῶς πράττει· οἱ ἡγέτες πρέπει νὰ ξέρουν πῶς νὰ χρησιμοποιοῦν τὶς περιόδους ὑπαναχώρησης καὶ νὰ ἀποσύρονται ἀπὸ τὶς κακὲς συμφωνίες.

Σ’ ἀντίθεση μὲ τοὺς φιλελεύθερους τῆς ἐλεύθερης ἀγορᾶς (ποὺ εἶναι, μὲ τὸν τρόπο τους, τόσο φανατικοὶ ὅσο κι οἱ κομμουνιστές), ὁ πρόεδρος Τρὰμπ δὲ θεωρεῖ τὸ παγκόσμιο ἐλεύθερο ἐμπόριο τὴν ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος τῆς ἀνθρώπινης προόδου. Ὅταν τὸ ἐλεύθερο ἐμπόριο ἐυνοεῖ τὰ ἀμερικανικὰ συμφέροντα εἶναι ὑπέρ του· στὴν ἀντίθετη περίπτωση, θεωρεῖ κατάλληλη τὴ χρήση τῶν παρωχημένων μέτρων προστατευτισμοῦ.

Ὁ πρόεδρος Τρὰμπ ἐξελέγη γιὰ νὰ διαφυλάξει τὰ συμφέροντα τῶν ἀμερικανῶν ἐργατῶν· κατὰ τὰ τελευταῖα πενήντα χρόνια στὴ Γαλλία, ὅλοι θὰ εὔχονταν νὰ ἔβλεπαν συχνότερα μιὰ ἀνάλογη στάση.

Στὸν πρόεδρο Τρὰμπ δὲν ἀρέσει ἡ Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση· θεωρεῖ ὅτι δὲν ἔχουμε πολλὰ κοινὰ μεταξύ μας, εἰδικὰ ὡς πρὸς τὸ σκέλος τῶν “ἀξιῶν”· καὶ τὸ βρἰσκω ἐλπιδοφόρο, μιᾶς καὶ γιὰ ποιές ἀξίες μιλᾶμε; Γιὰ “τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα”; Σοβαρά; Θὰ προτιμοῦσε νὰ διαπραγματευτεῖ ἀπευθείας καὶ μεμονωμένα μὲ τὰ κράτη καὶ πιστεύω ὅτι κάτι τέτοιο θὰ ἦταν ὄντως προτιμώτερο· δὲ νομίζω ὅτι ἡ ἰσχὺς προκύπτει ἀπαραιτήτως ἐν τῇ ἑνώσει.

Ἡ πεποίθησή μου εἶναι ὅτι ἐμεῖς στὴν Εὐρώπη δὲ μοιραζόμαστε μιὰ κοινὴ γλώσσα, οὔτε κοινὲς ἀξίες, οὔτε κοινὰ συμφέροντα, κι ἔτσι, ἐν ὀλίγοις, ἡ Εὐρώπη δὲν ὑπάρχει· οὔτε ποτὲ θὰ συστήσουμε ἕναν λαὸ ἢ θὰ ὑποστηρίξουμε τὴν ὕπαρξη μιᾶς πιθανῆς δημοκρατίας (βλ. τὴν ἐτυμολογία τῆς ἔννοιας), γιὰ τὸν ἁπλὸ λόγο ὅτι ἡ Εὐρώπη δὲ θέλει νὰ συστήσει ἕναν λαό. Μὲ λίγα λόγια, ἡ Εὐρώπη εἶναι μιὰ χαζὴ ἰδέα ποὺ προοδευτικὰ μετετράπη σὲ ἐφιάλτη, ἀπὸ τὸν ὁποῖον κάποια στιγμὴ θὰ ξυπνήσουμε. Καὶ μὲ τὶς ἐλπίδες του γιὰ «Ἡνωμένες Πολιτεῖες τῆς Εὐρώπης», κατ’ ἀντιστοιχίαν μὲ τὶς Ἡνωμένες Πολιτεῖες τῆς Ἀμερικῆς, ὁ Βίκτωρ Οὑγκὼ μᾶς ἔδωσε μιὰ περαιτέρω ἀπόδειξη τῆς μεγαληγορίας του καὶ τῆς ἠλιθιότητάς του· πάντα μοῦ κάνει καλὸ νὰ κακολογῶ λίγο τὸν Βίκτωρα Οὑγκώ.

Ἐννοεῖται ὅτι ὁ πρόεδρος Τρὰμπ χάρηκε μὲ τὸ Brexit. Τὸ ἴδιο κι ἐγώ· γιὰ τὸ μόνο ποὺ λυπήθηκα εἶναι ποὺ οἱ Βρετανοὶ ἔδειξαν γιὰ ἀκόμα μιὰ φορὰ ὅτι εἶναι πιὸ θαρραλέοι ἀπὸ ἐμᾶς ὅταν ἀντιμετωπίζουν μιὰν αὐτοκρατορία. Μοῦ τὴ δίνουν οἱ Βρετανοί, μὰ δὲν μπορῶ νὰ ἀρνηθῶ τὸ θάρρος τους.

Ὁ πρόεδρος Τρὰμπ δὲ θεωρεῖ τὸν Βλάντιμιρ Πούτιν ἀνάξιο διαπραγματευτικὸ ἑταῖρο· οὔτε κι ἐγώ. Δὲν πιστεύω ὅτι ἔχει ἀνατεθεῖ στὴ Ρωσσία ὁ ρόλος τοῦ παγκόσμιου φρουροῦ τῆς ἀνθρωπότητας —ὁ θαυμασμός μου γιὰ τὸν Ντοστογιέφσκι δὲν φτάνει τόσο μακριά— ἀλλὰ θαυμάζω τὴ σταθερότητα τῆς ὀρθοδοξίας στὴν ἐπικράτειά της. Θεωρῶ ὅτι θὰ ἔκανε καλὸ στὸν ρωμαιοκαθολικισμὸ νὰ ἐμπνευστεῖ ἀπὸ αὐτό, καὶ πιστεύω ὅτι ὁ “οἰκουμενικὸς διάλογος” θὰ ἔπρεπε νὰ περιοριστεῖ στὸν διάλογο μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία (ὁ χριστιανισμὸς δὲν εἶναι μόνο μιὰ “θρησκεία τῆς Βίβλου”, ὅπως πρόχειρα λέγεται· εἶναι ἐπίσης, κι ἴσως πάνω ἀπ’ ὅλα, μιὰ θρησκεία τῆς Ἐνσάρκωσης). Μὲ πόνο συνειδητοποιῶ ὅτι τὸ Σχίσμα τοῦ 1054 ὑπῆρξε γιὰ τὴ χριστιανικὴ Εὐρώπη ἡ ἀρχὴ τοῦ τέλους· ἀπὸ τὴν ἄλλη, βέβαια, θεωρῶ ὅτι τὸ τέλος δὲν εἶναι ποτὲ σίγουρο ἕως ὅτου ἔλθει.

Φαίνεται ὅτι ὁ πρόεδρος Τρὰμπ κατάφερε νὰ ἠρεμήσει τὸν τρελὸ Βορειοκορεάτη· θεωρῶ αὐτὸ τὸ προσὸν ἐξαίσιο.

Φαίνεται ὅτι ὁ πρόεδρος Τρὰμπ πρόσφατα δήλωσε, «Ξέρετε τί εἶμαι; Εἶμαι ἐθνικιστής!». Ἀκριβῶς, τὸ ἴδιο εἶμαι κι ἐγώ. Οἱ ἐθνικιστὲς μποροῦν νὰ συνομιλοῦν μεταξύ τους· μὲ τοὺς διεθνιστές, παραδόξως, ἡ συζήτηση δὲ λειτουργεῖ ἐξίσου καλά.

Ἡ Γαλλία πρέπει νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸ ΝΑΤΟ, ἀλλὰ ἴσως αὐτὴ ἡ κίνηση ἀποδειχτεῖ ἄσκοπη, ἂν ἕνεκα τῶν ἐλλείψεων ἐπιχειρησιακῆς χρηματοδότησης τὸ ΝΑΤΟ ἐκλείψει ἀπὸ μόνο του. Αὐτὸ θὰ εἶναι ἀκόμα ἕνα ζήτημα λιγότερο νὰ ἀνησυχοῦμε, κι ἕνας νέος λόγος νὰ ὑμνοῦμε τὸν πρόεδρο Τράμπ.

Μὲ λίγα λόγια, ὁ πρόεδρος Τρὰμπ μοῦ φαίνεται ὅτι εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς καλύτερους ἀμερικανοὺς προέδρους ποὺ ἔχω δεῖ ποτέ μου. Σὲ προσωπικὸ ἐπίπεδο, εἶναι, φυσικά, ἐξαιρετικὰ ἀντιπαθητικός. Ἂν συγχρωτίστηκε μὲ μιὰ πορνοστὰρ δὲν εἶναι πρόβλημα, ποιός χέστηκε, ἀλλὰ τὸ νὰ κοροϊδεύει ἄτομα μὲ ἀναπηρίες εἶναι δεῖγμα κακῆς συμπεριφορᾶς. Μὲ μιὰ ἰσοδύναμη ἀτζέντα, ἕνας αὐθεντικὸς συντηρητικὸς χριστιανός —δηλαδή, ἕνα ἔντιμο καὶ ἠθικὸ ἄτομο— θὰ ἦταν καλύτερος γιὰ τὴν Ἀμερική.

Ἀλλὰ αὐτὸ ἴσως συμβεῖ τὴν ἑπόμενη φορά, ἢ ἔστω τὴ μεθεπόμενη, ἂν διατηρήσετε στὴν ἐξουσία τὸν Τράμπ. Σὲ ἔξι χρόνια, ὁ Τέντ Κροὺζ θὰ εἶναι ἀκόμα ἀρκετὰ νέος, καὶ σίγουρα θὰ ὑπάρχουν κι ἄλλοι θαυμάσιοι συντηρητικοὶ χριστιανοί. Θὰ εἶστε λιγότερο ἀνταγωνιστικοί, ἀλλὰ θὰ ἐπανανακαλύψετε τὴ χαρὰ τοῦ νὰ ζεῖτε ἐντὸς τῶν συνόρων τῆς μαγευτικῆς σας χώρας, μὲ τιμιότητα καὶ ἀρετή. (Μὲ κάποιες περιπτώσεις συζυγικῆς ἀπιστίας. Κανεὶς δὲν εἶναι τέλειος, πρέπει νὰ τὸ καταλάβετε αὐτό. Ἀκόμα καὶ στὰ καλύτερα ἀμερικανικὰ θρίλερ, ὑπάρχουν σκηνὲς συζυγικῆς μεταμέλειας ποὺ δύσκολα ἀντέχει κανείς, εἰδικὰ ὅταν μπαίνουν στὴ μέση τὰ παιδιά. Δὲν παίζω τὸν “ἔκφυλο Γάλλο”, ἕναν τύπο ποὺ σιχαίνομαι, ἁπλῶς σᾶς ἱκετεύω γιὰ τὴ διατήρηση ἑνὸς ἐλάχιστου ἐπιπέδου ὑποκρισίας, δίχως τὴν ὁποία δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ζωὴ μέσα στὴν κοινωνία).

Θὰ ἐξάγετε ὁρισμένα προϊόντα (ἀπαραίτητες σὲ μᾶς μπράντες: Marshall, Klipsch, Jack Daniel’s). Θὰ εἰσάγετε κάποια ἄλλα (ἐμεῖς στὴ Γαλλία ἔχουμε πολλὰ νὰ σᾶς πουλήσουμε). Τελικά, αὐτὸ δὲ θὰ εἶναι γιὰ πολύ, εἴτε λόγῳ τοῦ ἐμπορικοῦ ὄγκου εἴτε λόγῳ τοῦ διεθνοῦς συναλλάγματος. Μιὰ μείωση τοῦ παγκόσμιου ἐμπορίου εἶναι ἕνας ἐπιθυμητὸς στόχος, ποὺ μπορεῖ νὰ ἐπιτευχθεῖ σὲ σύντομο χρονικὸ διάστημα.

Μερικὲς διαμαρτυρίες θὰ ἐπισπεύσουν τὴ διαδικασία. Χωρὶς μεγάλη δυσκολία, θὰ περιορίζονταν στὰ ἀγαθὰ καὶ στὴν ἀκίνητη περιουσία. Εἶναι περιορισμένος ὁ ἀριθμὸς τῶν ναυτῶν πάνω σ’ ἕνα ὁποιοδήποτε φορτηγὸ πλοῖο· σὲ περίπτωση ἐπίθεσης, θὰ ἦταν εὐκολότερο νὰ εἰδοποιήσουν τὸν καπετάνιο καὶ νὰ τὰ έγκαταλείψουν, ἀποφεύγοντας κάθε σύγκρουση.

Ὁ μεσσιανικὸς σας μιλιταρισμὸς θὰ ἐκλείψει· ὁ κόσμος θὰ ἀναπνεύσει μὲ ἀνακούφιση.

Ἡ Silicon Valley καὶ, σὲ μικρότερο βαθμό, τὸ Χόλυγουντ θὰ πρέπει νὰ ἀντεπεξέλθουν στὴν ἐμφάνιση σοβαρῶν ἀνταγωνιστῶν· ἀλλὰ ἡ Silicon Valley, ὅπως καὶ τὸ Χόλυγουντ, θὰ παραμείνουν σημαντικοὶ κλάδοι τοῦ ἐμπορίου.

Ἡ Κίνα θὰ περιοριστεῖ στὰ ὑπερφίαλα ὁράματά της. Αὐτὸ θὰ εἶναι τὸ δυσκολότερο νὰ συμβεῖ, ἀλλὰ στὸ τέλος, ἡ Κίνα θὰ περιορίσει τὶς ἀξιώσεις της, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ἡ Ἰνδία. Ἡ Κίνα δὲν ὑπῆρξε ποτὲ παγκόσμια ἰμπεριαλιστικὴ δύναμη, ὅπως οὔτε κι ἡ Ἰνδία – σ’ ἀντίθεση μὲ τὶς ΗΠΑ, οἱ στρατιωτικοί τους στόχοι εἶναι τοπικοί. Οἱ οἰκονομικοί τους στόχοι, εἶναι ἀλήθεια, εἶναι παγκόσμιοι. Θέλουν νὰ πάρουν τὴν οἰκονομική τους ἐκδίκηση, τὴν παίρνουν ἄλλωστε τώρα δά, κάτι ποὺ εἶναι πράγματι ἕνα γεγονὸς ποὺ θὰ πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολήσει· ὁ Ντόναλντ Τρὰμπ ἔχει πολὺ δίκιο ποὺ δὲ φοβᾶται. Τελικά, ἡ ἀλαζονεία τους θὰ ὑποχωρήσει, ὅπως κι οἱ ἀναπτυξιακοί τους δεῖκτες.

Ὅλα αὐτὰ θὰ γίνουν σὲ τούτη τὴ ζωή.

Θὰ πρέπει νὰ συνηθίσετε στὴν ἰδέα, ἀξιότιμοι ἀμερικανοὶ πολίτες· βάσει τῶν παραπάνω, ἴσως ὁ Ντόναλντ Τρὰμπ νὰ εἶναι ἕνα ἀναγκαῖο βάσανο γιὰ σᾶς. Καὶ πάντοτε θὰ μᾶς εἶστε εὐπρόσδεκτοι ὡς τουρίστες.

ΜΙΣΕΛ ΟΥΕΛΛΜΠΕΚ

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά: Θανάσης Γαλανάκης


[Πηγή: Harper’s magazine, τχ. Ἰανουαρίου 2019]

«Η Ανέγγιχτη» ή «η πρόωρη αδερφή της Γέλινεκ»

 

«Η Ανέγγιχτη» ή «η πρόωρη αδερφή της Γέλινεκ[1]»

της ΕΛΕΝΑΣ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Η σχέση του γερμανικού κοινού (της κριτικής μη εξαιρουμένης) με το έργο της Γκίζελας Έλσνερ (Gisela Elsner) ήταν και παραμένει σχέση αγάπης-μίσους. Κυρίως δε το δεύτερο. Σε ποιον αρέσει άλλωστε να του ‘χτυπούν’ κατάμουτρα τις αδυναμίες του. Έτσι, όταν ο Όσκαρ Ρόλερς γύρισε το 2000 την ταινία με τίτλο «Η ανέγγιχτη» (Die Unberührbare), τα έργα της συγγραφέως και μητέρας του ήταν από καιρό εξαντλημένα και λησμονημένα. Από την άλλη, μόλις το 2007,  οπότε η Έλσνερ θα γιόρταζε τα 70α της γενέθλια, εκδόθηκε για πρώτη φορά στη Γερμανία το μυθιστόρημά της Το άγιο αίμα (Heilig Blut). Ο γνωστός εκδοτικός οίκος Ρόβολτ (Rowohlt) είχε αρνηθεί την έκδοσή του το 1982. Κι αυτό δεν είναι όλο: Με αφορμή τη δημοσίευση αποσπασμάτων από το μυθιστόρημά της Απαγόρευση της επαφής (Berührungsverbot) στην Ελβετία, πραγματοποιήθηκε επίθεση στα γραφεία της εφημερίδας που τα είχε δημοσιεύσει. Αλλά και στην Αυστρία, η κριτική κατά του βιβλίου υπήρξε δριμεία. Μόλις το 2002, τριανταδύο χρόνια μετά την πρώτη έκδοσή του και δέκα από το θάνατο της συγγραφέως, η κριτική έκανε λόγο για μια «αιχμηρή καρικατούρα ηθών», προσπαθώντας να συμφιλιώσει την Έλσνερ με την προηγούμενη γενιά. Το 2007 το περιοδικό Σπήγκελ έγραψε για την «εκ νέου ανακάλυψη ενός λογοτεχνικού ινδάλματος». Παρ’ όλα αυτά, η συγγραφέας των οχτώ μυθιστορημάτων και των πολυάριθμων δοκιμίων και διηγημάτων, η οποία γεννήθηκε στη Νυρεμβέργη το 1937 και τερμάτισε τη ζωή της πέφτοντας από ένα παράθυρο στο Μόναχο το 1992, εξακολουθεί να ενοχλεί. Η έντονη κριτική της απέναντι στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το φασισμό, αλλά και στη διαβρωτική επιρροή του καπιταλισμού όχι μόνο στην οικονομία και την πολιτική, αλλά και στις ανθρώπινες σχέσεις, είναι κάτι που δεν της συγχωρούν. Απόδειξη; Τα βιβλία της σπανίζουν στα ράφια των γερμανικών βιβλιοπωλείων και κάποτε είναι δύσκολη ακόμη και η παραγγελία τους. Και κάπου εδώ έρχεται το Amazon…

Ο Ματίας Μάιερς αναφέρει στο κείμενό του «Η Γκίζελα Έλσνερ και οι Κομμουνιστές»[2], μεταξύ άλλων, τα εξής:

                    «Για κάμποσο καιρό, για τα μυθιστορήματα και τα διηγήματα της Γκίζελας Έλσνερ δεν υπήρχε θέση σε κανένα αστικό περιοδικό. Καμία βιβλιοπαρουσίαση, καμία βιβλιοκριτική δεν δημοσιευόταν σε εφημερίδες, δίχως να συνοδεύεται από –υποτιμητικά ως επί το πλείστον – σχόλια για την εμφάνιση, την κόμμωση, τα ρούχα και το βάψιμό της. Ως επί το πλείστον δε, αυτή η ηθελημένη παράλειψη οφειλόταν στη σιωπηρή ταξινόμηση της συγγραφέως στην κατηγορία της υπερβολικής, προκλητικής, εκκεντρικής και άρα κάπως παλαβής γυναίκας. Χάρη σε αυτή τη μέθοδο, το κύρος τόσο του έργου όσο και της προσωπικότητας της Έλσνερ δέχτηκαν μεγάλο πλήγμα. Όσο για την πρόσληψη του έργου της, διαπιστώνει κανείς μια μεταβολή με την πάροδο του χρόνου. Ενώ αρχικά θεωρήθηκε σοβαρή συγγραφέας με ένα πολλά υποσχόμενο πρωτόλειο, τους Γιγάντιους νάνους (Die Riesenzwerge, 1964), το τοπίο άρχισε γρήγορα ν’ αλλάζει και ολοένα περισσότερο να γίνεται λόγος για μια παράφρονα ντίβα κι αυτάρεσκη συγγραφέα.

                   Πολύ πιο ευχάριστα έγραφαν για την εμφάνισή της, παρά για το έργο της: πώς να το κάνουμε, για το πρώτο χρειάζεται κανείς λιγότερο μυαλό.

                   Η δε αστική κριτική θεωρούσε τις πολιτικές της πεποιθήσεις ως άλλη μία από τις εξαλλοσύνες της. Μ’ αυτόν τον τρόπο δεν χρειαζόταν να αναμετρηθεί με τις ουσιαστικές πολιτικές της τοποθετήσεις. Η διαπίστωση μάλιστα αυτή αφορά όλα τα χρόνια συγγραφής της Έλσνερ, με αποκορύφωμα την εποχή μετά την ένταξή της στο Κομμουνιστικό Κόμμα.» (…)

                   «Η Έλσνερ δεν υπήρξε ποτέ κλασική εκπρόσωπος του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Στα μυθιστορήματα και τα διηγήματά της δεν χρησιμοποιούσε τους θετικούς ήρωες, με τους οποίους ο αναγνώστης θα ήθελε να ταυτιστεί. Κύριο εργαλείο της ήταν η άρνηση.       Η άρνηση της άρνησης, ως διαλεκτική αρχή, της άρεσε πολύ. (…)

Στα περισσότερα μυθιστορήματά της κατορθώνει να αποτυπώσει επιτυχώς το βίαιο χαρακτήρα των κοινωνικών συνθηκών, ο οποίος πηγάζει –όπως σωστά αναγνωρίζει– από τις οικονομικές συνθήκες. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους για τους οποίους το έργο της Έλσνερ ανήκει σε ό,τι καλύτερο έχει να επιδείξει η ρεαλιστική λογοτεχνία της Γερμανίας. Αυτό που τη διακρίνει είναι η σπάνια δεξιότητά της στη σάτιρα. Ήταν σε θέση να περιγράψει καταστάσεις και συνθήκες διατηρώντας μια ουδέτερη στάση, χωρίς αξιολογικές κρίσεις και ανεξάρτητα από ηθικές επιταγές.

                   Η μονοδιάστατη αντιμετώπισή της Έλσνερ από τη λογοτεχνική κριτική επεδίωκε διαρκώς την απαξίωσή της ως «κατακρίτριας του μικροαστισμού», χαρακτηρισμός που για την ίδια τη συγγραφέα συνιστά «γενικευτική ανακρίβεια». «Γι’ αυτό θα ήθελα να εκφράσω την αντίθεσή μου απέναντι στους όρους ‘μικροαστισμός’ ή ‘αποθέωση του μικροαστικού’, αφού ο ‘μικροαστός’ δεν αφορά μια συγκεκριμένη και κοινωνικά σαφώς προσδιορισμένη ομάδα. Από την άλλη, όποιος χρησιμοποιεί τον όρο, απευθύνεται συνήθως στους άλλους». (…)

                   Με αφορμή την τελευταία φάση της ζωής της, η Έλσνερ παρουσιάζεται συχνά ως μια γυναίκα αποκαρδιωμένη, απελπισμένη, σε απόγνωση. Την ίδια απλουστευτική, εξού και λανθασμένη, άποψη για τη συγγραφέα αναπαρήγαγε και η ταινία «Η ανέγγιχτη» το 2000. (…)

                   Η Γκίζελα Έλσνερ ήταν έξυπνη γυναίκα. Θα μπορούσε μάλιστα κανείς να πει ότι με το δικό της ξεχωριστό τρόπο υπήρξε και μοναδική Κομμουνίστρια.»

       

[1] Έτσι είχε χαρακτηρίσει τη Γκίζελα Έλσνερ το περιοδικό «Έμμα» (Emma)

[2] Mathias Meyers, “Gisela Elsner und die Kommunisten“ in Gisela Elsner: Flüche einer Verfluchten“, Verbrecher Verlag, S. 375-394.

Τζοκόντα Μπέλλι, «Πόλις» (4/4)

Επιμέλεια αφιερώματος, επιλογή, μετάφραση: ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

~.~

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

«Η επανάσταση υπήρξε πράξη ερωτική, ζωοδότρια»
Συνέντευξη της Τζοκόντας Μπέλλι στη Σιλβίνα Φριέρα

Στο Λος Άντζελες βρέχει καταρρακτωδώς. Με την επιθυμία θαρρείς να σαρώσουν και να πληγώσουν ό,τι αγγίζουν, οι σταγόνες ηχούν πεισμωμένες. Μέσα σε αυτόν τον υδρόβιο κόσμο στον οποίο μετατρέπεται τώρα η πόλη, μια αστραπή σχίζει τον ουρανό κάπου μακριά. Το τοπίο διαλύεται εμπρός στα μάτια της Νικαραγουανής συγγραφέα, Τζοκόντας Μπέλλι, εν είδει θαρρείς αποχαιρετισμού. Η καταιγίδα όμως ξεσπάει επίσης μες στην ψυχή της, τώρα που πακετάρει το σπιτικό της, βιβλία και διάφορα αντικείμενα, προκειμένου να επιστρέψει μόνιμα πλέον στη Νικαράγουα, τη «χώρα κάτω από το δέρμα» της, την ηφαιστειακή, σεισμική, επαναστάτρια. Ενόσω συνηθίζει στην ιδέα της μετακόμισης, γράφει ένα μυθιστόρημα που χρόνια ολόκληρα κλωθογύριζε στο μυαλό της και που «επιτέλους», όπως η ίδια αναφέρει με τον οικείο κι εγκάρδιο τόνο της, «έλαβε σάρκα και οστά, ώστε να θέλει να βγει τρέχοντας στο φως».

Όταν η σπίθα της ποίησης τη διαπέρασε το 1970, χαρίζοντάς της στίχους όπως «Ο άντρας που θα μ’ αγαπά/ το πρόσωπό μου θ’ αναγνωρίζει μες στο ανάχωμα,/ θα μ’ αγαπά γονατιστός στη γη/ καθώς μαζί οι δυο θα βάλλουμε/ κατά του εχθρού» ή «ώσπου μέσα μου να εισβάλλεις/ με τη δύναμη του ιλίγγου/ και με το πήγαινε να με κατακλύζεις και το έλα σου/ σαν θάλασσα ανήμερη,/ ώσπου ν’ απομένουμε οι δυο μας ιδρωμένοι τεντωμένοι/ στων σεντονιών πάνω την άμμο» η τοτινή κοινωνία της Νικαράγουας, σκανδαλισμένη από το γεγονός πως μια γυναίκα τολμούσε να γράψει για «υπογάστρια και υγρασίες», την κατηγορούσε πως υπερβολικά έχει εξυμνήσει «του κορμιού τα μυστήρια», το φύλο, τον ερωτισμό και την πιο μύχια ηδονή.

Και πάλι γύρω στα 1970, μια «γρατζουνιά στη συνείδηση», η δικτατορία του Σομόσα, δεν της επέτρεψε να μείνει αμέτοχη, κι έτσι συμμετείχε στην αντίσταση, αρχικά ως μυστική πράκτορας του «Μετώπου Εθνικής Απελευθέρωσης των Σαντινίστας» (FSLN). Καταδιωκόμενη από τις Μυστικές Υπηρεσίες, εξορίστηκε στο Μεξικό, την Κόστα Ρίκα και την Κούβα. Επέστρεψε στην πατρίδα της με το θρίαμβο της Επανάστασης των Σαντινίστας, τον Ιούλιο του 1979. Θα ξεκινούσε, τότε, μια περίοδος ανάληψης σημαντικών πολιτικών αξιωμάτων, ώσπου το 1994, τέσσερα χρόνια μετά την εκλογική ήττα, απεχώρησε από το κόμμα. Σε ένα ποίημά της με τόνο ανάλαφρο, όπου δηλώνει πως «δεν διαθέτει τα πόδια της Σίντυ Κρώφορντ», παραδέχεται πως το πρόσωπό της, από συνήθεια, έχει πάψει πλέον να της αρέσει, πως το στόμα της παραμένει αξιοπρεπές, «πάνω απ’ όλα αισθησιακό», και πως το σύνολο σώζεται τελικά με τη βοήθεια της αφάνας που έχει για μαλλιά. Θα ’πρεπε να προσθέσει βέβαια κανείς πως διατηρεί αυτήν τη σπίθα αχαλίνωτης νεότητας στα μάτια της, μάτια όλο εγρήγορση και προσοχή, στραμμένα στον ανασασμό της ανθρωπότητας.

Κατά πόσο υπήρξε «εξελιγμένος» ο χρόνος της ποιητικής δημιουργίας; Μπορεί να σκεφτεί κανείς πως ένα μυθιστόρημα απαιτεί περισσότερο χρόνο και προσπάθεια, και όμως δίνετε την εντύπωση πως αφήνετε τους στίχους να αναπαυθούν και ύστερα επιστρέφετε σε αυτούς ξανά και ξανά, ώσπου να εγχαραχτούν για τα καλά.

— Κοίταξε, το μυθιστόρημα δομείται πάνω σε μια εξωτερική πραγματικότητα. Κάτι συμβαίνει. Αφηγείται μια ιστορία. Πρέπει κανείς να ’ναι ζογκλέρ για να συγκρατεί όλον αυτόν τον κόσμο στο μυαλό του, τα τοπία, τους χαρακτήρες. Η ποίηση, αντιθέτως, συνιστά μια ματιά στο εσωτερικό τοπίο και πρέπει να αφεθεί να υπάρξει. Εγώ αφήνω το συναίσθημα να βγει στην επιφάνεια και ύστερα απαλείφω ό,τι δεν βοηθά το ποίημα να παραμείνει στρογγυλό, να ζήσει σαν κύτταρο μέσα στην ίδια του τη μεμβράνη. Το δύσκολο σε αυτήν τη διαδικασία είναι να μην χαθεί ο αυθορμητισμός. Και αυτό κάποτε σημαίνει πως πρέπει απλά να αφήσεις το ποίημα να υπάρξει. Εγώ είμαι ποιήτρια, όχι πανεπιστημιακός. Αυτό που με ενδιαφέρει, δεν είναι η τελειότητα, αλλά η ποίηση. Γι’ αυτό δεν δουλεύω τα ποιήματα σε υπερβολικό βαθμό και γι’ αυτό θεωρώ πως πρόκειται για ποιήματα προσβάσιμα, τα οποία ο οποιοσδήποτε θα μπορούσε να κατανοήσει και να ευχαριστηθεί.

Σε προηγούμενη συνέντευξή σας είχατε πει πως γίνατε γνωστή, εντός εισαγωγικών, όταν στα είκοσί σας γράψατε ερωτική ποίηση, τόσο αισθησιακή, που προκάλεσε σκάνδαλο. Τι φοβάται ο κόσμος όταν μια γυναίκα γράφει, για παράδειγμα, πως «το Big Bang ήταν ο αρχέγονος οργασμός» ή πως «ώς και το φύλο μου ακόμη εκρήγνυται σαν χειροβομβίδα», για να αναφέρουμε λίγους μόνο στίχους;

— Είναι απίστευτο πως σε τέτοιους καιρούς εξακολουθεί να συνιστά είδηση το γεγονός ότι μια γυναίκα γράφει ερωτική ποίηση. Οι επιστολές του Τζέημς Τζόυς στη Νόρα Μπαρνάκλ δεν είναι μόνο ερωτικές, αλλά πορνογραφικές και σκατολογικές, και όμως κανείς δεν του κολλάει ταμπέλα γι’ αυτό. Εγώ, αντιθέτως, κυκλοφορώ με την επιγραφή στο κούτελο. Αδιαφορώ. Την κουβαλώ μάλιστα με τιμή και καμάρι, αφού πιστεύω πως ο γυναικείος ερωτισμός είναι ενωτικός, δεν διαχωρίζει την ψυχή από το σώμα. Επιπλέον τον θεωρώ πηγή ισχύος της γυναίκας και δημιουργικό πυρήνα της ζωής. Η σεξουαλικότητα κι ο αισθησιασμός είναι στοιχεία υπέροχα, και εμείς οι γυναίκες τα βιώνουμε με ένα σώμα που διαρκώς μας υπενθυμίζει πως είμαστε όντα με σώμα κι όχι μόνο πνεύμα. Και αυτό είναι κάτι που έχουν προσπαθήσει πολύ να μας αποσπάσουν. Προσπάθησαν να μας ενοχοποιήσουν για την ομορφιά μας, για τον ερωτισμό μας. Εμείς είμαστε το ανθρώπινο Big Bang και γι’ αυτό, όμοια με την ατομική βόμβα, μας φοβούνται και προσπαθούν να μας έχουν υπό έλεγχο. Και όμως, ο θηλυκός «έρως» είναι θεμελιώδης για τη ζωή. Ελπίζω κάποια μέρα η ανθρωπότητα να ανακαλύψει πως οι γυναίκες μπορούμε να φωτίσουμε τον κόσμο με αυτήν την ατομική ενέργεια που διαθέτουμε, γιατί θα τη χρησιμοποιήσουμε προς όφελός της. Ωστόσο έχουν σπαταλήσει τόσο χρόνο να μας τρέμουν και να μας καταπιέζουν, που συχνά ώς και εμείς οι ίδιες καταπίνουμε το παραμύθι πως η σεξουαλικότητά μας είναι επικίνδυνη. Και τότε επιδιώκουμε την κάθαρση, αρνούμενες αυτό που είμαστε. Στην ποίησή μου εγώ εξυμνώ το γυναικείο κορμί, όπως και όλην την ηδονή, τον πόνο και το θαύμα, για τα οποία αυτό είναι ικανό. (περισσότερα…)

Τζοκόντα Μπέλλι, «Πόλις» (3/4)

Επιμέλεια αφιερώματος, επιλογή, μετάφραση: ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Βαρύ φορτίο (Carga cerrada)

Τη γλώσσα των προγόνων μου την άκουσα σε όνειρα.
Τη μορφή τους αντίκρυσα σε δωμάτια αμφίβολα
που μονάχα με γλώσσα ξενική να ονοματίσω μπορώ
τη γλώσσα εκείνων που για πάντα τους εξόρισαν
στο βασίλειο των σκιών.
Τις λέξεις τους δεν καταλαβαίνω
μα στα όνειρα μακραίνουν σαν φοινικιές
ιριδίζουν σαν του Κετσάλ* τα φτερά.
Πώς να ’ταν άραγε οι αγορές της Τενοτστίτλαν*
η πραμάτεια με τα διαδήματα από φτερά παπαγάλων,
η φωνή της γυναίκας που διαλαλούσε καρπούς πολλών λογιών
η μουντή φωνή του πωλητή πατάτας;
Με τι λέξεις που ηχούν σαν ποταμός και καταιγίδα
ονομάτιζαν την αγάπη, το νικητή στης μπάλας το παιχνίδι
και το γλυκό κορίτσι με τα ψάθινα καλάθια;
Οι λέξεις των λαών ομοιάζουν με τα βουνά και τις λίμνες τους
ομοιάζουν με τα δέντρα και τα ζώα τους.
Πώς να ’τανε η γλώσσα αυτή που για τίγρεις μιλούσε και ερυθρίνες
για μια φλεγόμενη σελήνη ισημερινή
για ηφαίστεια ενεργά;
Τη γλώσσα των προγόνων μου την άκουσα σε όνειρα,
σε δωμάτια αμφίβολα που μονάχα μπορώ να περιγράψω
με γλώσσα υπολειμμάτων.
 
Η Νικαράγουα, η αγάπη μου,
το κοριτσάκι μου που ατίμασαν,
σηκώνεται, τη φούστα στρώνει
κραυγάζει, γίνεται θαραλλέα και έξαλλη
με ψέμα μοιάζει πόσο θόρυβο ξεσηκώνει και πόσο αντιστέκεται
σε αεροπλάνα, ορυχεία, πιράνχας, βρωμόλογα αγγλόφωνα
λογύδρια για το πώς να σκύβει το κεφάλι
μα εκείνη αντιδρά ξεφεύγει παίρνει τους δρόμους
και ιδού περνά ο Στρατηγός η αυλή του τα όπλα
οι πράσινες σειρές προελαύνουν σπέρνοντας
κατασκευάζοντας μηχανές ζάχαρης
ποτάμια γάλακτος σπίτια σχολεία
ανέμους που παρασύρουν το φόβο
γεννιόμαστε για τούτο
γελάμε για κείνο
με τα δόντια σφιχτά προχωρούμε η οργή και η ελπίδα
δεν μας αφήνουν δεν τις αφήνουμε
ούτε σ’ ήλιο ούτε σε σκιά
χώρα μικρούτσικη μα ευσυνείδητη
Νικαράγουα, δόρυ εσύ εξακοντισμένο, θαραλλέο, επίμονο, φοράδα
βοσκοτόπια στην Τσοντάλες όπου η Ναντίνε ονειρεύεται ίππους δυνατούς
και ονειρευόμαστε σιντριβάνια
εργοστάσιο ολόκληρο έχουμε ονείρων
όνειρα κατά συρροή για τους άπιστους
κανείς δεν φεύγει από εδώ χωρίς μια γρατζουνιά στη συνείδηση
κανείς δεν περνά δίχως κάτι να του συμβεί
χώρα των τρελών, πεφωτισμένων, ποιητών και ζωγράφων συνάμα
σάρκα και οστά του λαού που βεβαιώνεται και σφάλλει
που δοκιμάζει και δοκιμάζει ξανά
 
Η χώρα αυτή μού επιβάλλει το πάθος, την παράνοιά της,
το ναρκωτικό που συνιστούν τα φλογισμένα απογεύματά της
όπου ηφαίστεια πορεύονται ώς πέρα στον ορίζοντα
δίχως να τα συγκρατεί κανείς
Η χώρα αυτή ιδρώνει φωτεινά μεσημέρια
για να πιστέψω στη φρικτή διαστροφή της ομορφιάς της,
για να μη σηκώσω το λαμπερό πανί των τοπίων της
και δω το θάνατο να διακινεί κάτω απ’ τη μύτη μου κόκαλα
Σε δάκρυα με βαφτίζει αυτή η χώρα
Το μισοφέγγαρο προβάλλει και καρατομεί πυγολαμπίδες
Οι γρύλοι πιάνουν νότες αδύνατες, σοπράνο
Τα μελτέμια σπάζουν κύματα αόρατα στο μπαλκόνι μου
Μα πλέον δεν υπάρχει ομορφιά να με εξαπατήσει
ούτε νανούρισμα να με αποκοιμήσει
 
Μανάγουα,
αλάτι στην πληγή
Αρπάγες
αφήνουν σε βοϊδάμαξες
δέντρα κομματιασμένα
με κατεύθυνση ανώνυμες νεκρικές πυρές.
Σκοτεινοί διαβάτες περπατούν στις ακτές
περιδιαβαίνοντας ακούσιους θανάτους
Στη γωνία
ο άντρας ανεμίζει τα εισιτήρια μέρα μεσημέρι
Από αργόσυρτα λεωφορεία
ξεχύνεται ο κόσμος σαν σμήνος
πόδια μπερδεύονται με ράμφη πουλιών
που κρέμονται ατυχή, σαστισμένα
Με δυσκολία ανοίγει δρόμο
η άμμος το τσιμέντο
Ο εργάτης δένει μαντήλι στο μέτωπο
της μεσημβρίας
Το ταξί των χιλιάδων επισκευών
κυλά πάνω στο ακανόνιστο καουτσούκ
Αφηρημένος ο οδηγός σταματά
όπου νομίζει εκείνος καλύτερα
Αλάτι στην πληγή
η πόλη των χιλιάδων πεζών
δίχως προβλεπόμενα γι’ αυτούς περάσματα
Τα αυτοκίνητα με ταχύτητα ιλίγγου
η γυναίκα με το παιδί διασχίζει το δρόμο
κλείνει τα μάτια
είναι τόσο αβέβαιη η άφιξη απέναντι
Μα και η αβεβαιότητα ακόμη γίνεται συνήθεια
Πρέπει να τρέξουν. Το παιδί πέφτει πάνω στο παρμπρίζ
με τα ρούχα βρεγμένα και βρώμικα
προσποιούμενο αδιαφορία για τα υποτιμητικά βλέμματα
Η υπέργηρη με το χαρτόνι πάνω στο στήθος
δείχνει πρόσωπο και πόδια
φαγωμένα από την πείνα, την επετεία
Αλάτι στην πληγή
Αρπάγες
Λαβύρινθοι για να μην κοιτάς
Μαλακά καθίσματα, ραδιόφωνο
κλιματισμός και κινητό τηλέφωνο
Για άλλες η ζωή είναι άλλη
Τα σιντριβάνια. Τα φώτα νέον.
Ρούμι «Φλορ ντε Κάνια», Κόκα-Κόλα, μπύρα «Βικτώρια».
Τσιγάρα. Η ροτόντα των εξαρτήσεων.
Πίσω ο ναός περιμένει τη μέρα που θα κρυφτεί
σε φοινικόδασος
Στο εκτυφλωτικό κέντρο αγορές και ψώνια
Αργότερα προσευχή για όσους δεν μπόρεσαν να φτάσουν
το φωτισμένο κατώφλι του εμπορικού
Βολική η προσευχή. Ο ναός δροσερός και ήσυχος
Ούτε κλάματα ακούγονται, ούτε φρένα, ούτε το παιδί το χτυπημένο.
 
Τι τύχη να ’σαι νεκρός, Κάρλος Φονσέκα,
τι τύχη που η γη σ’ αγκαλιάζει και τυφλώνει
και κανείς Ναζωραίος θρασύς δεν θα πει
Δεύρο έξω και περιπάτει
Και που φράση μόνο ποιητική είναι εκείνη του Θωμά
πως στους νεκρούς ανήκεις που ποτέ δεν πεθαίνουν.
Στο Μοταστέπε το γρασίδι σβήνει τ’ αρχικά του ΜΕΑΣ*
μα είναι περισσότερα όσα έχουν σβηστεί, πολύ περισσότερα
Η στάχτη τόσων οραμάτων σηκώνεται σήμερα σε κυκλώνες
πάνω στο ίδιο πάντοτε και άγριο πράσινο της Νικαράγουας
και όμως είναι κάτι ακόμη πέρα από τα οράματα
που έγινε καπνός
που χάθηκε και που μας ακολουθεί την κάθε μέρα με αυτήν τη βρώμα ψοφιμιού.
Μακάρι οι τερμίτες να μην σου το μαρτυρήσουν
ο κόσμος να σε ντύνει παρά τη φτώχεια του
και να σε προστατεύει ακόμη κι από εμάς τους ίδιους
 
Πού να κρύψω τη χώρα αυτή της ψυχής μου
για να μην μου την χτυπήσει κανένας πια;
Νικαράγουα λαβωμένη στάζεις λάσπη
απ’ τις πληγές τις ανοιχτές της καρδιάς σου.
Ποιος θα σε γιατρέψει χώρα μικρή;
Ποιος θα σε προστατέψει;
Ποιος μετά τη χολή, τη βροντή
γλυκά θα σου τραγουδήσει να σε ηρεμήσει
για ν’ αποκτήσεις πάλι πίστη
και σηκωθείς στα πράσινα βουνά σου
για ν’ αντικρίσεις τον ορίζοντα;
Γη μου εσύ της φωτιάς και του νερού
που μίλησες με φωνή βραχνή χώρας διαβολεμένης
Σσσσς, σιώπησε πια χωρούλα κουρασμένη από το κλάμα.
Ποιος θα τραγουδήσει νανούρισμα στη Νικαράγουα;
Πάμε, όλοι μαζί.
Ας φέρουμε διαφάνεια
σ’ αυτή τη χώρα τη δική μας
την κουρασμένη απ’ το κλάμα.
Κοιμήσου Νικαράγουα
Κοιμήσου καρδιά μου
Κοιμήσου εσύ χώρα μου
Αγάπη γλυκειά μου.
 

Ως προς το ρήμα «βρίσκομαι» (Del verbo estar)

Η ποίηση βρίσκεται μακριά
όπως το σπίτι το παλιό με το κτήμα
που, φυλαγμένο στα παιδικά μου χρόνια,
λάμπει αθώο
όλο τοίχους λευκούς και κολώνες ψηλές από ξύλο ευγενές
Ο γλυκός κόσμος που γύρεψα να διαπλεύσω με το σάλιο μου
και με της φωνής μου την ανάσα να τυλίξω
έχασε την ψευδαίσθηση της αγνότητας
Όσο ζω
οράματα άλλα εισβάλλουν με τη βία
στην υδάτινη τροχιά που τα εγκλωβίζει
και τ’ ανυψώνει πενθώντας στη συνείδησή μου
Μήπως τελικά η σοφία του χρόνου
βρίσκεται στη θέαση της άλλης όψης του φωτός;
 
Έτσι ένα πρωινό του καλοκαιριού
σηκώνομαι ξυπόλητη ξεχτένιστη
και τις σκάλες κατεβαίνω με τα γυαλιά στα χέρια
για το πρωινό και τις εφημερίδες
Οι λέξεις πλάι στο ψωμί και το βούτυρο
γεμάτες αγωνία
Ενώ οι σελίδες της οικονομίας ανακοινώνουν τον εμπορικό θρίαμβο
κάποιας πάλι τελευταίας τεχνολογίας,
οι τίτλοι επαναλαμβάνουν τη μονότονη απαρίθμηση νεκρών
περιγράφοντας πότε τη μια πότε την άλλη αθλιότητα.
Γυρίζω τις σελίδες αλείφοντας τη μαρμελάδα πορτοκάλι στο φρυγανισμένο ψωμί.
Ψίχουλα πέφτουν πάνω στη φωτογραφία της γυναίκας
που κραυγάζει στην πλατεία της Βαγδάτης πλάι στο νεκρό παιδί της.
Πιστέψτε με όταν λέω πως ο πόνος αυτός δεν μου είναι αδιάφορος
και ας με κάνει να γελώ ο λευκός, γλυκός σκυλάκος μου στον κήπο
που μικρός όπως είναι και μαλλιαρός
καταδιώκει μάταια φρενήρης το κολίμπρι
που πριν μια στιγμή ακόμη ξαπόσταινε πάνω στις λευκές ανθισμένες καμέλιες
και ας πίνω μια γουλιά απ’ τον καφέ γυρίζοντας σελίδα
για να διαβάσω για μια κοπέλα που σκοτώθηκε σε τρομοκρατική επίθεση
σε ιαματικά λουτρά στην Αίγυπτο. Μια κοπέλα 27 ετών,
γεννημένη στο Λας Βέγκας, η μόνη που τα μέσα αναφέρουν λεπτομερώς
αφού είναι Αμερικάνα, ξανθιά, όπως και να ’χει μια γυναίκα νέα που χαμογελά μ’ αυτοπεποίθηση
πλάι στο φίλο της σε μια πρόσφατη φωτογραφία από τις διακοπές, όπου και σκοτώθηκε.
Η σελίδα των Απόψεων της New York Times φιλοξενεί άρθρο
για το Νταρφούρ, μια λέξη που ο πρόεδρος Μπους
ακόμη δεν κατορθώνει να προφέρει σωστά.
Ο αθρογράφος επισημαίνει τις ώρες που αφιέρωσαν τα μέσα στη δίκη του Michael Jackson
και στο ειδύλλιο του Μπραντ και της Αντζελίνας.
Το NBC έστειλε κάμερες στην Αφρική για μια συνέντευξη με τον Μπραντ,
αλλά το Νταρφούρ, με το σφαγιασμό χιλιάδων, δεν μοιάζει άξιο αποστολής
[δημοσιογραφικής ομάδας.
Διαβάζω ότι νοσοκομείο στο Κλήβλαντ ενέκρινε επιτέλους την ιατρική διαδικασία
για την πρώτη μεταμόσχευση προσώπου.
Ζητείται δότης, κάποια οικογένεια που δεν θα τρέμει στην όψη του προσώπου του θανόντος
πάνω στο ξένο σώμα άλλου ανθρώπου.
 
Ο καφές κρυώνει.
Πάει και το ψωμί,
μαύρο ψωμί, ολικής άλεσης, πιο υγιεινό από το λευκό.
Η ποίηση βρίσκεται μακριά.
Απ’ την άλλη όψη θαρρείς του φωτός που εγώ άλλοτε ρουφούσα, διψασμένη για ομορφιά.
Πώς γίνεται να συνεχίσεις να ζεις;
Με τι ψυχή, υποχρεωμένη να δέχεται την αντίφαση
βολεύομαι σ’ έναν γαλάζιο ουρανό, σ’ ένα καλοκαίρι μαγικό σ’ αυτήν την ακτή της θάλασσας, σ’ αυτό το σκυλάκο με τα καπρίτσια του,
στην εκλεκτή αδιαφορία που μετατρέπει την ατομική μικρότητα σε καταφύγιό της;
 
Την ώρα την πιο απέλπιδη της ανθρωπότητας
ξεγλιστρώ απ’ τη νυχτικιά μου
κι αφήνω να τρέξει πάνω στο δέρμα μου νερό
με την ελπίδα πως μέσα του θα διαλυθώ.
 
  

Στον κομαντάντε Μάρκος (Al comandante Marcos)

Ο θόρυβος απ’ τα σκάγια μάς έκλεισε την πόρτα στα μούτρα.
Η πόρτα της ζωής σου άξαφνα κλειστή
στο ξύλο που σε κοιμίζει και σε βυθίζει στα σπλάχνα της γης.
 
Δεν μπορώ να πιστέψω το θάνατό σου,
έτσι δίχως αποχαιρετισμό,
μόνο εκείνο το μακρινό προαίσθημα της νύχτας εκείνης, ―θυμάσαι;―
σαν έκλαψα με μανία βλέποντάς σε κοιμισμένο,
αναγνωρίζοντάς σε ως πουλί αποδημητικό
σε γοργή φυγή απ’ τη ζωή.
 
Ύστερα,
σαν έφυγες,
σαν τον κίνδυνο άρπαξες απ’ τα μαλλιά,
κι ήξερα πως σε περιστοιχίζουνε άγρια σκυλιά,
να πιστεύω άρχισα πως είσαι ακατανίκητος.
Πώς να πιστέψω το τέλος των χεριών σου,
των ματιών σου, των λόγων σου;
Πώς να πιστέψω το τέλος το δικό σου, αφού εσύ ήσουν κάθε αρχή,
η σπίθα, η πρώτη εκπυρσοκρότηση, το «άρξατε πυρ»,
τα σχέδια, η ηρεμία;
 
Και όμως, να τη! η είδηση στην εφημερίδα
και η φωτογραφία σου που με κοιτά δίχως να με βλέπει
και αυτή η οριστική η αίσθηση της απουσίας σου
να με διατρέχει απαρηγόρητη εντός,
αφήνοντας πίσω πολύ των δακρύων το μέτωπο,
να ρίχνεται στις φλέβες μου,
να ξεχύνεται σε κάθε ίνα του κορμιού μου.
 
Περνάει ο χρόνος
και ολοένα μεγαλώνει του ονόματός σου το κενό,
περνούν τα λεπτά τα ηλεκτρισμένα απ’ το άγγιγμά σου,
από το ρυθμικό τραγούδι της καρδιάς σου,
από όλα όσα τώρα κολυμπούν μες στο μυαλό μου
και σε φέρνουν και σε πάνε σαν πλημμυρίδα και άμπωτη
μιας παλίρροιας αίματος,
όπου βλέπω το κόκκινο του πόνου και της οργής
και γράφω, δίχως να μπορέσω να γράψω γι’ αυτό το θρήνο τον ατέλειωτο,
στρογγυλό και κυκλικό σαν και το σύμβολό σου,
και να φανταστώ αδυνατώ το τέλος σου,
παρά νιώθω μονάχα με τη δύναμη της αγκαλιάς,
της βροχής,
των αλόγων σε φυγή,
την αρχή σου.

Η Αμερική στο ιδίωμα της μνήμης (América en el idioma de la memoria)
 
Ι.
Τη γλώσσα των προγόνων μου την άκουσα σε όνειρα.
Τη μορφή τους αντίκρισα σε δωμάτια αμφίβολα
που μονάχα με γλώσσα ξενική να ονοματίσω μπορώ
τη γλώσσα εκείνων που για πάντα τους εξόρισαν
στο βασίλειο των σκιών.
Τις λέξεις τους δεν καταλαβαίνω
μα στα όνειρα μακραίνουν σαν φοινικιές
ιριδίζουν σαν του Κετσάλ* τα φτερά.
Πώς να ’ταν άραγε οι αγορές της Τενοτστίτλαν*
η πραμάτεια με τα διαδήματα από φτερά παπαγάλων,
η φωνή της γυναίκας που διαλαλούσε καρπούς πολλών λογιών
η μουντή φωνή του πωλητή πατάτας;
Με τι λέξεις που ηχούν σαν ποταμός και καταιγίδα
ονομάτιζαν την αγάπη, το νικητή στης μπάλας το παιχνίδι
και το γλυκό κορίτσι με τα ψάθινα καλάθια;
Οι λέξεις των λαών ομοιάζουν με τα βουνά και τις λίμνες τους
ομοιάζουν με τα δέντρα και τα ζώα τους.
Πώς να ’τανε η γλώσσα αυτή που για τίγρεις μιλούσε και ερυθρίνες
για μια φλεγόμενη σελήνη ισημερινή
για ηφαίστεια ενεργά;
Τη γλώσσα των προγόνων μου την άκουσα σε όνειρα,
σε δωμάτια αμφίβολα που μονάχα μπορώ να περιγράψω
με γλώσσα υπολειμμάτων.
 
 
ΙΙ.
Τους Θεούς μας κρύψαμε,
τους μύθους μας,
κάτω απ’ την πορφύρα των αγίων τους.
Αναπλάσαμε τη γλώσσα τους
την ξανακάναμε δική μας,
τη βάλαμε να πει την κατακλυσμική βροχή
και το γλυκό τραγούδι της φλογέρας,
το ύψος των Άνδεων,
και το τροπικό το δάσος του Αμαζόνιου.
Αλλάξαμε τα ονόματά μας για να επιβιώσουμε,
μα τον κόσμο τον ονομάσαμε
με κώδικες και κωδικούς που ώς και τα τώρα παραμένουν ακατανόητοι.
Θέλησαν το δέρμα μας ν’ αλλάξουν,
όμως αλείψαμε κακάο στα γονίδιά τους
για να διακρίνουμε την καθαρή σοκολάτα
απ’ την καμένη:
άντρες και γυναίκες από σοκολάτα
αποίκησαν εκ νέου την Ήπειρο
της Βροντής και της Απόγνωσης.
 
Εκ νέου δημιουργήσαμε τις υπέροχές μας πόλεις
Μεξικό, Μπουένος Άιρες, Λίμα και Ρίο
και φυλάξαμε στα βάθη των κανατιών μας
τη σοφία της υποταγμένης μνήμης μας.
 
ΙΙΙ.
Δεν θριαμβεύσαμε.
Ήμασταν αθώοι και μιλούσαμε στη Γη με σεβασμό,
όπως αρμόζει σε φιλοξενούμενους και όχι σε οικοδεσπότες.
Τη Ζωή θυσιάζαμε στον θεό Ήλιο,
ενώ εκείνοι αντιθέτως στο χρυσό,
που μονάχα τον μιμείται.
Η Γη ήταν συνεργός μας.
Την τιμούσαμε και τη γιορτάζαμε.
Εκείνοι τη Γη δεν την αγαπούσαν,
την ξεγύμνωναν λες και τους ανήκε,
όπως ξεγύμνωναν κι εμάς
λες κι εμείς να τους ανήκαμε το ίδιο.
Μας ανάγκασαν τις λέξεις τους να μιλούμε
και τα ρούχα τους να ντυνόμαστε.
Μας ανάγκασαν τον Θεό να λατρεύουμε
που εκείνοι οι ίδιοι είχαν σταυρώσει.
Ούτε και απ’ την ενοχή τους για τη σταύρωση αυτή γλιτώσαμε
αφού μας έλεγαν πως και για δική μας χάρη πέθανε
και πως με τη ζωή μας έπρεπε να πληρώσουμε
για το αμάρτημα ν’ αγνοούμε κάτι τέτοιο.
 
IV.
Τη γλώσσα των προγόνων μου την άκουσα σε όνειρα.
Σε όνειρα άκουσα τις κραυγές τους.
Το κάψιμο των γεννητικών οργάνων τους,
τον πόνο σε γέννες μιγαδικές,
τα παιδιά από βιασμούς.
Δεν μπορούσαμε στα παιδιά πια να δώσουμε
ονόματα κάκτων, δέντρων, λουλουδιών κι αστερισμών.
Μάθαμε το χρόνο να μετρούμε με τα μέτρα τους
και στις μέρες δώσαμε ονόματα ξένα.
 
V.Ποιοι είμαστε;
Ποιοι είναι εκείνοι, οι άντρες και οι γυναίκες δίχως γλώσσα,
που δέχονται τη χλεύη για το χρώμα τους,
τα πόδια τους, τα φτερά και τα κοσμήματά τους;
Για να μην γνωρίζουμε άλλους από τους δικούς τους κώδικες,
έκαψαν τους δικούς μας σε θεόρατες πυρές.
Η ποίηση και η ιστορία μας, τα χρονικά των λαών μας
γέμισαν με καπνό τις κόγχες των ματιών μας
και με δάκρυα τα σωθικά μας γέμισαν.
Πήραν φωτιά οι ζωγραφικές μας δουλεμένες με προσοχή από γραφείς
πήραν φωτιά οι μύθοι μας που μας έκαναν αυτό που ήμασταν.
Πώς θρηνούσαν οι γέροντες στις αλάνες
βλέποντας των προγόνων τους τα ονόματα να καίνε!
Αχ! Νύχτα εσύ μακρά, νύχτα εσύ πικρή της στάχτης!
Νύχτα που μας άφησες δίχως χέρια,
δίχως γλώσσα, δίχως μνήμη!
 
VI.
Η Γη μάς έσωσε, το αίμα, το χρώμα των φρούτων,
η ζάλη του ανέμου στους γκρεμούς του Μάτσου Πίτσου.
Όλα τα πήραν, τα κατείχαν, μα η Γη εξακολουθούσε να μας τραγουδά,
οι καταρράκτες του Ιγουαζού, η λίμνη Τιτικάκα, ο ποταμός Ορινόκο, οι πεδιάδες,
η λίμνη Ατιτλάν, το ηφαίστειο Μομοτόμπο, οι αρχαίες πρωτεύουσες Τικάλ και Κοπάν.
Η Γη γνώριζε το δικό μας άγγιγμα —
τα ηφαίστεια μάς μιλούσαν — οι ποταμοί μάς ξέπλεναν τα δάκρυα,
και η ζούγκλα μάς έκρυψε.
Εκείνους η νοσταλγία τούς αποτέλειωνε.
Ο χρυσός εισέπραττε την τιμή του. Σκοτώνονταν τώρα αναμετάξυ τους.
Βυθίζονταν τα καράβια τους. Τους αρνούνταν τα παιδιά τους.
Στις κοιλιές των γυναικών μας έσβηναν.
Τα γονίδιά τους έβραζαν στο κακάο
και στους απογόνους τους δεν έβλεπαν πια τους εαυτούς τους.
 
VII.
Τη γλώσσα των προγόνων μου την άκουσα σε όνειρα.
Σε όνειρα άκουσα τα γέλια τους.
Υπομονετική η υπομονή,
η αντίσταση.
Αιώνες ολόκληροι σιωπής κι αναμονής.
Ο καιρός κύλησε σε σπείρες,
αναβαίνοντας από τις ερήμους της Παταγονίας,
διασχίζοντας τις Άνδεις, τις οροσειρές, την τροπική υγρασία,
και τις όχθες με τους βούβαλους.
Ο άνθρωπος των μεγάλων πόλεων καταστρέφει τον κόσμο του.
Η πείνα, η βία, σκάβουν τούνελ κάτω απ’ τα πόδια του,
υποσκάπτουν τα θεμέλια των ξενικών ειδώλων.
 
Τα μάτια της Αμερικής προσμένουν την επιστροφή του Κετσακόατλ
—του φτερωτού όφεως—
 
Τη γλώσσα των προγόνων μου την άκουσα σε όνειρα.
Όνειρα που ποτέ τους δεν κοιμούνται.
 
 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

– Κετσάλ: Πολύχρωμο, εντυπωσιακό ιερό πουλί των Αζτέκων και των Μάγια.
– Τενοτστίτλαν: Ακμάζουσα πόλη-κράτος, πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας των Αζτέκων στο σημερινό Μεξικό
– Κάρλος Φονσέκα: Ιδρυτής του ΜΕΑΣ
– ΜΕΑΣ: Μέτωπο Εθνικής Απελευθέρωσης των Σαντινίστας

 

Τζοκόντα Μπέλλι, «Πόλις» (2/4)

Επιμέλεια, επιλογή, μετάφραση: ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Απεργία (Huelga)

Θέλω μια απεργία να συμμετέχουμε όλοι.
Μια απεργία από χέρια, πόδια και μαλλιά,
μια απεργία να γεννιέται μες στο σώμα του καθένα.

Θέλω μια απεργία

από εργάτες                από περιστέρια
από σοφέρ                   από λουλούδια
από τεχνικούς             από παιδιά
από γιατρούς               από γυναίκες.

Θέλω μια απεργία μεγάλη,
που να φτάνει ώς την αγάπη.

Μια απεργία, όλα να τα σταματάει,

το ρολόι                      τα εργοστάσια
τα φυτώρια                  τα σχολεία
τα λεωφορεία               τα νοσοκομεία
τις λεωφόρους             τα λιμάνια.

Μια απεργία από μάτια, από χέρια και φιλιά.
Μια απεργία να επιτρέπει την ανάσα,
μια απεργία να γεννάει τη σιωπή
για ν’ ακούγονται του τύραννου τα βήματα σαν φεύγει.

 

Τι είσαι, Νικαράγουα; (¿Qué sos Nicaragua?)                                       

Τι είσαι
παρά ένα τριγωνάκι γης
χαμένο καταμεσής του κόσμου;

Τι είσαι
παρά το πέταγμα πουλιών
πολύχρωμων μωμώτ
μίμων πολύγλωσσων
και κολιβρίων;

Τι είσαι
παρά το κελάρυσμα ποταμών
που πέτρες μεταφέρουνε λαμπρές και λείες
ίχνη αφήνοντας νερού στα βουνά;

Τι είσαι
παρά στήθη γυναικεία φτιαγμένα από πηλό,
λεία, μυτερά, απειλητικά;
 
Τι είσαι
παρά το θρόισμα των φύλλων σε δέντρα υπερμεγέθη
πράσινα, πολύκλαδα, γεμάτα περιστέρια;

Τι είσαι
παρά πόνος και σκόνη και κραυγές το δειλινό,
– «γυναικείες κραυγές, σαν σε γέννα»-;

Τι είσαι
παρά γροθιά σφιγμένη και στο στόμα σφαίρα;
 
Τι είσαι, Νικαράγουα,
και τόσο με πονάς;

 

Φορείς οραμάτων (Los portadores de sueños)

Οι προφητείες όλες
γράφουν για το τέλος του κόσμου.

Όλες οι προφητείες προμηνύουν
πως ο άνθρωπος ο ίδιος το δικό του τέλος θα επιφέρει.

Μα οι αιώνες και η ζωή που ολοένα ανανεώνεται
γέννησαν ακόμη μια γενιά —
τη γενιά εκείνων που αγαπούν και ονειρεύονται∙
άνδρες και γυναίκες που δεν προσβλέπουνε στου κόσμου το τέλος,
μα στη δημιουργία ενός κόσμου, γεμάτου πεταλούδες και αηδόνια.

Από παιδάκια έφεραν το σημάδι της αγάπης.
Πίσω απ’ την όψη τους την καθημερινή
κρατούσαν φυλαγμένη τη στοργή και τον ήλιο του μεσονυχτίου.
Οι μανάδες τους τα έβρισκαν να κλαίνε για ένα νεκρό πουλί
και αργότερα, πολλούς απ’ αυτούς, τους έβρισκαν το ίδιο
νεκρούς σαν τα πουλιά.

Τα όντα αυτά συμβίωσαν με διάφανες γυναίκες
και τις άφησαν να κυοφορούνε μέλι, και με γιους ν’ ανθοφορούνε
μέσα από χαδιών χειμώνα.

Αυτά έγιναν κι έτσι πλήθυναν στον κόσμο οι φορείς των οραμάτων,
άγριες επιθέσεις δεχόμενοι απ’ τους φορείς προφητειών
που για καταστροφές μιλούσαν.
Τους είπανε φαντασιόπληκτους, ρομαντικούς, ουτοπιστές,
τους λόγους τους τους είπανε ξεπερασμένους
―και πράγματι ήταν τέτοιοι αφού η μνήμη του παράδεισου
στου ανθρώπου την καρδιά έχει παλιώσει―.
Όσοι πλούτη συγκεντρώνανε, τους έτρεμαν,
και καταπάνω τους έριχναν στρατούς,
μα οι φορείς των οραμάτων έκαναν έρωτα όλες τις νύχτες
κι ολοένα ο βλαστός τους ξεπρόβαλλε απ’ τις κοιλιές των γυναικών
που όχι μονάχα έφεραν οράματα μα και τα πλήθαιναν,
διαδίδοντάς τα και μιλώντας γι’ αυτά.
 
Με τον τρόπο αυτό αναπαρήγε ο κόσμος τη ζωή του
όπως αναπαρήγε εκείνους που εφηύραν τον τρόπο
του ήλιου τη λάμψη να παύσουν.
 
Οι φορείς των οραμάτων επέζησαν σε παγετούς,
μα σε κλίματα θερμά έμοιαζαν να ξεπετάγονται
σαν γενιά αυτοφυής.
Ίσως οι φοινικιές, οι γαλανοί ουρανοί, οι βροχές οι καταρρακτώδεις
σε τούτο να ’χανε ανάμειξη,
μα η αλήθεια είναι πως σαν μέλισσα εργάτρια
το είδος τους ολοένα ονειρευότανε και δημιουργούσε όμορφους κόσμους,
κόσμους αδελφωμένους, με άντρες και γυναίκες
με τον έναν ν’ αποκαλεί τον άλλο σύντροφο
που δίδασκαν αλλήλους ανάγνωση και
σε θανάτους από κοινού παρηγορούνταν,
αλλήλους φρόντιζαν, πρόσεχαν κι αγαπούσαν,
ο ένας τον άλλο στον τρόπο της αγάπης βοηθούσε
και στην προστασία της ευτυχίας.
 
Ευτυχείς ήταν στον κόσμο τους από ζάχαρη κι ανέμους,
κι απ’ όλα τα μέρη κατέφταναν άλλοι για να διαποτιστούν απ’ την ανάσα τους
κι απ’ την καθάρια ματιά τους,
και προς όλα τα μέρη σκόρπιζαν εκείνοι που τους γνώρισαν
φέροντας και οι ίδιοι οράματα, οραματιζόμενοι καινούργιες προφητείες
που για χρόνους θα μιλούσανε με πεταλούδες και μ’ αηδόνια
και που ο κόσμος δεν θα τέλειωνε μ’ εκατόμβες.
Αντιθέτως, οι επιστήμονες θα σχεδίαζαν
γέφυρες, κήπους, παιχνίδια εκπληκτικά
για να κάνουν πιο γλυκειά την ευτυχία του ανθρώπου.
 
Είναι επικίνδυνοι – εκτύπωναν οι μηχανές
Είναι επικίνδυνοι – διακήρυτταν οι πρόεδροι στους λόγους τους
Είναι επικίνδυνοι – μουρμούριζαν οι πλάστες του πολέμου.
 
Πρέπει να αφανιστούν – εκτύπωναν οι μηχανές
Πρέπει να αφανιστούν – διακήρυτταν οι πρόεδροι στους λόγους τους
Πρέπει να αφανιστούν – μουρμούριζαν οι πλάστες του πολέμου.
 
Οι φορείς των οραμάτων τη δύναμή τους την γνώριζαν,
γι’ αυτό δεν απορούσαν∙
ήξεραν ακόμη πως η ίδια η ζωή τούς είχε γεννήσει
για να τη σώσουν απ’ το θάνατο που προμήνυαν οι προφητείες.
Γι’ αυτό τη ζωή τους υπερασπίζονταν και με το θάνατο ακόμη.
Γι’ αυτό καλλιεργούσαν κήπους οραμάτων
εξάγοντάς τους με γιγάντιους ιμάντες πολύχρωμους.
Οι προφήτες του σκότους περνούσαν μερόνυχτα ολόκληρα
φρουρώντας περάσματα και δρόμους
ψάχνοντας αυτά τα επικίνδυνα φορτία
που ποτέ τους δεν κατόρθωναν να παγιδεύσουν
γιατί εκείνος που δεν έχει μάτια να οραματιστεί
δεν βλέπει οράματα ούτε μέρα ούτε νύχτα.
 
Και στον κόσμο εξαπλώθηκε κύμα μέγα οραμάτων
που οι έμποροι θανάτου δεν μπορούν να σταματήσουν.
Παντού υπάρχουνε φορτία με γιγάντιους ιμάντες
που μόνο αυτό το νέο γένος των ανθρώπων μπορεί να δει,
αφού ο σπόρος των οραμάτων δεν ανιχνεύεται
γιατί είναι φυλαγμένος μες σε κόκκινες καρδιές
ή σε ρούχα φαρδιά εγκυμοσύνης
όπου εμβρυακοί οραματιστές θορυβούν μες στις κοιλιές
που τους φιλοξενούν.
 
Λένε πως μετά τη γέννησή τους
η γη άνοιξε διάπλατα έναν ουρανό με ουράνια τόξα
και τη γονιμότητα φύσηξε στις ρίζες των δέντρων.
 
Εμείς μονάχα ξέρουμε πως τους έχουμε δει.
Ξέρουμε πως η ίδια η ζωή τους γέννησε
για να τη σώσουν απ’ το θάνατο που προμήνυαν οι προφητείες.
 
 

Γαλάζια Κυριακή στο Λος Άντζελες (Domingo azul en Los Ángeles)

Γαλάζια Κυριακή.
Δρόμοι της θλίψης μου. Το αυτοκίνητο στρίβει στη γωνία.
Γρήγορη οδήγηση, μουσική.
Η ζωή. Οι στροφές. Οι ανηφόρες και οι κατηφόρες. Κι όλ’ αυτά προς τι;
Προς τι η αναπνοή;
Το σώμα; Η άνοδος και η κάθοδος.
Η συνομιλία. Η συναυλία του Βίκτορ Ερνάντες Κρους.
Η θλίψη της Σεσίλιας.
Λος Άντζελες ξένο. Πόλη ξένη. Πρόσωπα άγνωστα.
Κοιτάζω στον καθρέφτη, η γυναίκα πίσω καπνίζει. Μόνη.
Όπως εγώ. Η πόλη αυτή θρονιάζεται στον αμφιβληστροειδή μου
με τους κήπους της και τους ψηλούς της φοίνικες πλάι στη θάλασσα.
Οι άποροι, και εκείνοι που όλους τους πόρους διαθέτουν.
Εύθραυστα ανθρώπινα όντα. Τόσο εύθραυστα. Τόσο μόνα.
Να ’ναι άραγε θλιμμένα; Ή να φταίει η Κυριακή με τους άδειους δρόμους της;
Ή να φταίω πάλι εγώ με τη ματαιότητα που με κατατρέχει; Η αναζήτηση
του νοήματος. Έχουν νόημα άραγε όλ’ αυτά; Να είχαν κάποτε;
Ο αγώνας. The struggle. Όλοι αγωνιζόμενοι.
Ο άνδρας με την πινακίδα στη γωνία:
“I need 100.00 to buy a house
and a car.” Χαμογελά.
Γελά με την ίδια του την επιγραφή.
Ποια η διαφορά ανάμεσα σ’ εκείνον και σε μένα;
Εγώ στο αυτοκίνητό μου. Μόνη.
Εκείνος με την κινητή του οικία, το καροτσάκι του σούπερ μάρκετ.
Το παγκάκι στο πάρκο όπου πότε-πότε κοιμάται. Μόνος.
Ο σερβιτόρος που βγαίνει στο δρόμο να καπνίσει. Αργεντίνος.
Αυτή η πόλη δεν έχει πατρίδα. Ανήκει στους εκπατρισμένους.
Γι’ αυτό μ’ αρέσει. Ίσως να μ’ αρέσει γι’ αυτό.
Ίσως αυτή να ’ναι η μόνη της αξίωση.
Το μόνο που τη σώζει από τα εγκλήματα την αφθονία
και τη λήθη. Οι φοίνικες. Η ομίχλη του πρωινού.
Η μυρωδιά της θάλασσας από μακριά. Οι πατινέρ
στα πεζοδρόμια του μόλου. Τα κορίτσια με τα ωραία κορμιά τους μαυρισμένα.
Η παραλία με τους μυς. Η Βενετία. Απομίμηση της άλλης. Κανάλια. Γέφυρες.
Πάπιες που τρέχουν πίσω από ψίχουλα στην άκρη του πάρκου.
Από το σπίτι μου βλέπω τα βουνά της Σάντα Μόνικα.
Το πράσινο πέρα μακριά. Τους λόφους του Μπέβερλυ Χιλς. Τα βουνά
του Σαν Γκάμπριελ (ψήλωσαν κάμποσο
στον τελευταίο σεισμό). Η κόρη μου η Αντριάνα διαβαίνει αυτούς
τους δρόμους. Πηγαίνει στο προνήπιο, στην 4η λεωφόρο. Έχει συνηθίσει
τον κόσμο που περνάει βιαστικός, δίχως να κοντοσταθεί, τα χαμόγελα
των περαστικών, το πάρκο Λίνκολν.
Μονάχα εγώ φαίνεται να μην συνηθίζω τους αυτοκινητόδρομους, τον ψυχρό
θόρυβο των πραγμάτων, τη θλιβερή σιωπή του κόσμου.
 

Κόντρα στην ελπίδα (Contra toda esperanza)

Ετούτες τις μέρες
που ο κόσμος όλος τρέμει την εντροπία
κι αναδιπλώνεται,
γίνονται όλο και πιο επίπονες
οι δημόσιες αισιόξες προβλέψεις.
 
Ενδείξεις δεν υπάρχουν που να ενισχύουν
την κυοφορία ανέμων
που θα μας κατηύθυναν σε ηπείρους άγνωστες γεμάτες βλάστηση
ή λέξεων ενθαρρυντικών που θα εξηγούσαν αμοιβαίες προσβολές.
Αντιθέτως: οι καιροί συγκεντρώνουν αποδείξεις ενάντια σε κάθε πιθανότητα ισορροπίας.
 
Εκατοντάδες τα όντα που πεθαίνουν
ενόσω άλλοι νοιάζονται απαθείς για τις δικές τους αγωνίες
— πατώντας κουμπιά, θεατές πάνω σε μαλακά καθίσματα—
Μια κοινωνία voyeurs
που ευλογεί την αφθονία της.
                                    —Τα αγοράκια στο εμπορικό κέντρο
                                    πυροβολούν και συγκεντρώνουν πόντους συνθλίβοντας
                                                                                               [εχθρούς φανταστικούς.
Εξελιγμένες τεχνικές αναπαράγουν μακελειά σε αίθουσες
[κινηματογραφικές με αναρίθμητες οθόνες.
 
Εν μέσω απληστίας
γυναίκες και άντρες διαλύουν τη βεβαιότητα του αναπόφευκτου θανάτου
την πλάτη γυρνώντας στη μοίρα τη συλλογική,
ενώ αρπάζονται από μια ευτυχία φευγαλέα κι ελάχιστη.
 
Βρέχει στα ανθρωπάκια με τις ομπρέλες, όπως στον πίνακα του Μαγκρίτ.
Καθένας αποκρούει όπως–όπως τον καυτό ήλιο 
Καθένας με την ψευδαίσθηση πως επιβιώνει
και πως είναι περιττό να ονειρεύεται βροντόφωνα.
 
Ποιήτρια μες στη μοναξιά μου.
Μάρτυρας ενός κόσμου αισχρού,
σέρνομαι με τα βαριά φτερά μου ώς την κορφή
απ’ όπου θα ριχτώ σαν άλλος Ίκαρος, πάλι και πάλι,
γιατί ίσως
γιατί μάλλον
γιατί δεν παραιτούμαι.
  
 

 

Μάστιγες του 21ου αιώνα (Plagas en el siglo XXI)

Ιράκ. Η βόμβα εκρήγνυται καταμεσής του δρόμου. Κορμιά τινάζονται στον αέρα.
Ο βομβιστής αυτοκτονίας φωνάζει τη στιγμή της έκρηξης: Μέγας ο Αλλάχ.
Ο Βορειοαμερικάνος στρατιώτης. Ο ροδαλός, ξανθός νεαρός αφήνει τα λεκτρονικά
και πιάνει τα πολυβόλα στη Φαλούχα. Μπαίνει στη μάχη σε ρυθμό
heavy metal. Ρομπότ, με στολή παραλλαγής. Θώρακας προστατευμένος, ενώ
μέλη ακρωτηριασμένα κυλιούνται στους δρόμους της Βαγδάτης.
Πόσοι κιόλας οι νεκροί;
Πόση πείνα σε Νιγηρία και Τανζανία;
Πόσα σήμερα τα νεκρά από AIDS παιδιά;
Στη Νέα Υόρκη οι πασαρέλες λανσάρουν τις τάσεις της μόδας για το φθινόπωρο.
Γυναίκες παραγγέλνουν στο διαδίκτυο πανωφόρια και τζην
που στοιχίζουν όσο ο ετήσιος προϋπολογισμός πέντε σχολείων μαζί
σε οποιαδήποτε χώρα του Τρίτου Κόσμου.
Η αφθονία των μητροπόλεων εξακουλουθεί.
Τα τεράστια καταστήματα ανοίγουν τις πύλες τους
στο αδάμαστο κύμα των καταναλωτών
Ανύπαρκτες οι ελεύθερες θέσεις στάθμευσης στα εμπορικά.
Σήμερα, εξήντα χρόνια από τη Χιροσίμα
οι βόμβες καταχωνιάζονται στα σακίδια φοιτητών
που λόγο καλύτερο δεν έχουν να ζουν
παρά να πεθάνουν δημόσια.
Η ταυτότητά τους αποκαλύπτεται στις ειδήσεις των οχτώ
Πρόσωπα υγιή μελαχρινά δίχως δέσμευση καμιά που να τα συγκρατεί
Ο ουρανός πολλά υποσχόμενος
Παρθένες καρτερούν με τραγούδια και σώματα γυμνά.
Κάτω στη γη, αντιθέτως, η ντροπή της εξάρτησης,
της μετανάστευσης και της εξώθησης της μητρικής γλώσσας στην ανάμνηση.
 
Οι μανάδες, μαύρες, κλαίνε με τους τίτλους πολυσέλιδων εφημερίδων
με ανακοινώσεις κάθε χρώματος.
Η παγκοσμιοποίηση καταρρίπτει τα σύνορα
σαν στρατός κατακτητής που εισβάλλει δίχως σφαίρες
στην κάνη εμπρός της απληστίας και με το look καλοθρεμμένου.
Όσοι δεν έχουνε, κλέβουνε, και τον μεγαλύτερο κλέφτη
τον βραβεύει η κοινότητα με την ψήφο της.
 
Τρέμει του ποιητή ο παλμός θέλοντας να καταγγείλει
Ποιος τις λέξεις του ν’ ακούσει, απ’ όσους αγνοούν αυτά που πρέπει να ειπωθούν;
Όλοι είμαστε στο κόλπο. Σήμερα με τα ιστολόγια, τα γραφεία,
και την καθημερινή δημόσια καταγγελία των αηδιαστικών
τα πάντα είναι γνωστά.
Και όμως, τίποτε πια δεν προκαλεί αηδία. Η αηδία, αξία παρωχημένη.
Σε οποιοδήποτε φαρμακείο, σε οποιοδήποτε κατάστημα ενοικίασης ταινιών
πωλείται το φάρμακο για τη λήθη θανάτων βίαιων
ή και άλλων, λιγότερο φαντασμαγορικών. Οι ανώνυμοι δίνουν τη ζωή τους
δίχως νεκρικές πομπές, δίχως νεκρολογίες ή τους ύμνους κανενός.
Απαγορεύεται η φωτογράφιση φερέτρων και κορμιών ακρωτηριασμένων.
Οι πόλεμοι οι σημερινοί είναι άσηπτοι μέσα στον τρόμο τους
Τα σημάδια τους ανάλαφρα σαν τον καπνό που παρασύρει ο άνεμος
Τα πτώματα δεν μυρίζουν πια ψοφίμι
πνιγμένα όπως είναι μες στ’ αρώματα λοσιόν σκανδαλωδώς ακριβών
που υπόσχονται αιώνια ομορφιά και αντιγήρανση.
Η βιομηχανία δεν παύει να προσφέρει νεότητα.
Όμως μονάχα οι γέροι θέλουνε να ξαναγίνουν νέοι.
Οι νέοι δεν ξέρουν τι να θελήσουν.
Δεν υπάρχει πια εκείνος που προχωρεί σαν τον Σωκράτη
θέτοντας ερωτήματα απρεπή στην αγορά.
Ίσως τον κόπο πια να μην αξίζει η διερώτηση.
Ίσως να μην υπάρχουν πια καν ερωτήματα.
 

 
Φτάνοντας με το αεροπλάνο στη Νικαράγουα
(Llegada por avión a Nicaragua)
 
Του ανέμου το τραγούδι με καλωσορίζει
Νύχτα στη Μανάγουα
Τόσοι και τόσοι που από αγάπη πέθαναν
διασχίζουν κρυφά το σκοτάδι.
Από την πόλη αναδύεται ένας ψίθυρος
που γίνεται αεράκι
και κινεί των δέντρων τα κλαδιά
Από το αεροπλάνο
η πόλη μοιάζει με ουρανό κατάφωτο από αστέρια που λαμπυρίζουν.
Η μικρή μητρόπολη εκτείνεται σε χρώμα μπλε και ώχρας
σαν ουρανός που προεκτείνεται στη γη
–για ποιον να λάμπουνε τα φώτα της Μανάγουας;–
Από αέρος έχω δει τις νύχτες σε τόσες και τόσες πόλεις
μα καμιά σαν ετούτη δεν βλεφαρίζει
Είναι τα κλαδιά, σκέφτομαι
Οι αμυγδαλιές και οι βελανιδιές στις αλέες
λικνίζουν τα χέρια τους πάνω απ’ τη φωταψία
και προκαλούν την ψευδαίσθηση που ψάχνω να ξεδιαλύνω
από τη θέση μου στο αεροπλάνο που πίσω ξανά με φέρνει
στο θάμπος του παρελθόντος μου.
Εδώ κάποτε εξεγέρθηκε ολόκληρος λαός σαν γροθιά
για να πάρει το μέλλον του στα χέρια του.
Όλα ετούτα ξαποσταίνουν στο μυαλό μου καθώς το αεροπλάνο προσγειώνεται.
Εκεί, σ’ εκείνον τον τομέα του αεροδρομίου, προσγειώθηκα μια μέρα
επιστρέφοντας από την εξορία και τη ζωή μιας απάτριδος.
Ετούτη η ίδια άσφαλτος με υποδέχτηκε
όταν, σε καιρό πολέμου και ανάγκης,
το διάδρομο φώτιζαν φανάρια.
Μικρές λάμπες πετρελαίου υποδείκνυαν με το φως τους την πορεία
σαν μεταφορά, λυπηρή, μαγευτική, μα γεμάτη προκλήσεις
Τόσο παρελθόν στην καρδιά μου σωρεύεται
που κάποτε νιώθω πως χώρος δεν υπάρχει για το παρόν
πολύ λιγότερο για ένα παρόν άσαρκο και πλαδαρό,
αυτό το παρόν δίχως παρουσία,
ένα παρόν όπου η απουσία αυτού που υπήρξε
είναι η μαύρη τρύπα σε αυτόν τον ουρανό που εκτείνεται
εκεί όπου ξαποσταίνει το boeing που με φέρνει.
 
Την ώρα της επιβίβασης σ’ αυτό το αεροπλάνο
είδα τους φορτωτές του να γελούν
σχολιάζοντας τους όγκους αποσκευών που θα ’πρεπε κάπως να τοποθετήσουν.
Πλησιάζοντας κανείς στην έξοδο του αεροπλάνου στην πτήση για Μανάγουα
γνωρίζει πως έχει φτάσει σ’ άλλη χώρα.
Οι επιβάτες ορεξάτοι και πάντα φορτωμένοι
Συνωστίζονται στην πόρτα κατά την επιβίβαση
λες και τρέμουν μην απομείνουν δίχως θέση ως τιμωρία που δεν ήταν πρώτοι την ουρά.Οι γυναίκες ταξιδεύουν όμορφες και επιμελώς στολισμένες,
αφού ξέρουν πως ολόκληρη η οικογένεια θα περιμένει να τις παραλάβει,
περίεργη για το ταξίδι,
για το αν έχουν αλλάξει, αν έχουν ίσως ομορφύνει, αν φορούν ρούχα καινούργια.
 
Πάντοτε σκέφτομαι τον Κορτάσαρ
και την περιγραφή του ταξιδιού του στη χώρα των κρονόπιος,
εκείνων των γλυκών ενοίκων της αθωότητας και του αυθορμητισμού.
Η Νικαράγουα, λοιπόν, χώρα των κρονόπιος.
Γνωρίζεις πως έχεις φτάσει πριν καν φτάσεις
απ’ όλα ετούτα τα σημάδια που περιγράφω
και που μέσα μου μονάχα την αγάπη και τη νοσταλγία αυξάνουν
για εκείνην την αναίδεια
με την οποία οποιοσδήποτε,
μη θέλοντας να διαβεί ατέλειωτους διαδρόμους σε αεροδρόμιο ξένο,
ζητά ένα καροτσάκι αναπηρικό.
Όταν φτάνουν τα αεροπλάνα απ’ τη Μανάγουα
οι υπάλληλοι σχηματίζουνε ουρά περιμένοντας τους επιβάτες
καθένας και μ’ ένα καροτσάκι αναπηρικό
λες και το αεροπλάνο κατέφθανε από μια χώρα αναπήρων.
Χαμογελώ
και φαντάζομαι τη γυναίκα που θα περιγράφει στη γειτόνισσα
τη στρατηγική που θ’ ακολουθήσει για να διασχίσει ένα αεροδρόμιο
δίχως να κάνει βήμα η ίδια ή να νοιαστεί για το οτιδήποτε.
Τον καιρό της επανάστασης πολλοί χειροκροτούσαν
όταν οι ρόδες έτριζαν στην άσφαλτο κατά την προσγείωση.
Σήμερα κανείς πια δεν χειροκροτεί μα η έξαψη παραμένει αδιάπτωτη.
Ελάχιστοι φτάνουν τόσο ενθουσιώδεις στην πατρίδα τους όσο οι συντοπίτες μου
Ελάχιστοι ταξιδιώτες γίνονται σήμερα δεκτοί με τέτοιο χαλασμό
από τις οικογένειες που στριμώχνονται πάνω στο τζάμι της αίθουσας
στην παραλαβή των αποσκευών
Όλοι τους εκεί, στέλνοντας φιλιά, σηκώνοντας τα χέρια μόλις δουν το πολυαναμενόμενο πρόσωποεκείνον ή εκείνην που προβάλλει μισοκρυμμένη πίσω από αμέτρητες πελώριες βαλίτσες
απαρέγκλιτα γεμάτες με δώρα για όλους.
 
Φτωχή είναι η χώρα μου
μα λάμπει σαν ουρανός πεσμένος κατά τύχη πάνω στη γη,
ουρανός σαν ριχτάρι απαλό
γλυκό και παιχνιδιάρικο, σαν μωρό παιδί στην αγκαλιά.
 
 
Ωδή στην προκολομβιανή Νικαράγουα (Oda a un país güegüense)
 
Η χώρα αυτή μού επιβάλλει το πάθος, την παράνοιά της,
το ναρκωτικό που συνιστούν τα φλογισμένα απογεύματά της
όπου ηφαίστεια πορεύονται ώς πέρα στον ορίζοντα
δίχως να τα συγκρατεί κανείς.
 
Η χώρα αυτή τα κρύα πόδια της αποθέτει στο στέρνο μου
μ’ ένα πρόσωπο, προσωπείο απαραγνώριστο στην παραμόρφωση της χλεύης.
Με αναγκάζει να εκλιπαρώ τον άνεμο να μου εξηγήσει την αδηφαγία τούτης της
[απάτης
τη φθορά, την αρπαγή, τη μυρωδιά της σήψης που κάποτε αναδίνουν
ακόμη και τα λουλούδια της τα πιο λαμπρά.
 
Η χώρα αυτή γνωρίζει πως δεν θέλω τα πονεμένα σωθικά της ν’ αντικρίσω,
τα πληγιασμένα σπλάχνα της, τις ουλές από πληγές μυριάδες
τα ίχνη από δόρατα αιχμηρά και μαχαιριές θαμμένες.
 
Η χώρα αυτή με κάνει να μισώ που οι αισθήσεις μου δεν ξεχωρίζουνε
και σβήνουνε τις ζοφερές οπτασίες πριν εκείνες με αγγίξουν:
πλάτες δαρμένες που στενάζουνε σαν στόματα,
πρόσωπα βασανισμένα, εγκαταλειμμένα απ’ την ελπίδα.
 
Η χώρα αυτή ιδρώνει φωτεινά μεσημέρια
για να πιστέψω στη φρικτή διαστροφή της ομορφιάς της,
για να μη σηκώσω το λαμπερό πανί των τοπίων της
και δω το θάνατο να διακινεί κάτω απ’ τη μύτη μου κόκαλα.
 
Σε δάκρυα με βαφτίζει αυτή η χώρα.
 
Το μισοφέγγαρο προβάλλει και καρατομεί πυγολαμπίδες.
Οι γρύλοι πιάνουν νότες αδύνατες, σοπράνο.
Τα μελτέμια σπάζουν κύματα αόρατα στο μπαλκόνι μου.
 
Μα πλέον δεν υπάρχει ομορφιά να με εξαπατήσει,
ούτε νανούρισμα να με αποκοιμήσει.
 
 
 
Ξενιτεμοί (Migraciones)
 
Έρχεται η ζωή και μας πιάνει απ’ τα μαλλιά
Βγάζει η γλώσσα της μαλλιά να μας χλευάζει
να γελάει μαζί μας
Να ’μαι εδώ, επιστρέφω στην εστία,
σαν ένα άψυχο κορμί
Η ψυχή έμεινε πίσω
στη χώρα τη μικρή όπου το όνομά μου
ακούει τον αντίλαλό του
κι όπου εγώ είμαι εγώ
Η αγάπη, ο κόσμος, μας μετατακινούν
σαν πουλιά αποδημητικά
μα υπάρχουνε κι εκείνοι που φτάνουνε απαθείς στις νέες τους οικίες
στα ήσυχα λημέρια και τους βοσκότοπους
όπως υπάρχουμε και οι άλλοι, που ποτέ δεν αναχωρούμε
παρά μονάχα κινούμαστε μες στου ταξιδιού τις ιεροτελεστίες
κι επιβιβαζόμαστε σε αεροπλάνα, σε αυτοκίνητα και λεωφορεία,
σακατεμένοι, με την αίσθηση του διαμελισμού
Ξενιτεμοί κατοικούν τον κόσμο
των χαμένων αναμνήσεων και ανθρώπων μισών,
άγλωσσων, καταδικασμένων σε νοσταλγία
Σύντομα πολύ θα βρίσκομαι στο μέρος όπου η ουσία μου
τον κύκλο θα κλείνει που σχηματίζει η οικογένειά μου
Μα ούτε εκείνοι ούτε εγώ θα κατέχουμε αλλήλους εξ ολοκλήρου
αφού γεωγραφία ολόκληρη θα με χωρίζει απ’ τη μόνη ζωή
όπου μ’ αναγνωρίζω.
 
 
Χριστούγεννα (Navidad)
 
Αντίθετα απ’ τον καιρό που ήμουν παιδί
και περίμενα τον Santa Claus
φορτωμένο ένα σάκο όλο δώρα
να κατέβει από τα κεραμίδια του σπιτιού
απ’ τις υδροροές,
ενήλικη πλέον επιθυμώ
έναν Άγιο Νικόλα μ’ ένα σάκο
που να μπορεί μακριά να πάρει
τις ήττες, τους θανάτους και τους πολέμους
που μας άφησε ετούτη η χρονιά.

Τζοκόντα Μπέλλι, «Πόλις» (1/4)

Επιμέλεια, επιλογή, μετάφραση: ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Εντρυφώντας εδώ και καιρό στον κόσμο της Τζοκόντας Μπέλλι, δεν κατόρθωσα να ξεφύγω από τη γοητεία της, γοητεία που γητεύει και καθηλώνει οποιονδήποτε ασχοληθεί μαζί της. Εντυπωσιάστηκα από τον πολύπλευρο χαρακτήρα αυτής της γυναίκας, την οποία γνώρισα ως άκρως θηλυκή, ερωτική και γήινη ποιήτρια (δημιουργό κάποιων από τα ωραιότερα ερωτικά ποιήματα που έχω διαβάσει), ως ιδιαίτερα επιτυχημένη και αγαπητή συγγραφέα της Λατινικής Αμερικής, ως γυναίκα-κεφαλή μιας πολυμελούς οικογένειας και μητέρα τεσσάρων παιδιών, αλλά –αυτό και αν κάνει τη διαφορά!– και ως αντάρτισσα που συμμετείχε ενεργά στην αντίσταση του Μετώπου Εθνικής Απελευθέρωσης των Σαντινίστας εναντίον της δικτατορίας Σομόσα στη Νικαράγουα, γεγονός στο οποίο οφείλεται η εξορία της σε Μεξικό, Κόστα Ρίκα και Κούβα. Παρακολουθώντας λοιπόν στενά, διαβάζοντας και μεταφράζοντας, τόσο την ποίησή της, όσο και τον πολιτικό επικαιρικό σχολιασμό της, συνάντησα μια γυναίκα με συναίσθηση της φύσης του φύλου της· μια γυναίκα με επίγνωση του κοινωνικού της ρόλου και της πολιτικής της ευθύνης ως τέτοιας, αφενός ως ‘ον πολιτικό’ εν γένει που οφείλει να συμμετέχει στα κοινά, αφετέρου ως γυναίκα της Λατινικής Αμερικής με τις συγκεκριμένες ιδιαιτερότητες και ανάγκες που προκύπτουν λόγω της συχνής –κάποτε δε συστηματικής και παραδοσιακής– καταπάτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε βάρος των γυναικών εκεί. Στη Μπέλλι βλέπω μια γυναίκα που διαρκώς αγωνίζεται, είτε για να ομορφύνει τον κόσμο με τους στίχους της είτε για να τον καταστήσει πιο δίκαιο και αξιοβίωτο με το συνεχή σχολιασμό της και τη διαρκή δημόσια δραστηριοποίησή της, ακόμη και μετά την αποχώρησή της από το κόμμα των Σαντινίστας το 1994. Πολύ συχνά μάλιστα η ποίησή της συνιστά ένα ακόμη μέσο πολιτικού αγώνα. Αυτήν ακριβώς την ποίηση θέλησα να παρουσιάσω εδώ, με όλο της το πάθος, όλο της το βάθος και όλη την τρυφερότητα για τον άνθρωπο, στοιχεία που τόσο χαρακτηρίζουν την Μπέλλι.

Ε.Σ.

***************************************************************

Βασιλικό ύδωρ  

(Αποχαιρετιστήριο κείμενο για την αποχώρησή της από τη «Νέα εφημερίδα», τον Ιανουάριο του 2012.)

Της Τζοκόντας Μπέλλι

Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του 2006, εξέφρασα σε φίλο και παλιό συναγωνιστή την πεποίθησή μου πως εάν επικρατούσε ο Ντανιέλ Ορτέγα, δεν θα σηκώναμε ποτέ πια κεφάλι ως χώρα. Εκείνος, αμετανόητα αισιόδοξος, μου απάντησε με έμφαση: «Όχι, Τζοκόντα, αυτή η χώρα δεν είναι πια η ίδια. Δεν θα μπορέσει να κάνει κάτι τέτοιο». Δυστυχώς, εγώ ήμουν εκείνη που δικαιώθηκε. Μοιάζει ψέμα, ωστόσο ακόμη και σε μία χώρα που υπέφερε τόσο πολύ και πολέμησε τόσο γενναία για να αποτινάξει μακροχρόνιες και επαναλαμβανόμενες δικτατορίες, στάθηκε δυνατόν η ιστορία να αναδιπλωθεί και η χώρα να επιστρέψει στην τρωτή εκείνη θέση, στην οποία την καταδικάζει η παράδοση, ως έρμαιο στα χέρια οποιουδήποτε διαθέτει τον απόλυτο χειρισμό των μηχανισμών εξουσίας.

Αυτή ακριβώς είναι και η περίπτωση του Ντανιέλ Ορτέγα, ο οποίος από το 1979 κατείχε, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, θέσεις-κλειδιά στον πολιτικό χώρο της Νικαράγουας και ο οποίος προτίθεται να αναλάβει εκ νέου τα ηνία της χώρας, ως επικεφαλής  της κυβέρνησης, στη μακροβιότερη θητεία που είχαμε ποτέ.

Η δόλια και δίχως ενδοιασμούς πολιτική, συνιστώντας το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα του Ορτέγα, κατάφερε μέσα σε αυτά τα πέντε χρόνια να παγιωθεί πέρα από κάθε προσδοκία, χάρη στη στήριξη της συζύγου του, Ροζάριο Μουρίγιο. Σε εκείνην οφείλει ο Ορτέγα μια επικοινωνιακή πολιτική χειραγώγησης που του επέτρεψε να ανακυκλώνεται ως μυθική μορφή και θεματοφύλακας συλλογικών κεκτημένων, όχι μόνο του Σαντίνο και ολόκληρου του επαναστατικού ρεύματος των Σαντινίστας, αλλά και του συνόλου των αξιών του λαού της Νικαράγουας. Υπό την καθοδήγηση της Ροζάριο Μουρίγιο, το ιδίωμα της κυβέρνησής του μετατράπηκε σε αμάλγαμα θελκτικών και γλυκερών επιθέτων που επιστρατεύουν εξίσου τα πιο παγιωμένα κλισέ του χριστιανισμού και τα πιο επαναστατικά σλόγκαν, προκειμένου να δημιουργήσουν μια ατμόσφαιρα αχλύος, βαμβακιού, μιας ζάχαρης χρώματος ροζ, ένα προπέτασμα πυκνού καπνού, πίσω από το οποίο εξυφαίνεται μέρα με τη μέρα ένα δίχτυ πυκνό και κολλώδες, προορισμένο να ακινητοποιεί οποιαδήποτε κοινωνική δυναμική εναντιώνεται στην απόλυτη συγκέντρωση ισχύος σε αυτό το δίδυμο.

Η φυσική τάση του ανθρώπου για ειρήνη και αρμονία, οτιδήποτε ανυψώνει και μπορεί να επαναλαμβάνεται σαν προσευχή στο πλαίσιο προπαγάνδας, ο ιδεαλισμός των χίπηδων και η ποπ τέχνη μετατράπηκαν στα χέρια της Μουρίγιο σε γλυκό σιροπάκι που τα παληκαράκια δεν διστάζουν στιγμή να καταπιούν, έτσι όπως λαχταρούν την πολυπόθητη συλλογικότητα που αμβλύνει την αξιοσέβαστη επιθυμία τους να συμμετέχουν στον καθορισμό του πεπρωμένου της πατρίδας τους.

Έτσι ηττήθηκε κατά κράτος η λογική στη Νικαράγουα, με ένα φαντασμαγορικό νούμερο ταχυδακτυλουργικής, αντάξιο εκείνου [Ορτέγα] που πιστεύει στο μαγικό υπόστρωμα της κοινής φαντασίας και στερείται ενδοιασμών να το εκμεταλλευτεί. Το άκρον άωτον είναι πως ακόμη και ολόκληρο Πρίγκηπα κατόρθωσαν να αναμείξουν. Αμφιβάλλω αν ο Πρίγκηπας Φίλιππος γνωρίζει για το κερασάκι αυτό με το οποίο σερβίρεται το επιδόρπιο που προσεκτικά μαγειρεύει η Πρώτη Κυρία.

Πριν πέντε χρόνια ανέλαβα αυτή τη στήλη στη «Νέα εφημερίδα», με την πρόθεση να παρακολουθήσω τα βήματα της κυβέρνησης Ορτέγα, ελπίζοντας ότι ο φίλος μου θα είχε δίκιο και πως δεν θα ήταν πια δυνατόν να επιστρέψει το παρελθόν. Θέλησα να κρατήσω τα ιστορικά πρακτικά της τύφλωσης που προκαλεί η εξουσία, η οποία ουκ ολίγες φορές έχει εμπνεύσει τη λατινοαμερικανική λογοτεχνία. Ωστόσο, ως είθισται, η πραγματικότητα ξεπέρασε κάθε φαντασία: ο Ντανιέλ Ορτέγα και η αυλή του ήρθαν για να μείνουν. Θα μείνουν με το καλό, με το κακό, με οποιοδήποτε τίμημα, πεπεισμένοι πως συνιστούν την πανάκεια πάντων των δεινών που μας καταδυναστεύουν.

Η ίδια η χρονογράφος εξομολογείται πως δεν διαθέτει πια ούτε το στομάχι ούτε τη διάθεση για ένα χρονογράφημα, το οποίο στις 19 Ιουλίου του 1979 πίστεψε πως δεν θα ξαναγραφόταν στη χώρα της, τουλάχιστον όχι στη διάρκεια του δικού της βίου.

Με την εκ νέου ανάληψη της εξουσίας από τον Ηγέτη και τη Μοργκάνα του, η πραγματικότητα στη Νικαράγουα θα παραμείνει μεταλλαγμένη σε φαντασίωση. Για πολύ καιρό –αγνοώ πόσον–, οι λέξεις δεν θα έχουν περιεχόμενο: θα ζούμε μέσα σε μιαν ομίχλη, εξαπατημένοι με τεχνητά θαύματα αιώνιων Χριστουγέννων και θεατρινίστικων ψευδαισθήσεων.

Παίρνω λοιπόν τις λέξεις μου και τραβάω γι’ αλλού. Δεν σιωπώ επ’ ουδενί. Σας περιμένω στα μυθιστορήματα, στα ποιήματά μου, σε εκείνα τα αποκυήματα της φαντασίας που, μέρα με τη μέρα,  μοιάζουν περισσότερο αληθινά από τούτο δω.

Ευχαριστώ τους πιστούς σχολιαστές που συντρόφευσαν τα λόγια μου αυτά τα χρόνια, όπως κι εκείνους που μου επιτέθηκαν και τους άλλους που με εγκωμίασαν. Όλοι τους, συμμέτοχοι σε τούτη την άσκηση.

Ευχαριστώ και τον Φρανσίσκο Τσαμόρρο –άλλος ένας που πήρε τις λέξεις του και τράβηξε γι’ αλλού– για την υποδοχή που μου επεφύλαξε στην παλιά του εφημερίδα, η οποία πλέον –μετά βεβαιότητος– είναι νέα.

 

 

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Εμβατήριο (Canto de guerra)

Θα έρθει ο πόλεμος, αγάπη μου
και στη μάχη ούτε ανακωχή θα υπάρχει
ούτε ανάπαυλα για εμβατήρια
μα ποίηση από τη σκοτεινή οπή
της κάνης των τουφεκιών.
Θα έρθει ο πόλεμος, αγάπη μου
και θα χαθούμε στα αναχώματα
σκάβοντας το μέλλον στα φουστάνια της Πατρίδας
συγκρατώντας στην κόψη της καρδιάς και της φωτιάς
τις ορδές των βαρβάρων
που καιροφυλακτούν να πάρουν ό,τι αγαπούμε κι ό,τι είμαστε.
Θα έρθει ο πόλεμος, αγάπη μου
κι εγώ θα τυλιχτώ την ανίκητη σκιά σου,
σαν λέαινα ανήμερη
θα προφυλάξω τη γη των παιδιών μου
και κανείς δεν θ’ ανακόψει τη νίκη ετούτη
οπλισμένη μέλλον απ’ άκρη σ’ άκρη.
Και αν ακόμη δεν βλεπόμαστε
και ώσπου να μπορέσουν να σβηστούνε οι αναμνήσεις,
σου τ’ ορκίζομαι για χάρη σου,
σου τ’ ορκίζομαι αγκαλιάζοντας τη Νικαράγουα
σαν βρέφος που θηλάζει:
Δεν θα τους περάσει, αγάπη μου,
η νίκη είναι δική μας!

 

Αποχωρισμός σε καιρό πολέμου (Despedida en tiempos de guerra)

Μου γέμισες τα σωθικά γιορτή.
Μου αφιέρωσες κάθε μέρα και από ποίημα.
Μου κέντησες πεταλούδες στα μαλλιά.

Κρούστα έγινες στο δέρμα μου
—μαχαίρι οδυνηρό εσύ του έρωτα που αφήνει γεια—
και τώρα υγραίνονται τα μάτια μου στη σκέψη σου
και νιώθω τις φλέβες μου νερό να ξεχειλίζουν
και το αίμα μου να ψάχνει να σε βρει.

Μαζί μου θα μείνεις,
σύντροφε, εραστή, αδερφέ μου.

Μαζί μου, την ερημιά μου να ζεσταίνεις
και τις ώρες τις σκληρές του πολέμου.

Θα μείνεις στα κόκαλά μου χαραγμένος
σαν σφαίρα εύστοχη που το δρόμο γνωρίζει
ώς το κέντρο μου.

Εγώ θα σε φορώ στα ρούχα μου,
στις φόρμες εργασίας,
στο πανωφόρι το μπλε,
στην κουβέρτα·
θα σε φορώ σαν φυλαχτό
σαν πέτρα μαγική για το κακό.

Θα σε φορώ σαν ετούτα τα συγκρατημένα δάκρυα,
τώρα που πια δεν απομένει χρόνος
μήτε χώρος
για το κλάμα.

Το αίμα των άλλων (La sangre de otros)

Διαβάζω τα ποιήματα των νεκρών
εγώ που είμαι ακόμη ζωντανή
εγώ που επέζησα για να κλάψω, να γελάσω,
να φωνάξω Λεύτερη Πατρίδα ή Θανή
πάνω σ’ ένα καμιόνι
τη μέρα που αποφτάσαμε στη Μανάγουα.

Διαβάζω τα ποιήματα των νεκρών,
κοιτάζω τα μυρμήγκια στο γρασίδι,
τα ξυπόλητά μου πόδια,
τα δικά σου ολόισια μαλλιά,
πλάτη γερμένη πάνω απ’ τη συνάθροιση.
Διαβάζω τα ποιήματα των νεκρών
και νιώθω πως το αίμα τούτο
που μ’ αυτό αγαπηθήκαμε,
δεν μας ανήκει.

Η στοργή των λαών (Ternura de los pueblos)

Σου έλεγα πως η αλληλεγγύη
είναι η στοργή των λαών.
Σου το έλεγα μετά το θρίαμβο,
μετά τους δύσκολους καιρούς μέσα σε μάχες
και σε θρήνους—
τώρα, καθώς αναθυμούμαι πράγματα που έγιναν πέρα μακριά,
τότε που όλα δεν ήταν παρά όνειρο και όνειρο, στον ύπνο και στον ξύπνιο,
δίχως κούραση καμιά, ποτέ, στην τροφοδότηση του ονείρου,
ώσπου έπαψε να ’ναι όνειρο, ώσπου αντικρίσαμε σημαίες κοκκινόμαυρες
―στ’ αληθινά― να κυματίζουν πάνω από σπίτια και σπιτάκια και παράγκες
και δέντρα του δρόμου, σκεπτόμενοι όσα αξιωθήκαμε να ζήσουμε
κι έμοιαζαν γρίφο υπερμεγέθη από οργή κι από φωτιά,
από αίμα και ελπίδα…

 

Υπήρξα κάποτε κορίτσι γελαστό (Yo fui una vez una muchacha risueña)

Υπήρξα κάποτε κορίτσι γελαστό
που με το γέλιο του όργωνε
ολόκληρη δική του πολιτεία.
Υπήρξα κάποτε ποιήτρια
γεννώντας ποιήματα καινούργια
σαν οι άλλοι γεννούν παιδιά
να τα διδάξουνε,
να τα ευχαριστηθούνε.
Υπήρξα κάποτε μητέρα δυο πολύτιμων κοριτσιών,
βαδίζοντας σίγουρη για την ευτυχία μου,
τον άνεμο προκαλώντας και τα πράγματα.
Τώρα,
είμαι η γυναίκα που δεν γνωρίζει τη γη όπου ζει,
δίχως αγάπη, δίχως γέλιο, και δίχως Νικαράγουα,
είμαι η ποιήτρια
που γράφει στα κρυφά
σε στιβαρά γραφεία και ξενώνες,
είμαι το κορίτσι που θρηνεί
κάτω απ’ την ομπρέλα
σαν η ανάμνηση το δαγκώνει,
είμαι η μάνα που νοσταλγεί τη χαρά των κοριτσιών της.
Τώρα,
είμαι το τραγούδι της βροχής, της νοσταλγίας―
είμαι όλη μια απουσία.
 
 
 

«Στρατιώτη μη χτυπάς, κι εσύ είσαι του λαού!» (3/3)

Ο μεξικανικός «Μάης του ’68» και η αιματοβαμμένη «Ολυμπιάδα της Ειρήνης»
στη λατινοαμερικανική ποίηση

Εισαγωγή, επιλογή, μετάφραση: ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Τλατελόλκο 1968 (Χάιμε Σαμπίνες)

1.

Κανείς δεν γνωρίζει τον ακριβή αριθμό των νεκρών,
ούτε καν οι δολοφόνοι,
ούτε καν οι εγκληματίες.
(Σίγουρα έγραψε ιστορία αυτός ο άντρας
ο μικρός για κάθε περίσταση,
ο ανίκανος για τα πάντα, πλην του κακού.)

Στο μέλλον θα μιλούν για το Τλατελόλκο
όπως σήμερα μιλάμε για το Ρίο Μπλάνκο και το Κανανέα,
μόνο που αυτό εδώ ήταν χειρότερο,
εδώ σκοτώσανε λαό.
Δεν ήτανε εργάτες σε απεργία,
ταμπουρωμένοι πίσω από οδοφράγματα,
ήταν γυναίκες και παιδιά, φοιτητές,
δεκαπεντάχρονοι έφηβοι,
μια κοπέλα στο δρόμο για το σινεμά,
ένα έμβρυο στην κοιλιά της μάνας του,
όλοι τους σαρωμένοι, με ακρίβεια τρυπημένοι
από τα πυρά της Τάξης και της Κοινωνικής Δικαιοσύνης.

Για τρεις μέρες, ο στρατός μαριονέτα στα χέρια ασυνείδητων,
ενώ ο λαός ετοιμαζόταν πανηγυρικά
να γιορτάσει τους Ολυμπιακούς που θα τιμούσαν το Μεξικό.

2.

Το έγκλημα βρίσκεται εκεί,
σκεπασμένο με φύλλα εφημερίδων,
με τηλεοράσεις, ραδιόφωνα, και σημαίες ολυμπιακές.

Ο αέρας βαρύς, ακίνητος.
Τρόμος και όνειδος.
Τριγύρω φωνές, η κίνηση στους δρόμους, η ζωή.
Μα το έγκλημα βρίσκεται εκεί.

3.

Θα ’πρεπε να ξεπλύνουν όχι μόνο το οδόστρωμα, μα και τη μνήμη.
Θα ’πρεπε τα μάτια να βγάλουν σε όλους εμάς που είδαμε,
και τους συγγενείς να δολοφονήσουν,
κανείς να μην θρηνεί, μάρτυρες να μην υπάρχουν.
Μα το αίμα ρίχνει ρίζες
και σαν δέντρο μεγαλώνει με το χρόνο.
Το αίμα στο τσιμέντο και στους τοίχους
–σαν φυτό αναρριχητικό– μας στιγματίζει,
μας βρέχει με ντροπή, με ντροπή και με ντροπή.

Τα στόματα των νεκρών μάς φτύνουν
με αίμα αιώνιο, βουβό.

4.

Θα εμπιστευτούμε την άθλια μνήμη του κόσμου,
θα αιτηθούμε τα λείψανα,
θα συγχωρήσουμε τους επιζώντες,
θα αποφυλακίσουμε τους κρατούμενους,
θα αποδειχτούμε γενναιόδωροι, μεγαλόψυχοι και λογικοί.

Μας πότισαν με ιδέες εξωτικές σαν με καλό καθαρτικό:
θα αποκαταστήσουμε την ειρήνη,
θα εξυγειάνουμε τους θεσμούς.
Οι έμποροι μαζί μας,
το ίδιο και οι τραπεζίτες,
οι καθεαυτό Μεξικανοί πολιτικοί,
τα ιδιωτικά κολέγια
και προσωπικότητες περιωπής.
Ξεδιαλύναμε τη συνωμοσία
και αυξάνουμε τη δύναμή μας:
ποτέ πια δεν θα πέσουμε απ’ το κρεβάτι,
αφού πια κάνουμε όνειρα γλυκά.

Διαθέτουμε δε Υπουργούς ικανούς
να μετατρέψουν τα σκατά σε αιθέρια έλαια,
βουλευτές και αξιωματούχους αλχημιστές,
ηγέτες απαράμιλλους και κούκλους,
μια στρατιά πνευματικών φωστήρων,
που όλοι κυματίζουν τη σημαία μας με στυλ.

Εδώ δεν συνέβη απολύτως τίποτε.
Το βασίλειό μας αναδύεται.

5.

Τα πτώματα, στις εγκαταστάσεις της Αποστολής.
Κορμιά ημίγυμνα, διάτρητα και κρύα,
κάποια με πρόσωπο θανάτου.
Έξω, ο κόσμος συγκεντρώνεται, ανυπομονεί,
ελπίζει να μην αναγνωρίσει κάποιο δικό.
«Πηγαίνετε να ψάξετε αλλού.»

6.

Το θέμα στην Επανάσταση
είναι τα νιάτα.
Η Κυβέρνηση κηδεμονεύει τους ήρωες.
Το μεξικανικό πέσο είναι ισχυρό
και η ανάπτυξη της χώρας δεδομένη.
Ακολουθεί το παιδικό πρόγραμμα και τα σίριαλ.
Αποδείξαμε στον κόσμο ότι είμαστε ικανοί,
ευγενικοί, φιλόξενοι, ευαίσθητοι
(Τι υπέροχοι Ολυμπιακοί!)
και τώρα θα συνεχίσουμε με το Μετρό
αφού η πρόοδος δεν ανακόπτεται.

Οι γυναίκες στα ροζ,
οι άντρες στα γαλάζια,
ομόψυχοι Μεξικανοί που παρελαύνουν σε απόλυτη σύμπνοια,
εκείνην που οικοδομεί την πατρίδα των ονείρων μας.

Ανάγνωση των «ασμάτων του Μεξικού» (Χοσέ Εμίλιο Πατσέκο)

Ο θρήνος εξαπλώνεται
στάζουν τα δάκρυα
εκεί στο Τλατελόλκο.
(Πώς αλλιώς, αφού τη μέρα αυτή
έγινε μια απ’ τις χειρότερες φρικαλεότητες
που συντάραξαν ποτέ σε αυτή τη γη
τους δύστυχους Μεξικανούς.)

Αφού μαζεύτηκαν όλοι,
οι άντρες με τα σύνεργα πολέμου,
οι άντρες που όλο κάνουν φασαρία,
στο σίδερο λουσμένοι,
βάλθηκαν να κλείσουν διεξόδους,
εισόδους και εξόδους,
να κόψουνε το βήμα.
(Μπροστά παν’ τα σκυλιά τους,
εκείνα προπορεύονται.)
Και τότε ακούστηκε ο κρότος
και τότε υψώθηκαν κραυγές.
Άντρες ψάχνουν τις γυναίκες τους,
άλλοι με τα παιδιά τους αγκαλιά.
Προδόθηκαν και σκοτώθηκαν,
πέθαναν δίχως να το μάθουν.

Και η μυρωδιά του αίματος νοτίζει τον αέρα
και η μυρωδιά του αίματος νοτίζει τον αέρα.

Πατεράδες και μανάδες θρηνούσαν.
Τους θρήνησαν,
το πένθος των νεκρών τελέστηκε.
Οι Μεξικανοί τρομαγμένοι:
φόβος και ντροπή τούς κυρίευαν.
Και όλα αυτά συνέβησαν σε μας.
Σε τέτοια αξιοθρήνητη τύχη θλιβερή
βρεθήκαμε μπλεγμένοι.
Στο βουνό των στεναγμών,
στους κήπους από κιμωλία
προσφέρονται θυσίες
για το βουνό των αετών,
όπου απλώνεται η ομίχλη των ασπίδων.

Αχ, μες στον πόλεμο γεννήθηκα,
καθότι Μεξικανός.
Υποφέρω, η καρδιά γεμίζει πόνο.
Βλέπω την ερήμωση που σταλάζει στο ναό
σαν πυρώνουν οι ασπίδες στις φλόγες.

Στις στράτες δόρατα σπασμένα,
τα σπίτια δίχως στέγες,
κόκκινοι οι τοίχοι τους,
σκουλήκια γεμίζουνε δρόμους και πλατείες.
Χτυπάμε τη σκόνη από τους τοίχους
και κληρονομιά δεν μένει άλλη από
ένα δίκτυο από τρύπες.
Αυτά επέτρεψε ο Ζωοδότης
εκεί,
στο Τλατελόλκο.

Σεπτέμβριος (Πάκο Ιγκνάσιο Ταΐμπο)

Μια μέρα,
την ημέρα που δεν με συνέλαβαν,
την ημέρα που δεν με άγγιξαν καν τα χτυπήματα,
αφού ο νόμος και η τάξη
ανέμελα
με περιφρονούσαν
(ήταν απόγευμα κι έβρεχε),
με ξέχασαν.
Ήταν η μέρα που περνούσα
απ’ τη λεωφόρο Ινσουρχέντες
και τα μπλε οχήματα
γέμιζαν το δρόμο
απ’ άκρη σ’ άκρη.

Εκείνη την ημέρα

οι τσέπες μου ήταν γεμάτες
μικρά τσαλακωμένα χαρτάκια.
Σε ενδεχόμενο σωματικό έλεγχο
θα ήταν αδύνατο να εξηγήσω
πώς είχαν γραφτεί
(δύσκολο να εξηγήσεις τέτοια πράγματα),
κάτω από ποιο φως,
με ποιους,
ποιες ώρες της ημέρας
διένειμα τα μικρά μου μίση
με το μίσος το μεγάλο
των χιλιάδων που ήμασταν.

Δύσκολο να το εξηγήσεις σ’ εκείνους.
Τα χαρτάκια, λέω,
ήταν ποιήματα ή πάλι
ημέρες τρομαγμένες, χαμένες,
χαμόγελα μοιρασμένα
σαν φέιγ βολάν στους δρόμους,

ήταν μικρές ζωγραφιές,
σχεδόν για μένα τον ίδιο,
για να βρω μια θέση στον υπέροχο κόσμο
που ήταν σήμερα η πόλη,
πρωτότυπες διακηρύξεις
για τη συνέργειά μου με τον εαυτό μου,
ή με αυτό που κάναμε.

Αν τότε, εκείνη την ημέρα,
κάποιος ρωτούσε
πού βρέθηκαν;
ποιος τα έφτιαξε;
κι έλεγε
είναι ανατρεπτικά,
αποτυπώνουν το αναρχικό σου πνεύμα,
τη δυσπιστία σου απέναντι στον κόσμο,
τα σεξουαλικά σου προβλήματα,
την απουσία θλίψης,
τη διεφθαρμένη μοναξιά σου,
είναι ένδειξη πως είσαι ακόμη έφηβος
και δεν πιστεύεις στον εαυτό σου…

θα τους απαντούσα με ένα
«άντε μου στο διάβολο,
είναι μόνο ποιήματα,
απλώς ποιήματα,
και αποτυπώνουν
(τίποτα δεν αποτυπώνει)
όλα αυτά μαζί.
Επιπλέον,
όλοι έχουμε χαρτιά στις τσέπες».

Όμως σήμερα ή αύριο,
αν με ρωτήσουν τι απέγιναν,
θα μου είναι δύσκολο να εξηγήσω,
να εξηγήσω πως έμειναν εκεί,
πως κύλησαν στον υπόνομο
καθώς ο συντάκτης τους έτρεχε,
πως έλιωσαν απ’ τον ιδρώτα μες στα δάκτυλα
ή πως βρίσκονται εδώ γιατί τα έχω φυλάξει.
Θα είχε τάχα σημασία;
Αν χρειαζόταν, θα το έκανα και πάλι.

«Στρατιώτη μη χτυπάς, κι εσύ είσαι του λαού!» (2/3)

Ο μεξικανικός «Μάης του ’68» και η αιματοβαμμένη «Ολυμπιάδα της Ειρήνης»
στη λατινοαμερικανική ποίηση

Εισαγωγή, επιλογή, μετάφραση: ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Μεξικό: Ολυμπιάδα του 1968 (Οκτάβιο Πας)

Η πάστρα
(ίσως αξίζει τον κόπο
να γραφτεί στην καθαρότητα
αυτής της σελίδας)
δεν είναι διάφανη
(κίτρινη και μαύρη
σωρευμένη χολή)
απλωμένη πάνω στο χαρτί.
Γιατί;
Ντροπή θα πει οργή.
Επίθεση κατά του εαυτού.
Αν
ένα ολόκληρο έθνος ντρέπεται
λιοντάρι γίνεται
που ζαρωμένο παραμονεύει
να επιτεθεί.

(Οι υπάλληλοι του δήμου
ξεπλένουν το αίμα
στην Πλατεία των Θυσιών.)
Τώρα να κοιτάξεις.
Λεκιασμένη
–πριν προλάβεις να πεις κάτι
που να αξίζει τον κόπο–
η πάστρα.

Σε ανάμνηση του Τλατελόλκο (Ροζάριο Καστεγιάνος)

Το σκοτάδι ευνοεί τη βία
και η βία αποζητά το σκοτάδι
για να σβήσει τα ίχνη του εγκλήματος.
Γι’ αυτό η δευτέρα Οκτωβρίου κράτησε ώς το βράδυ,
ώστε κανείς μη δει το χέρι να αγκαλιάζει το όπλο,
παρά μόνο την λάμψη που προκάλεσε.

Και με αυτό το φως, το σύντομο, θαμπό, ποιος;
Ποιος σκοτώνει;
Ποιοι εναγώνια πορεύονται στο θάνατο;
Ποιοι το σκάνε δίχως παπούτσια;
Ποιοι θα καταλήξουν στο υπόγειο μιας φυλακής;
Ποιοι θα εξαχνιστούν σε νοσοκομεία;
Ποιοι θα μείνουνε για πάντα σιωπηλοί από τον τρόμο;

Ποιος; Ποιοι; Κανένας. Την επομένη, κανένας.
Η πλατεία είδε το νέο φως της μέρας καθαρή.
Οι εφημερίδες έγραφαν, ως κύρια είδηση, για τον καιρό.
Στην τηλεόραση, στο ραδιόφωνο, στο σινεμά,
καμία αλλαγή προγράμματος,
καμία σχετική αναγγελία
ούτε καν ενός λεπτού σιγή στο επίσημο γεύμα.
(Γιατί το φαγοπότι συνεχίστηκε κανονικά.)

Μην αναζητάς ό,τι δεν υπάρχει: ίχνη και πτώματα −
τα πάντα δόθηκαν προσφορά σε μια θεά,
την Περιδρομιάστρα Περιττωμάτων.
Μην σκαλίζεις στα αρχεία, αφού έγγραφα δεν θα βρεις.

Να όμως, εδώ που αγγίζω, μια πληγή: η μνήμη.
Πενθώ. Κι ύστερα αληθεύει. Αίμα για το αίμα.
Κι αν δικό μου το πω, τότε όλους τούς προδίδω.

Θυμάμαι, θυμόμαστε.
Αυτός είναι ο τρόπος να ξημερώσει
πέρα από τόσες κηλιδωμένες συνειδήσεις,
πέρα από κείμενα οργισμένα,
πέρα από διάπλατα κιγκλιδώματα,
και πρόσωπα μασκαρεμένα.
Θυμάμαι, θυμόμαστε –
ώσπου η δικαιοσύνη να βρεθεί ανάμεσά μας.

Ανάγνωση του Σαίξπηρ (Γκαμπριέλ Σαΐντ)

Τρομαγμένος απ’ όλα τούτα, αρνούμαι να ζήσω.
Να βλέπω τη Συνείδηση αναγκασμένη σε επαιτεία,
την Ελπίδα διάτρητη από τον Κυνισμό,
την Αγνότητα ανεπιθύμητη σαν εφιάλτη,
την Ανησυχία ως μόνο κέρδος καιροσκόπων,
την Πίστη ηττημένη σε όνειρα του καφέ,
τον Πρωτογονισμό ανυψωμένο σε Αρετή,
το Διάλογο ανάμεσα σε ξιφολόγχες και σώματα,
την Αλήθεια καλυμμένη από το Δάχτυλο,
τη Σταθερότητα με άρωμα από στάβλο,
και τη Διαφθορά, τυφλή από οργή, σε δυο γροθιές:
με ζυγαριά και ξίφος.

Τρομαγμένος απ’ όλα τούτα,
θα προτιμούσα το θάνατο,
Μαρία,
αν δεν ήταν για τα μάτια σου,
και για την πατρίδα που μου ζητούν.

******

Εν καιρώ ειρήνης

Ακόμη αγανακτισμένος
κύριε Πρόεδρε;
Προς θεού,
δεν αξίζει
την ηρεμία του να χάνει κανείς
για κάμποσους νεκρούς
που ήδη προκαλούν χασμουρητά
και στα σκουλήκια ακόμη.
Τα πάντα
είναι δυνατά
εν καιρώ ειρήνης.

Του φόβου και της συμπόνοιας (Εφραίμ Ουέρτα)

Στους φίλους και συντρόφους του Πολυτεχνείου
24 Νοεμβρίου 1971

Στις 5:30 ώρα πρωίας
τη δεκάτη του μηνός
έλαμπα σαν και τον τελευταίο μελλοθάνατο.
Δεν βλέπω ούτε μήνα ούτε χρονιά
ούτε μυστικά σκορπισμένα
ούτε σιωπές σπασμένες, παρά διαρκείας,
σαν γυμνοσάλιαγκες και σκουλήκια.

Σήμερα η επανάληψη του φόβου μου
η ρωγμή του πανικού μου
η πράσινη ακτή των γυμνών μου ποδιών 
σε δρόμους ταπεινωτικούς.

Γλυκά στην απομόνωση απαρνιέμαι τη μάνα μου,
αφού εγώ ΟΝΤΩΣ πάλεψα, παλεύω για κάτι,
καρκινικός αγωνιστής
-κατεστραμμένο συκώτι, τσιμεντέρνια νεύρα-
αγωνιστής για τους νεκρούς και τη μιζέρια,
ζωντανός νεκρός, επικήδειος ποιητής,

γεννημένος Ιούνιο, έναν Ιούνιο νεκρό,
μάρτυρας και μνημείο,
να πονάω μέχρι αηδίας,
να καίγομαι απ’ τα παιδιά μου και
τα ξυλοκοπημένα μου αδέρφια
που τα δολοφόνησαν.

Ο Θεός να μας φυλάει,
τη δεκάτη και κάθε δέκα του Ιούνη,
εμάς τους δεκάδες παντοτινούς θεούς.
Και ας συμπονέσουμε κι εμείς το Θεό
που ούτε εκείνος είδε κάτι.

 

«Στρατιώτη μη χτυπάς, κι εσύ είσαι του λαού!» (1/3)

«Στρατιώτη μη χτυπάς, κι εσύ είσαι του λαού!»*

Ο μεξικανικός «Μάης του ’68» και η αιματοβαμμένη «Ολυμπιάδα της Ειρήνης»
στη λατινοαμερικανική ποίηση

Εισαγωγή, επιλογή, μετάφραση: ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Υπήρξε και στο Μεξικό ένας ‘Μάης του ’68’, μια ‘Άνοιξη της Πράγας’ ή το δικό μας ‘Πολυτεχνείο’, το οποίο βέβαια έλαβε χώρα πέντε χρόνια αργότερα. Αν και μια συγκριτική μελέτη των παραπάνω κινημάτων βάσει των διαφοροποιητικών στοιχείων καθενός θα παρουσίαζε μεγάλο ενδιαφέρον, ωστόσο κάτι τέτοιο δεν θα ανήκε ούτε στον τομέα ειδίκευσής μας ούτε στη θεματική του παρόντος αφιερώματος. Στόχος μας εδώ είναι αφενός η συνοπτική παρουσίαση ενός λιγότερο γνωστού στο ευρύ κοινό ‒αλλά εξαιρετικά σημαντικού‒ κινήματος για την πορεία του Μεξικού, αφετέρου η αποτύπωσή του στη λατινοαμερικανική ποίηση από ποιητές όπως ο Οκτάβιο Πας, ο Χοσέ Εμίλιο Πατσέκο, ο Χάιμε Σαμπίνες, ο Γκαμπριέλ Σαΐντ, η Ροζάριο Καστεγιάνος, ο Εφραίμ Ουέρτα και ο Πάκο Ιγκνάσιο Ταΐμπο.

«Η κριτική στον Καίσαρα δεν είναι κριτική στη Ρώμη.
Η κριτική στην κυβέρνηση δεν είναι κριτική στη χώρα.»
(Κάρλος Φουέντες, με αφορμή τα γεγονότα)

 Το Μεξικό θα διοργάνωνε τον Οκτώβριο του ’68 τους 19ους Ολυμπιακούς Αγώνες, αν και το κλίμα, τόσο σε διεθνές όσο και εθνικό επίπεδο ήταν βαρύ και τεταμένο λόγω του Ψυχρού Πολέμου. Η διεθνής συγκυρία, κρίσιμη: ο πόλεμος στο Βιετνάμ μαινόταν, ο ρατσισμός και οι εμφύλιοι στη Νότια Αφρική βρίσκονταν στο απόγειό τους, ενώ είχαν προηγηθεί το φοιτητικό κίνημα στο Παρίσι, το Μάη του ’68, και η αιματοβαμμένη ‘Άνοιξη της Πράγας’ τον Αύγουστο. Οι Ολυμπιακοί του Μεξικού τελικά πραγματοποιήθηκαν, μεταξύ 12 και 27 Οκτωβρίου 1968, και ο τότε Πρόεδρος, Γκουστάβο Ντίας Ορντάς, είχε το θράσος να τους χαρακτηρίσει κατά την τελετή έναρξης «Ολυμπιάδα της Ειρήνης». Είναι το πρόσωπο, του οποίου ο ρόλος παραμένει αίνιγμα στην αιματηρή εκκαθάριση των εκατοντάδων νεκρών και χιλιάδων τραυματιών και αγνοουμένων που είχε λάβει χώρα στην Πλατεία των Τριών Πολιτισμών στο Τλατελόλκο μόλις δέκα μέρες νωρίτερα, σφραγίζοντας τη μεξικανική ιστορία για πάντα.

Τέλη Ιουλίου του 1968, το φοιτητικό κίνημα αρχίζει να κάνει εμφανή την παρουσία του στο Μεξικό, στο πλαίσιο κοινωνικών αγώνων μακράς ιστορίας με ζητούμενα τον εκδημοκρατισμό του κράτους, την πάταξη της διαφθοράς και την εξάλειψη της φτώχειας. Αστυνομία και στρατός εισβάλλουν σε σχολές, προβαίνουν σε συλλήψεις και καταπνίγουν το κίνημα, το οποίο αποδίδουν σε κομμουνιστική υποκίνηση και ταραξίες.

«Για όλα φταίει η μίνι φούστα»
(Λεοπόλδο Γκαρσία Τρέχο, ταχυδρομικός υπάλληλος)

Την 1η Αυγούστου, ο Πρύτανης του Αυτόνομου Πανεπιστημίου του Μεξικού (ΑΠΜ -UNAM), Χαβιέρ Μπάρρος Σιέρρα, καταδικάζει τις πράξεις βίας και ζητά την αποφυλάκιση των φοιτητών, τους οποίους χαρακτήρισε  «πολιτικούς κρατούμενους». Για πρώτη φορά ακούγεται το σύνθημα «Λαέ ενώσου!», ένα από τα κυρίαρχα συνθήματα του μεξικανικού φοιτητικού κινήματος. Στις 3 Αυγούστου η κυβερνητική προπαγάνδα φροντίζει για σειρά συκοφαντικών δημοσιευμάτων εναντίον των φοιτητών, οι οποίοι όμως δεν πτοούνται. Αντιθέτως, κοινοποιούν σειρά αιτημάτων: την αποφυλάκιση των πολιτικών κρατουμένων, την κατάργηση άρθρων που νομιμοποιούσαν τη βία και την καταπάτηση δικαιωμάτων, την κατάργηση του Σώματος των ΜΑΤ, την απόλυση των αρχηγών της αστυνομίας, την ασυλία των οικογενειών των θυμάτων, των τραυματιών και των συλληφθέντων, καθώς και την απόδοση ευθυνών στους υπαίτιους των αιματηρών γεγονότων που είχαν προηγηθεί.

Το απόγευμα της 27ης Αυγούστου πραγματοποιείται μαζική διαδήλωση 30.000 πολιτών (ο αριθμός αναφέρεται αλλού υψηλότερος καθώς δεν υπάρχουν σαφή κι αξιόπιστα νούμερα), με κατεύθυνση την κεντρική πλατεία της πόλης του Μεξικού. Υπό την υποκίνηση του Σώκρατες Κάμπος Λέμους, ο οποίος εκ των υστέρων αποδείχτηκε δάκτυλος της κυβέρνησης, 3.500 φοιτητές πείθονται να παραμείνουν στην πλατεία μετά το πέρας της πορείας.

Τα χαράματα της 28ης Αυγούστου κάνουν την εμφάνισή τους στην πλατεία τα τανκς. Οι φοιτητές φωνάζουν «Μεξικό, λευτεριά! Μεξικό, λευτεριά!» και κάποιοι προσπαθούν να εμποδίσουν τη διέλευση των τανκς. Τις επόμενες ώρες, στρατιώτες και ελεύθεροι σκοπευτές από το Ξενοδοχείο Ματζέστικ ανοίγουν πυρ κατά των διαδηλωτών.

«Λαέ, μη μας εγκαταλείπεις! Έλα και εσύ μαζί μας!»
(Σύνθημα σε διαδήλωση της 13ης Αυγούστου 1968)

Ο Σεπτέμβριος είναι κι αυτός μήνας αναταραχών, με σχεδόν καθημερινά επεισόδια. Στις 7 του μήνα πραγματοποιείται η «Διαδήλωση με τις δάδες» και στις 13, η «Πορεία της σιωπής». Στις 18 ο στρατός εισβάλλει στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο του Μεξικού και στις 23 του ίδιου μήνα ο Πρύτανης παραιτείται.

«Αυτοί είναι οι υποκινητές: Πείνα, Άγνοια, Μιζέρια»
(Πανό σε διαδήλωση της 13ης Σεπτέμβρη)

 Την 1η του Οκτώβρη ο στρατός αποσύρεται από το Πανεπιστήμιο και από το απόγευμα της επόμενης μέρας κόσμος συρρέει στην Πλατεία των Τριών Πολιτισμών στο Τλατελόλκο. Το συγκεντρωμένο πλήθος αποτελείται στην πλειοψηφία του από φοιτητές, οι οποίοι υπολογίζονται γύρω στους 50.000. Ο στρατός παρίσταται όπως και σε άλλες διαδηλώσεις, αυτή τη φορά όμως συνεπικουρούμενος από δύο ελικόπτερα και μέλη του Σώματος ‘Ολύμπια’ (‘όργανα της τάξης’ με πολιτική ενδυμασία κι ένα λευκό γάντι ή μαντίλι στο αριστερό χέρι). Στις 6 το απόγευμα εκτοξεύονται φωτοβολίδες που δίνουν το σήμα εκκίνησης στα μέλη του Σώματος ‘Ολύμπια’, διάσπαρτα μες στο πλήθος, να ανοίξουν πυρ κατά των στρατιωτών. Με αυτή την αφορμή, ο στρατός ανοίγει πυρ αδιακρίτως κατά του συγκεντρωμένου πλήθους. Η πλατεία γεμίζει παπούτσια, ρούχα και προσωπικά αντικείμενα. Όσους συλλαμβάνουν, τους μεταφέρουν σε κοντινά κτίρια, όπου τους γδύνουν και τους υποβάλλουν σε ξυλοδαρμούς και βασανιστήρια.

«Συνεχώς μας λένε ‘είστε το μέλλον της χώρας’,
αλλά μας αρνούνται κάθε ευκαιρία πολιτικής συμμετοχής στο παρόν.
Εμείς όμως θέλουμε και ΜΠΟΡΟΥΜΕ να συμμετέχουμε τώρα, όχι στα εξήντα.»
(Γκουστάβο Γκορντίγιο, φοιτητής οικονομικών στο ΑΠΜ)

«Οι νέοι είναι θυμωμένοι (…)και με το δίκιο τους. (…)
Η προίκα μας είναι κακή και η στάση μας απέναντι στη ζωή ακόμη χειρότερη.
Δημιουργήσαμε μια νεολαία επαναστατική, που δεν την κατανοούμε,
και δεν μπορεί να επιλέξει ούτε το παρόν ούτε το μέλλον της.»
(Πέδρο Ταμάρις, καθηγητής)

Ο ακριβής αριθμός των νεκρών της 2ας Οκτωβρίου 1968 παραμένει μυστήριο. Οι τραυματίες μεταφέρθηκαν σε στρατιωτικά νοσοκομεία, ώστε να παραμείνει άγνωστος ο αριθμός τους. Οι επίσημες αρχές, ψευδόμενες, έκαναν τότε λόγο για 20 νεκρούς. Στο βιβλίο της Η νύχτα του Τλατελόλκο η Ελένα Πονιατόφσκα περιλαμβάνει τη μαρτυρία μιας μητέρας που έψαχνε για τη σορό της κόρης της σε ένα δωμάτιο με τουλάχιστον 65 πτώματα.

Πρόσφατη έρευνα του BBC Λονδίνου το 2005 –λαμβάνοντας υπόψη και την ανάμειξη της CIA στα γεγονότα–, έκανε λόγο για 200-300 νεκρούς. Το μόνο σίγουρο είναι ότι τα εκατοντάδες άψυχα σώματα κάηκαν ή ρίχτηκαν σε απορριμματοφόρα προκειμένου να εξαλειφθούν τα οποιαδήποτε ίχνη και στοιχεία. Η πλατεία καθαρίστηκε με μάνικες υψηλής πίεσης από την πυροσβεστική, έτσι ώστε το επόμενο πρωί να μην υπάρχει ίχνος των φρικαλεοτήτων που είχαν συμβεί τη νύχτα.

Ο ρόλος των γυναικών στο κίνημα του ’68 στο Μεξικό ήταν σπουδαίος και είχε διπλό χαρακτήρα: αφενός οι γυναίκες συμμετείχαν ενεργά στα τεκταινόμενα, αφετέρου βίωναν και συνειδητοποιούσαν και οι ίδιες τη διεύρυνση του κοινωνικού τους ρόλου, ως πολιτών και γυναικών. Καθώς οι γυναίκες αποκτούσαν ολοένα περισσότερο έδαφος στο φοιτητικό κίνημα, άρχισαν να εξαπλώνονται φεμινιστικές ιδέες. Η κυβέρνηση, διαπιστώνοντας αυτή την τάση και προσπαθώντας να την ανακόψει, έδειχνε αδιαφορία απέναντι στις γυναίκες και εστίαζε ‒ακόμη και για τις διώξεις‒ στους άνδρες του κινήματος. Έτσι, μετά την καταδίωξη κι εξόντωση των πρωτεργατών, οι γυναίκες ήταν εκείνες που ανέλαβαν τη συνέχιση του αγώνα. Μεταξύ εκείνων των γυναικών ανήκουν η Αξεχάντρα Χερρέρα, η Βίδα Βαλέρο και η Μερσέντες Περεγιό.

«Ποτέ μην ξεχνάτε το όνομα ενός στρατιωτικού ονόματι Πράδο»
(Ιδέα Βιλαρίνιο, «Δεν πέθανε λέω», Καημένε κόσμε, 1966)

Μέχρι σήμερα, οι πραγματικοί ένοχοι για το «Μακελειό του Τλατελόλκο» με τους εκατοντάδες νεκρούς και τους χιλιάδες τραυματίες δεν έχουν εντοπιστεί. Τα ΜΜΕ, υπό τον έλεγχο της μεξικανικής κυβέρνησης, φρόντιζαν για την παντελή αποσιώπηση γεγονότων και αριθμών. Ο Πρόεδρος Ντίας συνέχισε κανονικά τη θητεία του και δεν αποδείχτηκαν ποτέ ενοχοποιητικά στοιχεία εις βάρος του. Αντιθέτως, ο Οκτάβιο Πας, πρέσβης τότε του Μεξικού στην Ινδία, παραιτήθηκε από το αξίωμά του κι έγραψε το πρώτο ποίημα του παρόντος αφιερώματος. Μόλις το 2011 ορίστηκε η 2α Οκτωβρίου «εθνική επέτειος» στη μνήμη των «μαρτύρων για τη δημοκρατία». Όμως ήδη εδώ και δεκαετίες, κάθε 2 του Οκτώβρη, οι μανάδες των αγνοουμένων συγκεντρώνονται στην πλατεία στο Τλατελόλκο με πλακάτ και φωτογραφίες των ‘αγνοούμενων’ παιδιών τους: «Ζωντανούς τους είχαμε, ζωντανούς τους θέλουμε!».

«Δεν είμαι πλέον ο ίδιος. Κανένας μας δεν είναι.
Υπάρχει ένα Μεξικό πριν το Φοιτητικό Κίνημα κι ένα άλλο, μετά το ’68.
Το Τλατελόλκο είναι η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις δυο μορφές του Μεξικού».
(Λουίς Γκονζάλες ντε Άλμπα, φοιτητής Φιλοσοφίας του ΑΠΜ,
πρώην κρατούμενος στις φυλακές Λεκουμπέρι.)

Η «σφαγή του Τλατελόλκο» δεν είχε ως αποτέλεσμα την πτώση της κυβέρνησης ή βίαιες διαδηλώσεις και διαμαρτυρίες, αντιθέτως μια παθητική παράλυση που προκύπτει κάθε φορά που προσπαθεί κανείς να συνειδητοποιήσει τα αδύνατα. Έπρεπε να περάσουν χρόνια, ώσπου να συνειδητοποιήσει ο μεξικανικός λαός τι είχε συμβεί και να αποκτήσει σταδιακά ισχυρότερη δημοκρατική συνείδηση. Απότοκος βέβαια των γεγονότων της 2ας Οκτωβρίου ήταν η εμφάνιση αριστερών (κάποτε ριζοσπαστικών) κινημάτων, όπως η Ένωση της 23ης Σεπτεμβρίου (Liga del 23 de septiembre) ή το Κόμμα των Φτωχών (Partido de los Pobres) που αποτέλεσαν προπομπούς του Σοσιαλιστικού Κόμματος στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Η 2α Οκτωβρίου έχει χαραχτεί στη μνήμη του μεξικανικού λαού και, σύμφωνα με τον Αλμπέρτο Πουλίδο Αράντα που έζησε εκείνες τις μέρες, συνέβαλε ώστε «η ποίηση να γίνει πιο ώριμη, η πολιτική πιο ανοιχτή και οι δημοκρατικοί χώροι για τους αγώνες και την αλλαγή περισσότεροι».

«Αφού το Φοιτητικό Κίνημα κατόρθωσε να ξεμπροστιάσει την Επανάσταση
και να δείξει ότι δεν ήταν παρά μια γριά πόρνη, άρρωστη και διεφθαρμένη,
έχει ήδη δικαιωθεί. Δε χρειάζεται άλλου είδους δικαίωση.»

(Εστέμπαν Σάντσες Φερνάντες, οικογενειάρχης)

 

Καθότι όμως ο άνθρωπος δεν μαθαίνει από τα λάθη του και η ιστορία κύκλους κάνει, μόλις το 2014 ‘εξαφανίστηκαν’ ως δια μαγείας 43 φοιτητές στην Αγιοτσινάπα του Μεξικού. Η τύχη τους ακόμη και σήμερα αγνοείται, ευθύνες δεν έχουν αποδοθεί, και όλα καλά και όλα ωραία.

Ας δούμε όμως πώς επεξεργάστηκαν τα συμβάντα του ’68 σπουδαίοι εκπρόσωποι της λατινοαμερικανικής ποίησης. (Συνέχεια αφιερώματος, Τετάρτη 3 και Παρασκευή 5 Μαίου)

*Σύνθημα κατά τις διαδηλώσεις του κινήματος του ’68 στο Μεξικό.

Επιτήδευση και νομενκλατούρα στις χριστιανικές συντροφιές

christian pilgrim group

~ . ~

Μια φιλοσοφική ηθολογία ενός κοινωνικού μορφώματος

του ΠΕΤΡΟΥ ΦΑΡΑΝΤΑΚΗ

Απόρροια της έμφυτης κοινωνικότητάς μας είναι η δημιουργία ομάδων ή ομαδώσεων κάθε είδους. Αυτές, λειτουργώντας ως μικρό κοινωνικό κύτταρο, αναλαμβάνουν να αφουγκραστούν τις σκέψεις μας, αλλά και να μας ανακουφίσουν από προβληματισμούς και ενοχλήσεις, που βαραίνουν τον ψυχισμό μας[1].

Στην πραγματικότητα, οι ομάδες τούτες έχουν διφυή υπόσταση. Αφενός, προσφέρονται ως περιβάλλον δημιουργικής μας εκτόνωσης, αφετέρου, ως συμπαγές σώμα, ποδηγετούν μέχρι μυελού οστέων, τις συνειδήσεις ατόμων με ροπή στη συνεχή και επανειλημμένη κατάφαση. Οι παραπάνω ομαδοποιήσεις διακρίνονται σε πολιτικές, επαγγελματικές, επιστημονικές, ευρύτερων κοινωνικών στόχων, κ.λπ. Εκείνες βέβαια που παρουσιάζουν όλως διακριτά χαρακτηριστικά, σε σχέση με τις υπόλοιπες, είναι οι θρησκευτικές και, στην περίπτωσή μας, οι χριστιανικές μαζώξεις. Όταν έχουμε τουτέστιν, συγκεκριμένη συνάντηση, σε τακτή ή περιοδική βάση, για μια ομιλία, διάλεξη, εορταστική εκδήλωση, διαφώτιση, με δημηγορικές διαστάστεις, ενδιαφερομένων για ένα εκκλησιαστικό θέμα, κ.λπ. Δεν θα σταθούμε στο τι ο μέσος όρος από αυτές τις αδελφότητες πρεσβεύει, στον εδραίο και διάσπαρτο ελληνισμό, ούτε θα επιμείνουμε στο τι ακριβώς επιδιώκουν, μια και αυτά είναι πράγματα, που σοβούν υπό ένα πέπλο, από τη φύση του άδηλο, και σε εξέλιξη. Θα δούμε λίγο την ανώνυμη ιδιοσυγκρασία κάποιων από τις χριστιανικές συγκεντρώσεις και τον λειτουργικό φαινότυπο των μελών τους. Άρα οι απόψεις μας είναι μια αδρή περιγραφή και όχι ad hominem.

Μιλάμε για άτομα, ορισμένα, από τα οποία, αισθάνονται αδύναμα να πορευθούν στη ζωή ιδίαις δυνάμεσι, και, καλώς ή κακώς, προσφεύγουν στην παντοδυναμία του ανήκειν. Ο λόγος δεν γίνεται για περιπτώσεις κατά τις οποίες η εξομολόγηση, ως μυστήριο, παρίσταται αναγκαία και ψυχωφελής στην ιδιωτική ζωή του καθενός μας. Εδώ πρόκειται για συνανθρώπους μας, οι οποίοι, στην προσπάθειά τους να αυτενεργήσουν, νομίζουν ότι χρειάζονται εγχειρίδιο ζωής με οδηγίες χρήσεως και καταφεύγουν στο οχυρό των συλλογικών πεποιθήσεων. Εντελώς William Jamesπαρενθετικά, να τονίσουμε ότι, ο φιλόσοφος και ψυχολόγος W. James (1842 – 1910) είχε, σε πολύκροτο έργο του, υπογραμμίσει ότι το πρωτεύον στη θρησκεία, είναι η προσωπική σχέση ατόμου και θείου. Η θεολογία, η φιλοσοφία, η εκκλησιαστική οργάνωση, είναι, για αυτόν, πράγματα δευτερεύοντα[2]. Ως προστατευτικό οχυρό λοιπόν των ανθρώπων αυτών, προσφέρεται ο γενικός βερμπαλισμός της συντροφιάς. Να πούμε, πως η συντροφιά, για την οποία μιλάμε, δεν σχετίζεται καθόλου με τη συντροφικότητα. Η συντροφικότητα προϋποθέτει και απαιτεί φιλία, εγγύτητα, οικείο και εγκάρδιο περιβάλλον. Σε αυτό, περιέχεται και η αντιγνωμία, ως διαλεκτική. Η συντροφιά, στην περίπτωσή μας, εκλαμβάνεται ως συλλογικότητα, με χρόνο ύπαρξης συνήθως όσο διαρκεί η διεκπεραίωση κάποιου πνευματικού στόχου, όπως ήδη αναφέραμε, και όχι όσο μεσολαβεί μια καθαρά κοινωνική προσφορά σε ανθρώπους που τη χρειάζονται (διάθεση υλικών και χρηματικών πόρων, ιεραποστολή, αποκατάσταση υγείας, δωρεάν εκπαίδευση…). Πέραν τούτων, κυριαρχούν οι μεγατόνοι της ατομικότητας και της παχυλής διόγκωσης του εγώ. Εάν μάλιστα σκεφτείς να κάνεις κατ’ ιδίαν παρέα με ορισμένα από τα άτομα αυτά, διαπιστώνεις ότι αυτό, είναι από δύσκολο έως αδύνατον. Είτε επειδή έχουν ύφος πολυπραγμοσύνης είτε λόγω του ότι αποδεικνύονται, από κοντά, άγευστα ζωικής και ενστικτώδους τέρψης. Αρκετές φορές αναρωτιέσαι πού πήγε η ατίθαση σκέψη της γνησιότητας του ήθους. Μήπως αλλοτριώθηκε από την ενορία;

Σε περίπτωση που, τελικά, το «σκέφτομαι διαφορετικά», σημαίνει: «δεν μιλάω τη γλώσσα των άλλων», κάτι τέτοιο δεν υφίσταται στις παραπάνω συνάξεις. Οι εξαιρέσεις ευπρόσδεκτες. Ακόμα και όταν τα μέλη τους διαμορφώνουν τη δική τους, προσωπική, ζωή, με αυτόνομη, ξεχωριστή δράση ή στοχασμό, ένα κομμάτι της είναι τελείως αναπόσπαστο από τη δεξαμενή των ακλόνητων κοινών τους πιστεύω ένα τμήμα δηλονότι από ανεξίτηλες πεποιθήσεις, οι οποίες συνέχουν τις συγκεντρώσεις αυτές. Ιδιαίτερα η ενοριακότητα δεν πρέπει να στοχεύει στον αποκλεισμό κάθε διαφορετικής φωνής πέραν της δικής της, αλλά στη συγκεφαλαίωση του παρελθόντος και του μέλλοντος χρόνου σε ένα υπερχρονικό παρόν. Απαραίτητος όρος είναι η συμφιλίωσή της με μια γνωσιακή πανδαισία. Μία άλλη εξαρτητική ουσία, η οποία επιπολάζει στους ανωτέρω χριστιανικούς χώρους, είναι αυτή της επιτήδευσης, ή αλλιώς της πεποιημένης και ομοιόμορφης συμπεριφοράς. Είναι άραγε αυτή ενδογενής ή πολιτισμικό επίχρισμα σε ανθρώπους, που θέλουν να γίνονται αρεστοί; Δεν συζητάμε για την ευσέβεια, που είναι απότοκος του δέους προς το θείον. Το κέντρο του ενδιαφέροντος, είναι τώρα ο μιμητισμός, ο οποίος χαρακτηρίζεται από επιμελημένη φροντίδα για το φαινομενικά τέλειο και ανεπίληπτο φέρεσθαι. Έχοντας τη μέριμνα αυτή ως εγκόλπιο, ο σύντροφος καθίσταται εκών άκων, αιχμάλωτος σε ένα πλαίσιο μινιμαλιστικού κοινωνικού φορμαλισμού. Και είναι η μέριμνα αυτή, που εγκλωβίζει την αυθορμησία, καταδικάζοντας τον εαυτό να φειδωλεύεται στις Charles Taylorεκδηλώσεις του. Εάν υποθέσουμε ότι η ελεύθερη προαίρεση ενέχει ένα ηθικό μεγαλείο, τότε σίγουρα, η βούληση, σε θερμοκρασία περιβάλλοντος, στο οποίο καλλιεργούνται απολυτότητες, θεωρείται κλινικά νεκρή. Ο φιλόσοφος Ch. Taylor (1931 -), στο έργο του Οι Δυσανεξίες της Νεωτερικότητας, επιχειρηματολογεί υπέρ μιας ακώλυτης απόφασης, τη στιγμή που κατά τους τελευταίους δύο αιώνες, η διαφοροποίηση μας από έναν συγκεντρωτικό τρόπο ύπαρξης, δεν ταυτίζεται πλέον με εξωμοσία. Τονίζει, με άλλα λόγια, πως από τις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα και μετά, η νεωτερική συνείδηση προήγαγε την ιδέα ότι ο τρόπος με τον οποίον πραγματώνω την ύπαρξή μου, είναι μοναδικός. Καλούμαι να ζήσω με τον δικό μου τρόπο και όχι κατ’ απομίμηση των άλλων. Εάν δεν είμαι γνήσιος, συνεχίζει, χάνω την ιδιαίτερη σημασία, που έχει για εμένα, το να είμαι ανθρώπινος[3].

Ακόμα, άλλωστε, και το εκκλησιαστικό δόγμα, δεν συνιστά δεσμευτική προϋπόθεση της ύπαρξης, αλλά ελεύθερη αποδοχή μιας σταθερής αναφοράς με το περιεχόμενο της πίστης μας. Λέγεται, ότι οι πιο ανασφαλείς άνθρωποι, έχουν τις ισχυρότερες προκαταλήψεις. Οι προκαταλήψεις αυτές, στον βαθμό που υπάρχουν στους θρησκευτικούς τόπους για τους οποίους κάνουμε λόγο, δεν είναι τυχαίες. Είναι αποτέλεσμα τόσο της πλημμελούς έξωθεν πληροφόρησης (η οποία βρίσκεται σε παρατεταμένη αναμονή…), από κέντρα μελετών και έρευνας για το φαινόμενο της ζωής γενικότερα, όσο και ενός σχολαστικισμού περί τα πνευματικά, που ενίοτε ολισθαίνει στη νοσηρότητα. Οι υποψιασμένοι περί αυτά, διαθέτουν μια ευρύτερη σκευή κατανόησης τους και δεν υποτάσσονται στην περιορισμένη σοφιστική ερμηνείας τους. Με λίγα λόγια, το δόκανο ενός εμβόλιμου ηθικού διλήμματος, καραδοκεί ασυγκράτητα, εάν η ευρυμάθεια και ο σχετικισμός δεν διαιτητεύσουν σε συνειδησιακές συγκρούσεις. Τα διλήμματα αυτά, σχετίζονται συνήθως με επερχόμενη νέμεση, εκ του αοράτου, στην οποία καθυποβάλλεται ο εαυτός λόγω ενοχών. Πρόκειται για αναστολές και αμφιθυμίες, που διατηρήθηκαν ταριχευμένες μέσα στην αδιαπέραστη ατμόσφαιρα της θρησκευτικής ακολουθίας. Δεν είναι λίγοι άλλωστε αυτοί, που, λόγω των συγκρούσεων αυτών, πήραν την άγουσα προς την παθογένεια. Ως παθογένεια, δεν εννοούμε απαραιτήτως τα όποια ψυχοσωματικά συμπτώματα. Είναι το να βλέπεις τον πρακτικό βίο υπό τη συναισθηματική και νοητική ιδιοτέλεια της ‘οπτικής γωνίας’, ενός συνάγματος. Με τη λογική του συλλογικού εγωκεντρισμού. Όχι με τα δικά σου μάτια. Άλλο βέβαια είναι να ασκείς τον σχολαστικισμό και άλλο να τον υφίστασαι. Στη δεύτερη περίσταση, η προσωπική σου ζωή, έρχεται αντιμέτωπη με μεταφυσικές δυνάμεις. Επιπλέον, ο σχολαστικισμός, η εμμονή δηλαδή με τις λεπτομέρειες, ως θεώρηση βιοτής, προκαλεί και αδυσώπητες Francis Collinsσχέσεις μεταξύ των ατόμων. Υπόνοιες, ενοχές και κρυψίνοια, είναι οι απαράμιλλες εκδηλώσεις του. Φυσικό επακόλουθο: όσο πιο αδύναμα είναι τα επιχειρήματα κάποιου να στηρίξει μια σύγχρονη δυναμική σχετικισμού, τόσο συχνότερα καταφεύγει στην επίκληση των θεσμίων. Ο γενετιστής και, κατά τα άλλα, ιερολόγιος, Francis Collins (1950 – ), προσφεύγει στη σημερινή σχετικότητα των ηθικών εκτιμήσεων για να υπογραμμίσει ότι ο παραδοσιακός ηθικός νόμος, βρίσκεται σε σύγκρουση με τη μεταμοντέρνα φιλοσοφία, με αποτέλεσμα να μην υφίσταται απόλυτα καλό ή κακό[4]. Δεν είναι η κατάλληλη ώρα για να αναπτυχθούν ή να συζητηθούν οι κοινωνιοβιολογικές προεκτάσεις και οι αφορμές αυτής της τοποθέτησης. Ούτε για να τεθεί το ζήτημα της εξελικτικής καταγωγής της ηθικής. Μπορούμε όμως βάσιμα να διαπιστώσουμε ότι η μετάσταση της επιτακτικής οφειλής, από το συλλογικό καθήκον, σε ιδιωτική ηθική, είναι πλέον γεγονός.

Παράλληλα η περιπόθητη ομοψυχία μεταξύ διαφορετικών χριστιανικών σιναφιών, είναι κάτι πολύ συζητήσιμο. Συντεχνίες, φατρίες, φράξιες και μεταλλαγμένες πατριές, τρέφονται από τις ίδιες τους τις σάρκες, διαγράφοντας την σιωπηρή δήλωση: «δικός μας» και «δικός σας». Το οξύμωρο είναι ότι, σε κάθε μια από τις αδελφότητες αυτές, ξεχωριστά, δύσκολα μπορούμε να αναγνωρίσουμε κάποια θεολογίζουσα αυτονομία. Υπάρχουν άραγε στελέχη στις συντροφιές αυτές, που σφετερίζονται πλεονεκτήματα και αξιώματα κατ’ αποκλειστικότητα; Αναμφίβολα, ορθώνονται αναστήματα με ζηλευτά φυσικά και ψυχικά χαρίσματα. Τα ίδια καταξιώνονται να χοροστατούν σε ομηγύρεις στα ανάλογα στέκια. Δίπλα τους, κατά κανόνα, παρατρέχουν άτομα με ιδιότυπες ανισότητες. Κοινωνικά και ευφυή, μοναχικά και ονειροπόλα. Ο λόγος των προεστώτων, έχει υπέροχες στιγμές, αλλά βαρετά ημίωρα. Άλλωστε, όποιος μιλάει καλά και πολύ, κρύβεται καλύτερα. Συνήθως, άνθρωποι με ανησυχίες, εγκόσμιες και του επέκεινα, συνιστούν το πολυσύνθετο ακροατήριο των δελεαστικών τούτων εκδηλώσεων. Ένα ακροατήριο, το οποίο πήγε να αναζητήσει την τύχη ή τη δυσφορία του. Η ατμόσφαιρα αυτή, δεν απουσιάζει και από αίθουσες ή τάξεις ιερών διδακτηρίων, στα οποία ενίοτε επίζηλα πρόσωπα, δρουν, και, πέραν των άλλων, ως τοποτηρητές των προσερχομένων. Ιδίως, των νεοφερμένων αλλά και των επήλυδων. Χωρίς να αποκλείονται και οι απόμαχοι. Καταστατική αντίφαση των παραπάνω, είναι ότι τα άτομα που απολαμβάνουν τον εθισμό της αναγνώρισης και της μελέτης του γραπτού και του προφορικού τους λόγου από άλλους, δεν αξιολογούν επαρκώς τη διαφορά ανάμεσα στους αναγνώστες – παθητικούς θεατές και τους σχολιαστές τους. Σε αυτό εξάλλου έγκειται και η διάσταση μεταξύ ‘αυλής’ και κριτικής τους αντιμετώπισης.

Γνώρισμα των ιθυνόντων εγκεφάλων στις ανάλογες συναθροίσεις, είναι η στρατηγική της διαφήμισης. Συνεπώς, ο διαφημιζόμενος, από, άλλοτε αφανής άνθρωπος του πλήθους, μεταβάλλεται σε γνωστό δακτυλοδεικτούμενο. Από πρώην ευπατρίδης και ερασιτέχνης της διανόησης, της γραφής και της ζώσης φωνής, προβάλλεται σε ημι-απρόσωπο επαγγελματικό πρότυπο συλλογισμού. Το εργονομικό μειονέκτημα εδώ βέβαια, μια και μιλάμε για στοχευμένη διάδοση της Christian peopleφήμης τους, είναι ότι ενώ μπορούν να ξαναχρησιμοποιήσουν τον ίδιο χώρο, δεν μπορούν να κάνουν το ίδιο και για τον χρόνο. Αργά ή γρήγορα, ο εσμός ο οποίος ακολουθεί κάποιον που βρίσκεται σε θέση πρωτείου, εξελίσσεται σε λέσχη, κλειστού τύπου. Άλλωστε δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα με την υποτροπιάζουσα δημοσιότητα. Οι τρέχουσες κοινωνικές συνήθειες, μας υποβάλλουν να επιδείξουμε μια φυσιογνωμία εικονική. Δεν ξεχνάμε μάλιστα ότι από τους εν γένει ομογνώμονες εταιρισμούς, (πολιτικά κόμματα, θρησκεύοντα σωματεία, τοπικές συντεχνίες, κ.λπ.), εκβλάστησαν μειράκια, που – με την ώση της ‘παρέας’ – κατέλαβαν υψηλούς θώκους σε οργανισμούς και ιδρύματα και πήραν σημαίνουσα θέση σε λογής λογής ιεραρχίες.

Σίγουρα η εξέχουσα τάξη, που βρίσκεται στις όποιες συλλογικότητες για τις οποίες συζητάμε, δεν σχετίζεται καν με την περιαγωγή της ψυχής, κατά Πλάτωνα. Εάν δηλαδή για τον φιλόσοφο, η έξοδος από το σπήλαιο προς το φως, ήταν προϋπόθεση για να ατενίσουμε το φέγγος των ιδεών, για τους σημερινούς ασχολούμενους, με τη διάδοση του Χριστιανισμού, (επιλέγοντας, όχι πάντα, εκλεκτικά στοιχεία από αυτόν) η ανάλογη αναχώρηση σηματοδοτείται με την, εκ μέρους τους, περιβολή των αμφίων του κήνσορα, του τιμητή των πάντων. Ως ελεγκτές των δημοσίων, ιδιωτικών και μύχιων ηθών, τοποθετούν την περιρρέουσα αγωγή και συμπεριφορά σε βλοσυρά και αγέλαστα εδώλια. Εδώ, δεν στηλιτεύεται η παραβατικότητα, αλλά συντελείται κάτι το εκπληκτικότερο. Μια ξέφρενη νοηματοθεσία. Καταστάσεις και άνθρωποι, ετεροκαθορίζονται μέσα σε ένα παραπειστικό πλαίσιο στο οποίο η μορφή και το έργο της ομάδας, περιβάλλεται με αλγοριθμική μοναδικότητα. Στην περίπτωση αυτή, δεν συζητάμε για το δόγμα, το οποίο στη γλώσσα της Εκκλησίας, είναι, αδιαμφισβήτητα, το όριο της εμπειρίας της, αλλά για προσωποποιημένο δογματισμό. Και μάλιστα, σε πρόσωπα ή σε πρόσκαιρα άθλα. Αυτός, ας θυμήσουμε, ότι δεν εμφωλεύει μόνον στη θρησκεία, αλλά και στην πολιτική, την επιστήμη, την οικονομία… και γενικά όπου η σχετική εμβληματική φυσιογνωμία των λαγετών υποδειχθεί ως μόνη διέξοδος για πρακτικά και θεωρητικά ζητήματα. Εάν λοιπόν ο δογματισμός, ως έλλειψη κριτικής σκέψης και μισαλλοδοξία, μαρτυρείται αρκετές φορές στη θρησκεία, είναι επειδή η πραγματικότητα περιορίζεται, από τους προβεβλημένους της, στο νυν και το επέκεινα των αποκλειστικών τους βλέψεων. Άμεσο επακόλουθο: τα έργα και οι ημέρες τους δεν δικαιούνται να δύσουν. Σωστά, όμως, έχει παρατηρηθεί ότι οι εποχές δεν αξιολογούνται με τα πρακτικά αποτελέσματα που επιφέρουν, αλλά με τα βιώματα που συσσωρεύουν στις ψυχές αυτών που τις ζουν και με την προσωπική γενναιότητα, που δεν αποβλέπει σε κανένα αντάλλαγμα, απέναντι σε ό,τι παρουσιάζεται ως δήθεν ιστορική νομοτέλεια[5].

Μια και η ομάδωση όμως αποτελεί συστατικό πυρήνα της ανθρώπινης κοινωνικής και βιολογικής εξέλιξης, η εμπλοκή μας σε αυτήν, όπως εξαρχής τονίσαμε, είναι αναγκαία όσο και αναπόφευκτη. Φυσικώ τω λόγω, να υπάρχουν και χριστιανικές συνάξεις, οι οποίες πορεύονται με γλυκασμό και χάρη τόσο στις εσωτερικές όσο και στις εξωτερικές εκδηλώσεις τους. Εδώ, τα άτομα δεν επιδιώκουν τίτλους τιμής στην ορθοπαιδεία ούτε διεκδικούν κάποια προτεραιότητα στην ηθική καταξίωση, μέσα στην ευρύτερη περιοχή όμορων περιοχών. Άλλωστε η γνησιότητα του ήθους, στο μέτρο που έχει περισωθεί, δεν βρίσκεται μόνον στη διανοητική συνείδηση. Η διανοητική συνείδηση, φέρει την προικώα σκευή για έναν πολιτισμό, έτσι ώστε αυτός να στηρίζεται και στην κριτική αποτίμηση (αποδοχή ή απόρριψη) των επιστημολογικών μοντέλων αλλά και στη δαψίλεια των τοποθετήσεων μας για το ποιό είδος πολιτισμού ή Διαφωτισμού επιθυμούμε να οικοδομήσουμε. Η αυθεντικότητα του ήθους όμως, εδράζεται ευτυχώς και στην πνευματική συνείδηση. Έτσι η εξοικείωση ανάμεσα στα μέλη της ομάδας – πέραν της μαρτυρίας που κατατίθεται για την σταυρική κένωση -, δεν επιβάλλει καμία άτυπη θέσπιση κριτηρίων αποδοχής για κάθε νεοπροσήλυτο. Προσφυώς έχει λεχθεί, ότι η νεωτερικότητα επινόησε μια τέτοια δημοκρατία ώστε να λειτουργεί ως το καλύτερο φίμωτρο στην ασύδοτη ελευθερία Albert Schweitzerτου λόγου. Ακόμα και εάν τούτο φαντάζει υπερβολικό, η φιλικότητα μιας πλουραλιστικής συντροφιάς, σέβεται την ιδιαιτερότητα του καθενός, ιδίως την ωμότητα μιας άλλης άποψης και την ανταλλαγή διαφορετικών εμπειριών. Η πνευματική συνείδηση, επ’ ουδενί προτείνει ανούσιες προτάσεις πρωτοκόλλου, σε μια εξωστρεφή επικοινωνία της ομάδας. Προτάσεις, που διαιωνίζουν την υπάρχουσα δυστοπία. Ο Π. Γέμτος, σε πρόσφατη μελέτη του, αναφέρεται ρητά στην απομυθοποίηση των θρησκευτικών πηγών, από νεότερες προσωπικότητες, όπως είναι ο A. Schweitzer, ο R. Bultmann. Αυτό το κάνει για να δείξει ότι ανοίγουν νέοι δρόμοι γόνιμης ένταξης και ανάπλασης της θρησκευτικής παράδοσης, σε νέα ερμηνευτικά σχήματα[6].

Με το ίδιο σκεπτικό, έχει γραφτεί ότι σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σε μια κοπερνίκεια επανάσταση της θρησκευτικής συνείδησης. Η παράδοση δεν διαπλάθει πλέον το άτομο, αλλά το άτομο παίρνει από την παράδοση ό,τι του ταιριάζει[7]. Με τον τρόπο αυτόν, το προσωπικό πιστεύω έγινε «ατομική επιλογή» ή «ατομική δέσμευση»[8]. Αναπόδραστα, η «εξημέρωση» (κατά άλλους άμβλυνση) του χριστιανισμού, του προσδίδει δραματική αξία αλλά και κοσμοπολιτικές διαστάσεις. Μη ξεχνάμε ότι ο χριστιανισμός, στην εξάπλωσή του, συνυφάνθηκε με την αποικιοκρατία. Από τη μια λοιπόν, ο ίδιος απομακρύνεται από το ευαγγελικό ιδεώδες, το εόρτιο μήνυμα και την τοπική/γλωσσική του ιθαγένεια και από την άλλη υπερβαίνει γεωγραφικά όρια και φυλετικούς φραγμούς, εμπόδια τα οποία, μέχρι προ τίνος, φάνταζαν αξεπέραστα. Τελειώνοντας, ας τονίσουμε πως, η συνεισφορά της αστοχίας μας, στις χριστιανικές συντροφιές, κρίνεται απαραίτητη, ως σημείο αντιλογίας, για τη διαμόρφωση μιας εν δυνάμει πληρότητας. Στο σημείο αυτό, έγκειται εφεξής και η περιούσια συμβολή των χριστιανικών συναγμάτων κατά τις συζητήσεις τους. Να λαμβάνουν υπόψη τους, τον εκάστοτε επιστημονισμό (ζητήματα βιοηθικής, την εξελικτική πορεία του ανθρώπινου είδους, την παγκοσμιοποιούμενη τεχνική jomo Kenyattaπρόοδο, κ.λπ.) αλλά και να διασώζουν την ευλογία του βιβλικού – πατερικού περιεχομένου, στα χαρακτηριστικά του προσίδιου ήθους του: την εκκλησιαστική παρρησία, τον έλεγχο της πολιτικής εξουσίας, την κηρυγματική ευθύτητα και την, κατά συγκυρία, μεταστροφή (conversion) του υποκειμένου (Παύλος, Αυγουστίνος, Ντοστογιέφσκι…). Τα λόγια, άλλωστε, του Κενυάτη ηγέτη, Γιόμο Κενυάτα (1893 – 1978), αποκαλύπτουν αλλά και προαναγγέλλουν την, από παλιά, επίβουλη συμμαχία του παραταξιακού Χριστιανισμού και της εναρμονισμένης πολιτικής ιδεολογίας, εκεί όπου το, κατ’ επίφαση φέρσιμο, διαπρέπει: «Όταν ήρθαν οι ιεραπόστολοι, οι Αφρικανοί είχαν τη γη και οι ιεραπόστολοι κρατούσαν τη Βίβλο. Μας έμαθαν να προσευχόμαστε με τα μάτια κλειστά. Όταν τα ανοίξαμε, εκείνοι είχαν τη γη κι εμείς κρατούσαμε τη Βίβλο».

ΠΕΤΡΟΣ ΦΑΡΑΝΤΑΚΗΣ

Πέτρος φαραντακηςΟ Πέτρος Φαραντάκης είναι διδάκτορας της φιλοσοφίας του πανεπιστημίου Αθηνών και πιστοποιημένος μεταδιδάκτορας του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. Εργάζεται ως καθηγητής στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και είναι διευθυντής ακαδημαϊκού προγράμματος στο Bilston College, του Λονδίνου.

Ευχαριστίες εκφράζονται στον Θανάση Σακελλαριάδη, επίκουρο καθηγητή της φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, για τις γόνιμες παρατηρήσεις του.

~  .  ~

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Βλ. και την ενδιαφέρουσα άποψη του Π. Κονδύλη, στο βιβλίο του: Το Πολιτικό και ο Άνθρωπος. Βασικά Στοιχεία της Κοινωνικής Οντολογίας, τ. Ια, Κοινωνική Σχέση, Κατανόηση, Κοινωνικότητα, μτφρ. Λ. Αναγνώστου, Θεμέλιο, Αθήνα, 2007, σ. 268: «Το άτομο δεν υπάρχει μαζί με την κοινωνία, αλλά μέσα στην κοινωνία, δηλαδή σε μια διαρκή θετική ή αρνητική, ανοιχτή ή κρυφή, άμεση ή έμμεση αντιπαράθεση με ανθρώπους που ανήκουν στο ίδιο ή πάντως σε ένα συλλογικό σώμα, καθώς και με αυτό που αποτελεί θεσμικό και πολιτιστικό προϊόν της δράσης άλλων ανθρώπων».

[2] W. James, Οι Παραλλαγές της Θρησκευτικής Εμπειρίας. Σπουδή στην Ανθρώπινη Φύση, τ. 1ος, μτφρ. Β. Τομανάς, Printa, Αθήνα, 1999, σ. 26, η οποία αποτελεί τμήμα του Προλόγου στην Ελληνική Έκδοση, από τον Η. Νικολούδη. Στην ίδια σελίδα, ο Νικολούδης, αναφέρει: Ο James προσφέρει έναν νέον ορισμό της θρησκείας: «θρησκεία είναι τα αισθήματα, οι πράξεις και οι εμπειρίες των ανθρώπων ως ατόμων στη μοναχικότητά τους, στο μέτρο που αυτοί συνειδητοποιούν ότι τελούν σε σχέση με οτιδήποτε είναι δυνατόν να θεωρήσουν ως θείο»

[3] Βλ. Ch. Taylor, Οι Δυσανεξίες της Νεωτερικότητας, μτφρ. Μ. Πάγκαλος, Εκκρεμές, Αθήνα, 2006, σ. 67.

[4] Fr. Collins, Η Γλώσσα του Θεού. Ένας Επιστήμονας δίνει Μαρτυρία για την Πίστη, μτφρ. Θρ. Κετσέας, Παπαζήσης, Αθήνα, 2009, σ. 35.

[5] Κ.Βεργόπουλος, Οι Αμετανόητοι. Από τη Δεκαετία του `60 στον 21ο Αιώνα, Λιβάνης, Αθήνα, 2010, σ. 189.

[6] Π. Γέμτος, Ο Άνθρωπος σε ένα Ψυχρό, Αδιάφορο και Εχθρικό Κόσμο. Η Απολογία του Σύγχρονου Ανθρώπου, Παπαζήσης, Αθήνα, 2015, σ. 140.

[7] Fr. Lenoir, Ο Χριστός Φιλόσοφος, μτφρ. Αιμ. Βαλασιάδης, Πόλις, Αθήνα, 2010, σ. 277.

[8] Ο σύγχρονός μας στοχαστής Tz. Todorov, στο βιβλίο του Προς Υπεράσπιση του Διαφωτισμού, μτφρ. Κ. Καψαμπέλης, Θύραθεν, Θεσσαλονίκη, 2011, σ. 21, μιλώντας για την αποκαθήλωση των παραδοσιακών θεσμικών αξιών γενικώς, άμα τη εμφανίσει του Διαφωτισμού, γράφει: «Τα άτομα δεν νιώθουν δέος απέναντι στην παράδοση, προσπαθούν να διαχειριστούν μόνα τους τον ιδιωτικό τους χώρο, και συνάμα απολαμβάνουν αρκετή ελευθερία έκφρασης»

~  .  ~

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Α.1. Βιβλιογραφία αναφορών

Βεργόπουλος, Κ., Οι Αμετανόητοι. Από τη Δεκαετία του `60 στον 21ο Αιώνα, Λιβάνης, Αθήνα, 2010.

Γέμτος, Π., Ο Άνθρωπος σε ένα Ψυχρό, Αδιάφορο και Εχθρικό Κόσμο. Η Απολογία του Σύγχρονου Ανθρώπου, Παπαζήσης, Αθήνα, 2015.

Κονδύλης, Π., Το Πολιτικό και ο Άνθρωπος. Βασικά Στοιχεία της Κοινωνικής Οντολογίας, τ. Ι α, Κοινωνική Σχέση, Κατανόηση, Κοινωνικότητα, μτφρ. Λ. Αναγνώστου, Θεμέλιο, Αθήνα, 2007

Collins, Fr., Η Γλώσσα του Θεού. Ένας Επιστήμονας δίνει Μαρτυρία για την Πίστη, μτφρ. Θρ. Κετσέας, Παπαζήσης, Αθήνα, 2009.

James, W., Οι Παραλλαγές της Θρησκευτικής Εμπειρίας. Σπουδή στην Ανθρώπινη Φύση, τ. 1ος, μτφρ. Β. Τομανάς, Printa, Αθήνα, 1999.

Lenoir, Fr., Ο Χριστός Φιλόσοφος, μτφρ. Αιμ. Βαλασιάδης, Πόλις, Αθήνα, 2010

Taylor, Ch., Οι Δυσανεξίες της Νεωτερικότητας, μτφρ. Μ. Πάγκαλος, Εκκρεμές, Αθήνα, 2006.

Todorov, Tz., Προς Υπεράσπιση του Διαφωτισμού, μτφρ. Κ. Καψαμπέλης, Θύραθεν, Θεσσαλονίκη, 2011.

~  .  ~

 Α.2. Ενδεικτική βιβλιογραφία σχετιζόμενη έμμεσα με το θέμα

Γέμτος, Π., Θεσμοί ως Κεντρική Μεταβλητή των Κοινωνικών Επιστημών, Παπαζήσης, Αθήνα, 2015.

Ζουμπουλάκης, Στ., «Αθήνα και Ιερουσαλήμ: πού κατοικεί τελικά ο Σεστώφ;» από το βιβλίο: Ο Θεός της Βίβλου και ο Θεός των Φιλοσόφων, (επιμ. Στ. Ζουμπουλάκης), Αθήνα, Άρτος Ζωής, 2012, 481- 500

Μπαθρέλλος, Δ., «Εφτά αμαρτήματα του σύγχρονου εκκλησιαστικού απολλιναρισμού», Σύναξη, 74 ( Απρίλιος – Ιούνιος 2000), σσ. 10-18

Μπιτσάκης, Ε., Το κεφάλαιο: «Κριτική του φαινομένου της θρησκείας», από το βιβλίο του, Από την Πυρά στο Άμβωνα, Τόπος, Αθήνα, 2009, σσ. 191 – 203.

Νούτσος, Π., Κεντρικό Καφενείο «Ο Λαϊκισμός», Παπαζήσης, Αθήνα, 2015.

Παπαδόπουλος, Γ., τα κεφάλαια: «Τα όρια του φυσιολογικού» και «Στίγματα ψυχών», που βρίσκονται στο βιβλίο του: Υποθέσεις Αλήθειας. Ενδεχόμενα Επιστήμης και Ανθρώπων, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο Κρήτης, 2006, σσ. 29-40 και 85 – 95.

Σαββάτος, Χρ., « Η κρίση της σύγχρονης κοινωνίας και η εκκοσμίκευση της εκκλησιαστικής διακονίας», Θεολογία, 83, τ.1, (Ιανουάριος – Μάρτιος 2012), σσ. 7-25

Φαραντάκης, Π., «Ο αναχωρητικός χριστιανικός μυστικισμός ως αναίρεση του κοινωνικού ορθολογισμού», με περίληψη αγγλιστί, Journal of Oriental and African Studies, 6 (1994), σσ. 170 – 173.

Φαραντάκης, Π., «Ουσία του χριστιανισμού», Φιλοσοφικό – Κοινωνιολογικό Λεξικό, τ.4, Καπόπουλος, Αθήνα, 1995, σ. 132

Φαραντάκης, Π.,«Βεβαιότητα και σχετικισμός στη νεωτερική συνείδηση. Η περίπτωση της θεολογίας», Θεολογία, 1 (2012), σσ. 333 – 343.

Φαραντάκης, Π., «Διαφωτισμός και ελλογιμότητα στη νεοελληνική διανόηση κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Από τη χειραφέτηση στη χειραγωγία; (του Διαφωτισμού). Η συμβολή του Εργαστηρίου Ερευνών της Νεοελληνικής Φιλοσοφίας του Τομέα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων», Μνημοσύνη, 19 (2013), σσ. 343 – 350

De Waal, Fr., (επιμ.), Πρωτεύοντα και Φιλόσοφοι. Πώς Εξελίχθηκε η Ηθική, μτφρ. Χρ. Στεργίου, Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2015.

Haakonssen, K., Διαφωτισμοί και Θρησκείες, μτφρ. Ρ. Αργυροπούλου, Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, Αθήνα, 2010.

Weber, M., Θεωρία της Θρησκευτικής Αρνησικοσμίας, μτφρ. Θ. Γκιούρας, Σαββάλας, Αθήνα, 2002.

Wolff, L., Ο Διαφωτισμός και ο Ορθόδοξος Κόσμος, μτφρ. Μ – Χ. Χατζηϊωάννου, Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, Αθήνα, 2001.

Ιωάννα Τσιβάκου: Από την πολιτική στην ανθρωπολογική έννοια του έθνους

Τσιβάκου Ιωάννα

~ . ~ 

Στο Books’ Journal του Μαρτίου (τχ. 75, 2017), ο πρώην υπουργός Ευάγγελος Βενιζέλος, σε κείμενό του για τον Διονύσιο Σολωμό, γράφει αναφερόμενος στη διαδικασία της εθνογένεσης:

Διότι η διαδικασία της εθνογένεσης, όπως γίνεται γενικότερα αποδεκτό πλέον στην επιστημονική συζήτηση, είναι αντίστροφη. Το κράτος είναι αυτό που γεννά την εθνική ταυτότητα και την εθνική συνείδηση. Προηγείται το εθνικό κράτος της εθνικής ταυτότητας.

Από πού συμπεραίνει ο Ε.Β. ότι «γίνεται γενικότερα αποδεκτό»; Αγνοεί ή θέλει να αγνοεί την πλούσια βιβλιογραφία (κυρίως ανθρωπολογική) που αναπτύχθηκε τα τελευταία χρόνια γύρω από το έθνος και η οποία ήλθε σε αντίθεση με κείμενα γνωστών ιστορικών οι οποίοι ισχυρίζονταν πως το έθνος είναι επακόλουθο του κράτους. Όμως είναι περίεργο ένας καθηγητής της επιστήμης του Δικαίου να αγνοεί τις ουσιαστικές συνιστώσες του έθνους που η σύγχρονη σκέψη έχει φέρει στο φως προκειμένου να αντιμετωπιστούν σε βάθος (όχι μόνο πολιτικό αλλά και ανθρωπολογικό) φαινόμενα όπως του σύγχρονου εθνικισμού.

Είναι αλήθεια πως στη διεθνή βιβλιογραφία αναπτύχθηκαν δύο ρεύματα σκέψης: το πρώτο, υπηρετούμενο κυρίως από ιστορικούς και θεωρητικούς της πολιτικής επιστήμης, λίγο-πολύ υποστηρίζει πως το έθνος είναι δημιούργημα του 18ου και 19ου αιώνα, και αναδείχθηκε μαζί με το κράτος (E.J. Hobsbawm, Nations and Nationalism since 1780, 1990· GellnerΕ. Gellner, Nations and Nationalism, 1983· L. Greenfiel, Nationalism: Five Roads to Modernity, 1993). Το ρεύμα αυτό είτε δεν βλέπει καμία σχέση μεταξύ εθνότητας και έθνους, είτε ισχυρίζεται πως στην εθνότητα, όσες φορές επιστρατεύονται εθν(οτ)ικές ιδέες, αυτό γίνεται από τις πολιτικές ηγεσίες προκειμένου να κινητοποιηθούν οι λαϊκές μάζες γύρω από τις στοχεύσεις των ηγεσιών. Δεν υπάρχουν δηλαδή ιστορικά γεγονότα που να αποδεικνύουν την εθνική συνείδηση των λαών πριν από τους Νέους Χρόνους.

Στην προκειμένη περίπτωση, το έθνος ουσιαστικά αποτελεί γέννημα του νεωτερικού κράτους και των κοινωνικών διαδικασιών που το κράτος επέβαλε όπως: ο καθορισμός της εδαφικής επικράτειας και ένα όνομα για τους λαούς που διαβιώνουν στην εν λόγω εδαφική επικράτεια· επιδίωξη πολιτισμικής ομοιομορφίας για τα άτομα του ιδίου έθνους· πολιτική εξίσωσης των πολιτών του (citizenship) του έθνους· βιομηχανική οργάνωση της παραγωγής και την συναφή με αυτήν συγκέντρωση του πληθυσμού στις πόλεις· ανάπτυξη Μαζικών Μέσων Επικοινωνίας τα οποία αναλαμβάνουν την ευθύνη της διάδοσης της εθνικής ιδέας· και, τέλος, την εφαρμογή μιας ενιαίας εκπαιδευτικής πολιτικής προκειμένου το σύνολο του πληθυσμού του κράτους να σχηματίσει κοινή ιστορική μνήμη.

Σύμφωνα με τις παραπάνω απόψεις, το κράτος εγκολπώθηκε την ιδέα του έθνους, φροντίζοντας να εφαρμόσει μια πολιτική πολιτισμικής ομοιομορφίας και κοινής καταγωγής, ώστε να ενισχύσει στα μέλη του δεσμούς του συνανήκειν. Δημιούργησε ένα Εμείς το οποίο ήρθε να συνενώσει υπό ενιαία στέγη τις πρώην εθνοτικές κοινότητες όπου δέσποζε η πολιτισμική κατάτμηση. Αυτή η επεκτατική πολιτική του αστικού κράτους, ευθύνεται για την δημιουργία της έννοιας του έθνους, συντελώντας έτσι στη σύμπτωση του έθνους στα όρια του αστικού κράτους.

Απέναντι στο παραπάνω ρεύμα, σχηματίστηκε ένα δεύτερο ρεύμα –το οποίο σήμερα ηγεμονεύει στον τομέα των σπουδών για το έθνος– από ανθρωπολόγους κυρίως, στο οποίο παρά τις διαφορές τους εντάσσονται στοχαστές όπως οι: F. Barth, Ethic groups and Boundaries, 1968· A. Smith, The Ethnic Origins of Nations, 1993· T. Eriksen, Ethnicity and Nationalism: Anthropological Perspectives, 1991· R. Jenkins, The limits of identity: ethnicity, conflict, and politics, 1998· J. Llobera, The Sociology of Nationalism: Tomorrow’s Ancestors, 1994, και άλλοι. ethnic origins.jpgΤο εν λόγω ρεύμα ερμηνεύει το έθνος ως αποτέλεσμα μιας ιστορικής εξέλιξης που άρχισε από την φυλή και την κοινή καταγωγή που αυτή προϋπέθετε, διήλθε από την φάση της εθνότητας, θεωρούμενης ως συνιστώσας της κουλτούρας, για να φθάσει σε αυτήν του έθνους. Δηλαδή, το ανθρωπολογικό ρεύμα αρνείται την ασυνέχεια του έθνους την οποία πρεσβεύουν οι οπαδοί του πρώτου ρεύματος.

Ενώ όμως ο όρος έθνος συναντάται σε λαούς αρχαίους ή προνεωτερικούς, από την αρχαία Κίνα, το Ισραήλ και την Ελλάδα έως τις μεσαιωνικές ευρωπαϊκές κοινότητες, η έννοια εθνότητα αποτελεί αποκλειστική εφεύρεση των μελετητών των αρχαίων κοινοτήτων. Βεβαίως η παλιά εννοιολόγηση του έθνους έχει διαφοροποιηθεί από την σημερινή, καθώς δεν υπάρχει συμβολική κατηγορία που να μην έχει μετατραπεί στο πέρασμα των αιώνων. Αλλιώς εννοούσε τον Θεό η αρχαία ελληνική κοινωνία, αλλιώς η σημερινή χριστιανική. Σε άλλο πράγμα αναφερόταν η ελληνική κοινωνία του 19ου αιώνα όταν μιλούσε για οικογένεια, σε άλλο αναφέρεται σήμερα. Το ίδιο έχει συμβεί και με την έννοια έθνος. Αυτό όμως δεν υπονοεί πως δεν υπάρχει στο κοινό φαντασιακό ο κεντρικός πυρήνας των σχετικών κατηγοριών.

Στις κοινωνίες, προνεωτερικές ή σύγχρονες, οι κοινωνικές πρακτικές (είτε πρόκειται για πρακτικές παραγωγής και διακίνησης αγαθών, είτε διακυβέρνησης της πολιτείας, είτε στρατιωτικών επιχειρήσεων) επεκτείνονται διαπερνώντας τα θεσμοθετημένα σύνορα, οπότε δύο πράγματα συνέβαιναν και συμβαίνουν: ή μια συγκεκριμένη κοινωνία ερχόμενη σε επαφή με άλλες προσλαμβάνει και υιοθετεί το ίδιο πολιτισμικό πρότυπο ως καθοδηγητική αρχή του βίου της, διευρύνοντας έτσι τις σχέσεις της με συγγενείς κοινότητες· ή, εφόσον είναι ισχυρότερη, τις κατακτά επιβάλλοντας σε αυτές τις δικές της πίστεις, πεποιθήσεις και πολιτισμικά γνωρίσματα.

Στο παρελθόν (αρχαίο ή προνεωτερικό), η διαπίστωση των ομοίων κοινωνικών πρακτικών, ιερών και τελετουργιών, δημιούργησε και κινητοποίησε ένα κοινό φαντασιακό επενδεδυμένο με κοινά σύμβολα, επιτρέποντας έτσι στα μέλη των συγγενών κοινοτήτων την ανάπτυξη αυτοσυνείδησης για την μεταξύ τους πολιτισμική συγγένεια και καταγωγή. Παράλληλα, η πολιτισμική ομοιότητα προσδιόρισε τη γεωγραφική περιοχή εντός της οποίας όλες αυτές οι κοινότητες δραστηριοποιούνταν, ταυτίζοντας για πρώτη φορά το δίκαιο του εδάφους με το δίκαιο του αίματος. Μόλις όμως αυτές οι συγγενικές πολιτισμικά κοινότητες αντιμετώπιζαν κοινό εχθρό, συγκροτούσαν κοινή πολιτειακή αρχή –κοινό θεσμό- για την αντιμετώπισή του, και τότε ανάγονταν σε έθνος καθώς αποκτούσαν κοινή εθνική συνείδηση. Κάτι τέτοιο συνέβη με την ανάδυση της εθνικής συνείδησης στην αρχαία Ελλάδα, όπως αναλύουν έγκυροι στοχαστές.

Συγκεκριμένα, ο Frank Walbank (Selected papers: Studies in Greek and Roman Historiography, 1985) ερευνώντας την έννοια του έθνους στην αρχαία Ελλάδα, αναφέρεται στον Ηρόδοτο και στην πληροφορία του πως, όταν μετά τη Σαλαμίνα οι Σπαρτιάτες φοβόντουσαν πως οι Αθηναίοι θα μπορούσαν να κάνουν ξεχωριστή συνθήκη με τους Πέρσες, οι Αθηναίοι απάντησαν: πως αυτό δεν ήταν δυνατόν, όχι μόνο διότι οι Πέρσες έκαψαν τους ναούς τους, αλλά διότι με τους ΄Ελληνες τους ενώνει η αδελφοσύνη: «η κοινή μας γλώσσα, οι βωμοί και οι θυσίες στις οποίες όλοι συμμετέχουμε, ο κοινός χαρακτήρας που φέρουμε – πράγμα που αν οι Αθηναίοι τα πρόδιδαν όλα αυτά, δεν θα ήταν σωστό».Herodot Εν προκειμένω δηλαδή γίνεται αναφορά στην εθνική συνείδηση των Ελλήνων ως τόπο κοινής καταγωγής και πολιτισμού. Για το θέμα της ελληνικής συνείδησης, ο Hans Kohn επίσης (The idea of Nationalism: a study in its origins and background, 2005, πρώτη δημοσίευση 1944) θα υποστηρίξει πως η εθνική συνείδηση στους Έλληνες δημιουργήθηκε ιστορικά, όχι από τον Τρωικό πόλεμο, όπου πουθενά ο Όμηρος δεν αναφέρεται σε έθνος Ελλήνων, αλλά από τους Περσικούς. Γύρω στο 700 π.Χ. δημιουργήθηκε το όνομα Έλληνες και Ελλάς, και από εκεί κι έπειτα συναντάμε το όνομα σε αντίθεση με τους Βαρβάρους. Αναφέρει πως μετά τους Περσικούς, αναπτύχθηκε το εθνικό φρόνημα και ως παράδειγμα αναφέρει τον Ευριπίδη, ο οποίος στην Ιφιγένεια εν Αυλίδι βάζει την Ιφιγένεια να λέει πως δέχεται να θυσιαστεί για τους Έλληνες.

Και οι δύο συγγραφείς απαντούν στα επιχειρήματα όσων διατείνονται πως οι ελληνικές πόλεις είχαν μεταξύ τους εχθρότητες και πολέμους πως οι τελευταίοι ήταν εμφύλιοι πόλεμοι, για τον λόγο αυτόν κατά τον Ηρόδοτο επρόκειτο για στάσιν ἔμφυλο. Πάντως, και οι δύο πάντως συγγραφείς αναφέρονται στον διαφορετικό τρόπο εννόησης της σημασίας έθνος στην αρχαία Ελλάδα από τον σημερινό, όπου αυτό συνδέεται με την λαϊκή κυριαρχία επί συγκεκριμένου εδάφους, ήτοι με την αναπόσπαστη σύνδεσή του με το κράτος.

Σε κάθε περίπτωση, η ιδέα του έθνους δεν περιορίζεται σ’ ένα κοινώς παραδεκτό πρότυπο Αγαθού, παρότι το τελευταίο αποτελεί προϋπόθεση για την σύστασή της. Λαμβάνει υπόσταση όταν η κοινότητα συμμετέχει σε ευρύτερο πολιτικό σχηματισμό λόγω της ανάγκης να υπάρξει ένα πολυπλοκότερο κέντρο αποφάσεων για την αντιμετώπιση κοινών προβλημάτων ανάμεσα σε συγγενείς ή πολιτισμικώς όμοιες κοινότητες. Η ανάδειξη δηλαδή θεσμού ή θεσμών ικανών να συγχωνεύουν στην πολιτική τους έκφανση τις μέχρι πρότινος ανεξάρτητες πολιτικές αρχές των κοινοτήτων, απαιτεί την ανάδειξη μιας καθολικότερης κατηγορίας η οποία να εμπνέει και να καθοδηγεί την δράση όλων όσων συμμετέχουν στους νεοαναδυθέντες θεσμούς. Τέτοια κέντρα αποφάσεων στην Aρχαία Ελλάδα σχηματίστηκαν εκτάκτως στην περίπτωση των Περσικών πολέμων, όπως και στην εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, εξ ου και οι περισσότερες αναφορές στο έθνος των Ελλήνων γίνονται σε συσχετισμό με αυτές τις ιστορικές περιόδους.

Δεν χρειάζεται εν προκειμένω να γίνει αναφορά στην ελληνική συνείδηση των Βυζαντινών, ιδίως μετά τον 9ο έως τον 15ο αιώνα, εφόσον υπάρχει πλούσια ελληνική βιβλιογραφία αναφερόμενη στα βυζαντινά κείμενα όπως και αναλύσεις για τους όρους Γένος, Ρωμαίος και Γραικός. Για να μην κατηγορηθούμε όμως πως παραπέμπουμε μόνο σε Έλληνες συγγραφείς, ας πούμε εν είδει υποσημειώσεως πως ολόκληρη την περίοδο από τον 9ο στον 15ο αιώνα, η Evelyne Patlagean την χαρακτηρίζει ως τον Ελληνικό Μεσαίωνα.

Η τοποθέτησή μας πως το έθνος συντελεί στη στήριξη κυρίαρχων πολιτικών θεσμών, δεν υπονοεί την ρίζωση του έθνους στον εκάστοτε πολιτικό θεσμό μιας και επιμείναμε στην ανάδυσή του μέσα από επίπονες και θεσμοθετημένες κοινωνικές πρακτικές. Η ιδέα του έθνους δεν είναι προϊόν πολιτικής βούλησης ή διαπραγμάτευσης, αλλά γέννημα-θρέμμα της συμμετοχής σειράς γενεών στο κοινωνικό και πολιτισμικό γίγνεσθαι. Κι εδώ ακριβώς έγκειται η αξία και μακροημέρευσή της.

Υπ’ αυτή την οπτική, η έννοια του έθνους όπως και η συνείδηση που έχει μια κοινωνία γι’ αυτό, τουτέστιν η εθνική της συνείδηση, ερείδονται σε εμπειρίες των μελών της πολύ πιο παλιές από την εμφάνιση του δυτικού έθνους-κράτους. Αυτό δεν αντιφάσκει στην παραδοχή πως το έθνος συνοδεύει τον υπέρτατο θεσμό της εκάστοτε πολιτείας. Συνδέεται πάντοτε στενά με τους ανώτατους πολιτικούς θεσμούς διακυβέρνησης είτε αυτοί ήταν οιονεί ομοσπονδιακή συνένωση πόλεων, είτε κράτη χωρίς ωστόσο το γεγονός αυτό να προϋποθέτει την συμπόρευσή τους.

ΙΩΑΝΝΑ ΤΣΙΒΑΚΟΥ

 

Δύο φίλοι

 ΓΕΩΡΓΉ ΒΙΒΛΊΟ.  ~

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Την 24η Ιουλίου 1974 ο Γιώργος Σεφέρης δεν πρόφτασε να τη ζήσει. Είχε προηγηθεί ο θάνατός του, στις 20 Σεπτεμβρίου 1971. Όμως στον αγώνα για την αποκατάσταση της δημοκρατίας, η συμμετοχή του υπήρξε διαρκής, πολύπλευρη και αταλάντευτη. Το αργότερο από το 1969, όπως σημειώνει ο βιογράφος του, ο Σεφέρης «βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο κάθε λογοτεχνικής διαμαρτυρίας κατά του καθεστώτος.»

Απ’ τα ποικίλα επεισόδια αυτής της συμμετοχής, γνωστά στο ευρύτερο κοινό είναι μόλις δύο: η περίφημη δήλωση του ποιητή στο ΒΒC στις 28.3.1969, που βρήκε παγκόσμια απήχηση, και η συμβολή του στη συλλογική αντιστασιακή έκδοση Δεκαοχτώ Κείμενα τον Ιούλιο του 1970. Δεν είναι όμως τα μόνα. Όπως δεν είναι ευρέως γνωστός, ο ρόλος που διαδραμάτισε όλη αυτή την περίοδο στο πλευρό του Σεφέρη ο, έμπιστος φίλος του, Στρατής Τσίρκας.

Ήδη από το 1967 ο Σεφέρης είχε πάρει τη διπλή απόφαση: Να μείνει στην Ελλάδα («Μού λένε να φύγω; Να πάω πού; Δεν μπορώ άλλο την προσφυγιά. Εδώ θα μείνω με τους ανθρώπους που μιλούν τη γλώσσα μου, σ’ αυτό το τοπίο που δεν μπορώ πια να τ’ αποχωριστώ.»)· και να σιωπήσει εκδοτικά («Έπειτα από τα καμώματα της 21ης του Απρίλη, πήρα την απόφαση να μην τυπώνω πια στην Ελλάδα όσο βασιλεύει η λογοκρισία»).

Ειδικά αυτή η τελευταία απόφαση του Σεφέρη δεν έμεινε χωρίς συνέπειες. Όπως σημειώνει ο Γιώργος Γεωργής στο πρόσφατο, εξαίρετο, βιβλίο του Η συνάντηση Στρατή Τσίρκα – Γιώργου Σεφέρη. Μια φιλία που βράδυνε (Καστανιώτης, 2016, όθεν και όλα τα εδώ παραθέματα), η εθελούσια αποχή του Σεφέρη από την εκδοτική δραστηριότητα «φαίνεται ότι έγινε γνωστή μέσω του Τσίρκα σ’ έναν ευρύ κύκλο Ελλήνων ποιητών και συγγραφέων που ακολούθησαν την ίδια πρακτική. Η πατρότητα της ιδέας για σιωπή των συγγραφέων φαίνεται όμως ότι ανήκει στον Τσίρκα».

Στο ιστορικό της πολυκύμαντης σχέσης αυτών των τόσο διαφορετικών μεταξύ τους ανθρώπων, που με τεκμηριωμένο όσο και τερπνό τρόπο φιλοτεχνεί, ο Γεωργής μας δείχνει πώς ο Τσίρκας με τις συγκινητικές φροντίδες του σταθερά ενθαρρύνει και παρακινεί τον πρεσβύτερο φίλο του, τον οποίο τόσο αγαπούσε και θαύμαζε, στις δημόσιες τοποθετήσεις του εκείνα τα δύσκολα χρόνια. Και να σκεφτεί κανείς, ότι η σχέση των δύο ανδρών είχε ξεκινήσει τριάντα χρόνια πριν, επί Κατοχής, με μια δημόσια αντιπαράθεση!

tsirkas002Έτσι, στις 18.12.1970, Σεφέρης και Τσίρκας και συνολικά 28 συγγραφείς και καλλιτέχνες από όλο το πολιτικό φάσμα, από τη δεξιά ώς την αριστερά, πράγμα ώς τότε πρωτοφανές (ανάμεσά τους οι Ρίτσος, Θεοδωράκης, Σινόπουλος, Χάκκας, Βαλτινός, Κουμάντος, Συνοδινού, Σαμαράκης κ.ά.) συνυπογράφουν τηλεγράφημα συμπαράστασης προς τους Καταλανούς διανοουμένους και καλλιτέχνες (μεταξύ τους οι ζωγράφοι Μιρό και Τάπιες, η συγγραφέας Ματούτε κ.ά.) που σε ένδειξη διαμαρτυρίας προς το φρανκικό καθεστώς είχαν εγκλειστεί συμβολικά στο ιστορικό Αβαείο του Μονσεράτ.

Στις 23.3.1971, και με αφορμή την συμπλήρωση των 150 ετών της Επανάστασης, οι δύο φίλοι και άλλοι 131 συγγραφείς, καλλιτέχνες και διανοούμενοι, και πάλι απ’ όλο το πολιτικό φάσμα, συνυπογράφουν διακήρυξη για τον «αληθινό χαρακτήρα» και το «ιδεολογικό περιεχόμενο» του Ξεσηκωμού: «Αποτελεί θεμελιώδη υποθήκη του ’21, εκφρασμένη στα συνταγματικά κείμενα του αγωνιζόμενου Ελληνισμού ότι ένα έθνος τότε μόνο μπορεί να είναι αληθινά ελεύθερο, όταν είναι ελεύθεροι όλοι οι πολίτες του».

Τέλος, στις 9.7.1971, ο Γιώργος Σεφέρης σε κείμενό του στον Figaro Literraire για την εκατοστή επέτειο των γενεθλίων του Μαρσέλ Προυστ κλείνει την αναφορά του στον Γάλλο μυθιστοριογράφο καταγγέλλοντας τη φυλάκιση του μεταφραστή του στην Ελλάδα, Παύλου Ζάννα, από το απριλιανό καθεστώς. Και αυτό το κείμενο, ο ποιητής το είχε συζητήσει προηγουμένως με τον φίλο του. Όπως θυμάται ο ίδιος ο Τσίρκας στο κείμενο με το οποίο τον Σεπτέμβρη του 1971 αποχαιρέτησε από τις στήλες του Βήματος τον Σεφέρη:

Πρώτη του Ιούλη, δειλινό, είκοσι περίπου μέρες πριν να μπει στον Ευαγγελισμό. Απ’ το γραφείο του περάσαμε στην πλακόστρωτη αυλή που τη χωρίζει μια μεγάλη τζαμωτή πόρτα, τις πιο πολλές φορές κλειστή, όταν δούλευε. Καθίσαμε γύρω από το χαμηλό τραπέζι, εκείνος με τη ράχη στη δύση κι εγώ κάπως αντικριστά του. Σχολίαζε αργά ένα κείμενό του στα γαλλικά για τα εκατό χρόνια του Μαρσέλ Προυστ […]

Χαμήλωσα και πάλι τα μάτια στο κείμενο. Τώρα μιλούσε για το μεταφραστή του «Αναζητώντας», το φίλο του και φίλο μου, τον αγαπημένο μας και φυλακισμένο Παύλο Ζάννα. «Για κοίτα», έλεγα μέσα μου, «το κείμενο για τον Προυστ το έγραψε μόνο και μόνο για να θυμίσει στον κόσμο τη μοίρα του Παύλου. Αυτή η σκέψη, αυτή η αγωνία για τους φυλακισμένους, δεν τον αφήνει, του σκάβει τη ζωή».

Έγραψα ήδη, ξετυλίγοντας το συναρπαστικό νήμα της εξιστόρησης του Γ. Γεωργή για τη σχέση των δύο ανδρών, ότι η φιλία του Γιώργου Σεφέρη και του Στρατή Τσίρκα είχε ξεκινήσει απρόοπτα: με μια δημόσια αντιδικία. Τον Μάιο του 1942, σε σημείωμά του σε περιοδικό της Αλεξάνδρειας, ο Τσίρκας παρουσιάζει την έκδοση των καλβικών Ωδών, που είχε μόλις κυκλοφορήσει στην Αίγυπτο, σχολιάζοντας επικριτικά το εισαγωγικό κείμενο του Σεφέρη. seferiΕίναι η εποχή, θυμίζω, μεσούντος του Πολέμου, όπου ο διπλωμάτης Γεώργιος Σεφεριάδης, ακολουθεί την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση στις περιπέτειές της, περιπλανώμενος προσωπικά μεταξύ Κρήτης, Καΐρου, Αλεξάνδρειας, Πρετόριας και Ιεροσολύμων. Εκεί άλλωστε, στην Ιερουσαλήμ, όπου και οι δυο τους είχαν καταφύγει προσωρινά εμπρός στον κίνδυνο του προελαύνοντος Ρόμελ, αναφέρει ο Τσίρκας ότι είδε τυχαία τον Σέφερη για πρώτη φορά («είχε έρθει με τη γυναίκα του και έβγαινε απ’ το ελληνικό προξενείο»).

Οι ενστάσεις του Τσίρκα για τη σεφερική ανάγνωση του Κάλβου είναι τόσο πολιτικές όσο και αισθητικές· έχουν τις καταβολές τους στη χρόνια ήδη τότε διαμάχη μεταξύ στρατευμένης και καθαρής ποίησης, και ως τέτοιες διατηρούν την επικαιρότητά τους ώς σήμερα. «Ο πρόλογος» του Σεφέρη, αναγνωρίζει ο Καϊρινός συγγραφέας, ταγμένος ήδη από τότε στους κόλπους της μάχιμης αριστεράς, ασφαλώς

αποτελεί πολύτιμη συμβολή στη μελέτη του έργου του Κάλβου από αισθητικής και γλωσσικής απόψεως και θα είναι εντρύφημα για τους, δυστυχώς, ευάριθμους καλβολάτρες. Η γνώμη μας όμως, είναι πως η εκλογή της μελέτης αυτής από τους εκδότες για να παρουσιασθεί μια έκδοση που έχει χαρακτήρα λαϊκό, δεν ήταν πετυχημένη. Ούτε συμβιβάζεται με το σκοπό που βάλανε στον εαυτό τους οι Νεοαλεξανδρινοί: Να γνωρίσουν δηλ. πλατύτερα «το ιδανικό που εμψυχώνει την Ελλάδα στην ηρωϊκή της θυσία που ήταν και ιδανικό του Κάλβου.» Για τα ιδανικά του Κάλβου δεν γίνεται σχεδόν καθόλου λόγος στον πρόλογο. Τίποτα για το καθαρά διανοητικό του πάθιασμα για τη λευτεριά, τη δικαιοσύνη, τη δημοκρατία, την κοινωνική αρετή, την Ελλάδα

Με αυτό το κριτήριο, συνεχίζει ο Τσίρκας,

η μελέτη του κ. Σεφέρη μοιάζει μάλλον με βαθυστόχαστη προσπάθεια να δικαιολογήσει στα μάτια των οπαδών της «άδολης ποίησης» μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και ο ίδιος, τη διγλωσσία και την πατριωτική ποίηση του Κάλβου […]

Σαν εισαγωγή σ’ ένα έργο όπου ακούγεται ο Ωκεανός να μουγκρίζει μ’ όλη του την υδάτινη έξαρση, όπου νιώθεις το Χρόνο που

Περιτρέχει την θάλασσαν
Και την γην όλην

να σ’ αγγίζει με τα κοκκαλιάρικά του δάχτυλα, όπου σε καψαλίζει η λάβα όλων των ευγενών μετάλλων που λιώνουν κάτω από την αξεδίψαστη διανοητική φλόγα του αδιάλλαχτου ιδεαλιστή, μας δίνει ένα χαμηλόφωνο μονόλογο αισθητικού ταχυδακτυλουργού σε βραχμάνικο χρυσελεφάντινο ναΐσκο.

Και μόνο η τελευταία αυτή φράση, φράση βγαλμένη από πέννα θα λεγε κανείς ήδη σπουδαίου και κατασταλαγμένου παρά τη νεότητά του κριτικού (ο Τσίρκας δεν έχει κλείσει όταν γράφεται τα 31 του χρόνια), αρκεί νομίζω για Γιώργος Γεωργήςνα εξηγήσει την έντονη δυσφορία που προκάλεσε στον -έντεκα χρόνια μεγαλύτερό του- Σεφέρη το κείμενό του. Από την αλληλογραφία του με τους Αλεξανδρινούς φίλους του Παναγιωτόπουλο και Μαλάνο, μαθαίνουμε ότι για ένα διάστημα ερωτοτρόπησε με την ιδέα να απαντήσει προσωπικά στον Τσίρκα, για τον οποίο ζητεί μάλιστα από τον δεύτερο διά του πρώτου πληροφορίες («Ρώτησε τον Τίμο ποιος είναι αυτός ο τύπος και αν αξίζει να τον περιλάβω.»)

Στο τέλος, όπως σημειώνει ο Γεωργής, «θα επιλέξει την προσωρινή αποσιώπηση του θέματος». Θα επανέλθει σ’ αυτό, έναν χρόνο μετά, εμμέσως και παρεμπιπτόντως, στην πολύκροτη ομιλία του για τον Μακρυγιάννη, στο «Ριάλτο» της Αλεξάνδρειας στις 6 Μαΐου 1943. Και έχοντας τον ίδιο τον Τσίρκα στο ακροατήριο να τον ακούει…

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ