ΝΠ | Κοινωνία & Πολιτική

Η σοσιαλδημοκρατία επιστρέφει; Ναι, αλλά ποια απ’ όλες;

 

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

ακριβώς επειδή χάθηκαν κι αναγκάστηκαν
να υποστούν μεταμορφώσεις στην προσπάθεια τους
να επιστρέψουν σ’ ένα ξεχασμένο σημείο πέρα στα χωράφια
JOHN ASHBERY

Τα ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που βρέθηκαν στην κυβέρνηση τη δεκαετία του 1990[1], δεν κατέφυγαν σε παραδοσιακές σοσιαλδημοκρατικές πολιτικές[2] οι οποίες στηρίζονταν σε εκδοχές της κεϋνσιανής προβληματικής[3]. Στόχος τους ήταν, σε γενικές γραμμές, η πολιτική παρέμβαση για τη διόρθωση των αποτυχιών της αγοράς και την ενίσχυση της οικονομίας μέσω του δημόσιου αγαθού της οικονομικής μεγέθυνσης και της θεσμικής ανάπτυξης.

Η σοσιαλδημοκρατία λειτούργησε ως η ενδιάμεση λύση μεταξύ του μαρξισμού (σχεδιασμός της οικονομίας) και φιλελευθερισμού (απόλυτη λειτουργία της αγοράς). Μάλιστα έχει υποστηριχθεί ότι η σοσιαλδημοκρατία ήταν κάτι περισσότερο από ένα σύνολο πολιτικών, ή ένας συμβιβασμός μεταξύ του μαρξισμού και του φιλελευθερισμού· ήταν από μόνη της μια ιδεολογία βάση της οποίας ήταν η αποτροπή της λεηλασίας της κοινωνίας από την αγορά[4]. Στο αντιθετικό δίπολο αγορά ή δημοκρατία , οι παραδοσιακές σοσιαλδημοκρατικές πολιτικές απαντούσαν: δημοκρατία. Ανεξαρτήτως των δυσκολιών, των λαθών ή των σκοπιμοτήτων.

Αντιθέτως, οι Ευρωπαίοι σοσιαλδημοκράτες πολιτικοί που ήλθαν στην εξουσία τη δεκαετία του 1990 ανάφεραν ρητά και απερίφραστα ότι οι πολιτικές του παρελθόντος δεν έχουν θέση στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, η οποία επιβάλλει σαφείς εξωτερικούς περιορισμούς[5]. Υιοθετήθηκε απερίφραστα η άποψη ότι η οικονομία αποφασίζει εν τέλει για το μέλλον των λαών. Η πολιτική πρέπει να προσαρμοσθεί.

Την περίοδο αυτή θεσμοθετήθηκε, με βάση τις συνθήκες του Μάαστριχτ και του Άμστερνταμ, ολόκληρο το ρυθμιστικό πλαίσιο λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ). Στο πλαίσιο αυτό ενσωματώθηκαν, αναφορικά με την οικονομία,η λογική και οι αποφάνσεις που προκύπτουν από το νεοκλασικό οικονομικό υπόδειγμα στη σύγχρονη εκδοχή τους – Μονεταρισμός, Νέα Κλασική Μακροοικονομία, Νέα Συναίνεση– συν επιπλέον οι νεοφιλελεύθερες απόψεις περί ιδιωτικοποιήσεων των πάντων, μείωση μέχρι εξαφάνιση της κρατικής παρέμβασης και επιπλέον παραχώρηση της νομισματικής πολιτικής σε μια Ανεξάρτητη Κεντρική Τράπεζα[6].

Αλλά και στο κοινωνικό επίπεδο οι πολιτικές επιλογές των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων ακολούθησαν βήμα βήμα όλες τις αποφάνσεις που προκύπτανε από την υιοθέτηση του κυρίαρχου νεοκλασικού οικονομικού υποδείγματος. Εγκαινιάστηκε έτσι μια περίοδος εξαέρωσης των κοινωνικών δικαιωμάτων, απαρτίωσης του «κράτους πρόνοιας», αύξησης των ανισοτήτων με πρωτεργάτες τις σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις της Βρετανίας (Μπλαιρ), Γερμανίας (Σραίντερ), Ιταλίας (Ντ’Αλέμα), Γαλλίας (Μιττερράν, Ολάντ) και Ελλάδας (Σημίτης, Γ. Παπανδρέου, Βενιζέλος). Επίσης τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα πρωτοστάτησαν στην υιοθέτηση και στην ακραία υποστήριξη όλων των πολιτιστικών προτύπων της μεταμοντέρνας μετανεωτερικότητας[7].

Συνοπτικά και χωρίς πολλά λόγια μπορούμε να συμπεράνουμε τα ακόλουθα:

Ό,τι ονομάσθηκε, εδώ και τρεις δεκαετίες, στο δυτικό κόσμο πολιτικός εξορθολογισμός ή συναίνεση είναι το απόσταγμα της νεοφιλελεύθερης μετάλλαξης της πολιτικής δράσης σε παρέγχυμα της κερδοσκοπικής δραστηριότητας υπερεθνικών συμμαχιών και πανίσχυρων ομάδων πελατειακών διασυνδέσεων. Προϋποθέτει δε τη ριζική αραίωση του Πολιτικού, δηλαδή των αποστρακισμό των κρίσιμων πολιτικών διακυβευμάτων. Με ιδεολογικό όχημα τον τεχνοοικονομικό ντετερμινισμό οι άρχουσες ελίτ πέτυχαν μια εντυπωσιακή ομοιομορφία της κοινής γνώμης, η οποία αποδέχεται ως «μονόδρομο» ή ακόμα και «πεπρωμένο», με την έννοια της ιστορικής αναγκαιότητας, όσα δεν είναι παρά ταξική πολιτική, παρενδεδυμένη σε τεχνοδιαχειριστικό δόγμα[8].

Δυστυχώς πρωτεργάτες στην πλήρη εγκατάσταση της νεοφιλελεύθερης μετάλλαξης ήταν τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που ήλθαν στην εξουσία μετά το 1990 και συνεχίζουν να έχουν τις ίδιες απόψεις μέχρι πρόσφατα. Επομένως ποια σοσιαλδημοκρατία, από τις δύο επιστρέφει; Ή μήπως θα επιστρέψει με κάποια άλλη μορφή; Οψόμεθα.

ΚΩΣΤΑΣ ΜΕΛΑΣ

~ . ~ . ~

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1]Τη δεκαετία του 1980 οι περισσότερες κυβερνήσεις της Δυτικής Ευρώπης ήταν κεντροδεξιές. Ώς το τέλος της δεκαετίας του 1990, 13 από τα 15 κράτη-μέλη της ΕΕ είχαν σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις. Συγχρόνως και στις ΗΠΑ είχαμε την εκλογή στην προεδρία του Μπιλ Κλίντον.
[2] Κ. Μελάς, «Ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία: από την Πολιτική στη Νεοφιλελεύθερη διαχείριση», Μηνιαία Επιθεώρηση, τχ. 27, Μάρτιος 2007.
[3] Για τα ρεύματα σκέψεις που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο της κεϋνσιανής προβληματικής δες: Κ. Μελάς, Τζον. Μ. Κέινς: Μια απαραίτητη επαναφορά, Α. Α. Λιβάνης, 2019.
[4] Sheri Berman, The Primary of Politics. Social Democracy and the Making of Europe’s Twentieth Century, Cambridge University Press, 2006.
[5] Mark Blyth, «Η σοσιαλδημοκρατία και η πολιτική καρτελοποίηση», Μηνιαία Επιθεώρηση, τχ. 27, Μάρτιος 2007.
[6] Κ. Μελάς, «Η ‘‘φιλοσοφία’’ της οικονομικής πολιτικής των ‘‘ευρωπαϊκών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων’’ διαφέρει από την νεοκλασική προσέγγιση;» monthlyreview.gr, Μάρτιος 2007. Βλέπε τώρα στην ιστοσελίδα μου.
[7] Κ. Μελάς-Γ. Παπαμιχαήλ, Το ανυπόφορο βουητό του κενού, Εκδόσεις Αγγελάκη, 2017, βλ. ιδίως το πρώτο μέρος.
[8] Α. Μεταξόπουλος, Αυτοσυντήρηση, Πόλεμος, Πολιτική, Α. Α. Λιβάνης, 2005, σ. 483.

 

 

 

Ηθικά ζητήματα σχετικά με την απόρριψη των εμβολίων

*

του MICHAEL KOWALIK

Πρόλογος-Μετάφραση Ηλίας Αλεβίζος

Το άρθρο που ακολουθεί δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο του τρέχοντος έτους στο περιοδικό Journal of Medical Ethics, που εκδίδεται υπό την αιγίδα του ομίλου που κυκλοφορεί το British Medical Journal (BMJ), ένα από τα παλαιότερα ιατρικά περιοδικά υψηλού κύρους. Πρόκειται για ένα από τα πιο δημοφιλή άρθρα του Journal of Medical Ethics, με βάση τα στατιστικά των τελευταίων μηνών. Συγγραφέας του είναι ο Michael Kowalik, ανεξάρτητος φιλόσοφος από την Αυστραλία, ο οποίος, πέρα από το αυστηρά ακαδημαϊκό του έργο, διατηρεί και την ενδιαφέρουσα ιστοσελίδα https://culturalanalysisnet.wordpress.com/. Από γλωσσική άποψη, πρόκειται για ένα μάλλον στρυφνό κείμενο, τουλάχιστον για όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με την κατά βάση αγγλοσαξωνική παράδοση της πραγμάτευσης φιλοσοφικών (ακόμα και ηθικών) ζητημάτων με έναν παροιμιωδώς ψυχρό και ανηλεώς αναλυτικό τρόπο. Κάτι που ωστόσο δεν φαίνεται να μειώνει την αναμφισβήτητη και σαφώς αξιέπαινη παρρησία με την οποία διατυπώνονται οι θέσεις του συγγραφέα – αν και σε κάποιες περιπτώσεις, για όσους μπορούν να διαβάσουν, η λογική κατάληξη της συλλογιστικής του συγγραφέα φαίνεται να διατυπώνεται έμμεσα και πίσω από τις γραμμές, λίγο πριν αγγίξει πολύ ευαίσθητα ζητήματα. Το «μειονέκτημα» της στρυφνότητας παρ’ όλα αυτά αποδεικνύεται, από μια άλλη άποψη, και ως το κύριο προτέρημα του άρθρου και ο βασικός λόγος για τον οποίο επιλέχθηκε να μεταφραστεί. Ξεδιπλώνει συστηματικά (ακόμα και φορμαλιστικά κατά τόπους) και με συνέπεια, με σταθερό τόνο που δεν υψώνεται σε κραυγές, τις λογικές πλευρές του ζητήματος περί του ηθικώς νόμιμου ή μεμπτού των υποχρεωτικών εμβολιασμών. Ακόμα κι αν κανείς δεν είναι διατεθειμένος να ακολουθήσει τον συγγραφέα σε επιμέρους τοποθετήσεις ή ακόμα και στο γενικό του συμπέρασμα, οφείλει, αν μη τι άλλο για λόγους διανοητικής εντιμότητας, να αναπτύξει επιχειρήματα με εξίσου σφιχτή δομή, χωρίς εύκολες προχειρότητες και λογικές εκπτώσεις. Ποιότητες που δεν αποκλείουν βέβαια το πάθος ή ακόμα και την πολιτική στράτευση, αλλά που έχουν καταστεί ακριβοθώρητες πλέον στον δημόσιο διάλογο (σε ό,τι έχει απομείνει από αυτόν), παραχωρώντας τη θέση τους στην ιδεολογική καψούρα, στον κομματικό αμανέ και σε αρκετές δόσεις θρασύδειλης επιθετικότητας που τόσο εύκολα πολλαπλασιάζεται στις εργαστηριακές συνθήκες του διαδικτύου, έχοντας ως μαγιά 280 χαρακτήρες, ειδικά όταν κανείς (νομίζει ότι) έχει τις πλάτες της εξουσίας. Το συγκεκριμένο άρθρο, λοιπόν, σε καμμία περίπτωση δεν εξαντλεί όλες τις πλευρές του θέματος και σίγουρα έχει αδυναμίες, ιδίως από τη στιγμή που αγνοεί σχεδόν παντελώς τις καθόλου δευτερεύουσες και μάλλον πιο σημαντικές εν τέλει πολιτικές, ιστορικές και κοινωνικές διαστάσεις του ζητήματος – μόνο μερικές νύξεις γίνονται εν παρόδω. Κάτι που ενέχει τον κίνδυνο να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι αρκεί να διατυπώσουμε το πρόβλημα υπό τους όρους μιας characteristica universalis λαϊμπνίτειας έμπνευσης και να περιμένουμε υπομονετικά την αλγοριθμική μηχανή να μας δώσει στην έξοδο το ορθό συμπέρασμα. Έστω κι έτσι όμως, το κείμενο που παρουσιάζεται εδώ σίγουρα ανεβάζει τον πήχη της συζήτησης, για όσους στέκονται στο απαραίτητο ύψος για να τον διακρίνουν. Οι υπόλοιποι είναι βέβαιο ότι θα περάσουν από κάτω του χωρίς καν να τον αντιληφθούν, με τη γνωστή μακαριότητα και αλαζονεία που απλόχερα χαρίζει η άγνοια.

  (περισσότερα…)

Περί της αλαζονείας των σύγχρονων οικονομολόγων

 

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Α, πολλά ανθίζουν, πολλά λιώνουν στη γλώσσα:
Που πας; Ποιος νομίζεις ότι είσαι;
JOHN ASHBERY

1.

Η καθολική εποπτεία της ιστορίας μάς επιβάλλει τη διαπίστωση ότι, απ’ όλες τις μορφές του κοινωνικοϊστορικού βίου, το κυριότερο χαρακτηριστικό του καπιταλισμού είναι προφανώς το γεγονός ότι η οικονομία – η παραγωγή και η κατανάλωση, αλλά επίσης τα οικονομικά «κριτήρια» τοποθετούνται σε θέση κεντρική και ανάγονται σε ύψιστη αξία της κοινωνικής ζωής. Απόρροια τούτου είναι η ιδιαίτερη συγκρότηση του κοινωνικού «προϊόντος» στον καπιταλισμό. Συνοπτικά, όλες οι ανθρώπινες δραστηριότητες και όλες τους οι συνέπειες καταλήγουν να θεωρούνται κατά το μάλλον ή ήττον ως ουσιωδώς χαρακτηριζόμενες και αξιολογούμενες από την οικονομική τους διάσταση. Η αξιολόγηση φυσικά γίνεται με όρους χρηματικούς[1].

Είναι γνωστό ότι το κυρίαρχο πεδίο σε κάθε κοινωνία αναπτύσσει τη δική του μορφή λόγου, που επιδιώκει την ιδεολογική ηγεμονία και κατά κανόνα την αποκτά. Συνεπώς το «ορθολογικό» οργανωμένο οικονομικό υποσύστημα αναδεικνύεται σε γενικότερο «δείκτη εξορθολογισμού» της ευρύτερης κοινωνίας. Η παραγωγή είναι η μόνη κοινωνική λειτουργία που μπορεί να αποτιμηθεί με βάση το μοναδικό και συγκεκριμενοποιήσιμο κριτήριο της μεγιστοποιητικής ορθολογικότητας. Στο μέτρο που η παραγωγική αποτελεσματικότητα μπορεί να «μετρηθεί» και να «στοιχειοθετηθεί», η μεγιστοποίηση αναδεικνύεται ως αυτόδηλη «απόδειξη» της ορθολογικότητας του συστήματος. Με αυτό τον τρόπο η οικονομική σφαίρα νομιμοποιείται και νομιμοποιεί, αφού η οικονομία είναι το μόνο «ορθολογικά» αποτιμήσιμο και ελέγξιμο κοινωνικό υποσύστημα.

Αντίθετα από ό,τι συμβαίνει με όλα τα άλλα συγκροτημένα και νοηματισμένα κοινωνικά υποσυστήματα (πολιτική, πολιτισμός….) για την αξιολόγηση της λειτουργίας και «επίδοσης» των οποίων υπεισέρχονται πολλαπλά και περίπλοκα αξιακά, δεοντολογικά αλλά και φιλοσοφικά στοιχεία, η αγοραία οικονομική οργάνωση μπορεί να καταξιώνεται με βάση το μοναδικό και ευθύγραμμο κριτήριο της παραγωγικής της αποτελεσματικότητας. Γεγονός που νομιμοποιεί την προβαλλόμενη αυτονομία του Οικονομικού, το οποίο εμφανίζεται ως η μόνη απόλυτα εκλογικεύσιμη σφαίρα κοινωνικών δραστηριοτήτων. Εάν λοιπόν, η αποτελεσματικότερη μεγιστοποιούσα παραγωγή είναι η αγοραία καπιταλιστική παραγωγή, και εάν, ταυτόχρονα, η οικονομία είναι το μόνο υποσύστημα που μπορεί να αποτιμηθεί ως προς την «αντικειμενική» αποτελεσματικότητά του, δεν είναι δύσκολο να εκβιασθεί η απόφανση ότι η αγοραία καπιταλιστική κοινωνία ως η κατά τεκμήριο γενικά ορθολογικότερη και αποτελεσματικότερη μορφή κοινωνικής οργάνωσης: η εκλογίκευση της οικονομίας αρκεί για να τεκμηριώσει την εκλογίκευση της κοινωνίας[2].

 

2.

Η οικονομική ως «συστηματική» disciplina επιχειρεί να λαμβάνει υπόψη της τις κοινωνικές διεργασίες και αλλαγές που πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια των τελευταίων δύο αιώνων στο corpus του καπιταλιστικού συστήματος. Η κοινωνική πραγματικότητα, οι μεταβολές της παραγωγικής διαδικασίας και ο τρόπος που χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά των κοινωνικών υποκειμένων αντανακλώνται και συμπεριλαμβάνονται στις εξελίξεις που χαρακτηρίζουν την οικονομική[3].

Παρότι η βασική προκείμενη που διέπει την Οικονομική και γενικά την καθορίζει είναι ο προσανατολιζόμενος βάσει συμφερόντων και υπολογίζων homo oeconomicus, εντούτοις μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι ο τρόπος με τον οποίο το οικονομικό πρότυπο λειτουργεί εντός της κοινωνίας είναι έντονα διαφοροποιημένος στις δύο βασικές ιστορικές περιόδους που χαρακτηρίζονται η πρώτη ως αστική- φιλελεύθερη σε σχέση με τη σημερινή μαζικοδημοκρατική εποχή[4]. (περισσότερα…)

Συνωμοσιολογική σκέψη και καθεστωτική ιδεολογία: Διαδρομές σε έναν λαβύρινθο κατόπτρων

 

του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

~~.~~

1. Η παραζάλη της κριτικής

Έχει ειπωθεί ότι ο Μιθριδάτης εκπαιδεύτηκε στο να πίνει δηλητήριο. Σαν κι αυτόν, μαθαίνουμε να καταπίνουμε και να μην βρίσκουμε πικρό το δηλητήριο της δουλείας.
ΕΤΙΕΝ ΝΤΕ ΛΑ ΜΠΟΕΣΙ

Γιατί ένα μεγάλο μέρος της προοδευτικής, συχνά αριστεροστρεφούς (για την ακρίβεια, αριστεροστραφούς) διανόησης έχει θέσει σε υψηλή προτεραιότητα και έχει «επιλέξει» ως κύριο αντίπαλό της τους «συνωμοσιολόγους» (όπως αυτή τους κατανοεί, εν πάση περιπτώσει, εντάσσοντας σε αυτούς ακόμα και αναγνωρισμένους και καθόλου αντι-κρατιστές επιστήμονες) και όχι το αρνητικό τους αποτύπωμα, με το οποίο εξάλλου βρίσκονται σε συμβιωτική σχέση: το παραλήρημα μιας εξουσίας που ισοπεδώνει δικαιώματα μέσα σε συνθήκες που λίγο απέχουν από την απροσχημάτιστη δικτατορία; Η εύκολη και για αυτό όχι και τόσο διαφωτιστική απάντηση θα έβλεπε ίσως σε αυτή τη διολίσθηση προς αντιδραστικές θέσεις μια σύγχυση και μια αδυναμία σύλληψης του ουσιώδους, λόγω φτωχών θεωρητικών εργαλείων. Παρότι και αυτός είναι ένας σημαντικός παράγοντας, η κύρια αιτία θα έπρεπε μάλλον να εντοπιστεί σε έναν βαθύτερο μετασχηματισμό του προοδευτικού στρατοπέδου. Δεν πρόκειται για μια απλή, συμπτωματική και προσωρινή διολίσθηση, αλλά για μια μόνιμη και δομική μετατόπιση, για μια εγκατάσταση σε και συμφιλίωση με μια καθεστωτική γραμμή σκέψης και πράξης, σε τέτοιο βαθμό ώστε πλέον να τίθεται σοβαρά εν αμφιβόλω η χρησιμότητα της διάκρισης μεταξύ αριστεράς και δεξιάς – αν θεωρήσει κανείς ότι δεν είχε χαθεί αυτή η χρησιμότητα εδώ και δεκαετίες.

Το παράδοξο των (αυτο-χαρακτηριζόμενων ως) προοδευτικών διανοούμενων να τίθενται αυτοβούλως στην υπηρεσία ημι-ολοκληρωτικών καθεστώτων παύει έτσι να είναι τέτοιο: δεν πρόκειται για προοδευτικούς διανοούμενους (ασχέτως του πώς οι ίδιοι αυτο-κατανοούνται) αλλά για ένα κάπως παράδοξο είδος οργανικών διανοουμένων, οι οποίοι, χωρίς κανείς να τους έχει καλέσει να αναλάβουν αυτόν τον ρόλο, επιδεικνύουν οι ίδιοι μια σχεδόν αντανακλαστική προθυμία.
Αυτά όμως είναι τα επίχειρα πέντε δεκαετιών σταδιακής αφομοίωσης της προοδευτικής διανόησης στα μεσαία στρώματα της κοινωνικής ιεραρχίας και προσάρτησής της στο άρμα των πιο προωθημένων τμημάτων του κεφαλαίου καθώς αυτό ολοκλήρωνε την 3η βιομηχανική επανάσταση και τώρα επιχειρεί τη μετάβαση προς την 4η. Γιατί η άνωθεν απάντηση απέναντι στις ταραχές της δεκαετίας του 60 (ο τελευταίος σπασμός των κοινωνικών κινημάτων) δεν περιλάμβανε μόνο την αναδιάρθρωση της παραγωγικής διαδικασίας με την εισαγωγή των τεχνολογιών του αυτοματισμού και της πληροφορικής, αλλά κι έναν ιδεολογικό σφετερισμό αρκετών συνθημάτων εκείνης της εποχής. Η ιδεολογία της αυτο-πραγμάτωσης, απαλλαγμένη από ένα σημείο και πέρα από τα βαρίδια των «μεγάλων αφηγήσεων», δεν είχε κανένα πρόβλημα να αναδεχτεί στους κόλπους της «ελευθεριακά» και «αντι-ιεραρχικά» αιτήματα. Όχι μόνο δεν ήταν προβληματική η καθεστωτική αποδοχή μιας τέτοιας ελευθεριακότητας, αλλά, έτσι ανάλαφρη όπως ήταν, έγινε το καύσιμο για ένα νέο κύμα οργιαστικού καταναλωτισμού. Μαζί με τις μεγάλες αφηγήσεις όμως (υποτίθεται ότι) κατέρρευσαν και οι μεγάλες αντιστάσεις, δίνοντας χώρο στις μικρές κι εφήμερες αντι-εξουσίες. Αυτή ήταν εν τέλει η διέξοδος που επέτρεψε σε μεγάλα τμήματα της μεσαίας τάξης (και σίγουρα στους ακαδημαϊκούς, προοδευτικούς διανοούμενους) να διατηρήσουν μια ψευδεπίγραφη επαναστατικότητα, διοχετευόμενη προς έναν άνευρο δικαιωματισμό και προς μια ενίοτε αποπνικτική πολιτική ορθότητα που φιλοδοξεί να επιβάλλει ακόμα και γλωσσικούς ζουρλομανδύες, απολαμβάνοντας ταυτόχρονα τα προνόμια της κοινωνικής τους θέσης. Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι το σύνολο των διανοουμένων προσχώρησε σε τέτοιες, εν πολλοίς μεταμοντέρνες αντιλήψεις. Αρκετοί αρνήθηκαν με εντιμότητα τέτοια καλέσματα.

Ακόμα κι έτσι όμως, ειδικά όταν μιλάμε για ακαδημαϊκούς διανοούμενους, οι υλικοί όροι της ύπαρξής τους και της αναπαραγωγής τους ως ειδικού κοινωνικού στρώματος ήταν άμεσα συναρτημένοι με τις νέες συνθήκες εντός κι εκτός πανεπιστημίου, με ό,τι συνέπειες αυτό μπορούσε να έχει όσον αφορά στο χάσμα που ανοίγεται πλέον ανάμεσα σε θεωρία και πράξη, ανάμεσα σε ακαδημαϊκό μάθημα και κοινωνική στάση. Αυτό που τελικά έμεινε να ονομάζεται προοδευτικός χώρος (στον οποίο υποτίθεται ότι θέλει να ανήκει η αριστερά) θα έπρεπε επομένως να κατανοηθεί καλύτερα ως η «κοινωνικά ευαίσθητη» φράξια της κυρίαρχης, καθεστωτικής ιδεολογίας.

Αν τα παραπάνω έχουν μια βάση, τότε λύνεται κι ένα ακόμα παράδοξο: αυτό της συμπόρευσης περιθωριοποιημένων κοινωνικών ομάδων με την παραδοσιακή δεξιά. Από τη στιγμή που η σύγχρονη αριστερά και ο «προοδευτικός» χώρος, από την ίδια τους τη θέση, έχουν βρεθεί να εκφράζουν τα πιο δυναμικά τμήματα της καπιταλιστικής ανάπτυξης, όσοι μένουν πίσω ή νιώθουν να απειλούνται από αυτό το είδος ανάπτυξης βρίσκονται στην αγκαλιά των εκπροσώπων των πιο καθυστερημένων κεφαλαιοκρατικών σχηματισμών που επιστρατεύουν τα όπλα της παραδοσιακής δεξιάς ως ανάχωμα. Με άλλα λόγια, πίσω από τους υποτιθέμενους ιδεολογικούς διαχωρισμούς ανάμεσα σε «αριστερά» και παραδοσιακή «δεξιά» βρίσκεται σε εξέλιξη μια σύγκρουση ανάμεσα σε διαφορετικές φράξιες των δυτικών καπιταλιστικών σχηματισμών που κινούνται με διαφορετικές ταχύτητες στη μετάβασή τους προς το νέο, θαυμαστό κόσμο της 4ης βιομηχανικής επανάστασης[1]. (περισσότερα…)

Πανδημία, εμβόλια, επιστήμη: Το νέο ρήγμα

*

του ΑΓΓΕΛΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

Στην ταινία του 1974, Υπόθεση Παραλλάξ, ο πρωταγωνιστής, τον οποίο υποδύεται ο Γουώρεν Μπίτι, ανακαλύπτει την ύπαρξη μίας πανίσχυρης ιδιωτικής εταιρείας που οργανώνει πολιτικές δολοφονίες έχοντας εξυφάνει ένα τεράστιο συνωμοτικό δίκτυο στην πολιτική, την αστυνομία και τα ΜΜΕ. Η ταινία είχε προβληθεί στο αποκορύφωμα της Υπόθεσης Ουώτεργκεητ, η οποία, ιδιαίτερα για την γενιά που είχε ανδρωθεί κατά την διάρκεια του πολέμου του Βιετνάμ, επιβεβαίωνε την υποψία ότι τα πάντα ελέγχονται από ένα «βαθύ κράτος» μυστικών υπηρεσιών και μεγάλων οικονομικών συμφερόντων. Το Χόλλυγουντ αποτύπωσε αυτό το κλίμα στο «σινεμά της παράνοιας» της δεκαετίας του 1970, όχι μόνο με την Υπόθεση Παραλλάξ αλλά και με ταινίες όπως το Όλοι οι Άνθρωποι του Προέδρου, Οι Τρεις Ημέρες του Κόνδορα κ.ά.

Τριάντα χρόνια αργότερα, στο πολιτικό ντοκιμαντέρ Φαρενάιτ 9/11 ο σκηνοθέτης Μάικλ Μουρ διατύπωνε διάφορες θεωρίες σχετικά με τις αμερικανικές εκλογές του 2000 και τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορούσε τις σχέσεις της οικογένειας Μπους με την Σαουδική Αραβία. Αν και οι εν λόγω θεωρίες δεν βασίζονταν σε απτά στοιχεία, η ταινία έκανε παγκόσμια επιτυχία, αποσπώντας τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες. Στις ΗΠΑ, το Φαρενάιτ 9/11 είχε αναχθεί σε κεντρικό ζήτημα της πολιτικής συζήτησης στη χρονιά των εκλογών κατά την οποία τελικά ο Τζωρτζ Μπους επανεξελέγη.

Αυτά τα παραδείγματα μας θυμίζουν ότι στις δυτικές δημοκρατίες, μέχρι ακόμα και σχετικά πρόσφατα, η βεβαιότητα ότι η πολιτική κατευθύνεται από σκοτεινές δυνάμεις και η καχυποψία ότι «κάτι μας κρύβουν» είχαν ένα διαφορετικό πολιτικό πρόσημο από αυτό που έχουμε συνηθίσει σήμερα. Στην εποχή μας, η αμφισβήτηση της κατεστημένης αλήθειας συσχετίζεται κυρίως με την λαϊκιστική ακροδεξιά. Μέχρι πριν από μερικά χρόνια όμως, οι ρόλοι ήταν αντεστραμμένοι. Οι άνθρωποι που πίστευαν στους θεσμούς – το κράτος, την θρησκεία, τα ΜΜΕ, την επιστήμη – ήταν κυρίως συντηρητικοί. Η αμφισβήτηση των κάθε είδους ελίτ ξεκίνησε την δεκαετία του ’60 από τα αριστερά, και όταν αυτή απέτυχε «να αλλάξει τον κόσμο», διοχετεύτηκε σε συνωμοτικές απόψεις που βρήκαν διέξοδο στην ποπ κουλτούρα των επόμενων δεκαετιών.

Η αμφισβήτηση των μέτρων κατά της πανδημίας, από τα λοκντάουν στα εμβόλια, είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση αυτής της ιδεολογικής αντιστροφής. Ενώ σε σχετικές διαδηλώσεις στην Ελλάδα οι σχολιαστές επικεντρώνουν μονίμως στην χρήση θρησκευτικών συμβόλων από τους διαδηλωτές, καταδικάζοντας τον «σκοταδιστικό» και «οπισθοδρομικό» χαρακτήρα τους, το αντιεμβολιαστικό και αντιατρικό κίνημα έχει πολύ διαφορετικές απαρχές, στα new age κινήματα της Καλιφόρνια της δεκαετίας του ’70, που θεωρούσαν την κατεστημένη ιατρική όργανο των φαρμακευτικών εταιρειών. Αυτά τα κινήματα, από τα οποία ξεκίνησαν κι άλλες μόδες όπως η γιόγκα και η οργανική διατροφή, μπόρεσαν να διεισδύσουν στην Τέχνη (ιδιαίτερα το Χόλλυγουντ) και κατόπιν στις εταιρείες νέας τεχνολογίας που αναπτύσσονται ραγδαία από την δεκαετία του ’80 στην δυτική ακτή των ΗΠΑ. Η σημερινή αντιεμβολιαστική υστερία αποτελεί απόρροια αντιλήψεων που διαμορφώθηκαν από τους άλλοτε αντιρρησίες του συστήματος, οι οποίοι ωστόσο απαρτίζουν σήμερα, σε μεγάλο βαθμό, κομμάτι των νέων, προοδευτικών ελίτ. (περισσότερα…)

Ο «πόλεμος των θέσεων» της νέας άκρας δεξιάς

 

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Οι διάφορες συζητήσεις για τον δεξιό εξτρεμισμό στη σημερινή Ευρώπη εστιάζουν, κυρίως, στη σύγκριση με τη Γερμανία της Βαϊμάρης. Έχουν την τάση να διαπιστώνουν αναλογίες ανάμεσα στα δεξιά εξτρεμιστικά κινήματα  που σημειώνουν επιτυχίες στο πολιτικό σκηνικό της σημερινής Ευρώπης και τον «ιστορικό φασισμό»: το πρώτο κύμα φασιστικών κινημάτων που σάρωσε την Ευρώπη τη δεκαετία του ’20 και του ’30.

Παρόλο που τα κόμματα της άκρας δεξιάς διέπονται από μια νεοφασιστική αντίληψη η οποία έχει σημαντικές ιδεολογικές συγγένειες με τους φασισμούς του παρελθόντος, θα πρέπει να αντιληφθούμε ότι δεν είναι το ίδιο φαινόμενο με τον ιστορικό φασισμό. Από την άποψη αυτή, θα πρέπει να κατανοήσουμε ότι ο ιστορικός φασισμός είναι ένα ιδιαίτερο πολιτικό φαινόμενο της μεσοπολεμικής περιόδου, που αποτελούσε αντίδραση σε μια σειρά από κρίσιμα προβλήματα- την πολιτική αστάθεια, την οικονομική καταστροφή και την σοβιετική απειλή- που ενέσκηψε στην πολιτική σκηνή της Ευρώπης μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι τα κυρίαρχα φασιστικά κόμματα της μεσοπολεμικής περιόδου διέθεταν μαζικές παραστρατιωτικές οργανώσεις (τα Τάγματα Εφόδου του Χίτλερ, τις Squadre του Μουσολίνι, τη Σιδηρά Φρουρά των Κορνήλιου Κοντρεάνου και Χόρια Σίμα κ.τ.λ.) ο ρόλος των οποίων ήταν να υποθάλπουν την κοινωνική αταξία και να τρομοκρατούν τους αντίπαλους πολιτικούς σχηματισμούς αλλά και την κοινωνία. (περισσότερα…)

Το Τρούμαν Σόου, η Αίγυπτος και οι δικτατορίες στον 21ο αιώνα

001

~.~

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Στη γνωστή και βραβευμένη ταινία The Truman show που σημείωσε θριαμβευτική υποδοχή όταν πρωτοπροβλήθηκε το 1998, ένας νεαρός ενήλικας, ο Τρούμαν, βρίσκεται εν αγνοία του σε μια αλλόκοτη κατάσταση: ολόκληρη η ζωή του, ακόμη και όταν τρώει, ντύνεται ή κοιμάται, είναι ένα ριάλιτι που παρακολουθούν με κομμένη την ανάσα εκατομμύρια άνθρωποι σε όλον τον κόσμο. Όλα όσα έζησε, ένιωσε και έκανε, οι φίλοι, οι έρωτες και τα παιδικά του χρόνια, δεν ήταν παρά ένα ψέμα, ένα σόου με σενάριο και τη σκηνοθεσία κάποιου φιλόδοξου και παρανοϊκού σκηνοθέτη. Ώσπου γνωρίζει την Σύλβια, μια κοπέλα που εμφανίζεται στην τεχνητή “ζωή” του αλλά προσπαθεί να του πει όλη την αλήθεια, οπότε την απομακρύνουν γρήγορα από κοντά του. Τελικά, εκείνη αποχωρεί από το ριάλιτι και γίνεται ακτιβίστρια μιας οργάνωσης που επιμένει πως ο Τρούμαν πρέπει να μάθει την αλήθεια, με το σύνθημα «ελευθερώστε τον Τρούμαν». Όταν ο Τρούμαν ανακαλύπτει (σταδιακά) τι του συμβαίνει, ο “σκηνοθέτης” επιχειρεί με κάθε τρόπο να τον πείσει να παραμείνει σε αυτό το σίριαλ, φτάνοντας μέχρι και στο σημείο να δημιουργήσει τεχνητή “θαλασσοταραχή”, ώστε να τον εκφοβίσει, ρισκάροντας ακόμη και την ίδια του τη ζωή (εξάλλου, του έχουν προκαλέσει υδροφοβία). Όταν τελικά βλέπουν ο ένας τον άλλον, ο σκηνοθέτης τον προτρέπει να μείνει μέσα στο τεχνητό και προστατευμένο περιβάλλον που του έχει φτιάξει, διότι είναι πολύ καλύτερο από τον πραγματικό κόσμο. Ωστόσο, ο Τρούμαν γνωρίζει και του είναι πια αδύνατο να έχει την παλιά του “αθωότητα”. Αν όμως ο Τρούμαν γνωρίζει, αυτό δεν σημαίνει ότι κατανοεί τον τρόπο που λειτουργεί ο πραγματικός κόσμος, ούτε ότι θα μπορούσε να ζήσει σε αυτόν. (περισσότερα…)

Επιστροφή στην κανονικότητα

 

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Η «επιστροφή στην κανονικότητα» αποτελεί για την πλειοψηφία των Ελλήνων το στερεότυπο εκείνο που κυριαρχεί στις ημερήσιες συζητήσεις τους και στοιχειώνει τα νυχτερινά τους όνειρα. Παράλληλα αποτελεί μόνιμη επωδό των άνευ σημασίας ρητορειών των πολιτικών κομμάτων.

Αν δεχτούμε ότι ως στερεότυπο θα μπορούσαμε να ορίσουμε σε γενικές γραμμές «μια εμβριθή παρατήρηση της οποίας η ουσιαστική αλήθεια έχει αμβλυνθεί από την επανάληψη» (Τζόναθαν Κόου, Μέση Αγγλία, Πόλις, 2021), γίνεται άμεσα αντιληπτό κάτι πολύ απλό: η «επιστροφή στην κανονικότητα» αποτελεί μια επαναλαμβανόμενη συζήτηση που η (όποια) αλήθεια της έχει ξεφτίσει. Έχει κουράσει. Έχει μετατραπεί σε ένα σλόγκαν, τελικά, άνευ περιεχομένου και επομένως στην πραγματικότητα δεν σημαίνει απολύτως τίποτε. Ή μάλλον σημαίνει ό,τι ο καθένας έχει στο μυαλό του.

Στην πραγματικότητα η φράση «επιστροφή στην κανονικότητα», δεν συνδέεται καθόλου με το παρελθόν – κάτι που υπονοείται μέσω του ουσιαστικού «η επιστροφή»– αλλά με το μέλλον.

Γιατί όμως δεν λέγεται αυτό με ευθύ και κατηγορηματικό τρόπο αλλά χρησιμοποιείται μια λέξη που δηλώνει την επαναφορά κάποιας παρελθούσης περιόδου; Με παιγνιώδη τρόπο αφήνει να υπερίπταται πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων η ελπίδα – το τελευταίο στοιχείο που υπάρχει στον πάτο του κουτιού της Πανδώρας– για μια επιστροφή σε μια ακαθόριστη εποχή όπου ο καθένας μπορεί να φαντασιώνεται ότι η ζωή του ήταν καλύτερη από ότι είναι σήμερα.

Ο πιο πιθανός λόγος θα πρέπει να αναζητηθεί, μάλλον, στην άδηλη και αβέβαιη μελλοντική «κανονικότητα» που συνεχώς εξελίσσεται καθημερινά μπροστά μας. Αυτή πρέπει με κάποιο τρόπο να συνδεθεί με το παρελθόν αλλά και συγχρόνως να αποκοπεί από αυτό δημιουργώντας μέσω των συμβολικών μηχανισμών μια παραμόρφωση της εν εξελίξει συντελούμενης κοινωνικής διαδικασίας.

Η προσέγγιση αυτή δεν αφορά κάποιο πολιτικό κόμμα, κάποια οργάνωση πολιτών, αφορά και είναι πολύτιμη για ένα ετερόκλητο, άμορφο συνασπισμό συμφερόντων που φροντίζει ιδιαίτερα να συγκαλύπτει τις προθέσεις του.

Καμμιά κοινωνική αλλαγή δεν επιτυγχάνεται χωρίς να έχει προαγγελθεί, προετοιμαστεί και διευκολυνθεί από ένα σύνολο μικρότερων αλλαγών, οι οποίες συχνά περνούν απαρατήρητες στην ιστορική καθημερινότητα.

Αυτές οι μικρές αλλαγές περνούν απαρατήρητες διότι καλύπτονται από την εντύπωση ότι αποτελούν θετικές και προοδευτικές απαντήσεις στις νέες ιστορικές προκλήσεις, μια αίσθηση προερχόμενη από τους ιδεολογικούς μηχανισμούς της εξουσίας, και όταν τελικά «επιβάλλεται η τροποποίηση ή η ανανέωση του θεμελιώδους δόγματος, οι γενιές που θυσιάζονται κατά τη διάρκεια του μετασχηματισμού μένουν ουσιαστικά ξένες προς αυτόν, και συχνά γίνονται ευθέως εχθρικές» (August Comte, Έκκληση στους συντηρητικούς, Καστανιώτης, 2000).

Όμως όταν εγκαθίσταται, πλέον, ως κυρίαρχη η κοινωνική αλλαγή, η ιστορία έχει πάρει το δρόμο της. Το ουσιαστικό είναι η ιδεολογική ματιά να έχει κάνει όλη τη «βρώμικη δουλειά».

ΚΩΣΤΑΣ ΜΕΛΑΣ

 

 

 

Μεσαία στρώματα: στο προσκήνιο της πολιτικής αντιπαράθεσης

 

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

1.

Τα τελευταία χρόνια η συζήτηση για τα μεσαία στρώματα της ελληνικής κοινωνίας καταλαμβάνει μια από τις πρώτες θέσεις στην πολιτική αντιπαράθεση των κομμάτων εξουσίας. Προφανώς για λόγους εκλογικούς και ψηφοθηρίας. Τούτο καθίσταται απολύτως εμφανές από το γεγονός ότι η ΝΔ, κυρίως την περίοδο μετά το 2015, αναφέρεται σε αυτήν ως το επίκεντρο του νέου ανορθωτικού της εγχειρήματος και ως βασικό πυλώνα της Δημοκρατίας. Το προεκλογικό της πρόγραμμα του 2019, ακριβώς οργανώθηκε γύρω από το πλήθος των ανθρώπων που οι ίδιοι με διάφορα κριτήρια, πραγματικά ή φανταστικά, τοποθετούσαν τον εαυτό τους σε αυτή την κοινωνική κατηγορία των μεσαίων στρωμάτων. Αλλά και ο ΣΥΡΙΖΑ, μετά την ήττα στις εκλογές του 2019, εγκατέλειψε την κατά τον Τσακαλώτο «ταξική μεροληψία»[1] ( που σήμαινε ότι μια ταξική πολιτική πρέπει να στηριχθεί στη σκληρότερη επιβάρυνση της μεσαίας τάξης, μέσω φορολογίας, ακόμα και μέσω περιορισμών στην ισότητα για πρόσβαση στο σύστημα υγείας κ.α.) και στράφηκε ολοταχώς προς τα μεσοστρώματα, πιθανά καλυπτόμενος πίσω από τη ρήση του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ «ότι όποιος αγωνίζεται για το μεροκάματο ανήκει και αυτός στη μεσαία τάξη»[2].

Με απλά λόγια τα μεσαία στρώματα, πάλι, αποτελούν την πολύφερνη νύφη για τα κόμματα εξουσίας και για την εξασφάλιση της τελευταίας. Δεν είναι της ώρας η συστηματική ανάλυση των λόγων που τοποθετούνται τα μεσαία στρώματα στο επίκεντρο, με νέο φυσικά τρόπο, του πολιτικού και εκλογικού αναστοχασμού. Όμως δεν διστάζω να υπογραμμίσω έναν θεμελιώδη, κατά την άποψή μου, λόγο, που συνέχει αυτή τη συμπεριφορά των κομμάτων εξουσίας, που δεν είναι άλλως από την αυτοτοποθέτηση της πλειοψηφίας των πολιτών στην Ελλάδα ότι ανήκουν σε αυτήν την κοινωνική κατηγορία. Συγχρόνως ένας ακόμη συγκυριακός λόγος που φέρνει εμφατικά στο προσκήνιο τη συζήτηση για την κατάσταση των μεσαίων στρωμάτων, είναι, η κοινά αποδεκτή εντύπωση, ότι αυτά σήκωσαν το μέγιστο βάρος των μνημονιακών πολιτικών και ως εκ τούτου έχει έλθει η ώρα να αποκατασταθεί με βάση τις δυνατότητες της οικονομίας η οικονομική τους θέση. Να αποκατασταθούν δηλαδή οι αδικίες.

Η επικέντρωση της συζήτησης στα μεσαία στρώματα της ελληνικής κοινωνίας παραγνωρίζει, ειδικά από την πλευρά της ΝΔ, την κατάσταση στα υπόλοιπα κοινωνικά στρώματα που βρίσκονται πάνω και κάτω από τα μεσαία.

Η κυρίαρχη αυτή διαμορφωθείσα –από πολιτικούς και ΜΜΕ– εντύπωση, δεν φαίνεται, όμως, να υποστηρίζεται με πειστικό τρόπο από τα υπάρχοντα οικονομικά στοιχεία. Πριν προχωρήσουμε αυτές τις σκέψεις, ή μάλλον για να προχωρήσουμε αυτές τις σκέψεις, θα πρέπει στοιχειωδώς να θέσουμε ορισμένα κριτήρια καθορισμού των μεσαίων στρωμάτων. Αφήνοντας στην άκρη, μια σειρά άλλων κριτηρίων, π.χ. πολιτιστικά, (καθόλου φρόνιμο βέβαια αλλά αναγκαίο προκειμένου να έχουμε μια αίσθηση προσανατολισμού) θα περιοριστούμε στα εισοδηματικά κριτήρια (ούτε καν στα οικονομικά, δεομένου ότι δεν υπάρχει καμία αναφορά στην περιουσιακή κατάσταση των μεσαίων στρωμάτων) όπως τα θέτει ο ΟΟΣΑ, σύμφωνα με τα οποία οι ανήκοντες στα μεσαία στρώματα εντοπίζονται στην εισοδηματική κατανομή μεταξύ 2/3 και διπλάσιου του διάμεσου εισοδήματος, μετά τους φόρους. Με βάση αυτό το εισοδηματικό κριτήριο, αν χωρίσουμε το σύνολο του εισοδήματος σε δέκα ίσα μέρη (δεκατημόρια), μπορούμε να ισχυριστούμε ότι το πρώτο κατά σειρά δεκατημόριο ανήκουν τα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα, στα ακολουθούντα τρία δεκατημόρια τα μεσαία εισοδηματικά στρώματα και στα υπόλοιπα έξι τα χαμηλότερα. Βεβαίως, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η ύπαρξη έντονης εισοδηματικής διαφοράς εντός των μεσαίων, των χαμηλών αλλά και των ανωτέρων. Για το λόγο αυτό ομιλούμε π.χ. για υψηλά, μεσαία και χαμηλά μεσαία στρώματα και κατ’ αντιστοιχία για τα υπόλοιπα.

 

2.

Η οικονομική κρίση που ξεκίνησε το 2009 έπληξε έντονα και οριζόντια όλα τα κοινωνικά και οικονομικά στρώματα: χαμηλά, μεσαία, ανώτερα. Οι επιδράσεις της κρίσης στο εισόδημα προέρχονται από τρεις διακριτούς παράγοντες: την ύφεση και την ανεργία, μεταβολές στη φορολογική επιβάρυνση και μεταβολές στην κατανομή των κρατικών δαπανών.

Ο Τάσος Γιαννίτσης[3] προσπάθησε να ποσοτικοποιήσει αυτές τις επιδράσεις με βάση τα φορολογικά δεδομένα της περιόδου 2008-2018, Σύμφωνα με την ανάλυσή του η εικόνα δείχνει μια αρκετά διαφορετική πραγματικότητα από αυτήν που προβάλλεται. Συγκεκριμένα υποστηρίζει:

«Αναφορικά με τα εισοδήματα: Στην πρώτη περίοδο της κρίσης (2008-2014, μέχρι πριν από το τρίτο μνημόνιο), τα εισοδήματα που λόγω της ύφεσης συρρικνώθηκαν περισσότερο ήταν –κατά σειρά– τα ανώτερα 10% (-35,2%), τα χαμηλότερα 60% (-14%) και τα μεσαία (-6,5%). Στην περίοδο 2014-2018, η μείωση των εισοδημάτων ακολούθησε διαφορετική εξέλιξη: το εισόδημα του χαμηλότερου 60% μειώθηκε περισσότερο (10%), των μεσαίων λιγότερο (4,4%), ενώ των ανώτερων εισοδημάτων αυξήθηκε (+44%). Συνολικά, μεταξύ 2008 και 2018, τα χαμηλά εισοδήματα μειώθηκαν 23%, τα μεσαία 11% και τα υψηλά 6,6%.

Αναφορικά με τη Φορολογία: Με δεδομένες τις μεταβολές αυτές η φορολογία εισοδήματος ήρθε να περιορίσει ακόμα περισσότερο το διαθέσιμο εισόδημα. Στην περίοδο 2008-2014 η μεγάλη αύξηση στη φορολογική επιβάρυνση έπληξε κυρίως τα χαμηλότερα εισοδήματα (+229%). Τα πολύ υψηλά και μεσαία εισοδήματα, πέρα από τη σημαντική μείωση των εισοδημάτων τους λόγω ύφεσης, επιβαρύνθηκαν και από μεταβολές φόρου εισοδήματος της τάξης του 12% (συνολικά μεγέθη). Στα μεσαία (1.000-2.500 μηνιαίως) και χαμηλά εισοδήματα, η μεγάλη φορολογική επιβάρυνση από φόρους εισοδήματος (και περιουσίας) είχε συντελεστεί ήδη στα χρόνια μέχρι το 2012/13 περίπου. Στη συνέχεια, η φορολογική επιβάρυνσή τους παρέμεινε περίπου σταθερή, ενώ των ανώτερων εισοδημάτων μειώθηκε κατά 14% μεταξύ 2014 και 2018. Συνολικά, στην περίοδο 2008-2018, τα χαμηλά εισοδήματα είδαν τη συμμετοχή τους στα συνολικά έσοδα του φόρου εισοδήματος να αυξάνεται κατά 152%, τα μεσαία κατά 5,3% ενώ στα ανώτερα η συμμετοχή μειώθηκε κατά 7,4%.

Στα παραπάνω δεν περιλαμβάνεται η επίδραση από την αύξηση του ΦΠΑ, ούτε της φορολογίας ακίνητης περιουσίας, που έπληξαν ιδιαίτερα τα χαμηλά στρώματα, λιγότερο τα μεσαία και ακόμα λιγότερο τα υψηλά. Επίσης, δεν περιλαμβάνονται οι σοβαρές περικοπές στις δημόσιες δαπάνες για υγεία και ανεργία, με αρνητικές επιπτώσεις κυρίως στις ασθενέστερες ομάδες, αλλά ούτε και οι ειδικές ενισχύσεις φτωχότερων ομάδων στα έτη 2017-19, που δεν έχουν ποσοτικοποιηθεί».

Μπορούμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι τα μεσαία στρώματα κατά τη διάρκεια της κρίσης και των μνημονίων πράγματι έχουν επιβαρυνθεί. Όμως, τα εισοδηματικά πιο αδύναμα στρώματα έχουν επιβαρυνθεί ακόμα περισσότερο. Γιατί επομένως η δημόσια συζήτηση είναι επικεντρωμένη στην (από)κατάσταση των μεσαίων στρωμάτων που αποτελούν το 30,0% της ελληνικής κοινωνίας (με το συμβατικό κριτήριο που έχει τεθεί) ενώ τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα (60% της κοινωνίας) μένουν έξω από τη συζήτηση; Επίσης κουβέντα δεν ακούγεται για τα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα (το 10%) που φαίνεται τελικά ότι ουσιαστικά δεν είχαν απώλειες;

Οι παραπάνω εξελίξεις αναδεικνύουν, επίσης, ένα κεντρικό μακροοικονομικό πρόβλημα. Τα εισοδήματα των μεσαίων και υψηλότερων στρωμάτων καθορίζουν σε αντίστοιχο βαθμό την εξέλιξη των αποταμιεύσεων, των επενδύσεων, τη μεγέθυνση της οικονομίας και συνεπώς και το επίπεδο απασχόλησης και της ανεργίας.

Η εξέλιξη στα χαμηλά εισοδήματα θέτει ζητήματα που αφορούν στην κατανάλωση (βασικότατος παράγοντας μεγέθυνσης του ΑΕΠ) ενώ συνακόλουθα θέτουν ζητήματα κοινωνικής πολιτικής και αλληλεγγύης προκειμένου να αποφευχθεί η είσοδος αυτών των στρωμάτων στον χώρο της φτώχειας.

Όχι μόνο δεν μπορεί να επιτευχθεί η μία ή η άλλη από τις μεγάλες αυτές ‘προτεραιότητες’, όσο οι δύο πτυχές παραμένουν αποκομμένες, αλλά μια ασύμμετρη αντιμετώπισή τους δεν θα οδηγήσει στην αναμενόμενη σταθερή μεγεθυντική διαδικασία και στην σωστή κατανομή των επιτευγμάτων της μεγέθυνσης.

Τα δεδομένα αυτά σημαίνουν ότι έχουμε πολλά μεγάλα και αλληλένδετα προβλήματα διαφορετικής υφής το καθένα και ότι τα προβλήματα αυτά δεν αφορούν μεμονωμένες, αλλά όλες τις κοινωνικές ομάδες. Κάθε μία από τις επιδράσεις που διαπιστώνουμε δημιουργεί διακριτά προβλήματα που, αν δεν αντιμετωπιστούν, επιδεινώνουν την όλη κατάσταση.

ΚΩΣΤΑΣ ΜΕΛΑΣ

 

[1] Ε. Τσακαλώτος, «Είμαστε μια κυβέρνηση με ταξική μεροληψία», iefimerida.gr (24.11.2018)
[2] «Ράδιο Κ: Ποια είναι και τι θέλει η ‘‘μεσαία τάξη’’;» Η Καθημερινή (ηλεκτρονική έκδοση, 04.06.2021)
[3] Η Καθημερινή (ηλεκτρονική έκδοση, 06.09.2021)

 

 

Λόγος υπέρ των δημοσίων αγαθών και του δημόσιου νοικοκυριού

 

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ [1]

1.

Ένας από τους βασικούς στόχους της διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης θεωρητικά αλλά και εν τοις πράγμασι είναι η απροκάλυπτη κατάργηση του Δημόσιου Χώρου μέσω της ιδιωτικοποίησης όλων εκείνων των αγαθών που αποτελούσαν μέχρι πρόσφατα τη Δημόσια Περιουσία. Πρόκειται για μια διαδικασία εν εξελίξει της οποίας όμως τα αποτελέσματα είναι ήδη εμφανή.

Στο σύνολο τους οι κυβερνήσεις των χωρών του πλανήτη, ανεξάρτητα των «ιδεολογικών» τους προκηρύξεων καθώς και των κοινωνικών στρωμάτων που επικαλούνται ότι εκπροσωπούν, είτε ονομάζονται χριστιανοδημοκρατικές, συντηρητικές, σοσιαλδημοκρατικές ή σοσιαλιστικές ή όπως αλλιώς, έχουν ταυτίσει το ζήτημα των διαρθρωτικών αλλαγών με τις ιδιωτικοποιήσεις.

Γιγάντιοι τομείς που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια των τελευταίων σαράντα χρόνων που πέρασαν στον έλεγχο του δημοσίου ως απάντηση στις επείγουσες ανάγκες της αξιοποίησης του κεφαλαίου τη συγκεκριμένη περίοδο, αποτέλεσαν και συνεχίζουν να αποτελούν τον χώρο επιχειρηματικότητας των πολυεθνικών επιχειρήσεων στη σημερινή περίοδο.

Η ιδιωτικοποίηση των αστικών συγκοινωνιών, σιδηροδρόμων, αερομεταφορών, υπηρεσιών υγείας, νοσοκομείων, τραπεζών, ασφαλίσεων, εκπαίδευσης, πολιτισμού, ηλεκτρισμού και αερίου, διοικητικών υπηρεσιών, πρώτων υλών, τηλεπικοινωνιών, υπηρεσιών εμπορίου κλπ., αποτελεί για τους ιθύνοντες των κυβερνήσεων του συνόλου των χωρών του πλανήτη, «μονόδρομο» για την επιβίωση των χωρών τους, σ’ ένα διεθνοποιημένο οικονομικό περιβάλλον. Με την πράξη τους αυτή όμως ανοίγουν διάπλατα τις πόρτες για την εξάπλωση των πολυεθνικών επιχειρήσεων και συγχρόνως υποσκάπτουν όλο και περισσότερο τα θεμέλια της ίδιας τους της ύπαρξης.

Οι νέες γεωγραφικές, οικονομικές και τεχνολογικές περιοχές που με φρενήρη ρυθμό παραδίνονται στις πολυεθνικές εταιρείες, επιταχύνουν τη συγκέντρωση της εξουσίας στα χέρια τους. Υπάρχουν τομείς της νέας υψηλής βιομηχανικής τεχνολογίας (λογισμικό, ηλεκτρικός εξοπλισμός, ηλεκτρονικές συσκευές, αεροναυπηγική και αεροδιαστημική) όπου οι πέντε κυριότερες πολυεθνικές εταιρείες μοιράζονται μεταξύ τους περισσότερο από το μισό της παγκόσμιας παραγωγής.

Η ανάπτυξη της παγκόσμιας αγοράς ενίσχυσε την κοινότητα των ολιγοπωλίων και μάλιστα διευκόλυνε αφάνταστα τη μεταξύ τους συνεννόηση, έτσι ώστε να θεμελιώνεται όλο και περισσότερο η κυριαρχία τους. Η παράδοση της δημόσιας περιουσίας πραγματοποιείται με τη διαμεσολάβηση των κυβερνώντων και της κρατικής παρέμβασης. Η νομοθετική και η εκτελεστική εξουσία ασκούνται υπέρ των ιδιωτικοποιήσεων.

Τι να σημαίνουν άραγε όλα τα παραπάνω για τη Δημοκρατία δεδομένου των κοινών συνόρων με το Δημόσιο Χώρο και με τα Δημόσια Αγαθά; Με αφορμή, τις θεωρητικές συζητήσεις αλλά και όσα ακόμη διαδραματίζονται τα τελευταία τριάντα χρόνια στον πλανήτη θα επιδιώξουμε να θίξουμε ορισμένα ζητήματα που αφορούν στην παρατηρούμενη έντονη ιδιωτικοποίηση των δημοσίων αγαθών. Το κύριο βάρος της προσπάθειας θα ριχτεί στα πολιτικά προβλήματα που προκύπτουν από την ιδιωτικοποίηση των δημοσίων αγαθών και συγκεκριμένα στις επιπτώσεις στο δημοκρατικό πλαίσιο και στο δικαϊκό πολιτισμό που έχει εγκατασταθεί μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο κυρίως στις χώρες τις Δυτικής Ευρώπης. Παράλληλα με τις πολιτικές επεξηγήσεις που θα δοθούν ελπίζουμε να αναδυθούν και οι οικονομικοί μηχανισμοί του καπιταλιστικού συστήματος και οι τρόποι που συμμετέχουν στην αναπαραγωγή του μέσω της επέκτασης – συρρίκνωσης των Δημόσιων Αγαθών και του Δημόσιου Χώρου. Επίσης πιστεύουμε ότι θα υπάρξει πλήρης αποσαφήνιση σχετικά με τις έννοιες Δημόσιο και Ιδιωτικό. (περισσότερα…)

Ο Κας Μούντε και η “κανονικοποίηση” της Άκρας Δεξιάς στον 21ο αιώνα

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Είναι δυνατό μια εξ ορισμού αντισυστημική πολιτική στάση, όπως αυτή της Άκρας Δεξιάς, να ενταχθεί στον κυρίαρχο λόγο; Αυτή ακριβώς την άποψη υποστηρίζει ο Ολλανδός πολιτικός επιστήμων και βραβευμένος ακαδημαϊκός, Κας Μούντε, στο τελευταίο του βιβλίο, από τις εκδόσεις Επίκεντρο, με τον τίτλο Η Ακροδεξιά σήμερα (The Far Right today, 2019), όπου αναφέρει ότι με το τέταρτο «κύμα» Ακροδεξιάς, το οποίο κάνει την παρουσία του αισθητή σήμερα, η Ακροδεξιά ουσιαστικά έγινε μέρος της κυρίαρχης τάσης στην Ευρώπη και σε διεθνές επίπεδο. Όταν ξεκίνησε να μελετά το φαινόμενο στο πανεπιστήμιο του Λάϊντεν, λέει ο Μούντε, γύρω στα τέλη της δεκαετίας του 1980, η Ακροδεξιά ανήκε ακόμη στο πολιτικό περιθώριο. Αντίθετα, μέχρι και την περίοδο ολοκλήρωσης της συγγραφής του παρόντος βιβλίου (Μάιος 2019), τρεις από τις πέντε πολυπληθέστερες χώρες του κόσμου (Βραζιλία, Ινδία και ΗΠΑ, καθώς εντάσσει και τον Τραμπ στην ίδια κατηγορία) έχουν έναν ακροδεξιό ηγέτη, δύο κυβερνήσεις ελέγχονται από ριζοσπάστες λαϊκιστές (Ουγγαρία, Πολωνία), σε άλλες τέσσερεις συμμετέχουν τέτοια κόμματα στη διακυβέρνηση (Βουλγαρία, Εσθονία, Ιταλία, Σλοβακία) και άλλες δύο στηρίζονται στην ψήφο τέτοιων κομμάτων (Ηνωμένο Βασίλειο, Δανία). Εξαιτίας της εισόδου της Ακροδεξιάς στη mainstream πολιτική αρένα, καθίσταται όλο και πιο δυσχερής η διάκριση ανάμεσα σε αυτή και την Κεντροδεξιά (ακόμη και την Αριστερά, λέει ο Μούντε, αναφερόμενος σε Τσεχική Δημοκρατία και Δανία), αφού και εκείνες υιοθετούν σε πολλές περιπτώσεις τη δική της agenda και φρασεολογία. Πώς όμως συντελέστηκε μια τέτοια μεταβολή; Σε αυτό ακριβώς το ερώτημα επιχειρεί να απαντήσει το παρόν βιβλίο. (περισσότερα…)

Άνθρωπος κατά Αντιανθρώπου

~.~

Το απόσπασμα που ακολουθεί προέρχεται από κείμενο του Μίκη Θεοδωράκη γραμμένο το καλοκαίρι του 1968 επί δικτατορίας. Θησαυρίστηκε το 2019 στην πολύτομη συναγωγή των δημοσιολογικών του παρεμβάσεων Πολιτικά: Θεωρία και Πράξη απ’ όπου και το αναδημοσιεύουμε. Καθώς αποτυπώνει την εξ αρχής ενιαία και αδιαίρετη στάση του Θεοδωράκη απέναντι στην Ιστορία και την Τέχνη, προσφέρεται νομίζουμε για να κλείσει το επταήμερο αφιέρωμα του Νέου Πλανόδιου προς τον μεγάλο δημιουργό και αγωνιστή, ο οποίος τις ώρες ετούτες, Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 2021, κηδεύεται στο πάτριο χώμα της Κρήτης.

Το ΝΠ ευχαριστεί θερμά τους φίλους καλλιτέχνες, λογοτέχνες και στοχαστές που συνέβαλαν στον πολύπτυχο αυτόν αποχαιρετισμό. Και ονομαστικά, τους Γιώργο Μπλάνα (δις), Γιώργο Ανδρέου, Νίκο Ξυδάκη, Φίλιππο Τσαλαχούρη, Ιωάννα Τσιβάκου, Παρασκευά Καρασούλο, Κώστα Χατζηαντωνίου, Γιάννη Βασιλόπουλο και Χρήστο Μποκόρο.

~.~

Σήμερα, ίσως περισσότερο από κάθε άλλη εποχή, η κρίσιμη μάχη θα δοθεί ανάμεσα στον άνθρωπο και τον αντιάνθρωπο. Από την εποχή των σπηλαίων φτάσαμε επιτέλους μπροστά στη μεγάλη πύλη του ελευθερωμένου από την ανάγκη ανθρώπου. Δεν μας χωρίζει πια παρά μονάχα ένα σκαλοπάτι. Που μονομιάς έγινε άβυσσος. Έγινε ο μεγαλύτερος κίνδυνος απ’ όσους πέρασε ώς σήμερα η ανθρωπότητα. Το όπλο της τίγρης είναι τα νύχια. Ο άνθρωπος του Νεάντερνταλ είχε την πέτρα. Οι Έλληνες είχαν τα τόξα. Οι σταυροφόροι τις λόγχες. Ο Χίτλερ τα κρεματόρια. Τον αντιάνθρωπο στηρίζει η αδιαφορία των άλλων, και πρώτα απ’ όλα των δημιουργών· των πνευματικών οδηγών.

Όμως είναι άραγε αδιαφορία ή κάτι βαθύτερο; Αν και ζούμε σε μια εποχή όπου κυριαρχούν τα μέσα ενημέρωσης και διαφωτισμού, ωστόσο από την επομένη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου οι μεγάλοι δημιουργοί όλο και λιγοστεύουν, η πνευματική παραγωγή απασχολεί όλο και λιγότερο τις μεγάλες μάζες.

Εδώ και πολύ καιρό τα μεγάλα γεγονότα που απασχολούν τη διεθνή κοινή γνώμη είναι ο πόλεμος, οι κοινωνικές αναταραχές και οι πολιτικές εξελίξεις. Πολύ λίγο τα επιστημονικά επιτεύγματα. Και σχεδόν καθόλου η καλλιτεχνική και πνευματική δημιουργική δραστηριότητα· μεγάλα καλλιτεχνικά ονόματα βυθίζονται σταθερά στη λήθη.

Σ’ αυτή την κορυφαία στιγμή ό,τι αποτελεί τον σκληρό πυρήνα του ανθρώπου, ο δημιουργός του πολιτισμού, ο καλλιτέχνης, ο πνευματικός οδηγός, είναι απών. Απέναντι στον αντιάνθρωπο που μας δολοφονεί, ο άνθρωπος, χωρίς την παρουσία του πνευματικού δημιουργού, παραμένει γυμνός και απροστάτευτος. Πού να οφείλεται άραγε αυτή η τραγική απουσία;

Τα τελευταία πενήντα χρόνια η ανθρωπότητα γνώρισε μια σειρά βαθιές αλλαγές, που δημιούργησαν μια καινούρια εποχή. Λαοί σκλάβοι έγιναν ελεύθεροι. Τάξεις υπόδουλες έγιναν κυρίαρχες. Μάζες υπανάπτυκτες γνώρισαν την πρόοδο. Αγροτικοί πληθυσμοί πέρασαν στη βιομηχανία. Οι επαφές πολλαπλασιάστηκαν. Η διακίνηση των γνώσεων, των ιδεών, των ειδήσεων και των μαζών πήρε χαρακτήρα πρωτοφανή.

Μονομιάς η Γη μας μίκρυνε. Τα σύνορα ουσιαστικά κατέρρευσαν. Η τυπογραφία, οι τηλεπικοινωνίες, η μαγνητοφώνηση έφεραν στις πύλες της πνευματικής δημιουργίας εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους.

Φαίνεται όμως ότι οι πνευματικοί δημιουργοί βρέθηκαν απροετοίμαστοι μπροστά σ’ αυτό το γιγαντιαίο παλιρροϊκό κύμα των μαζών. Η καλλιτεχνική έκφραση, που απευθυνόταν ως τότε σ’ ένα επιλεγμένο κοινό, είχε προχωρήσει μέσα από τους δαιδάλους της τεχνικής προς νέες περίπλοκες μορφές, στρυφνές και αινιγματικές. Για να μπεις στα άδυτα του νέου έργου τέχνης πρέπει να διαθέτεις πολλά «ειδικά κλειδιά».

Έτσι, ενώ ο σύγχρονος τεχνικός πολιτισμός αποδέσμευε όλο και μεγαλύτερες μάζες για να τις φέρει κοντά στο έργο τέχνης, το έργο τέχνης απευθυνόταν σε όλο και πιο εξειδικευμένο κοινό. Είχαμε δηλαδή μια αντίστροφη πορεία, που τελικά απομόνωσε τους σύγχρονους δημιουργούς και άφησε το μεγάλο κοινό, τη στιγμή που μπόρεσε επιτέλους να χτυπήσει την πόρτα της τέχνης, δίχως σύγχρονο καλλιτεχνικό έργο που να το κατανοεί και να το συγκινεί. Με μια λέξη, που να το αφορά.

Όμως ο πνευματικός δημιουργός όχι μόνο βρέθηκε απροετοίμαστος μπροστά σ’ αυτή την αιφνίδια και ριζική αλλαγή. Αλλά φαίνεται ότι αυτή η πολύχρωμη, πολύγλωσση και πολυεθνική μάζα τον τρομάζει. Αισθάνεται έτσι την ανάγκη να αποσυρθεί. Ο διψασμένος για πνευματικό καλλιτεχνικό έργο λαός, όλες αυτές οι φρέσκες, γεμάτες υγεία και κίνηση δυνάμεις δεν θα βρουν νερό για να ξεδιψάσουν.

Παράλληλα, μια άνευ προηγουμένου μαζική πλύση εγκεφάλου αρχίζει, με επίκεντρο έναν νέο τύπο ζωής βασισμένο εξ ολοκλήρου σε υλικά αγαθά. Ολόκληρη η δημιουργική ζωτικότητα των μαζών αποξηραίνεται προοδευτικά από τους χυμούς της ανθρωπιστικής παιδείας, των ιδανικών και των οραμάτων, όπως μας τα προσφέρει το έργο τέχνης και γενικότερα η πνευματική δημιουργία. Μ’ αυτό τον τρόπο δημιουργείται το «ιδεώδες» κοινωνικό περιβάλλον για να μπορέσει να σταθεί και να κυριαρχήσει ο αντιάνθρωπος.

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

~.~