ΝΠ | Επίκαιρα & Σχόλια

Κώστας Κουτσουρέλης: Φάμπρ και φάμπρικες

pic3abta-jan-fabre-21

 

Πολύ σωστά αποκάλεσαν κάποιοι «αποικιοκρατία» όλα εκείνα τα απίθανα που ανακοίνωσε τις προάλλες ο Φλαμανδός βοεβόδας του Φεστιβάλ Αθηνών και οι εγχώριοι βαστάζοι του. Όμως η αποικιοκρατία ξεκινάει από αλλού, όχι έξωθεν, έχει ρίζες βαθιές μες στο κεφάλι μας.

Γιατί εμείς οι ίδιοι είμαστε που απαξιώσαμε μεταπολιτευτικά το καλύτερο κομμάτι του πολιτισμού μας, κληρονομημένο ή πρόσφατο, παίρνοντας το κατόπι ωσάν κορδακιζόμενοι πίθηκοι την κάθε εισαγόμενη μπούρδα.

Εμείς οι ίδιοι είμαστε που απαξιώσαμε, που δυσφημίσαμε μάλιστα, την έννοια της ελληνικότητας στην τέχνη, κολλώντας στον οικείο μας κόσμο, τον κόσμο των δικών μας βιωμάτων και τρόπων, τη ρετσινιά του επαρχιωτισμού και της εσωστρέφειας.

Εμείς είμαστε που ξεχάσαμε ότι οι οικουμενικότεροι Νεοέλληνες καλλιτέχνες, αυτοί που είχαν την μεγαλύτερη και διαρκέστερη απήχηση στο εξωτερικό, απ’ τον Καβάφη και τον Καζαντζάκη ώς τον Θεοδωράκη και τον Αγγελόπουλο, υπήρξαν εξ αρχής όχι απλώς ελληνοκεντρικοί, αλλά εμμονικοί, μέχρι παθήσεως κατεχόμενοι από την ιδέα του ελληνισμού, από την διηνεκή αναζήτηση της ταυτότητάς του μέσα στον μύθο και την ιστορία.

Εμείς είμαστε που αρνηθήκαμε, που πολεμήσαμε, που συκοφαντήσαμε τη ζωτικότερη γενιά που ανέδειξαν ποτέ τα ελληνικά γράμματα, τη Γενιά του 1930, και γεμίσαμε τα έντυπα και τις φιλοσοφικές μας σχολές με αγράμματους που αποκαλούν τον Ελύτη, τον Εμπειρίκο, τον Εγγονόπουλο σωβινιστές και φασίστες.

Εμείς είμαστε που είδαμε στον Σεφέρη, ένα από τα πλατύτερα, τα πιο οικουμενικά πνεύματα της ευρωπαϊκής νεωτερικότητας, τον επαρχιώτη εθνικιστή, τον προπαγανδιστή κάτι ύποπτων και γραφικών Βαλκάνιων τύπων, του Μακρυγιάννη και του Θεόφιλου.

Εμείς είμαστε που αποκλείσαμε τη λόγια ελληνική μουσική από τα Μέγαρα και τις Λυρικές μας, που δεν έχουμε αξιωθεί να ηχογραφήσουμε και να εκδώσουμε ακόμη και τα σπουδαιότερα έργα της, και που αντί για το Έτος Σκαλκώτα προτιμάμε να εορτάζουμε το Έτος… Ολιβιέ Μεσσιάν.

Εμείς είμαστε που στήνουμε εκθέσεις και αναδρομικές σε κάθε μικρομεσαίο διάττοντα και που στέλνουμε στις Μπιενάλε και τις Εκθέσεις Βιβλίου ανά την υφήλιο σμάρι τους μίμους και τα εκάστοτε πιο φρέσκα βλαστάρια μας, αλλά που ποτέ δεν τολμούμε να προβάλουμε έξω καταπώς τους αξίζουν τα αληθινά, διαχρονικά μας επιτεύγματα. Τον Γιαννούλη Χαλεπά, λ.χ., ώστε να καταφανεί ότι πρόκειται για μιαν από τις μεγαλύτερες φυσιογνωμίες της ευρωπαϊκής γλυπτικής. Ή τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, ασυζητητί έναν από τους μεγαλύτερους διηγηματογράφους της δυτικής λογοτεχνίας.

Εμείς είμαστε που ευτελίσαμε την ελληνική γλώσσα, που την εξοβελίσαμε από τον δημόσιο χώρο, από τις επιχειρήσεις και τα προϊόντα μας, που λατινογραφούμε και γκρηκλίζουμε ό,τι οικειότερό μας, και καταπίνουμε αμάσητα όλα αυτά τα τρισάθλια Super League και Mega Channel και Megaron Plus και Olympic Air και Hot Spots και Capital Controls, και δεν συμμαζεύεται.

Εμείς είμαστε που απαξιώσαμε με αφόρητη πόζα τη σπουδαία κληρονομιά του Φεστιβάλ Αθηνών και των Επιδαυρείων και με απίστευτη άγνοια και έπαρση ζητάμε κάθε φορά να μηδενίσουμε ξανά το κοντέρ μόλις τύχει και ‘ρθούμε στα πράγματα. Εκείνων των θεσμών δηλαδή που με όχημά τους το Εθνικό Θέατρο κατέστησαν την αττική τραγωδία κτήμα κοινό, εμπειρία αυτονόητη για κάθε μορφωμένο Έλληνα, και που μέσω του Κάρολου Κουν εμφύσησαν, επίτευγμα μοναδικό διεθνώς, νέα ζωή στην αττική κωμωδία συνδέοντάς την με την πολύχυμη λαϊκή μας κουλτούρα.

Ποια «ελληνική τέχνη» λοιπόν θυμηθήκαμε τώρα να προασπιστούμε, κι από ποιον; Όποιος δεν εκτιμά αυτό που έχει, όποιος δεν μπορεί να το δει στο φως της ιστορίας και της συλλογικής μνήμης, όποιος νομίζει ότι είναι υποχρεωμένος κάθε πέντε-δέκα χρόνια να επινοεί εκ νέου τον κόσμο του σαν κακομαθημένος νεόπλουτος που αλλάζει ντεκόρ στη παραλιακή του βιλίτσα, αυτός ούτε την τέχνη των άλλων, των ξένων πολιτισμών, μπορεί ποτέ να εκτιμήσει και να δεξιωθεί.

Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να την καταναλώνει παθητικά, παρασιτικά, σαν κομπλεξικό μαθητούδι, χωρίς να υποψιάζεται καν περί τίνος πρόκειται. Και φυσικά να την καταχειροκροτεί σάν καλοκουρδισμένο αυτόματο βέβαιος ότι ε, αφού μας έρχεται απ’ έξω, δεν μπορεί παρά να είναι σπουδαία…

Τον Φαμπρ και τις φάμπρικές του εύκολα κανείς τις αντιμετωπίζει και τις προσπερνά αν η αυτοκατανόησή του είναι υγιής, αν έχει καν τέτοια δική του αυτοκατανόηση και δεν έχει μάθει να βλέπει τον εαυτό του με τα μάτια του άλλου. Η «αποικιοκρατία» που τώρα καταγγέλλουμε, είναι πρώτα απ’ όλα αποικιοκρατία εθελούσια, οικειοθελής. Είναι αυτή η γελοιώδης ξενομανία μας, που πατώντας σε χρόνιες εθνικές ανασφάλειες, πηγαίνει χέρι χέρι με την υποτέλεια και την εξάρτηση σε όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής μας, από την οικονομία ώς την εξωτερική μας πολιτική. Και που φανερώνει ανέκαθεν δύο τινά: Το σύμπλεγμα του φτωχού συγγενούς, που μασκαρεύεται στα μεγάλα σαλόνια για να κρύψει τον αληθινό του εαυτό. Και την ξιπασιά του δήθεν κοσμοπολίτη, που με μια πόζα φερμένη απ’ τα ξένα νομίζει πως θ’ αποσβολώσει τους ιθαγενείς.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

«Γράμμα από τις Βρυξέλλες», μετά την τρομοκρατική επίθεση

20160326_123523

Βρυξέλλες, 25 Μαρτίου 2016

Φιλενάδα μου,

έχουν περάσει τέσσερις μέρες από τη μεγάλη τρομοκρατική επίθεση στις Βρυξέλλες που ξεπέρασε εκείνη του Παρισιού, τόσο λόγω του αριθμού των θυμάτων, όσο –κυρίως– λόγω πρεστίζ του πλήγματος. Από τη μια, βλέπεις, ήταν χτύπημα αναμενόμενο, λόγος για τον οποίο η πόλη βρισκόταν εδώ και μήνες σε κατάσταση συναγερμού, από την άλλη, οι Βρυξέλλες είναι η έδρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Οργάνων της. Μάλιστα ένα από τα χτυπήματα πραγματοποιήθηκε –ειρωνικώ τω τρόπω– στα θεμέλιά τους: στον αντίστοιχο υπόγειο σταθμό του μετρό.

Όπως βλέπεις, λοιπόν, και εσύ διαψεύστηκες που έλεγες πως δεν θα με πετύχουν λόγω των συχνών μου μετακινήσεων, και εκείνοι που βιάζονταν να με ‘επιπλήξουν’ για το γεγονός ότι θεωρούσα τα μέτρα ασφαλείας κωμικά και ανώφελα. Το ίδιο κωμικά και ανώφελα θεωρώ τα σχόλια και τις απαιτήσεις των Βέλγων και όσων άλλων Ευρωπαίων τα βάζουν με τον Σουλτς και τον κάθε Σουλτς, απαιτώντας ασφάλεια ως ευρωπαϊκό κεκτημένο. Ούτε ο Σουλτς ούτε κανένας άλλος μπορεί να εγγυηθεί κάτι τέτοιο, για τον απλό λόγο ότι ο ανθρώπινος νους πάντα θα εφευρίσκει τρόπους δράσης και παράκαμψης των όποιων μέτρων, απαγορεύσεων, νόμων κ.ο.κ.

Well, Europe, welcome to the world! Λες κι έχουμε βαλθεί να νικήσουμε σε διαγωνισμό μυωπισμού, οι Ευρωπαίοι τα θέλουμε όλα δικά μας. Θέλουμε η Ευρώπη μας να είναι παγκόσμιος παίκτης, αλλά ταυτόχρονα να χαίρει μόνο των προνομίων μιας τέτοιας θέσης. Ε, λοιπόν, ήρθε ως φαίνεται η ώρα, η Ευρώπη να σταματήσει να είναι το όμορφο, ασφαλές, κλειστό στον εαυτό της χωριό που ήταν ώς τώρα και να γίνει μέρος του κόσμου. Τόσο το προσφυγικό-μεταναστευτικό ζήτημα, όσο και η τρομοκρατία δεν συνιστούν τάσεις, αλλά καταστάσεις που θα την αλλάξουν για πάντα. Όσα σύνορα και να κλείσουμε, όσο και να το αρνιόμαστε, δεν θα καταφέρουμε τίποτα. Γιατί πολύ απλά, η ζωή και η ιστορία υπερβαίνει και τον άνθρωπο, και την Ευρώπη, ακόμη και τις ΗΠΑ, αυτόν τον ηγεμόνα που μετά τους ινδιάνους, τους Ρώσους, τους Αφρικανούς, τώρα τους Άραβες, και πάντα με την υπερκατανάλωση, ποιος ξέρει, ίσως από σφάλμα, ίσως ηθελημένα, καταφέρει επιτέλους ν΄ αφανίσει το ανθρώπινο είδος από προσώπου γης και ησυχάσει επιτέλους. Έτσι θα αποδειχθούν προφητικές και οι ταινίες τους. Άσε που, σε έναν κόσμο που έχει σχεδόν εφεύρει το αντίδοτο για το AIDS και διάφορες μορφές καρκίνου, και ο μέσος όρος ζωής έχει αυξηθεί κατά πολύ, ο νέος τρόπος ‘φυσικής’ εξισορρόπησης μπορεί να είναι η τρομοκρατία: η νέα μάστιγα του αιώνα.

Ο μυωπικός εγωκεντρισμός όμως εμφανίζεται και σε μικροκλίμακα: σε απόψεις που ακούγονται, σε ερμηνείες που δίνονται. Οι βόμβες, λέει, περιείχαν καρφιά για να προκαλέσουν περισσότερο πόνο στα θύματα. Δεν σκέφτεται άραγε κανείς ότι, πολύ απλά, μην έχοντας τον τρόπο να προμηθευτούν πρώτη ύλη για τους αυτοσχέδιους μηχανισμούς τους, π.χ. σίδηρο, χωρίς μάλιστα να δώσουν στόχο, οι τρομοκράτες την προμηθεύτηκαν όπου και όπως μπορούσαν; Ή μήπως δεν συνηθιζόταν αυτή η μέθοδος και στους ευρωπαϊκούς πολέμους, ελλείψει πολεμοφοδίων; Δεν μας ενδιαφέρει. Μας νοιάζει να εκμεταλλευτούμε το γεγονός για προπαγάνδα και για να ενδυναμώσουμε το μίσος.

Φλυάρησα, όμως, φίλη μου, κι εσύ θα θέλεις να μάθεις για το κλίμα εδώ, τους ανθρώπους, τη διάθεση. Είναι και το Πάσχα των καθολικών –όχι ότι το παίρνει κανείς είδηση, χωρίς στολισμούς, καμπάνες, και με ανοιχτά τα καταστήματα. Καταφέραμε να μην έχουμε πίστη, και μας φταίνε αυτοί που πιστεύουν. Καταφέραμε να μην ξεχωρίζει το αρσενικό από το θηλυκό (και το ανάμεσό τους που λέει και ο ποιητής) και μας φταίνε εκείνοι που τα διαχωρίζουν σαφώς. Χθες περπατούσα στο δρόμο και μπροστά μου προπορεύονταν τρεις νέοι: ένα ζευγάρι γυναικών που περπατούσε χέρι-χέρι και δίπλα τους ένας φίλος τους, περισσότερο θηλυπρεπής και από τις δυο τους. Τον τελευταίο μήνα, ισάριθμοι με τους άντρες που με φλέρταραν ήταν ένας υπερήλικας, ένας παντρεμένος! ομοφυλόφιλος και μια λεσβία. Δικαιώματα έχουν και οι μεν και οι δε και όλοι, και ξέρεις πως τα υπερασπίζομαι. Βρίσκομαι όμως –ειδικά τώρα– στη μέση, να αναρωτιέμαι ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο, για την ακρίβεια, ποιον δικαιώνει η ζωή, ο κόσμος, η ιστορία –όπως θες πες το– και ποιον όχι. Μήπως φτάσαμε να είμαστε για γέλια (ή για κλάματα); Και αν αυτή ακόμη ήταν ανέκαθεν η συνθήκη του ανθρώπου, τώρα ένα παραπάνω.

Στο δρόμο, αλλά και μέσα από το σπίτι ακόμη, αντιλαμβάνομαι ένα μούδιασμα, κάτι που θα συμβαίνει και σε ολόκληρη την Ευρώπη φαντάζομαι. Ειδικά το επόμενο πρωί της επίθεσης, ήταν σαν να είχε χιονίσει: μια αλλόκοτη ησυχία, ήχοι μουντοί, σαν μέσα από αφρολέξ ηχομόνωσης, ενώ η κίνηση στους δρόμους –από αυτοκίνητα και πεζούς–, ήταν κανονική. Μάλιστα, οι πεζοί έμοιαζαν περισσότεροι, αποφεύγοντας μάλλον τα μέσα μαζικής μεταφοράς.

Περισσότερο από τις μεσίστιες σημαίες στα Ευρωπαϊκά Όργανα και τα κρατικά κτίρια, αλλά και το μαύρο κορδελάκι πένθους στο Γούγλη, είναι κυρίως οι ‘μικρές’, εξατομικευμένες κι αυθόρμητες εκδηλώσεις εκείνες που αποτυπώνουν το γενικότερο αίσθημα: οι βέλγικες σημαίες που ξεφύτρωσαν από παράθυρα, η δεμένη κόμπο σημαία στο απέναντι μπαλκόνι ή το σημείωμα στην είσοδο μιας κάβας!, με μια καρδιά στα χρώματα του Βελγίου να αιμορραγεί: «Είμαστε μαζί σας!» Απ’ ό,τι φαίνεται, το κρασί δεν κατορθώνει ούτε ν’ ανυψώσει τα πνεύματα ούτε να παράσχει –έστω πρόκαιρη– λήθη.

Κι όχι μόνο αυτό. Το μεσημέρι εκείνης της Τρίτης κοιτούσα έξω από την τζαμαρία του Κοινοβουλίου. Μια λευκή και μια ροζ. Οι αμυγδαλιές εξακολουθούν να ανθίζουν. Χθες και σήμερα τα χαράματα με ξύπνησε έξω από το παράθυρο ένα πουλί που καλωσόριζε κελαηδώντας την αυγή. Έρχεται η άνοιξη. Λίγο πριν, όπως και χθες το απόγευμα, πέρασα από τον ίδιο δρόμο. Χθες, με προσπέρασαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα –τόσο που έλεγα πως θα τιναχτούν οι ρόδες στο παλιό πλακόστρωτο– τρία περιπολικά και στη συνέχεια χωρίστηκαν στη διχάλα του δρόμου. Λίγο παραπάνω, τα ανυποψίαστα μάτια μου είδαν πως είχαν αποκλείσει το στενό και οι αστυνομικοί πραγματοποιούσαν έφοδο. Σήμερα, στο ίδιο σημείο, μια άλλη πομπή, με επαναλαμβανόμενες κόρνες. Στον ήλιο στραφτάλιζε το λευκό νυφικό της μουσουλμάνας νύφης και τα βαμμένα με χένα χέρια της εξείχαν από την οροφή της μερσεντές και χόρευαν –χόρευε ολόκληρη στο πίσω κάθισμα. C’ est la vie…

… και σε φιλώ,
Ε.

Κείμενο/φωτογραφία: Έλενα Σταγκουράκη

Συμπόσιο για τον Π. Κονδύλη

Αφίσα Συμποσίου α

Δελτίο Τύπου

«Η σκέψη είναι από τη φύση της πολεμική»
ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΟΝΔΥΛΗ

«Δεν υπάρχουν ιδέες. Υπάρχουν μόνον ανθρώπινες υπάρξεις μέσα σε συγκεκριμένες καταστάσεις… οι ιδέες ούτε νικούν ούτε νικιούνται, παρά η νίκη ή η ήττα τους εκπροσωπεί συμβολικά την επικράτηση ή την καθυπόταξη ορισμένων ανθρώπινων υπάρξεων.»
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ, Ισχύς και Απόφαση, 1984

ΔΕΚΑΟΧΤΩ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ του κορυφαίου Έλληνα στοχαστή, και με αφορμή την κυκλοφορία στα ελληνικά της μελέτης του Συντηρητισμός: Ιστορικό περιεχόμενο και παρακμή (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2015), η εξαμηνιαία επιθεώρηση λόγου και ιδεών Νέο Πλανόδιον σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Συντηρητικής Πολιτικής διοργανώνουν στην Αθήνα συμπόσιο αφιερωμένο στη σκέψη του. Μετέχουν πανεπιστημιακοί, συγγραφείς, παλαιότεροι και νεώτεροι μελετητές οι οποίοι θα θίξουν ποικίλες πλευρές της: ζητήματα πολιτικά, οικονομικά, ιστορικά αλλά και αμιγώς φιλοσοφικά. Ιδιαίτερο βάρος θα τεθεί σε θέματα που αφορούν την νεοελληνική ιστορία και την παρούσα κρίση.

Το Συμπόσιο θα έχει διήμερη διάρκεια και θα λάβει χώρα στην αίθουσα του Διαμερισματικού Συμβουλίου του Δήμου Αθηναίων, Πανόρμου 59, στις 9 και 10 Απριλίου 2016.

Στις 9 Απριλίου, ημέρα Σάββατο, και ώρα 19.00, το Συμπόσιο θα ανοίξει με συζήτηση στρογγυλής τραπέζης και θέμα:

2010-2016: Ευκαιρίες και χίμαιρες
Η ελληνική διανόηση απέναντι στην Κρίση

Μετέχουν οι:
– Ανδρέας Ανδριανόπουλος, διευθυντής του Ινστιτούτου Διπλωματίας του Αμερικανικού Κολλεγίου της Ελλάδος, πρώην υπουργός
– Γιάννης Κιουρτσάκης, μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος
– Κώστας Μελάς, οικονομολόγος, καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου
– Παντελής Μπουκάλας, δημοσιογράφος, ποιητής, κριτικός λογοτεχνίας
– Νίκος Ξυδάκης, Αναπληρωτής Υπουργός Εξωτερικών, δημοσιογράφος, τεχνοκριτικός
Συντονίζει ο Κώστας Κουτσουρέλης, συγγραφέας, διευθυντής του Νέου Πλανόδιου.

Στις 10 Απριλίου, σε τέσσερις πρωινές και απογευματινές συνεδρίες ακολουθούμενες από συζήτηση με τους παρισταμένους και το κοινό, θα εισηγηθούν οι:

Α’ συνεδρία: Φιλόσοφοι και ιδέες (11.00 – 12.20)
– Σωτήρης Γουνελάς, συγγραφέας, πρώην διευθυντής περιοδικού Σύναξη («Ο Μαρξ, ο Κονδύλης και η Αρχαία Ελλάδα»)
– Γιώργος Ξηροπαΐδης, καθηγητής, κοσμήτωρ Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών («Είναι-προς-θάνατον: Κονδύλης και Χάιντεγγερ. Μια κριτική θεώρηση»)
– Πέτρος Πολυμένης, συγγραφέας, διδάκτωρ φιλοσοφίας («Διαθλάσεις ηδονισμού»)

Β’ συνεδρία: Διεθνής και ευρωπαϊκή πολιτική (12.40 -14.00)
– Κώστας Μελάς, καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου («Το Οικονομικό στην προβληματική του Π. Κονδύλη. Η περίπτωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης»)
– Κώστας Κουτσουρέλης, συγγραφέας, διευθυντής περιοδικού Νέο Πλανόδιον («‘…ο συγκλονιστικότερος και τραγικότερος της ανθρώπινης ιστορίας’. Ο Π. Κονδύλης και ο 21ος αιώνας»)
– Κυριάκος Μικέλης, λέκτορας Διεθνών Σχέσεων Πανεπιστημίου Μακεδονίας («Το Διεθνές και οι Ιδέες στον Παναγιώτη Κονδύλη»)

Γ’ συνεδρία: Περί μεθόδου, συγκριτικής και προσλήψεως (17.00-18.20)
– Λεωνίδας Σταματελόπουλος, πολιτικός επιστήμονας, μέλος της συντακτικής ομάδας του Νέου Πλανόδιου («Ο Παναγιώτης Κονδύλης ως ιστορικός των ιδεών και το πρόβλημα της μεθόδου»)
– Γιώργος Αντωνιάδης, διεθνολόγος, διευθύνων εταίρος του Ινστιτούτου Συντηρητικής Πολιτικής: («Finis Graeciae ή Οι αιτίες της παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας: Γιανναράς και Κονδύλης»)
– Δημήτρης Δικαίος, νομικός, πολιτικός επιστήμονας («Η πρόσληψη του Παναγιώτη Κονδύλη από τη γερμανική διανόηση»)

Δ’ συνεδρία: Ζητήματα νεοελληνικής ιστορίας (18.40-20.00)
– Ηλίας Παπαγιαννόπουλος, επ. καθηγητής Πανεπιστημίου Πειραιώς («Σκόρπιες μνήμες σε παράμερο τόπο: Ο Παναγιώτης Κονδύλης και το αίτημα της νεοελληνικής ιστορικότητας»)
– Κώστας Χατζηαντωνίου, συγγραφέας, ιστορικός («Νευρωτική παραδοσιολατρεία και ευρωφιλικός παρασιτισμός: η παρακμή ως εθνική ενότητα»)
– π. Ευάγγελος Γκανάς, θεολόγος («Κράτος και Εκκλησία. Ιστορία και προοπτικές μιας περίπλοκης σχέσης: ένα σχόλιο υπό την προοπτική του έργου του Παναγιώτη Κονδύλη»)

Η είσοδος είναι ελεύθερη. Για τους ενδιαφερόμενους θα διατεθούν βεβαιώσεις συμμετοχής. Οι εισηγήσεις του Συμποσίου θα συγκεντρωθούν προσεχώς σε ειδικό αφιερωματικό τεύχος του Νέου Πλανοδίου.

ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ
Εξαμηνιαία επιθεώρηση
λόγου και ιδεών
Στ. Κουμανούδη 3, 11474 Αθήνα
τηλ.: 210 6442386, 6982713957
neoplanodion@gmail.com
http://www.neoplanodion.gr
http://www.facebook.com/NeoPlanodion

Κώστας Κουτσουρέλης: Μια ομολογία ενοχής

GUILTY

 

Όπως με τους αριστερούς φίλους όλη την περσινή χρονιά, όπως με τους ευρωπαϊστές και φιλελεύθερους φίλους ενίοτε, ή τους ομοτέχνους άλλοτε για ποικίλες αφορμές, μου συμβαίνει συχνά, πολύ συχνά ομολογουμένως τον τελευταίο καιρό, να στενοχωρώ φίλους και συνομιλητές με όλα αυτά που γράφω περί προσφυγιάς και περί μετανάστευσης. Αρκετές φορές, όταν όλα τα άλλα εμπράγματα επιχειρήματα παροπλιστούν –αν και πρέπει να ομολογήσω ότι τέτοια σπανίως μου αντιτάσσονται–, αυτό που μένει στην ατμόσφαιρα να επικρέμαται εναντίον μου είναι η μομφή, κάτι μεταξύ παραπόνου και καταγγελίας: ότι μου λείπει η συμπόνια, ότι δεν έχω καρδιά, ότι αυτό που απουσιάζει από τα λεγόμενά μου είναι ο ανθρωπισμός.

Ένα τέτοιο κατηγορητήριο δεν μου φαίνεται κακή αφετηρία. Ας ξεκινήσω λοιπόν με μια ομολογία ενοχής, κι ας ονοματίσω εδώ το ακατονόμαστο: δεν είμαι ανθρωπιστής. Ο ανθρωπισμός στα μάτια μου είναι ένα ιδεολόγημα. Μια αυταπάτη. Πατάει πάνω στην πλανερή παραδοχή ότι ο άνθρωπος είναι φύσει αγαθός και ότι αρκεί να τον απαλλάξεις από τα έξω του βάρη που τον κάνουν «κακό» (τις μολυσμένες ιδέες και λέξεις, τις φρικτές ύπερθεν εξουσίες) για να ανασάνει. Επιπλέον, ο ανθρωπισμός, ως ανθρωποκεντρισμός αυτή τη φορά, κρύβει μέσα του μια βαθιά έπαρση, είναι το αλαζονικό πιστεύω ενός βιολογικού είδους που επειδή ανέπτυξε αυτοσυνειδησία νομίζει ότι είναι ανώτερο απ’ όλα τα άλλα, και ότι γι’ αυτό και μόνο, η φύση, ο πλανήτης, το σύμπαν ολόκληρο, με επικεφαλής του τον Μεγαλοδύναμο, οφείλει να τον υπηρετεί. Μόνο μια τέτοια αλαζονεία εξηγεί το γεγονός ότι τούτο το βίαιο, βάναυσο βιολογικό είδος, το πιο απάνθρωπο που έχει περπατήσει πάνω στη γη, έχει βαφτίσει τα υψηλότερα, τα ευγενέστερα ιδεώδη που μπορεί να διανοηθεί, με το όνομά του: «ανθρωπιά».

Τις δύο αυτές πλάνες, την αυταπάτη και την έπαρση, τις συναντώ αδελφωμένες στο μεταναστευτικό. Στην αγιογράφηση του μετανάστη λ.χ. βλέπω την επείγουσα ανάγκη του ανθρωπιστή να βρει έναν υποδειγματικό τύπο ανθρώπου για να πιστέψει. Ένα πρότυπο όσο το δυνατόν αμόλυντο, απαλλαγμένο από την καιροσκοπία, την πονηρία και την ιδιοτέλεια την οποία –τόσο ορθά– εντοπίζει στον άμεσό του περίγυρο. Ο πρόσφυγας και ο μετανάστης σήμερα είναι ο πτωχός τω πνεύματι του Ιησού, ο ευγενής άγριος του Τάκιτου και του Ρουσσώ, ο αλυσοδεμένος προλετάριος του Μαρξ, ο εν γένει πάσχων άνθρωπος. Απέναντι στη λογοκριτική ορμή αυτής της πεποίθησης, όποιος επιμένει όχι στην πρώτη όψη των πραγμάτων και στις ρητορικές δηλώσεις των πρωταγωνιστών της (στην προαίρεση και στα λόγια μας μπορούμε να είμαστε όλοι αγαθοί) αλλά στην αμείλικτη δυναμική της ανθρώπινης κατάστασης και της ιστορίας (πρόσφυγες -οι Γότθοι- γκρέμισαν την -ευεργέτιδά τους- Ρώμη· πρόσφυγες -οι Εβραίοι- ξεσπίτωσαν τους Παλαιστίνιους· μετανάστες οικονομικοί στις ΗΠΑ, την Αυστραλία και αλλού ευθύνονται για την γενοκτονία των αυτοχθόνων πληθυσμών), είναι λογικό να αντιμετωπίζεται ώς απολογητής, αυτοθέλητος κήρυκας του απάνθρωπου. Το συνήθειο να τα βάζουμε με τον αγγελιαφόρο όταν το μήνυμά του μας οχλεί είναι πανάρχαιο. Ο Ληρ αποκτά επίγνωση της αφροσύνης του όταν είναι αργά. Κανείς δεν αγαπά τους μάντεις κακών. Κανείς δεν συμπαθεί την Κασσάνδρα. Ας είναι ωστόσο, so be it. Γένοιτο.

Ότι η αγαθότητα (όπως και η μοχθηρότητα) δεν είναι φύσει αλλά θέσει ιδιότητα, παραπροϊόν της ίδιας πάντοτε επικαθοριστικής μας ορμής, της αυτοσυντήρησης, ο ανθρωπιστής δεν μπορεί να το παραδεχτεί. Τι ανθρωπιστής θα ήταν τότε; Όμως όλα στον βίο μας είναι ιδιοτελή, όλα υπηρετούν πρωτίστως τις δικές μας ανάγκες. Ενίοτε, όταν οι εξωτερικές συνθήκες βοηθούν, και όταν η ισορροπία αυτών των δικών μας αναγκών με τις ανάγκες του εκάστοτε άλλου είναι η σωστή (η ενσυναίσθηση εδώ βοηθάει), παίρνει σάρκα και οστά εκείνη η υπερπολύτιμη αρμονία που ονομάζουμε δικαιοσύνη. Όμως για λίγο. Κι αυτό δεν αναιρεί σε τίποτα την ανεκκρίζωτη ιδιοτέλεια της αρχικής μας πράξης.

Τώρα, η συμπόνια ως στρατηγική επιβίωσης διηθημένη μέσα από το φίλτρο της συγγένειας πρώτα, και εξακτινωμένη αργότερα σε όλο το κοινωνικό σώμα, μέχρι το νοερό, αφηρημένο επίπεδο της ανθρωπότητας και της ίδιας της ζωής, είναι ασφαλώς κατάσταση φυσική. Μόνο όμως στο μέτρο που δεν θίγει την αυτοσυντήρηση· όταν ναρκοθετεί τα βιοτικά και κοινωνικά θεμέλια, τότε ισοδυναμεί με αυτοχειριασμό. Ο οίκτος για να πιάσει τόπο πρέπει να λογοδοτεί στην πραγματικότητα. Πρέπει να τον αντέχει πρώτα απ’ όλα αυτός που τον προσφέρει. Ειδάλλως, είναι γέννημα όχι της καλής καρδιάς αλλά της πλάνης, ή, ακόμη χειρότερα, της πιο βαθειάς αλαζονείας: γέννημα της ανάγκης μας να φανούμε ηθικώς ανώτεροι όχι στον άλλο μόνον, ώστε να μας θαυμάσει και να μας ευγνωμονεί, αλλά κυρίως (και εδώ έγκειται η υπουλότητά του) στα ίδια τα μάτια μας. Οι χριστιανοί ασκητές εδώ έχουν να μας διδάξουν πολλά, την πιο φρικτή του μορφή την παίρνει ο δαίμων όταν φοράει τη μάσκα της αυταρέσκειας. Και ο Στέφαν Τσβάιχ στον Επικίνδυνο οίκτο μάς έχει δώσει το συγκλονιστικό του πορτραίτο.

Θα ρωτήσει κανείς: Και μένουμε απαθείς εμπρός στον πόνο που αντικρίζουμε; Δεν δρούμε, δεν αντιδρούμε εμπρός στο κακό; Η απάντηση είναι ναι, αντιτασσόμαστε στο Κακό: δεν του ανοίγουμε διάπλατα την πόρτα. Ο Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ, δεκαετίες πρωτύτερα, περιέγραψε με μοναδική ψυχολογική ακρίβεια τη βαθιά δυσθυμία που αθέλητα καταλαμβάνει τον άνθρωπο, κάθε άνθρωπο, εμπρός στον Ξένο. Το σκηνικό είναι εκείνο του κουπέ σ’ ένα τραίνο εν κινήσει. Ο μόνος ώς τότε επιβάτης αντιδρά με ενστικτώδη ενόχληση όταν την ηρεμία, την άνεση της μόνωσής του, έρχεται να χαλάσει ένας νεοφερμένος. Χρειάζεται να περάσει λίγος χρόνος, κάποια λεπτά, ώσπου να συνηθίσει την παρουσία του και να συμβιβαστεί πια ψυχικά μαζί της, αναγνωρίζοντας στον συνεπιβάτη του ότι έχει κάθε δικαίωμα να βρίσκεται εκεί. Μέχρι τον επόμενο σταθμό, οπότε ένας τρίτος κι ένας τέταρτος επιβάτης έρχονται να πάρουν θέση στα διπλανά τους καθίσματα. Τότε, σημειώνει ο Εντσενσμπέργκερ, την αρχική εκείνη ενόχληση του ενός την βλέπεις πια να διευρύνεται, δεν είναι μόνο εκείνος, αλλά και ο δεύτερος επιβάτης που την συμμερίζεται, κι από κοινού πια κι οι δυο, μέσα σε μια αναπάντεχη άδηλη αλληλεγγύη την στρέφουν προς τους νέους «εισβολείς».

Με αυτήν την εικόνα ο Εντσενσμπέργκερ περιέγραφε αλληγορικά την κοινωνική κατάσταση στην Ευρώπη των μεταπολεμικών μεταναστευτικών ρευμάτων και των ήδη τότε διαφαινόμενων αντιδράσεων. Περιέγραφε έναν πανίσχυρο ψυχικό αυτοματισμό δηλαδή σε μια ανώδυνή του εκδήλωση, ώστε να εννοήσουμε τη δυναμική και τις ακραίες του συνέπειες – που μόλις σήμερα αρχίζουμε κάπως να τις υποψιαζόμαστε. Ο Παναγιώτης Κονδύλης το ίδιο αυτό αίσθημα, παροξυμένο πλέον ώς την ύπατή του αναβαθμίδα, το συνόψισε σε δύο αράδες. Τα φασίζοντα και ακροδεξιά αντιμεταναστευτικά ρεύματα που αυτή τη στιγμή μας απειλούν στην Ευρώπη, γράφει, δεν τα τρέφει τόσο μια ιδεολογία ή ένα νοσηρό ιδεώδες ρατσιστικής υφής αλλά κάτι βαθύτερο, στοιχειακό, η «επιθετικότητα του ζώου όταν ένα άλλο ζώο εισδύει στη φωλιά του». Όταν παραγνωρίζουμε τον ποσοτικό παράγοντα στα θέματα της μετανάστευσης, χάνουμε την επαφή με την πραγματικότητα. Κι άλλοι σημαντικοί συγγραφείς, λ.χ. ο Καστοριάδης, έχουν εγκαίρως επισημάνει την ακρισία μιας μεταναστευτικής πολιτικής που φαντάζεται ότι αρκεί να παραχωρήσει στον μουσουλμάνο επήλυδα ιθαγένεια και πολιτικά δικαιώματα για να τον κάνει να προσχωρήσει εθελουσίως στον δυτικό τρόπο ζωής.

Υπάρχει στα νομικά μια κρίσιμη έννοια, εκ των ων ουκ άνευ. Και ισχύει εξίσου για την πολιτική: impossibilium nulla est obligatio – δεν μπορούμε να αξιώνουμε από κάποιον τα αδύνατα. Πολλώ δε μάλλον: δεν γίνεται να απαιτούμε από κάποιον να βλάψει ανήκεστα τον ίδιο τον εαυτό του. Κι όμως αυτό ακριβώς πράττει εξήντα σχεδόν χρόνια τώρα η Ευρώπη, αξιώνει από τον εαυτό της, και από τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς που την κατοικούν, το αδύνατο. Εξήντα χρόνια διαρκών αποτυχιών, που γέννησαν γκέττο, εκκόλαψαν τρομοκρατικές οργανώσεις και φανατικούς ζηλωτές, γιγάντωσαν την εγκληματικότητα και την ανομία και ανέστησαν από τις στάχτες του το φίδι του φασισμού και της πολιτικής ακρότητας. Τα γεγονότα του περασμένου έτους εικονογραφούν αρκετά πιστά την κατάστασή μας.

Σήμερα έχουμε φτάσει στο απόγειο της παραδοξότητας. Σ’ ένα σημείο όπου ο μεγαλύτερος κίνδυνος που αντιμετωπίζουμε δεν είναι ίσως ούτε η ακροδεξιά ούτε η ισλαμιστική βία, ούτε οι κοινωνικές συγκρούσεις ούτε οι εκατέρωθεν ρατσισμοί που τις συνοδεύουν. Αλλά αυτός ο αστόχαστος ιδεαλισμός, αυτός ο άκριτος ανθρωπισμός που επιμένει να τους δίνει τροφή, αποθαρρύνοντας κάθε συζήτηση επί της ουσίας, κάθε απόπειρα να δούμε το πρόβλημα στις πραγματικές του διαστάσεις – άρα και κάθε δυνατότητά μας να το αντιμετωπίσουμε.

Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που τον δρόμο προς την κόλαση τον στρώνουν οι καλές προθέσεις – ετερογονία των σκοπών ονομάζουν το φαινόμενο οι φιλόσοφοι. Ωστόσο τι ωφελεί να το επισημαίνεις; Όποιος δεν καταλαβαίνει τον πόνο, δεν έχει καρδιά, σου απαντούν. Να το παραδεχθώ. Τι γίνεται όμως μ’ αυτόν που δεν έχει μυαλό;

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Ίππος Υψαύχης: Θέλουμε ξανά στη σκηνή τον Αρλεκίνο!

AcrobatandYoungHarlequin

 

Ένα από τα θέματα που είχε κατά νου ο Johann Christoph Gottsched, όταν το 1730 δημοσίευσε το έργο του Kritische Dichtkunst, ήταν να καθαρίσει το θεατρικό τοπίο από την επιδερμική, ex tempore, απλοϊκή, πληβειακή φάρσα του ιταλικού θεάτρου, της Commedia γενικώς. Αν και μπροστά του είχε να αντιμετωπίσει τη γερμανική εκδοχή του κεντρικού ήρωά της, την χονδροειδή, αισχρολόγα και μπουφόνικη φιγούρα του Hans Wurst, στο βάθος στόχευε τον λεπτό, ευκίνητο, διφορούμενο, θρυμματισμένο και ευάλωτο Harlequin. (Τι απρέπεια κι αυτή μερικών δημοσιογράφων που χαρακτηρίσαν κάποτε “Αρλεκίνο” τον Μπερλουσκόνι !) Έριξε λοιπόν, παρέα με την ηθοποιό φράου Neuber, το μοιραίο σύνθημα: “Κατεβάστε επιτέλους τον Αρλεκίνο από τη σκηνή!”

Εμπνεόταν ασφαλώς από ευγενή κίνητρα. Στα μάτια του ψηλόκορμου, εύρωστου Πρώσσου όλοι αυτοί οι παρακμιακοί τύποι της Commedia dell’Arte αντιπροσώπευαν στην καλύτερη περίπτωση ένα ανεπίστρεπτο παρελθόν, ενώ στη χειρότερη παρακμιακούς, τυποποιημένους, ρηχά διασκεδαστικούς τύπους, ανάξιους για το πεπρωμένο ενός λαού που επεφύλασσε για τον εαυτό του τον απόλυτο ιστορικό ρόλο. Άξιζε σ’ αυτό το λαό μια κωμωδία αλλά και ένα δράμα σαν του Πλαύτου, του Τερέντιου, των Ελλήνων τραγικών. Ανάγκη πάσα να ανέβει το γούστο του κοινού και να τεθούν στόχοι στους συγγραφείς: (προτεσταντική) σοβαρότητα, (γερμανική) υψιπέτεια, (αγγλική) έμπνευση, κριτικό πνεύμα.

Όχι άλλοι zanni, τέρμα οι burlae, στο βεστιάριο με τη ναφθαλίνη ο Πιερότος (Πεντρολίνο), ταξικό και ηθικό alter ego του Αρλεκίνου, η Κολομπίνα, ο καυχησιάρης Καπιτάνο, ο Πουλτσινέλλα, ο Πανταλόνε, η Ιναμοράτα, ο Τουρλουπέν και οι λοιποί παρδαλοί “παγαπόντηδες”. Με απόφαση του αυτοκράτορα (της Αγίας Ρωμαϊκής) Ιωσήφ Β΄ άπαντες της παρέας αντάλλαξαν το δικαίωμά τους να βγαίνουν ενίοτε απ’ το μπαούλο, σαν ξεχαρβαλωμένοι φασουλήδες, με τον απαράβατο όρο να μην ανοίξουν ποτέ πια το στόμα τους: υποχρεώθηκαν να μετατραπούν στις γνωστές θλιμμένες, βουβές φιγούρες της παντομίμας, καταδικασμένες στην εξοντωτική ποινή της ανοίκειας μορφής. Μοναδικός φιλόξενος και αληθινά χαρούμενος για τους φίλους μου “ευρωπαϊκός” τόπος από το 19ο και μετά οι πανέμορφοι κήποι Τίβολι στην Κοπεγχάγη. Ας είναι!

Οι γραμμές χαράχτηκαν

Το εγχείρημα του Gottsched ήταν ασφαλώς τεράστιο, σημαντικό, “σοβαρά” αμφιλεγόμενο. Το θέατρο πολύ περισσότερο από την ποίηση, τη λογοτεχνία και τις άλλες τέχνες υπολείπεται ως προς την αποσαφήνιση της συμμετοχής του στην υπό διαμόρφωση αστική δημόσια σφαίρα. Η αγωνία, η σπουδή και ο μονοκόματος τρόπος του Gottsched είναι κατανοητά σε μια εποχή που διχάζεται από θρησκευτικές έριδες, ιδεολογικούς σπαραγμούς και οδηγείται σε πολώσεις όπως από ακραίες αντιθεατρικές στάσεις (J.J. Rousseau, θρησκευτικός δογματισμός) έως καθωσπρέπει θεατρόφιλες (Gottsched, Diderot, Lessing,) με τον όρο το θέατρο να καθαρθεί από τους αμαρτωλούς πειρασμούς της φάρσας, των μπουρλέσκ θιάσων και της παρέας του Αρλεκίνου. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, πόση ήταν η προσπάθεια στην Ευρώπη, με τους Άγγλους να πρωτοπορούν, να βγει το δράμα από τους αριστοκρατικούς κύκλους και να αποδοθεί στα μεσαία αστικά στρώματα. (Κι εδώ με λύπη, για πολλοστή φορά, η διαπίστωση του χάσματος μεταξύ της θεατροκρατούμενης [κατά Παπαϊωάννου] αθηναϊκής δημοκρατίας με την απόλυτη συνάρθρωση δράματος – πολιτών – δημοκρατίας και της θεοκρατούμενης νεωτερικής Δύσης με την απόλυτη αμηχανία απέναντι τόσο στο δράμα όσο και στην κωμωδία).

Κι αν ενδεχομένως δεν έλειψαν απόπειρες διερεύνησης και επαναφοράς στοιχείων του κεντρικού ήρωα της Commedia τουλάχιστον από τον Θερβάντες, τον Μπέκετ, τον Τσάπλιν και πιο πάνω, για μένα, τον Πικάσο, κι αν ο ευρωπαϊκός καθωσπρεπισμός βρίθει από τετριμμένες αναφορές στο όνομά του, η πρόκληση να ανακαλύψουμε (ιδίως από την ελληνική πλευρά) ή να συνεχίσουμε την αναζήτηση αυτού του μυστηριώδη διονυσιακού ανδρόγυνου ταξιδευτή, αλχημιστή, μισού διαβόλου – μισού λυτρωτή είναι πέρα για πέρα παρούσα.

ΙΠΠΟΣ ΥΨΑΥΧΗΣ

«Γράμμα από τις Βρυξέλλες», 01.03.2016

γαλλια μουσουλμανοι τζιχαντ

Βρυξέλλες, 1 Μαρτίου 2016

Καλή μου,

μπήκε πια και επίσημα ο Μάρτιος. Μήνας της γυναίκας, της ποίησης, των εκδηλώσεων, των συζητήσεων σε στρογγυλή τράπεζα, των βιβλιοπαρουσιάσεων και των ταξιδιών, ο «τρελός» μήνας του χρόνου. Να μπορείς να φανταστείς τον πυρετό μου, πυρετό που παρ’ όλ’ αυτά θα επιθυμούσα –αλλά μάλλον αντικειμενικά δεν θ’ άντεχα– όλη τη χρονιά; Αλλά και πάλι, μεγάλες –και συχνά άγνωστες στον ίδιο– οι αντοχές του ανθρώπου.

Και σε όλα αυτά, προστίθενται η τραγωδία του μεταναστευτικού και ο τρόμος της τρομοκρατίας. Θαυμάζω τους ανθρώπους που άφησα πίσω και βρίσκουν το κουράγιο να αντικρίζουν καθημερινά εικόνες, να ακούν αριθμούς, κυρίως να βλέπουν πρόσωπα και μάτια. Ανάμεσά τους κι εσύ. Απ’ αυτά είμαι κάπως προστατευμένη. Λίγο η ξενιτιά, λίγο οι υποχρεώσεις, λίγο η ‘λογοκρισία’, το περνάω ελαφρά. Το δεύτερο όμως είναι εκείνο που δεν μου χαρίζεται, κάτι που ευτυχώς δεν έχει να αντιμετωπίσει άμεσα η Ελλάδα.

Ξέρεις ότι το φεστιβάλ φέτος για τη βία κατά των γυναικών είναι αφιερωμένο στις γυναίκες του μουσουλμανικού και αραβικού κόσμου. Το ίδιο ‘ελαφρά’ προσπαθώ λοιπόν να εκλάβω τα αιτήματα ‘φιλίας’ από τον Αλή, τον Μοχάμεντ και άλλους άντρες με αραβικά ονόματα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αιτήματα που ξαφνικά φέτος λαμβάνω σχεδόν καθημερινά. Το ίδιο ‘ελαφρά’ προσπαθώ να εκλάβω το γεγονός ότι οι προθέσεις τους κάθε άλλο παρά φιλικές είναι, τη στιγμή που υπερασπίζομαι τα δικαιώματα των γυναικών· πλασμάτων –κατά τη γνώμη τους– υποδεέστερων και ακάθαρτων που αξίζουν τη στέρηση μόρφωσης, την εξαφάνιση πίσω από μπούρκες και νικάμπ, τον ακρωτηριασμό του ποδιού επειδή φάνηκε ο αστράγαλος ή το λιθοβολισμό για δήθεν αδικήματα. Τίποτα. Πατώ το κουμπί «διαγραφή» και συνεχίζω. Πώς να γίνω φίλη με κάποιον, για τον οποίον δεν υπάρχω;

Αύριο μία από τις εκδηλώσεις στο Κοινοβούλιο αφορά το ρόλο των γυναικών στην καταπολέμηση της ισλαμοφοβίας. Ενθουσιάστηκα. Σε απορημένο σχόλιο φίλου, που θα γινόταν ίσως ακόμη περισσότερο αν διάβαζε τις προηγούμενες αράδες, απάντησα έμμεσα. Ποιος ο λόγος της απορίας; Τα ανθρώπινα δικαιώματα ισχύουν το ίδιο και ο αγώνας είναι ο ίδιος είτε για τη μουσουλμάνα που δέχεται βία από το σύζυγό της είτε για τον μουσουλμάνο, τον οποίο στη δύση απορρίπτουν ή αποφεύγουν ως ενδεχόμενο τρομοκράτη. Σήμερα μάλιστα το ’νιωσα στο πετσί μου. Συνήθως, όπως σου έχω ξαναγράψει, με περνούν για Ισπανίδα. Δεν ξέρω όμως τι συνέβαινε στο κεφάλι της γυναίκας σε κατάστημα οπτικών –οπτικών!– σήμερα το πρωί και κοιτούσε μια εμένα και μια την ομπρέλα μου, λες και κρατούσα καλάσνικοφ. Τα φώτα του καταστήματος αναμμένα, η πόρτα όμως κλειδωμένη· πηγαίνοντας ν’ ανοίξω, αντιστέκεται· συναγερμός ειδοποιεί για την άφιξή μου, ο μεγάλος καφετής σκύλος με κοιτάζει ωστόσο αδιάφορος από το εσωτερικό και πίσω μου εμφανίζεται η μικροκαμωμένη πενηντάρα υπάλληλος. Αφού ξεκλειδώνει, μπαίνουμε και τη ρωτάω, χαίρεται που δεν μπορεί να με εξυπηρετήσει, εξακολουθεί να με σκανάρει καχύποπτη, κρατάει από το περιλαίμιο το σκύλο –για να μη φύγει;–. Μπορεί το πρόβλημα να ήταν προσωπικής φύσης ή να ευθύνεται το γεγονός ότι το κατάστημα βρισκόταν σε στοά ή οτιδήποτε άλλο, ωστόσο τα όσα μας περιβάλλουν με οδήγησαν σε αυτή τη βιαστική ίσως ανάγνωση. Τουλάχιστον μπήκα στη θέση των γυναικών και αντρών που επειδή φορούν μαντήλα ή είναι απλώς πιο μελαχρινοί, τυγχάνουν αντιμετώπισης εξωγήινου.

Στο σημερινό κόσμο όλα μοιάζουν να σε διώχνουν. Η Ελλάδα διώχνει τους νέους της, η Ανατολή τους ανθρώπους της, ο ίδιος ο πλανήτης μοιάζει να μας ξερνάει κι εμείς στέλνουμε αποστολές στο διάστημα αναζητώντας ένα ‘Αλλού’. Μάλλον από τον ίδιο του τον εαυτό επιδιώκει να δραπετεύσει ο σημερινός άνθρωπος, αλλά είναι αγώνας μάταιος.

Σε φιλώ,
Ε.

ΥΓ: Ελπίζω, όπως και τα φάρμακα, να κρατάς τα γράμματά μου μακριά από τα παιδιά.

Κείμενο: Έλενα Σταγκουράκη

Ένας εύθραυστος κόσμος

catastroph

*

του KΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Πόσο στραβά μπορούν να πάνε τα πράγματα, το διαισθανθήκαμε ίσως για πρώτη φορά την άνοιξη του 2011. Εκείνο τον Μάρτη, τις πρώτες μεταμεσημβρινές ώρες της 11ης του μηνός, ο πεντάλεπτης διάρκειας σεισμός των 9 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ που εκδηλώθηκε υποθαλάσσια στα ανατολικά της νήσου Χονσού της Ιαπωνίας ξεσήκωσε ένα γιγαντιαίο τσουνάμι που σάρωσε μεγάλο τμήμα των ακτών της χώρας στον Ειρηνικό ωκεανό. Με τη σειρά του το τσουνάμι έθεσε εκτός λειτουργίας το σύστημα ψύξεως των αντιδραστήρων του πυρηνικού σταθμού στη Φουκουσίμα και οι απανωτές εκρήξεις που ακολούθησαν, προκάλεσαν μαζική έκλυση ραδιενέργειας συγκρίσιμη μόνο με εκείνη του πυρηνικού ατυχήματος στο Τσερνόμπιλ.

Σχεδόν 200.000 άνθρωποι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Οι ιαπωνικές αρχές κατόρθωσαν να θέσουν τελικά υπό τον έλεγχό τους την διπλή αυτή καταστροφή. Αυτό όμως δεν απέτρεψε την κατακρήμνιση των χρηματιστηριακών δεικτών σ’ όλο τον κόσμο, την πιστοληπτική υποβάθμιση της χώρας και την παγκόσμια ανησυχία. Η Φουκουσίμα απέχει μόλις 250 χιλιόμετρα από το Τόκιο, στην μητροπολιτική περιοχή του οποίου και στη γειτονική Γιοκοχάμα κατοικούν σχεδόν σαράντα εκατομμύρια άνθρωποι. Αν αυτή η μεγάπολη, η πολυπληθέστερη του κόσμου, παρουσιαζόταν ανάγκη άμεση να εκκενωθεί, όπως υπήρξε για μια στιγμή κίνδυνος, όχι μόνο η ιαπωνική και η ασιατική, η ίδια η πλανητική οικονομία θα βρισκόταν εμπρός στο φάσμα μιας κατάρρευσης τόσο αποτρόπαιας που θα έκανε την τρέχουσα κρίση να φαντάζει συγκριτικά επεισόδιο αμελητέο.

Βλέπει κανείς πώς ένα φυσικό φαινόμενο, ένα γαιοτεκτονικό συμβάν στην άκρη της αιτιακής αλυσίδας, μπορεί να προκαλέσει μια ασύλληπτη και, το κυριότερο, ολότελα απρόβλεπτη αναταραχή στο άλλο της άκρο. Ο διεθνοποιημένος, δικτυωμένος, διασυνδεδεμένος μας κόσμος είναι ένας κόσμος εύθραυστος, εύθρυπτος, περισσότερο ευάλωτος ίσως από οποιονδήποτε άλλο στο πρόσφατο ή το απώτερο παρελθόν. Στον χάρτη του δεν υπάρχουν πλέον στεγανά, ζώνες ασφαλείας ή ουδετερότητος, σημεία μεταβατικά, παρθένα ή άδηλα – άρα ούτε και περιοχές που θα μπορούσαν να μείνουν αλώβητες αν μια μείζων κρίση επισυμβεί. Δεν ζούμε πια τον καιρό που η κατάρρευση ακόμη και της ίδιας της Ρώμης δεν διατάρασσε δραματικά τη ζωή στην Κωνσταντινούπολη, πόσο μάλλον στην πρωτεύουσα των Σασσανιδών ή εκείνη των Κινέζων. Ο ένας, ολικός, ενιαίος μας κόσμος είναι πρωτίστως ένας κόσμος χωρίς εφεδρείες, χωρίς ασφάλειες, χωρίς εξόδους κινδύνου και διαφυγής. (περισσότερα…)

Διονύσιος Πλατανιάς: “Κριτική” και δυσφήμιση στο διαδίκτυο

social-media-bullying-390x285

Είναι γνωστό σε όλους τους ενασχολούμενους δια του ενός ή άλλου τρόπου με την λογοτεχνία, ότι η κριτική στο διαδίκτυο είναι σχεδόν κάτι άγνωστο. Αυτό το «είδος» του λόγου δεν υπάρχει εδώ, γιατί ακόμα και το «γένος» σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει να πούμε πως είναι κάτι που δύσκολα ανευρίσκεται.

Εδώ το καλύτερο που μπορεί να συναντήσει κανείς είναι αξιοπρεπείς (ή μη) παρουσιάσεις βιβλίων και διαδικτυακών έργων, και στο πλείστον των περιπτώσεων ανορθολογικά αναρτολογήματα που εκτείνονται από την έξαλλη νεοελληνική υβρεολογία έως τις επιφωνηματικές, “παρεΐστικες” ή απλής κολακείας, δοξολογίες από την άλλη.

Όχι σπάνια μάλιστα, αυθαίρετοι και δημαγωγικοί (ψευδο)λογοτεχνικοί χαρακτηρισμοί του κιλού αλλά και υστερικές (ενίοτε προσβλητικές και συκοφαντικές) επιθετικότητες επιστρατεύονται σε trash posts που σκοπό έχουν να παραπληροφορήσουν, διαβάλλουν, λασπώσουν (κάποτε με ακραίο ψυχοπαθολογικό τρόπο) με την ελπίδα ότι μέσα στο χάος του διαδικτύου θα μπορέσουν να βρουν μια θέση έστω και σε πίσω “πλάνο”.

Στους διαδικτυακούς λαβύρινθους όπου μαζί με υγιείς εκφράσεις η αφελής πλην ελπίζουσα σε κάποια αναγνώριση υποκουλτούρα παράγεται καθημερινώς σε απίστευτες ποσότητες, θα ήταν κάποιος αδικαιολόγητα αισιόδοξος αν θεωρούσε ότι μπορεί να επισημάνει εύκολα εκείνο το είδος της κριτικής που γνωρίζουμε από τον πνευματικό κόσμο έξω και είναι το πλέον νόμιμο, επειδή είναι το πλέον λογικό και αναμενόμενο από την έννοια «κριτική», καθώς τηρεί κάθε στοιχειώδη δεοντολογία:

παρατιθέμενο όνομα παρουσιαζομένου συγγραφέα, τίτλος βιβλίου (ή ιστολογίου για ό,τι παρουσιάζεται διαδικτυακά) και από κάτω ο όποιος αυτοσχέδιος κριτικός θα πρέπει να αποδείξει ότι πληροί τον ρόλο που ανέλαβε είτε προσωρινώς (πράγμα που αφθονεί στο διαδίκτυο καθώς οι αυτοσχέδιοι κριτικοί είναι αρκετοί αλλά εξαντλούνται μόνο σε «παρουσιάσεις»), είτε μονιμότερα, σε περίπτωση που φιλοδοξεί κάτι τέτοιο. Κριτική σημαίνει, –εκτός από το ότι κάνω φανερό το ΤΙ ακριβώς (ποιο έργο ή ποιον συγγραφέα) κρίνω, αλλιώς μιλάμε για θέατρο του παραλόγου!–, πως έχω ξοδέψει ώρες και ώρες ενασχόλησης και εμβάθυνσης επί του έργου περί του οποίου καλούμαι να προφέρω μια τεκμηριωμένη γνώμη, πρέπει να παρουσιάσω επίσης αυτό το έργο σε ικανή διέκταση και όχι εκ του προχείρου, οφείλω να έχω παραδείγματα και επιχειρήματα επί οιασδήποτε θέσης μου προβάλλω στο κείμενό μου κλπ.

Σημαίνει όμως πάνω απ’ όλα πως έχω την στοιχειώδη εξυπνάδα να μην διακατέχομαι από την παραμικρή εμπάθεια ή ευνοϊκή προδιάθεση για τον συγγραφέα του συγκεκριμένου έργου. Τελευταίο αλλά όχι έσχατο: πως ΟΦΕΙΛΩ να μην είμαι εγώ προσωπικά ο ίδιος κατώτερος σε έργο από το έργο που αποπειρώμαι να «κρίνω»! (σε περίπτωση που ο κριτικός είναι και λογοτέχνης σύγχρονος με τον λογοτέχνη που φιλοδοξεί να «κρίνει»). Αυτό το τελευταίο εναπόκειται στην αυτογνωσία, διαίσθηση και αίσθηση αξιοπρέπειας που οφείλει να έχει ο αυτοαποκαλούμενος “διαδικτυακός κριτικός” και φυσικά δεν μπορεί να σχετίζεται με τις όποιες φαντασιώσεις προβολής και αυτοπροβολής που μπορεί να έχει ο καθένας. Γενικώτερα, θα μπορούσε να πει κανείς πως δεν θα ήταν δυνατόν να σχετίζεται με το όποιο θεαθήναι αλλά μονάχα με την πραγματική αξία.

Είναι φυσικά ανέκδοτο το ότι οι παραπάνω στοιχειώδεις προϋποθέσεις μπορούν να υπάρξουν κατά πλειοψηφίαν στο διαδίκτυο και βέβαια δεν υπάρχουν. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να γίνονται πολλαπλά βήματα εξυγίανσης από πολλές ενδιαφερόμενες κατευθύνσεις στο βαθμό που είναι κατ’ ελπίδα επιθυμητή η ποσοτική μείωση του ηλεκτρονικού βόθρου.

Υπάρχουν φυσικά εξαιρέσεις που τιμούν τους κριτικούς εκείνους (συνήθως αυτοσχέδιους πλην αξιοπρεπείς) που σε ένα περιρρέον διαδικτυακό περιβάλλον μείζονος υποκουλτούρας και χαμηλού επιπέδου δεν ενδίδουν σε αυτό, αλλά επιθυμούν να τηρήσουν το λιγότερο τα αυτονόητα της λογοτεχνίας ή του πνεύματος γενικώτερα.

Όμως από την άλλη (αρνητική) μεριά υπάρχουν και περιπτώσεις που δεν εξαντλούνται σε έναν απλό, ακόμα και υβρεολογικό, λίβελλο, αλλά περνούν σε χρόνια και συστηματική κατασυκοφάντηση. Η μέθοδος εδώ είναι γνωστή από το διεθνές διαδίκτυο και στην χώρα μας, όπως δεν είναι και τόσον αναπάντεχο, “αφθονεί”: οι δράστες κατασκευάζουν και αναρτούν συστηματικά μυθεύματα και αυτοσχέδιες “βρωμοϊστοριούλες” ή ωμά παραληρήματα με σκοπό την έμμεση, ύπουλη συκοφάντηση ανθρώπων (που τις περισσότερες φορές δεν γνωρίζουν ούτε κατ’ όψιν) και στις οποίες προοδευτικά ενσταλάζουν αυθαίρετα και παραμορφωμένα “φωτογραφικά” στοιχεία αυτών. Πολλές φορές το ιδιάζον εμετικό περιεχόμενο αυτών των αναρτημάτων είναι τέτοιο που φθάνει ή και ξεπερνάει το αρρωστημένο και το ψυχοπαθολογικό. Aξίζει ακόμα να αναφερθεί, πως συχνότερα από το αναμενόμενο οι δράστες βρίσκουν “συνεργούς”, έναν ή περισσότερους εν είδει τυπικής βαλκανικής “κλίκας” που “ορμάει” όλη μαζί κατά περίστασιν ή κατ’ εξακολούθησιν.

Ιδιαίτερα η φύση των κοινωνικών μέσων με την επιλεκτική ανακοινωσιμότητά τους προσφέρεται για όλα αυτά, στο βαθμό που κάλλιστα κάποιος μπορεί να βοθρολογεί εναντίον διαφόρων ανθρώπων, χωρίς να δύνανται οι τελευταίοι να το πληροφορηθούν. Ως προς αυτόν τον σκοπό, κάθε κουτόπονηρο τέχνασμα είναι διαθέσιμο και με αυτόν τον τρόπο, ο οποιοσδήποτε τυχόν ψυχοπαθής ή κακοήθης μπορεί να παρουσιάζει επί καιρόν οποιοδήποτε άτομο όπως το θέλει η δική του νοσηρή φαντασία.

Έχουν αναφερθεί στο όχι μακρινό παρελθόν μέχρι και περιπτώσεις εικονικής “πλαστογράφησης”(!) ολόκληρων ιστολογίων γνωστών λογοτεχνών με σκοπό την κατασυκοφάντησή τους.

Θα πρέπει να υπάρξει λοιπόν κάποια στοιχειώδης αυτοπροστασία του διαδικτυακού κοινού και εξ αυτού, ειδικώτερα, του λογοτεχνικού διαδικτυακού κοινού, το οποίο από τη φύση του είναι εξαιρετικά ετερομεικτικό και ανομοιογενές σε ένα μάλλον χαοτικό σύνολο, όχι πάντα, είναι αλήθεια, “θετικό” (ιδιαίτερα στα κοινωνικά μέσα), στο βαθμό που δημιουργοί και μη δημιουργοί, συστηματικοί και αυτοσχέδιοι κριτικοί, συγκροτημένοι και τυχάρπαστοι, σοβαροί και φαιδροί, αλλά ακόμα trolls και bullies συνυπάρχουν σε ένα ηλεκτρονικό παζάρι ανταλλαγής γνωμών, συμφωνιών, διαφωνιών, επαίνων και αποστροφών διατυπωμένων συνήθως εν προχειρότητι ή κάτω από μια περιστασιακή θυμική παρόρμηση. Κάτι τέτοιο, όπως εύκολα καταλαβαίνει κανείς δεν μπορεί να παράγει κατ’ ανάγκην “πολιτισμό”, αλλά τείνει πολύ γρήγορα και συνολικά σε μια εικόνα διάχυτης υποκουλτούρας και απερίγραπτης σύγχυσης, παρά ακόμα τις προθέσεις των υγιέστερων στοιχείων μέσα σε αυτό το “σύνολο”.

Υπάρχουν φυσικά πολλοί κανόνες αυτοπροστασίας απέναντι σε αρνητικά φαινόμενα, όμως ένας, ίσως ο πλέον βασικός, είναι ο εξής: όπου παρατηρούμε σε ορισμένες περιπτώσεις κείμενα μπουρδολογικά, εννοιολογικώς ασύντακτα ή ακατάληπτα, γέμοντα εξάλλων χαρακτηρισμών κλπ. τα οποία επιχειρούν να ομιλήσουν για το έργο κάποιου μέσα σε λίγες μόλις γραμμές, χωρίς να κατονομάζουν ούτε τον συγγραφέα ούτε το έργο (μπορεί να φανταστεί κανείς κάτι πιο παράλογο και ψυχοπαθολογικό;), σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα με τον «συντάκτη» τους να συνοδεύει τα λεγόμενά του με ύβρεις ή και οχετό παρανοϊκής επιθετικότητας σε προσωπικό επίπεδο (πολλές φορές σε τακτική ή και χρόνια επαναλαμβανόμενη βάση), τότε βεβαιωνόμαστε ότι στην πρώτη περίπτωση έχουμε να κάνουμε απλά με άνθρωπο που δεν έχει ιδέα τι σημαίνει «λόγος», ενώ στις δεύτερες, πολύ πιο άσχημες και κλινικές περιπτώσεις, έχουμε να κάνουμε με ψυχάκια και διαδικτυακό stalker και όχι αυτοσχέδιο κριτικό του διαδικτύου. Εδώ αρμόδιοι μπορεί να είναι άλλοι (ψυχίατρος, εισαγγελέας), όχι όμως κατ’ ανάγκην ο αναγνώστης.

Τις περισσότερες φορές αυτά τα κατασκευάσματα δεν έχουν συνέχεια στον χρόνο, αλλά υπάρχουν και περιπτώσεις ακραία ψυχοπαθολογικές έτσι τουλάχιστον όπως μπορεί να εκφανούν από την δημόσια συμπεριφορά τους, οι οποίες φαίνεται να παρασιτούν στο διαδίκτυο κατά μείζονα λόγο ή και αποκλειστικώς με αυτό το είδος υποκουλτούρας, ώστε, θα έλεγε κανείς πως υπάρχουν μόνο ή κατά κύριον λόγον γι’ αυτό το σκοπό. Και εδώ βέβαια προκύπτουν και άλλα πολύ σημαντικά ερωτήματα, αλλά δεν είναι της ώρας να διατυπωθούν ακόμα.

Στις πρώτες περιπτώσεις (περιστασιακές ή βραχύχρονες) συνιστάται η αγνόησή τους. Σε εξακολουθητικές ή και μακρόχρονες περιπτώσεις συνιστάται η μη-αγνόησή τους, γιατί υπάρχει εδώ πιθανώς χρόνια απόπειρα συστηματικής “διάβρωσης” με ύπουλο τρόπο δημιουργών, πνευματικών ανθρώπων ή απλών αναγνωστών και είναι αναγκαία η άμεση καταγγελία και ανάδειξη αυτών των περιπτώσεων.

Είναι κρίσιμης σημασίας όσον έχει να κάνει με αυτή την κατεύθυνση, ολοένα και περισσότεροι αναγνώστες, κριτικοί και δημιουργοί να ενωθούν σε κοινές προσπάθειες, για να μην φτάσουν κάποτε όλοι να μην …”αναγνωρίζουν” κάποιες στιγμές τον εαυτό τους στο διαδίκτυο!

Η πραγματική κριτική, όσον οξεία και αν είναι (και όσον, δυστυχώς, σπάνια και αν είναι σήμερα), είναι πάντοτε επιθυμητή. Η παραπληροφόρηση, η διαβολή, η συκοφαντία σε προσωπικό επίπεδο, το bullying και η ωμή λάσπη, με όποιο άμεσο ή έμμεσο “όχημα” και αν εκφέρονται, αλλοίμονο αν καθίστανται ποτέ πράγματα ανεκτά, ακόμα και στην διαδικτυακή ζούγκλα .

«Λουλούδια της ερήμου» – 6ο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης και Τεχνών ‘Grito de Mujer’

image 2

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

6ο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης και Τεχνών “Grito de Mujer”
‘Λουλούδια της ερήμου’

6.000 γυναίκες υφίστανται ετησίως ακρωτηριασμό των γεννητικών οργάνων. Στις χώρες του αραβικού κόσμου η μητρική θνησιμότητα ανέρχεται στο 60%, ενώ σε πολλές χώρες του Κόλπου οι γυναίκες δεν έχουν καν πολιτικά δικαιώματα και θεωρούνται βάσει της σαρίας άνθρωποι δευτέρας κατηγορίας και λιθοβολούνται δημοσίως.

Συνεπές στο ραντεβού του για τέταρτη συνεχόμενη χρονιά, το Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης και Τεχνών «Γυναικεία κραυγή», με το ξεκίνημά του στη Δομινικανή Δημοκρατία το 2011, πραγματοποιείται και το φετινό Μάρτιο στην Ελλάδα, υπό τη διοργάνωση του περιοδικού λόγου, κριτικής και ιδεών Νέο Πλανόδιον. Φέτος, με τον τίτλο ‘Λουλούδια της ερήμου’, το φεστιβάλ αφιερώνεται στις γυναίκες του αραβικού και μουσουλμανικού κόσμου.

Σπουδαίο γεγονός της φετινής διοργάνωσης συνιστά η 1η Διεθνής Συνάντηση του Διεθνούς Κινήματος Ποιητριών, ιδρυτικού φορέα του Φεστιβάλ, η οποία θα διεξαχθεί στη Μαδρίτη. Εκεί, στις 5 Μαρτίου θα πραγματοποιηθεί η επίσημη έναρξη του Φεστιβάλ, από κοινού για όλες τις χώρες. Την Ελλάδα θα εκπροσωπήσει στη συνάντηση αυτή η εκπρόσωπος του Διεθνούς Κινήματος Ποιητριών στην Ελλάδα, Έλενα Σταγκουράκη.

Στην Ελλάδα η πρώτη εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στις 10 Μαρτίου στο Polis Art Café (Πεσμαζόγλου 5, αίθριο στοάς) στις 20:00μμ, με εκδήλωση προς τιμήν της Ελληνίδας και, πρόσφατα βραβευμένης, ποιήτριας, Ζέφης Δαράκη, στην οποία θα συμμετέχουν οι ποιητές Θωμάς Ιωάννου, Κώστας Κουτσουρέλης και οι ποιήτριες Λένα Καλλέργη, Δώρα Κασκάλη, Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Νεκταρία Μενδρινού και η μεταφράστρια Έλενα Σταγκουράκη. Θεατρικό αναλόγιο από τη Νάνα Παπαδάκη.

Επόμενη εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στις 17 Μαρτίου στο Booze Cooperativa (Κολοκοτρώνη 57) στις 20:00μμ, όπου θα παρουσιαστεί η ποιητική ανθολογία του φεστιβάλ „Grito de Mujer“, με ποιήματα Λατινοαμερικανίδων ποιητριών μεταφρασμένα στα ελληνικά και κείμενα του Εδουάρδο Γκαλεάνο. Στην εκδήλωση θα συμμετέχουν ο ποιητής Βασίλης Ζηλάκος, οι ποιήτριες Άννα Γρίβα, Έλσα Κορνέτη, Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Ηρώ Νικοπούλου, Ελένη Τζατζιμάκη και Ελευθερία Τσίτσα. Προβολές ταινιών στις 18 Μαρτίου (18.00 Υπηρέτριες, 20:00 Λουλούδι της ερήμου,) και 19 Μαρτίου (18:00 Κοτόπουλο με δαμάσκηνα, 20:00 Περσέπολις) στη Βιβλιοθήκη Βολανάκη (Στουρνάρη 11, Εξάρχεια).

Στο φεστιβάλ εντάσσεται για όλο το μήνα Μάρτιο και η παράσταση «Ερωμένες στον καμβά» της Σοφίας Καψούρου στο Τρένο Ρουφ (βλ. πλήρες πρόγραμμα εκδηλώσεων).

Διήμερο εκδηλώσεων θα πραγματοποιηθεί και στην Κίσαμο Χανίων, στο Δημαρχείο Κισάμου, με τη συμμετοχή του Φιλολογικού Συλλόγου Κισάμου. Στις 18 Μαρτίου θα πραγματοποιηθεί λογοτεχνική εκδήλωση με μέλη του Φιλολογικού Συλλόγου και προσκεκλημένο ομιλητή τον μαιευτήρα-γυναικολόγο, εξειδικευμένο στην εμβρυική ιατρική και υπεύθυνο του τμήματος εμβρυικής ιατρικής του κέντρου “ΕΛΕΥΘΩ Ο.Ε”, Χάρη Μπατάκη. Στις 19 Μαρτίου θα προβληθεί η ταινία «Ποτέ χωρίς την κόρη μου».

Τεχνική υποστήριξη: Γιάννης Κατάκης

Οργάνωση: «Νέο Πλανόδιον» και ελληνικό τμήμα φεστιβάλ (Έλσα Κορνέτη, Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Λένα Καλλέργη, Άντζυ Κορρέ, Έλενα Σταγκουράκη)

Συντονισμός: Έλενα Σταγκουράκη

Αθήνα, 18 Φεβρουαρίου 2016

«Γράμμα από τις Βρυξέλλες», 16.2.2016

φωτισμενος-δρομος

Βρυξέλλες, 16 Φεβρουαρίου 2016

Γλυκειά μου,

ακόμη δεν βγήκαν καλά-καλά οι καρδούλες από τις βιτρίνες και γέμισε το σύμπαν αυγουλάκια και λαγούδια. Το πρωί μάλιστα, προσπέρασα στο δρόμο –πεταμένο στην άκρη του πεζοδρομίου, στο κέντρο της πόλης– και ένα μικρό έλατο, ζωντανό ακόμη. Χριστούγεννα, Βαλεντίνοι, απόκριες, Πάσχα, όλα ένας σωρός χάριν του παντοδύναμου θεού. Έλα τώρα, μη με ρωτάς τα αυτονόητα.

Χθες βράδυ πήρα κατ’ εξαίρεση το λεωφορείο, με κατεύθυνση το αεροδρόμιο. Η πόλη φαινόταν όμορφη, με τα φωτισμένα γραφεία στα πολυώροφα κι ασύμμετρης αρχιτεκτονικής κτίρια. Τα φώτα του δρόμου δυνατά, σε στύλους αρ νουβώ. Να μου πεις, ακόμη και η Αθήνα μοιάζει όμορφη τη νύχτα. Ίσως είναι που δεν φωτίζεται τόσο καλά.

Σε κάποια στάση, μαζί με άλλους, ανέβηκε κι ένας αλαφροΐσκιωτος, όχι εκ φύσεως, παρά λόγω της επήρειας ναρκωτικών ουσιών. Την επιβίβασή του την αντιληφθήκαμε εκ των υστέρων, όταν ξεκίνησε το παραλήρημά του. Τι σου έλεγα; Το δίγλωσσο παραλήρημά του, μισά αγγλικά, μισά γαλλικά. Μια φράση του στα αγγλικά με έκανε να θυμηθώ κάποιο αγγλόφωνο τραγούδι. “Κnocking on heaven’s door”; Μη βρίσκοντας τους σωστούς στίχους ή φοβούμενος πως δεν γίνεται κατανοητός ή ίσως πάλι απλώς για να ενδυναμώσει το μήνυμα που ήθελε να περάσει, αποφάσισε να καταφύγει στη βοήθεια της ηλεκτρονικής συσκευής του. “We are the world, we are the children… So let’s start giving”. ‘Για δες!’ σκέφτηκα, και θυμήθηκα ένα άλλο απόγευμα, στη Βιέννη, όταν, μπαίνοντας στο σπίτι, αντίκρισα τον εννιάχρονο Ελίας να τραγουδάει μόνος του στο σπίτι καραόκε, με ένα φαρδύ πλατύ χαμόγελο: “Life is life! Na na na na na, life is life!” Από το στόμα ενός καχεκτικού αγοριού, χωρίς μαλλιά.

“We are the world, we are the children” επιμένει ο συνεπιβάτης μου και με επαναφέρει στο τώρα. Κάθομαι στο παράθυρο και βλέπω πολύπλοκες γυάλινες εισόδους κτιρίων, απόρθητες. ‘Για δες τι κάνει ο σημερινός κόσμος στα παιδιά’, σκέφτομαι. ‘Για να μπορέσουν να τον αντέξουν, πρέπει εκείνα να βρίσκονται αλλού’. Κοιτάζω έξω από το τζάμι. Στο στύλο με τον προβολέα στο χείλος του δρόμου, ούτε μία, ούτε δύο, ούτε τρεις· πέντε κάμερες ‘ασφαλείας’.

Σε φιλώ,
Ε.

«Γράμμα από τις Βρυξέλλες», 6.2.2016

???????????????????????????

Βρυξέλλες, 6 Φεβρουαρίου 2016

Καλή μου,

απολογούμαι. Ξέρω, έχω μέρες να σου γράψω, όμως νοερά βρίσκεσαι πάντα δίπλα μου, όπου πηγαίνω, φαντάζομαι τους διαλόγους μας και είναι σαν να τα ξέρεις ήδη όλα.

Σάββατο σήμερα και, ως μη ημέρα γραφείου, ιδανική μέρα για εξερεύνηση της πόλης, πάντοτε χωρίς χάρτη και με μόνο οδηγό τις αισθήσεις: κυρίως την όραση, την ακοή, την όσφρηση και εκείνο το αίσθημα στο στομάχι που δίνει το πράσινο ή το κόκκινο φως. Άφησα λοιπόν για λίγο τη δουλειά στην άκρη (επίτηδες απέφυγα παραπάνω το ‘μη εργάσιμη’, φευ!) και ξεχύθηκα στην πόλη, απέναντι στην οποία έχω εξίσου χρέος.

Πως με περνούν για Ισπανίδα δεν με ξαφνιάζει ούτε είναι κάτι που βιώνω για πρώτη φορά. Στη Γερμανία, την Αυστρία και αλλού, με ρωτούσαν συχνά για την ισπανική τάχα προέλευσή μου, προσδοκώντας μια καταφατική απάντηση, με αποτέλεσμα να εκπλήσσονται. Εδώ όμως –καθότι τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται– ξεκινούν κατευθείαν να μου μιλούν στην υποτιθέμενη μητρική μου γλώσσα. Όχι στο Κοινοβούλιο, όπου ούτως ή άλλως όλοι είναι το λιγότερο τρίγλωσσοι (ο παράδεισος του μεταφραστή), αλλά στο δρόμο ή σε καταστήματα, όπου ρωτώντας στα αγγλικά για πληροφορίες, λαμβάνω συχνά την απάντηση στα ισπανικά. Καθόλου δε με νοιάζει, αντιθέτως, ευγνωμονώ τη δύναμη που με έσπρωξε στη γλώσσα της Ισπανίας, κυρίως δε της Λατινικής Αμερικής, διαφορετικά, με τα γαλλικά, άκρη δεν θα βγάζαμε.

Η καλύτερη όμως σημερινή μου συνάντηση ήταν σε ένα υπαίθριο παζάρι παλιών και μεταχειρισμένων αντικειμένων, από την κάτω μεριά του Μεγάρου της Δικαιοσύνης. Οι πάγκοι ελάχιστοι, κυρίως κούτες και πανέρια με λογής-λογής πράγματα πάνω στο πλακόστρωτο της πλατείας: έπιπλα, κορνίζες, πορσελάνες, αγαλματίδια του Βούδα πλάι σε ελληνορθόδοξες εικονίτσες και φιρμάνια και αναρίθμητες ασπρόμαυρες φωτογραφίες γάμου και οικογενειακές του 19ου αιώνα, που μ’ έκαναν να δώσω δίκιο στον Κάφκα για την ανάγκη καύσης τους μετά θάνατον. Σε αντίθεση με τη Νάσμαρκτ της Βιέννης, πολλά ήταν εδώ τα εκθέματα αφρικανικής προέλευσης, ειδώλια και μάσκες, από εκείνες που μου αρέσει πολύ να παρατηρώ και να τις φαντάζομαι να χρησιμοποιούνται από το γηγενή πληθυσμό, αλλά τις οποίες δεν θα τολμούσα ν’ αγοράσω για το σπίτι.

Την προσοχή μου τράβηξε αυτόματα ένα κοκάλινο χτένι με σκαλισμένες δυο κεφαλές στο πάνω μέρος, η μια να βλέπει προς την ανατολή και η άλλη προς τη δύση. Πανέμορφο και παλιό, με δυο ακίδες σπασμένες στο τελείωμά τους. «Από ελεφαντόδοντο», με διαβεβαίωσε ο ευγενικός Αφρικανός πωλητής στα αγγλικά, και μου όρισε την τιμή του. Στην αυθόρμητη έκπληξή μου για το ύψος της, επανέλαβε τα του υλικού που θα προτιμούσα να μη σκέφτομαι. Τελικά το χτένι το πήρα στο ένα τρίτο της αρχικής τιμής, κυρίως χάρη στην ευγένεια του πωλητή. «Από πού είσαι;» με ρωτά. «Ελλάδα» απαντάω. Η επόμενη ερώτησή του με αποσβολώνει: “You, transit?” Και δεν με εξέπληξε τόσο η φυσικότητα με την οποία με ρωτούσε αν ήμουν περαστική από την Ελλάδα ή τώρα από εδώ. Το συγκλονιστικό είναι ότι πράγματι δεν ήξερα τι να του απαντήσω. Θες από απόγνωση, θες από ελπίδα, θες από προοικονομία, του απάντησα με το γνωστό μου πείσμα: «Είμαι εδώ.» Και, σαν για να του το αποδείξω, του υποσχέθηκα πως θα επισκεφτώ ξανά τον πάγκο του σύντομα.

Σε γλυκοφιλώ,
Έλενα

ΥΓ: Μην ξεχνάς να με κρατάς ενήμερη για τα της υγείας σου. Φίλησέ μου τα παιδιά.

Λεωνίδας Σταματελόπουλος: Ο διάλογος ως πρόσχημα

Η υπόθεση της παράστασης Ισορροπία του Νας την οποία το Εθνικό Θέατρο αναγκάστηκε να αφαιρέσει πρόωρα από το πρόγραμμά του λόγω των αντιδράσεων που προέκυψαν επειδή αυτή βασίστηκε εν μέρει σε κείμενα του Σάββα Ξηρού, επανέφερε στο προσκήνιο το φαινόμενο της τρομοκρατίας και της πρόσληψής της στον δημόσιο λόγο.

τρομοκρατία 1

Στα δύο προηγούμενα τεύχη του, το Νέο Πλανόδιον αφιέρωσε πολλές σελίδες τόσο στο ζήτημα της τρομοκρατίας όσο και στο συναφές ζήτημα του πολιτικού ολοκληρωτισμού. Αφορμή ορισμένων κειμένων ήταν η, επίκαιρη τότε, έκδοση του βιβλίου του Δημήτρη Κουφοντίνα, Γεννήθηκα 17 Νοέμβρη (Λιβάνης, 2014) που είχε ξεσηκώσει παρόμοιες διαμαρτυρίες. Στον, εν μέρει ιδιαίτερα έντονο, αντίλογο που αναπτύχθηκε, πήραν μέρος έξι συνολικά συγγραφείς: οι Νικόλας Σεβαστάκης, Κωνσταντίνος Πουλής, Λεωνίδας Σταματελόπουλος, Κώστας Δεσποινιάδης, Γιάννης Καλιόρης και Φώτης Τερζάκης. Από αυτόν, αναδημοσιεύουμε σήμερα το πρώτο κείμενο του Λεωνίδα Σταματελόπουλου (ΝΠ2, καλοκαίρι 2014, σ. 258-262), που ασκεί κριτική σε προγενέστερο άρθρο του Φώτη Τερζάκη δημοσιευμένο σε διαδικτυακό μέσο. Αμέσως προσεχώς θα ακολουθήσει η απάντηση του Τερζάκη και η ανταπάντηση του Σταματελόπουλου, ενώ σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο θα αναρτηθούν και τα υπόλοιπα κείμενα.

***

Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΩΣ ΠΡΟΣΧΗΜΑ

Ἡ συζήτηση –ἢ ἡ ἀντιδικία– γύρω ἀπὸ τὴν ἔκδοση τοῦ βιβλίου τοῦ Κουφοντίνα, Γεννήθηκα 17 Νοέμβρη (Λιβάνης, 2014) δὲν ἔλαβε κάποια ἀξιόλογη ἔκταση ἤ, ἂν ὄντως ἔλαβε, αὐτὸ δὲν ὑπέπεσε στὴν ἀντίληψή μου. Μιὰ ἀπὸ τὶς ἐξαιρέσεις, τὸ κείμενο τοῦ Φώτη Τερζάκη μὲ τίτλο «Τρομοκρατία τῶν ἰδεῶν καὶ φιλελεύθερη ὑποκρισία» ποὺ ἀναρτήθηκε στὸ ἱστολόγιο Poetry Bar στις 18 Μαρτίου.

Στὸ ἄρθρο τοῦ Φώτη Τερζάκη ἐντοπίζεται μιὰ ἑρμηνευτικὴ τῶν πραγμάτων ποὺ διαπερνᾶ μεγάλη μερίδα τῆς ἀριστερᾶς, ἀσχέτως ἂν τὸ ἴδιο διαπνέεται ἀπὸ μιὰ ἀκροαριστερή, ἐπαναστατικὴ λογική. Ὡς ἄκρα ἀριστερὰ νοοῦνται ἐδῶ ἐκεῖνες οἱ πολιτικὲς ἀντιλήψεις ποὺ θεωροῦν ὡς ἀναγκαία προϋπόθεση τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ κομμουνιστικοῦ ἢ κατ’ ὄνομα χειραφετητικοῦ πολιτικοῦ τους προτάγματος, τὴ βίαιη, ἔνοπλη, ἀνατροπὴ τῆς κατεστημένης τάξης πραγμάτων. Ὅμως οἱ ἐξτρεμιστὲς ποὺ διενεργοῦν ἐν καιρῶ εἰρήνης τρομοκρατικὲς ἐπιθέσεις μὲ θύματα ἀνυποψίαστους πολίτες (φυλασσόμενους ἢ μὴ) εἶναι μιὰ ἰδιαίτερη μερίδα καὶ δὲν ταυτίζονται μὲ αὐτοὺς ποὺ ἐπιθυμοῦν τὴν ὀργάνωση καὶ διεξαγωγὴ τοῦ ταξικοῦ πολέμου ὑπὸ προϋποθέσεις. Βέβαια, μετὰ τὴ Μεταπολίτευση καὶ τὴν ἰδεολογικὴ ἡγεμονία τοῦ ἀριστερόστροφου λαϊκισμοῦ, ποὺ κατέλαβε καὶ χρησιμοποίησε πρὸς ὄφελός του τοὺς κρατικοὺς μηχανισμούς, τὸ κύρος τῆς ἀριστερᾶς εἶναι τόσο αὐξημένο ποὺ τὸ ἐπικαλοῦνται πολλοί. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ ὁδηγεῖ στὴν πολυσημία καὶ ἀοριστία τοῦ ὄρου καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ γενίκευση εἶναι ἐπισφαλής. Παρ’ όλα αὐτὰ δὲν θὰ ἦταν μακριὰ ἀπὸ τὴν ἀλήθεια κανεὶς ἂν ἰσχυριζόταν ὅτι στὸ κείμενο τοῦ Τερζάκη ἀναπτύσσεται μιὰ ἐπιχειρηματολογία λιγότερο ἢ περισσότερο συνήθης σὲ ἰδεολογικοποιημένες καὶ πολιτικοποιημένες μερίδες ποὺ αὐτοκατανοοῦνται ὡς ἀριστερὲς – μὲ τὴν ἐξαίρεση τῶν ἐκφραστῶν τοῦ χώρου τῆς δημοκρατικῆς ἀριστερᾶς.

Τὸ κείμενο γράφτηκε μὲ ἀφορμὴ κάποιες ἀπὸ τὶς δημόσιες ἀντιδράσεις ποὺ ἀκολούθησαν τὴν ἔκδοση τοῦ βιβλίου τοῦ Κουφοντίνα. Βασιζόμενος σὲ αὐτὲς τὶς ἀντιδράσεις, ὁ Φ.Τ. προβαίνει σὲ μιὰ κρίση ποὺ δίνει καὶ τὸν τίτλο στὸ κείμενό του: «Ἡ ἀντίδραση αὐτὴ ξεγυμνώνει ἀκόμα μιὰ φορά, καὶ πρωτίστως, τὴν κατὰ συρροὴν φιλελεύθερη ὑποκρισία ποὺ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν παύει νὰ διακηρύσσει ὅτι “διώκονται οἱ πράξεις, ὄχι οἱ ἰδέες”».

Κατ’ ἀρχὰς ἂς ἐμμείνουμε στὰ γεγονότα. Μεγάλος ἐκδοτικὸς οἶκος ἀνέλαβε τὴν ἔκδοση καὶ τὴν κυκλοφορία τοῦ ἐν λόγω βιβλίου. Ὅσο γνωρίζω, τὸ βιβλίο τοῦ Κουφοντίνα ἐκτέθηκε μάλιστα στὶς προθῆκες  μεγάλων βιβλιοπωλείων. Κανεὶς εἰσαγγελέας δὲν ἀσχολήθηκε, ὣς τώρα τουλάχιστον, μαζί του, οὔτε ἄκουσα γιὰ ὀργανωμένους ἢ «αὐθόρμητους» πολίτες ποὺ προσπάθησαν νὰ ματαιώσουν τὴν πώλησή του. Στὸ διαδίκτυο πληροφορήθηκα ὅτι ἕνα βιβλιοπωλεῖο, τὸ Free Thinking Zone, ἀρνήθηκε νὰ τὸ διαθέσει ἀλλά, καὶ πάλι, δὲν βλέπω σ’αυτὸ μιὰ προσπάθεια λογοκρισίας ἤ, πολὺ περισσότερο, ὑποκρισίας. Τὸ βιβλιοπωλεῖο ὡς ἰδιωτικὴ ἐπιχείρηση ἔχει κάθε δικαίωμα νὰ μὴν έπιθυμεῖ νὰ προβάλει τὶς ἀντιλήψεις τοῦ Κουφοντίνα, ἀκόμη κι ἂν αὐτὸς στὸ βιβλίο του ἐκθέτει μόνον τὸ ἰδεολογικὸ πιστεύω του, ἐντελῶς ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὶς δολοφονίες ποὺ διέπραξε. Δόξα τῷ Θεῶ, πλῆθος ἀριστερῶν ἢ ἀναρχικῶν ἐκδοτικῶν οἴκων καὶ βιβλιοπωλείων δραστηριοποιοῦνται στὴν ἐπικράτεια. Βάσιμα μπορεῖ νὰ εἰκάσει κανεὶς ὅτι ὁ ένδιαφερόμενος μπορεῖ εὔκολα νὰ  προμηθευτεῖ ἔνα βιβλίο σὰν αὐτὸ. Ἄλλωστε, δεδομένων τῶν ἀντιλήψεών της, ἡ ἰδιοκτήτρια τοῦ βιβλιοπωλείου εἶναι πιθανὸ νὰ μὴν ἐνδιαφέρεται γιὰ ἕνα κοινὸ πού, γιὰ νὰ χρησιμοποιήσουμε ἐκφράσεις τοῦ Τερζάκη, ἐπιθυμεῖ νὰ συζητήσει «ψύχραιμα καὶ ἀποστασιοποιημένα» τὸν ρόλο τῆς 17 Νοέμβρη, νὰ κρίνει «τὶς στρατηγικές της ἐπιλογὲς» ἢ νὰ ποριστεῖ «διδάγματα ἀπὸ τὰ σφάλματα καὶ τὶς ἀστοχίες της». Ὅπως δήλωσε ἡ ἴδια: «Ἀγωνιζόμαστε γιὰ τὸ ἀναφαίρετο δικαίωμα τοῦ καθενὸς στὴν ἐλευθερία. Ἀναφαίρετο ὅμως δικαίωμα εἶναι πρωταρχικὰ ἡ ζωή. Τὸ πρῶτο χωρὶς τὸ δεύτερο δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει». Καμιὰ λοιπὸν «φιλελεύθερη ὑποκρισία» ἴσαμε ἐδῶ· τὸ βιβλίο κυκλοφορεῖ κανονικὰ ὅπως κάθε βιβλίο καὶ διάγει τὸν βίο του ἀπρόσκοπτα ὅπως κάθε κυκλοφοροῦν προϊόν.

Πέρα ἀπὸ τὰ ὅσα περὶ ὑποκρισίας στηλιτεύονται ἐκεῖ, τὸ κείμενο τοῦ  Φ.Τ. διέπεται ἀπὸ μιὰ ὁρισμένη λογικὴ καὶ μιὰν ἀντίστοιχη ἐκφραστική. Ὁ ἴδιος θέτει ὡς προϋπόθεση κάθε διαλόγου τὴν ἐγκατάλειψη τοῦ ὄρου «τρομοκρατία» γιὰ δολοφονίες ὅπως αὐτὲς τῆς 17 Νοέμβρη ἢ ἄλλων ἀριστερῶν «ἔνοπλων ἀντάρτικων», ὅπως ὁ ἴδιος τὰ ἀποκαλεῖ, καὶ τὸν ἐπιφυλάσσει ἀποκλειστικὰ γιὰ μορφὲς μαζικῆς βίας ποὺ θέτουν στὸ στόχαστρό τους ὁλόκληρους πληθυσμούς. Πέρα ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ακόμη και συγγραφείς της μαρξιστικής παράδοσης ἀναφέρονται στὸν ὄρο «ἀτομικὴ τρομοκρατία», ἀναλύοντάς τον συνάμα, ὁ Τερζάκης θὰ μποροῦσε, ἐπὶ τὴ βάσει τοῦ ὁρισμοῦ ποὺ ὁ ἴδιος θέτει, νὰ προσθέσει καὶ ἄλλα παραδείγματα, ὅπως τὶς μερίδες τῶν Γάλλων Ἐπαναστατῶν καὶ τὶς διαδοχικὲς φάσεις τῆς τρομοκρατίας ποὺ ἑξαπέλυσαν· ἢ ἀκόμη τὶς ποικίλες ἐκδοχὲς τῶν κομμουνιστικῶν καθεστώτων, ὅπως ἡ σταλινικὴ ἢ ἡ μαοϊκὴ καὶ ἡ πολιτισμική της ἐπανάσταση· ἢ ἀκόμη τὶς πρακτικές του Πὸλ Πότ. Ὅμως ὁ συγγραφέας δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ τέτοια ἢ ἄλλα παραδείγματα· στόχος του εἶναι νὰ καταδείξει ὅτι τρομοκρατοῦν οἱ σύγχρονες δημοκρατίες, «αὐτὰ τὰ μορφώματα κοινοβουλευτικοῦ ὁλοκληρωτισμοῦ», ὅπως τὶς ἀποκαλεῖ. Ὅλο τὸ κείμενο διέπεται ἀπὸ τὴν πρόθεση νὰ μᾶς δείξει ὅτι ζοῦμε ὑπὸ ὁλοκληρωτικὸ καθεστὼς καὶ συνεπῶς ἡ θεμελιώδης λειτουργία τῶν δυνάμεων τῆς δημόσιας τάξης καὶ ἀσφάλειας εἶναι ἡ μαζικὴ καταστολή· ὅτι οἱ δικαστικὲς καὶ διωκτικὲς ἀρχὲς βασανίζουν καὶ ἐνίοτε ἐγκληματοῦν· ὅτι οἱ ἀσκούμενες πολιτικὲς ἀπὸ τὶς κυβερνήσεις τοῦ Μνημονίου ἔχουν περισσότερα θύματα ἀπὸ τὴ 17 Νοέμβρη· ὅτι τὰ θύματα τῆς 17 Νοέμβρη δὲν εἶχαν ἀναίμακτα χέρια. Ἐκτιμήσεις καὶ ἑρμηνεῖες γύρω ἀπὸ κοινωνικοπολιτικὰ συστήματα, πολιτικὰ μέτρα, κρατικὲς λειτουργίες, ἀτομικὲς βιογραφίες συγκρίνονται μὲ συγκεκριμένες δολοφονίες συγκεκριμένων ἀνθρώπων μὲ πρόθεση πολεμικὴ καὶ συμψηφιστική. Ὅλα αὐτὰ ὅμως συνιστοῦν μετάβασιν εἰς ἄλλο γένος καὶ σύγχυσιν τῶν ἀσυγχύτων – γιὰ νὰ χρησιμοποιήσουμε ἐκφράσεις τῶν παλαιῶν.

Εἶναι πρόδηλο ὅτι ὁ χαρακτήρας τοῦ ἄρθρου τοῦ Τερζάκη εἶναι πολεμικὸς καὶ ἡ στόχευσή του διττὴ. Ἀπὸ τὴ μιὰ πλευρὰ θέλει νὰ καταδείξει ὅτι ζοῦμε ἤδη σὲ πόλεμο καὶ νὰ ἀποενοχοποιώσει συνάμα τὶς δολοφονίες τῶν τρομοκρατῶν τῆς 17 Νοέμβρη. Ἄλλωστε, πάγια σχεδόν τακτική τῆς ἄκρας άριστερᾶς –τακτικὴ ποὺ δὲν ἀφήνει ἀνεπηρέαστες καὶ μεγάλες μερίδες τῆς ἀριστερᾶς– εἶναι νὰ ἐντοπίζει περιθωριακῆς σημασίας λειτουργίες κρατικῶν ὀργανώσεων καὶ νὰ τὶς ἀνακηρύσσει οὐσιῶδες χαρακτηριστικό τους. Γιὰ παράδειγμα, οἱ δυνάμεις ἀσφαλείας ὁρίζονται ὡς «μηχανισμοὶ καταστολῆς», ἐνῶ στὴν πράξη ἐλάχιστα λειτουργοῦν ὡς τέτοιοι. Γιὰ τὴν ἄκρα ἀριστερὰ εἶναι σημαντικὸ νὰ ἀναδεικνύει ὡς μείζονες τὶς διαιρετικὲς τομὲς ποὺ αὐτὴ προκρίνει, ἀσχέτως ἐν πολλοῖς τοῦ κοινωνικοῦ βίου, γιατί μόνον ἔτσι μπορεῖ νὰ κάνει ὁρατὲς τὶς «ἐμπόλεμες συνθῆκες» ἐντός τῶν ὁποίων ἰσχυρίζεται ὅτι ζοῦμε. Κατ’ οὐσίαν, καὶ αὐτὴ ἡ κρίση μας δὲν συνιστὰ δίκη προθέσεων, ἐπιθυμεῖ νὰ ἐξωθήσει τοὺς πάντες νὰ ἐπιλέξουν στρατόπεδο. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, κι αὐτὸ ἔχει τὴ σημασία του, ἐπιδιώκει νὰ ἀντιστρατευθεῖ ὅσους ἀποπειρῶνται τὰ τελευταῖα χρόνια νὰ ἀποδομήσουν τὴν προπαγάνδα περὶ ἠθικῆς ὑπεροχῆς τῆς ἀριστερᾶς, προπαγάνδα ποὺ ὑπῆρξε ὅπως γνωρίζουμε ἐπὶ δεκαετίες πολύ ἀποτελεσματική. Αὐτὴ τὴν αὐτοκατανόηση τῆς Ἀριστερᾶς ἐξέφρασε ὁ Νίκος Γιαννόπουλος μὲ τὸν πλέον ἁδρὸ τρόπο στὸν πρόλογο τοῦ βιβλίου τοῦ Κουφοντίνα: «Ποιά πειστικότερη ἀπόδειξη ὅτι ἡ “ἀπὸ δῶ πλευρὰ ” παραμένει ἠθικά, μορφωτικά, ἀξιακά, ὀντολογικά [sic!], ἂν θέλετε, ἀνώτερη ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς της;» Ἠ πρόθεση τοῦ Τερζάκη νὰ ὑπερασπιστεῖ τὴν ἠθικὴ ὑπεροχὴ τῆς ἀριστερᾶς δηλώνεται ἤδη ἀπὸ τὶς πρῶτες φράσεις τοῦ κειμένου του ὅταν κρίνει ὅτι προβεβλημένα στὸν δημόσιο βίο πρόσωπα, ποὺ ἀντέδρασαν στὴν ἔκδοση τοῦ βιβλίου εἴτε μὲ ἀνακοινώσεις τους εἴτε ἀρθρογραφῶντας, «τρομοκρατοῦν». Διερωτώμενος γιὰ τὶς πιθανὲς ἐπιδιώξεις τους, σημειώνει: «Ποιόν ἐπιδιώκουν νὰ τρομοκρατήσουν; […] Ἢ ὁλόκληρη τὴν ἀριστερὰ στὸ πλαίσιο ἑνὸς βρώμικου πολιτικοῦ παιχνιδιοῦ κατασπίλωσης καὶ συκοφάντησης ἐνόψει τοῦ τρόμου ποὺ διακατέχει ὅλο τὸ σαθρὸ πολιτικὸ σύστημα καὶ τοὺς προστάτες του ἀπέναντι στὸ ἐνδεχόμενο μιᾶς ἐκλογικῆς νίκης τοῦ ΣΥΡΙΖΑ (ὅ,τι κι ἂν συνεπάγεται αὐτὸ στὴν πράξη);».

Ἠ εἰσαγωγὴ καὶ ὁ ἐπίλογος τοῦ Τερζάκη δείχνουν ὅτι τὸ ἄρθρο του ἀπευθύνεται σὲ ἕνα κοινὸ ποὺ πρέπει νὰ πείσθει ὅτι ὁ ΣΥΡΙΖΑ δὲν σχετίζεται καθ’ οἱονδήποτε τρόπο (ἰδεολογικὸ κυρίως) μὲ τὴν λογικὴ καὶ τὴν πρακτικὴ τῆς τρομοκρατίας. Προσπάθεια ὡστόσο περιττή, ἀφοῦ ὁ ἴδιος ὀ Τερζάκης δὲν διαπιστώνει δεσμοὺς πρὸς τὴν τρομοκρατία οὔτε κἂν στὴν περίπτωση τῆς 17 Νοέμβρη, ἀλλὰ αὐτούς ὅπως εἴδαμε τοὺς βλέπει στὸ Κράτος. Ἀκόμη καὶ νὰ ὑπῆρχαν τέτοιες διασυνδέσεις τοῦ ΣΥΡΙΖΑ, ὅπως τοῦ καταλογίζουν οἱ ἀντιπαλοί του, αὐτὸ δὲν θὰ ἐπρεπε νὰ ἔχει καμιὰ σημασία γιὰ τὸν Φ.Τ. καὶ τοὺς ὁμοϊδεάτες του. Ἄρα τὸ κείμενό του δὲν ἀπευθύνεται σὲ ὁμοϊδεάτες (ἴσως σὲ ὁρισμένους μόνο, προκειμένου νὰ μείνουν στερροὶ στὶς πεποιθήσεις τους) ἀλλὰ στοὺς ἄλλους ποὺ μπορεῖ νὰ πιστέψουν τὶς καταγγελίες ποὺ ἐκτοξεύουν κατὰ τοῦ ΣΥΡΙΖΑ οἱ πολιτικοί του ἀντίπαλοι. Τὸ διακύβευμα συνεπῶς εἶναι πολὺ εὐρύτερο. Τὸ μεῖζον ποὺ κρίνεται ἐδῶ εἶναι ἡ ἀντίληψη περὶ ἠθικῆς ὑπεροχῆς τῆς ἀριστερᾶς, ἀντίληψη ποὺ βάλλεται ὄχι μόνο, φεῦ, ἀπὸ τοὺς ἐκπροσώπους τῆς ἐπαράτου δεξιᾶς ἀλλὰ καὶ ἀπὸ φιλελεύθερους, ἀριστεροὺς καὶ ποικίλους ἀριστερογενεῖς. Οἱ συσχετισμοὶ ποὺ καθιερώθηκαν κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Μεταπολίτευσης δείχνουν νὰ ἀλλάζουν. Ἂν ὁ ΣΥΡΙΖΑ ἐνδώσει στὶς ἐγκλήσεις τῶν πολιτικῶν του ἀντιπάλων ποὺ τὸν καλοῦν νὰ καταστεῖ καὶ συμβολικὰ ἕνα νομιμόφρον ἀστικὸ κόμμα δηλώνοντας ἀπερίφραστα τὴν προσήλωσή του στοὺς ἀστικούς, δημοκρατικοὺς θεσμοὺς καὶ τὸ ἰδεολογικό τους πλαίσιο, ἴσως νὰ ἔκανε πράξη αὐτὸ ποὺ φοβᾶται καὶ ἀπεύχεται ὁ Φώτης Τερζάκης: «γιὰ φανταστεῖτε μιὰν ἀριστερὰ ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ συμμορφώνεται στὶς ἐντολὲς τῶν Κανέλληδων, Μανδραβέληδων, Πρετεντέρηδων, Εὐαγγελάτων κ.ο.κ. νὰ ξεκινάει κάθε πολιτική της ἐκτίμηση γιὰ ἱστορικὰ γεγονότα μὲ δηλώσεις μεταμέλειας καὶ νομιμοφροσύνης, ἀποκηρύσσοντας ἐκεῖνο ποὺ δὲν κήρυξε ποτέ! Εὔχεται μόνο κάποιος νὰ εἶχε ὀ ΣΥΡΙΖΑ τὴν ἱκανότητα καὶ τὴν τόλμη νὰ βγάλει ἀληθινοὺς τοὺς φόβους τοῦ Ἠλία Κανέλλη καὶ τῶν ὁμοίων του (γιὰ τὸ ὁποῖο, δυστυχῶς, πολὺ ἀμφιβάλλω…)!».

Προσωπικὰ δὲν γνωρίζω πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ εὔχεται κάποιος νὰ εἶχε ὁ ΣΥΡΙΖΑ τὴν ἱκανότητα καὶ τὴν τόλμη νὰ πράξει κάτι ποὺ ὁ ἴδιος ὁ ΣΥΡΙΖΑ δὲν τὸ θέλησε οὔτε τὸ διακήρυξε ποτὲ. Νὰ τὸ ποῦμε ἀλλιῶς: εἴτε οἱ φόβοι ὅλων αὐτῶν τῶν φιλελευθέρων εἶναι ἀβάσιμοι, καὶ συνεπῶς ο λόγος τους λειτουργεῖ πρὸς ἐκφοβισμὸ τῆς κοινωνίας, εἴτε εἶναι βάσιμοι κι ἔτσι ἀποκτοῦν νόημα καὶ οἱ εὐχὲς τοῦ Φώτη Τερζάκη.

Σὲ ἕνα ἄρθρο ποὺ οἱ προκείμενες τῆς σκέψης τοῦ συγγραφέα του –ὣς ἕνα βαθμὸ ἀναπόφευκτα λόγω τῆς περιορισμένης του ἔκτασης– τίθενται δίχως τὴν παραμικρὴ διερώτηση ἢ τὴν ἀνάδειξη, ἔστω, ἑνὸς προβληματισμοῦ, καὶ ὑπὸ ἕναν τέτοιο διανοητικὸ προσανατολισμὸ, ἡ ἀναφορὰ σὲ προϋποθέσεις τοῦ διαλόγου μοιάζει μὲ διαπραγμάτευση ἐν καιρῶ πολέμου. Εἶναι δηλαδὴ πλήρως προσχηματική. Καὶ ἐπειδὴ περὶ ὑποκρισίας ὁ λόγος ὀφείλουμε νὰ σημειώσουμε, καὶ πάλι, ὅτι ὑποκρισία, συνειδητὴ ἢ ἀσυνείδητη, μπορεῖ νὰ ὑπάρξει μονάχα ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχουν ἰδεώδη καὶ τὰ ἰδεώδη δημιουργοῦν μιὰ ἐντασιακὴ σχέση μὲ τὴν πραγματικότητα. Αὐτὴ ἡ παρατήρηση δὲν γίνεται μὲ τὴν πρόθεση νὰ ἐξοβελίσει τὰ ἰδεώδη ἀλλὰ γιὰ νὰ τονίσει τὸ ἀναπόδραστο τῆς ὑποκρισίας. Ἔξω ἀπὸ τὴν ψυχολογία ὅμως, ὑπάρχει μιὰ πολιτικοκοινωνικὴ πραγματικότητα ποὺ ἐπέτρεψε, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὶς προθέσεις τοῦ οἱουδήποτε, στὸ βιβλίο τοῦ Δημήτρη Κουφοντίνα νὰ κυκλοφορήσει καὶ στὸν ἐνδιαφερόμενο νὰ μπορεῖ νὰ τὸ βρεῖ στὰ βιβλιοπωλεῖα. Ἀκόμη περισσότερο: ποὺ τοῦ ἐπέτρεψε νὰ καταστεῖ ἀντικείμενο δημόσιας συζήτησης.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΣΤΑΜΑΤΕΛΟΠΟΥΛΟΣ