ΝΠ | Επίκαιρα & Σχόλια

«Λουλούδια της ερήμου»: Από την Κίσαμο Κρήτης, με Παλαμά, για όλο τον κόσμο

59a503dbcdb0f27217e7d344394798cd

της Ελένης Γεωργακάκη*

Σας καλωσορίζουμε απόψε στην εκδήλωσή μας που γίνεται στο πλαίσιο του 6ου Διεθνούς Φεστιβάλ ποίησης και τεχνών «Κραυγή γυναικών» που υψώνεται από τη Λατινική Αμερική, απ’ όπου ξεκίνησε, και φτάνει σε όλες τις γωνιές του κόσμου, προκειμένου να καταπολεμηθεί –και με τη βοήθεια της ποίησης και της τέχνης– κάθε μορφής βία και διάκριση εναντίον των γυναικών απανταχού της γης. Ο Σύλλογός μας, σε συνεργασία με την Έλενα Σταγκουράκη, εκπρόσωπο του Φεστιβάλ στην Ελλάδα, ένωσε τη φωνή του με όλες τις άλλες για πρώτη φορά πέρυσι, μιλώντας για την ενδο-οικογενειακή βία και όχι μόνο.

Φέτος, το θέμα του Φεστιβάλ είναι τα «Λουλούδια της ερήμου» κι είναι αφιερωμένο στις γυναίκες του αραβικού και, ευρύτερα, του μουσουλμανικού κόσμου. Μας προτρέπει να στρέψουμε το ενδιαφέρον μας στις γυναίκες της Αφρικής και της Ασίας, θέμα τραγικά επίκαιρο στις μέρες μας, με τους χιλιάδες πρόσφυγες να φτάνουν στα νησιά μας κυρίως από μουσουλμανικές χώρες, πρωτίστως από την σπαρασσόμενη –για 6ο χρόνο– Συρία, αλλά και από το Αφγανιστάν, το Ιράκ και όχι μόνο. Η συντριπτική πλειοψηφία αυτών των ανθρώπων είναι παιδιά και γυναίκες που φτάνουν μόνες στη χώρα μας, ελπίζοντας σε ένα νέο ξεκίνημα στη γη της Επαγγελίας που γι’ αυτούς είναι η Ευρώπη. Από τις πατρίδες τους τις ξεριζώνει ο πόλεμος, η τρομοκρατία, η φρίκη, η καταστροφή, ο θάνατος, αλλά και η φτώχεια, η πείνα και η ανέχεια. Οι γυναίκες πρόσφυγες, συχνά έγκυοι ή μητέρες πολλών παιδιών, έχουν περάσει «μια διπλή Οδύσσεια» για να φτάσουν ώς εδώ, αφού, πέρα από τις ταλαιπωρίες και τις αντίξοες συνθήκες της μετακίνησης, κινδυνεύουν συχνότατα να πέσουν θύματα εκμετάλλευσης και εμπορίας, τόσο από αδίστακτους διακινητές, όσο και από συνταξιδιώτες τους. Σπάνια σπάνε τη σιωπή τους για να το καταγγείλουν, η κουλτούρα τους όπως θα δούμε δεν τους το επιτρέπει, είναι όμως δυνατές και αποφασισμένες να σταθούν στα πόδια τους.

Από την 1η Διακήρυξη για το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μετά το Β Παγκόσμιο Πόλεμο, το 1946, μέχρι το 1979 που υπογράφτηκε η Σύμβαση για την εξάλειψη κάθε είδους διακρίσεων εις βάρος των γυναικών με νομική δέσμευση για τις χώρες που θα την αποδέχονταν, έγιναν πολλές προσπάθειες. Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΗΕ, 186 χώρες είχαν υπογράψει μέχρι το 2010, συμφωνώντας στη νομική κατοχύρωση και διαφύλαξη των δικαιωμάτων των γυναικών, γεγονός υψίστης σημασίας. Εντούτοις, ακόμη και σε αυτές τις χώρες, ακόμη και στις πιο ‘ανεπτυγμένες’ της Ευρώπης, οι διακρίσεις στην πράξη συνεχίζονται, αλλού περισσότερο και αλλού λιγότερο. Στις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες ή σε εκείνες που δεν έχουν υπογράψει τη Σύμβαση, οι άμεσες (στέρηση δικαιώματος μόρφωσης, ψήφου, ιδιοκτησίας κλπ.) ή έμμεσες διακρίσεις είναι πολύ περισσότερες και πολύ εντονότερες.

Εδώ πρέπει να πούμε ότι υπάρχουν διαφοροποιήσεις μεταξύ των διάφορων μουσουλμανικών χωρών ως προς την αντιμετώπιση της γυναίκας. Για παράδειγμα, στο Ιράκ όλο και περισσότερες γυναίκες αποκτούν ενεργό ρόλο στη κυβέρνηση. Στο Κουβέιτ σχετικά πρόσφατα έγιναν οι πρώτες βουλευτικές εκλογές, όπου για πρώτη φορά συμμετείχαν και οι γυναίκες ως ψηφοφόροι και υποψήφιες. Αντίθετα, στη Σαουδική Αραβία –το θεωρούμενο λίκνο του Ισλάμ– οι γυναίκες όχι μόνο δεν έχουν δικαίωμα ψήφου, αλλά ούτε καν το ‘προνόμιο’ να οδηγούν οχήματα. Παρόλο που κάποιες γυναίκες έφτασαν στα ύπατα πολιτικά αξιώματα στη χώρα τους, όπως η Πακιστανή Μπεναζίρ Μπούτο, συνιστούν μάλλον εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα πως στο μουσουλμανικό κι αραβικό κόσμο ο δρόμος για την ίση αντιμετώπιση ανδρών και γυναικών, σε όλα τα επίπεδα (οικογενειακή, πολιτική, κοινωνική και οικονομική ζωή), είναι ακόμη πολύ μακρύς.

Το χαρακτηριστικό είναι ότι μετά την αποικιοποίηση, σε πολλές μουσουλμανικές χώρες έπνευσε άνεμος ελευθερίας, αλλά όχι και για την πλειοψηφία των γυναικών που έμενε κατά κανόνα στο σπίτι, μακριά από τα κοινά, υπακούοντας σε κοινωνίες ανδροκρατούμενες και οικογένειες πατριαρχικές, χωρίς –συχνά– πρόσβαση στη μόρφωση. Και είναι χαρακτηριστικό πως ολοένα περισσότερα κράτη και κοινότητες επικαλούνται το δικαίωμα στα ιδιαίτερα πολιτισμικά τους χαρακτηριστικά, προσδίδοντας σε παλιές μισογυνικές παραδόσεις τη νομιμοποίηση που χρειάζονται.

Επειδή όμως το Φεστιβάλ «Κραυγή γυναικών» πάει χέρι-χέρι με τη λογοτεχνία, η οποία έρχεται με το δικό της, μοναδικό τρόπο να καταγγείλει τα ανείπωτα, ας σταθούμε στο ποίημα της τιμώμενης φέτος ποιήτριας του Φεστιβάλ, Ζέφης Δαράκη:

Στεκόμουν στην άκρη του δωματίου
με το πρόσωπο στραμμένο στον τοίχο
και επειδή μου απαγόρευαν τα ερωτήματα
μου απευθύνανε
αυστηρές απαντήσεις

που σαν διαταγές σκοτείνιαζαν το σώμα –
μου λέγανε,
θα ζήσεις μόνο με το φως του διαδρόμου

Νοσταλγώ τα ρούχα μου στο φεγγαρόφωτο…
Τι γύρευα στα ερημικά ανοίγματα
έξω από ξεριζωμένα καλώδια τηλεφώνων
να κρέμονται κραυγές στη δύναμη του αέρα
να κοκκαλώνουν την ανάμνηση
σε παρελάσεις φαντασμάτων

Με τιμώρησαν για να αλλάξω πεπρωμένο

Ποιο όμως πεπρωμένο επιφυλάσσεται για εκατομμύρια γυναικών στις μουσουλμανικές χώρες, κυρίως της Αφρικής, όταν στο όνομα κάποιου βάρβαρου εθίμου συνεχίζεται η κλειτοριδεκτομή και ο ακρωτηριασμός των γεννητικών οργάνων; Για πολλούς αυτό θεωρείται πρακτική που βοηθά το κορίτσι να ενηλικιωθεί και να παντρευτεί γιατί έτσι προστατεύεται η ‘αγνότητά’ του μέχρι το γάμο. Αυτή η ‘επέμβαση’ που πραγματοποιείται από απλούς ανθρώπους, χωρίς ιατρική καθοδήγηση και φαρμακευτική αγωγή, είναι απάνθρωπη και επικίνδυνη, όχι μόνο για την ψυχική και σωματική υγεία των κοριτσιών, αλλά και για την ίδια τη ζωή τους. Στοιχεία του ΟΗΕ αποκαλύπτουν ότι 200 εκατομμύρια κορίτσια σε 30 χώρες του κόσμου έχουν υποστεί αυτόν τον ακρωτηριασμό, με 1η τη Σομαλία, όπου το ποσοστό ανέρχεται στο εφιαλτικό 98%. Μετά από έντονες διεθνείς πιέσεις, η κυβέρνηση της Σομαλίας σκέφτεται να απαγορεύσει αυτή την πρακτική.

Η 1η που έσπασε τη σιωπή της και κατήγγειλε αυτό το βάρβαρο έθιμο ήταν η Σομαλή Γουόρις Ντίρι, τέλη της δεκαετίας του 1990. Στο αυτοβιογραφικό της βιβλίο με τίτλο «Το λουλούδι της ερήμου» (αυτό σημαίνει το Γουόρις), διηγείται πώς και γιατί έφυγε από την οικογένειά της. Επιβίωσε διασχίζοντας μόνη την έρημο, και με χίλια βάσανα έφτασε στο Λονδίνο, όπου γνώρισε το δυτικό τρόπο ζωής κι έγινε τελικά μοντέλο. Αξιοποιώντας την επωνυμία της, κατήγγειλε το βάρβαρο έθιμο, ακόμη και από το βήμα του ΟΗΕ. Το σχετικό απόσπασμα από την ομώνυμη ταινία:

Εδώ οφείλουμε να προσθέσουμε πως δεν είναι λίγοι οι ηγέτες του Ισλάμ που είναι αντίθετοι με την πρακτική του ακρωτηριασμού των γεννητικών οργάνων, ισχυριζόμενοι πως δεν σχετίζεται με τη θρησκεία τους.

Ας μην ξεχνούμε ωστόσο ότι ο λόγος που έκανε τη δεκατριάχρονη τότε Γουόρις να εγκαταλείψει την οικογένειά της, δηλαδή ο σχεδιαζόμενος γάμος της μ’ έναν ηλικιωμένο, λόγω φτώχειας, είναι πολύ διαδεδομένη συνήθεια σε κάποιες μουσουλμανικές χώρες όπως το Μπαγκλαντές, το Αφγανιστάν, η Νιγηρία, το Κονγκό, το Ιράκ και κυρίως η Υεμένη, όπου η κυβέρνηση αρνείται πεισματικά να ορίσει ως κατώτατο όριο γάμου για τα κορίτσια τα 18 χρόνια.

Τα στοιχεία που δίνει πάλι ο ΟΗΕ είναι αποκαλυπτικά για τις συνέπειες των αναγκαστικών γάμων ανήλικων κοριτσιών στις χώρες της Ν. Ασίας και της Αφρικής για την υγεία τους, αλλά και τις αυξημένες πιθανότητές τους να πέσουν θύματα βίας, κακοποίησης και να προσβληθούν από τον ιό του AIDS. Αυτά τα κορίτσια εγκαταλείπουν πρόωρα και βίαια τα σπίτια, το σχολείο και την παιδικότητά τους και υφίστανται τρομακτικές σωματικές και ψυχικές κακώσεις που προκαλούν μόνιμα ψυχικά τραύματα.

Είναι εξαιρετικά σπάνιες, όμως υπάρχουν περιπτώσεις κοριτσιών που αντιστέκονται, όπως εκείνη της Νοζούντ Άλι από μια ισλαμική επαρχία της Υεμένης, την οποία πάντρεψαν στα δέκα της χρόνια και η οποία κακοποιήθηκε άγρια από το ‘σύζυγό’ της. Κατέφυγε στην οικογένειά της, όπου όμως δεν βρήκε προστασία, καθώς οι γονείς της δεσμεύονταν από το συμβόλαιο ‘τιμής’ με το γαμπρό. Το κορίτσι βρήκε το κουράγιο να παρουσιαστεί μόνο του μπροστά στο δικαστή και να ζητήσει διαζύγιο. Σήμερα παρακολουθεί ξανά μαθήματα στο σχολείο και ονειρεύεται να γίνει δικηγόρος, εμπνευσμένη από τη δική της δικηγόρο (και πρότυπό της πλέον) Σέντα.

Οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες επηρεάζουν και επηρεάζονται από το νομικό πλαίσιο μιας χώρας, αλλά και από το εθιμικό δίκαιο και τη νοοτροπία των ανθρώπων. Στον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο, αξίες, πεποιθήσεις, συνήθειες και παραδόσεις περνούν από γενιά σε γενιά κι επιβάλλονται με πειθώ, ασφυκτικές πιέσεις ή ακόμη και τη χρήση βίας. Έτσι, επιτρέπουν ή ανέχονται απάνθρωπες συμπεριφορές εις βάρος –εν προκειμένω– των γυναικών, όπως τη θανάτωση δια λιθοβολισμού, τα εγκλήματα τιμής, τους ομαδικούς βιασμούς, τον ξυλοδαρμό, την εξώθηση στην πορνεία ή τη βίαιη διακοπή της κύησης θηλυκών εμβρύων.

Οι περισσότερες γυναίκες που υφίστανται τέτοιων ειδών κακοποίηση δεν την καταγγέλλουν, υπακούοντας στο νόμο σιωπής που ισχύει κατά κανόνα σε αυτές τις κοινωνίες, από φόβο ή/και αδυναμία. Λίγες είναι εκείνες που μίλησαν, καταθέτοντας συγκλονιστικές μαρτυρίες. Θα αναφερθούμε ενδεικτικά σε δύο περιπτώσεις, των οποίων οι εμπειρίες αποτυπώθηκαν σε βιβλία που προκάλεσαν μάλιστα παγκόσμια αίσθηση.

Η πρώτη αφορά την Αμερικανίδα Μπέτι Λάβερ Μαχμουντί, η οποία επισκέφτηκε το 1984 (και για λίγες μέρες όπως νόμιζε) μαζί με την τετράχρονη κόρη της και τον Ιρανό σύζυγό της, γιατρό σπουδαγμένο στην Αμερική, την οικογένειά του στην Τεχεράνη, όπου είχαν επικρατήσει οι Ισλαμιστές. Εκεί, βρέθηκε αιχμάλωτη από τον ίδιο, όντας υποχρεωμένη να αποδεχτεί έναν τρόπο ζωής και μια τάξη πραγμάτων εντελώς διαφορετικά απ’ όσα γνώριζε ώς τότε. Ο άνδρας της, από υποδειγματικός σύζυγος και πατέρας, μεταλλάχτηκε σε βίαιο τύραννο, ενώ εκείνη δεν είχε καμία ελευθερία και κανένα δικαίωμα επιλογής ή προστασίας του παιδιού της. Σε μια χώρα που βομβαρδιζόταν από τους Ιρακινούς στη διάρκεια του Ιρανο-ιρακινού πολέμου, όπου –όπως καταγγέλλει– και οι δύο χώρες εξοπλίζονταν –η μία επισήμως και η άλλη κρυφά– από την Αμερική, σε ένα κλίμα θρησκευτικού φανατισμού, μισαλλοδοξίας, προκατάληψης, προπαγάνδας και απόλυτης κυριαρχίας του άνδρα, έψαχνε απεγνωσμένα για βοήθεια. Παρά την ασφυκτική παρακολούθηση από τον άντρα της και την οικογένειά του και μετά από αμέτρητες δυσκολίες και την πάροδο χρόνων, κατόρθωσε να διαφύγει μαζί με την κόρη της, περνώντας με Κούρδους διακινητές παράνομα στην Τουρκία. Έκτοτε, η γυναίκα αυτή αφιέρωσε τη ζωή της στη συγκέντρωση ανάλογων μαρτυριών για την ενημέρωση κι ευαισθητοποίηση της παγκόσμιας κοινής γνώμης. Το βιβλίο της, που μεταφέρθηκε και στη μεγάλη οθόνη, φέρει τον τίτλο «Ποτέ χωρίς την κόρη μου».

Η δεύτερη περίπτωση αφορά την Πακιστανή μεγαλοαστή Τεχμίνα Ντουρανί, η οποία στα εικοσιένα χρόνια της ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε τον Μουσταφά Χαρ, έναν από τους σημαντικότερους πολιτικούς στη χώρα του. Επί δεκατέσσερα χρόνια φαίνονταν ένα ευτυχισμένο ζευγάρι που απέκτησε μάλιστα και πέντε παιδιά. Η πραγματικότητα όμως ήταν άλλη. Όπως κατήγγειλε η Τεχμίνα αργότερα, η ζωή της ήταν μια κόλαση, καθώς ο άντρας της τη χτυπούσε, την ταπείνωνε και την απατούσε με μία από τις αδερφές της. Όταν ζήτησε διαζύγιο, εκείνος αρνήθηκε να της το δώσει, τονίζοντας πως χωρίς εκείνον δεν θα ήταν τίποτε, δεν θα είχε τίποτε, δεν θα την υπολόγιζε και δεν θα τη σεβόταν κανείς –σύμφωνα με τα στερεότυπα για τις διαζευγμένες γυναίκες–, ενώ θα έχανε και την επιμέλεια των παιδιών. Εκείνη βρήκε τη δύναμη και έγραψε ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο στα μέσα της δεκαετίας του 1990, καταγγέλλοντας την κακομεταχείριση των γυναικών από τος άντρες τους στο μουσουλμανικό κόσμο. Το βιβλίο προκάλεσε σοκ για την τόλμη και την αλήθεια του και, παρά τις αρνητικές κριτικές στο Πακιστάν, κανείς δεν αμφισβήτησε τα γεγονότα που αναφέρονται σε αυτό. Με πολύ αγώνα, κατόρθωσε μάλιστα να κερδίσει και την επιμέλεια των παιδιών.

Η Νικαραγουανή ποιήτρια, ακτιβίστρια και μητέρα τεσσάρων παιδιών, Τζοκόντα Μπέλλι, δίνει ποιητικά τις συμβουλές της σε κάθε γυναίκα για να ’ναι δυνατή: (Συμβουλές για μια γυναίκα δυνατή, μτφρ: Έλενα Σταγκουράκη)

Για να ’σαι γυναίκα δυνατή
προστατέψου απ’ τις αρπάγες που θελήσουν
την καρδιά σου να σπαράξουν.
Αυτές φορούνε μάσκες απ’ όλα αυτής της γης τα καρναβάλια—
σε ενοχές μεταμφιέζονται, κατηγορίες, ευκαιρίες, στο αντίτιμο που πρέπει τάχα να
[πληρώσεις.
Την ψυχή σου την ταράζουν – εισβάλλουν σαν ατσάλινο τρυπάνι με το βλέμμα ή τους θρήνους τους
ώς τα βάθη ώς το μάγμα της ουσίας σου
όχι απ’ τη φωτιά σου για να φωτιστούν
παρά το πάθος για να σβήσουν
τη σοφία της φαντασίας σου.

Για να ’σαι γυναίκα δυνατή
να ξέρεις πρέπει πως ο αέρας που σε θρέφει
ακάρεα μεταφέρει και παράσιτα,
έντομα μικρούτσικα που ψάχνουν μες στο αίμα να φωλιάσουν
και να τραφούν απ’ ό,τι μέσα σου είναι στέρεο και μεγάλο.

Την συμπόνια σου μην χάνεις – μα τρέμε αυτό που θα θελήσει
τη λέξη να σου στερήσει και το είναι σου να κρύψει,
αυτό που επιδιώκει να σε αμβλύνει
υποσχόμενο επίγεια βασίλεια
σε αντάλλαγμα ενός χαμόγελου συγκατάβασης.

Για να ’σαι γυναίκα δυνατή
για τη μάχη προετοιμάσου:
μάθε μόνη σου ν’ αρκείσαι,
στο σκοτάδι να κοιμάσαι δίχως φως και δίχως φόβο,
σωσίβια να μη δέχεσαι σαν μαίνεται η καταιγίδα,
και στο ρεύμα κόντρα να κολυμπάς.

Εκπαιδεύσου στο συλλογισμό και τις ασκήσεις της διανοίας
διάβαζε, αγάπα τον εαυτό σου, και οχύρωσε το κάστρο σου
περίβαλέ το με τάφρους βαθειές
μα κράτησε πλατιά, παραθύρια και πύλες.

Απαραίτητο, φιλίες αληθινές να καλλιεργείς
ώστε εκείνοι που είναι δίπλα σου και σ’ αγαπούν να ξέρουνε ποια είσαι,
ώστε κύκλος από εστίες να γίνεις που στο κέντρο θ’ ανάβουνε της κάμαράς σου,
φουφού να καίει πάντα και τη θέρμη να διατηρεί των ονείρων σου.

Για να ’σαι γυναίκα δυνατή
με λέξεις προφυλάξου και με δέντρα
και στο νου σου να φέρνεις τις γυναίκες απ’ τα παλιά.

Φρόντισε να μάθουν πως είσαι πεδίο μαγνητικό
που πάνω του γρυλίζοντας θα ταξιδεύουν καρφιά σκουριασμένα
και η θανάσιμη οξείδωση των ναυαγίων όλων.
Προστάτεψε, μα πρώτα προστατέψου.
Κράτα αποστάσεις.
Οικοδόμησε και φρόντισε τον εαυτό σου.
Αποθησαύριζε τη δύναμή σου
υπερασπίσου την,
κάνε το για σένα.
Σου το ζητώ εξ ονόματος ημών όλων.

Χαρακτηριστική είναι και η περίπτωση της νεαρής Πακιστανής, Μαλάλα Γιουσαφζάι, η οποία αγωνίζεται σταθερά κι ανυποχώρητα για το δικαίωμα των κοριτσιών της χώρας της στη μόρφωση, κάτι που το καθεστώς των Ταλιμπάν έχει απαγορεύσει. Το 2012 η Γιουσαφζάι δέχτηκε δολοφονική επίθεση με μια σφαίρα στο κεφάλι, επέζησε όμως και συνεχίζει τον αγώνα της. Μάλιστα το Δεκέμβριο 2014 τιμήθηκε, από κοινού με τον Ινδό Καϊλα Σατιάρτι, με το Νόμπελ Ειρήνης.

Πράγματι, το πόσο επιτακτική ανάγκη συνιστά η παροχή (ποιοτικής) εκπαίδευσης σε παιδιά και ενήλικες, αποτυπώνεται σε στοιχεία του ΟΗΕ και της UNICEF. Από τα 776 εκατομμύρια αναλφάβητων ενηλίκων, τα 2/3 είναι γυναίκες! Ειδικότερα στον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο, οι περισσότερες γυναίκες δεν έχουν πρόσβαση στην εκπαίδευση. Από τα 250 εκατομμύρια ανεκπαίδευτα παιδιά στον κόσμο, τα περισσότερα είναι κορίτσια. Το ίδιο ισχύει και στις μουσουλμανικές χώρες, όπου τα κορίτσια, λόγω των πρόωρων γάμων, της παιδικής εργασίας και άλλων αντιλήψεων, εγκαταλείπουν πρόωρα το σχολείο. Αν τα κορίτσια δεν μορφωθούν, η θέση της γυναίκας στο μουσουλμανικό κόσμο δεν μπορεί να βελτιωθεί· αντιθέτως θα διαιωνίζεται η παθητική στάση, η σιωπή, η περιθωριοποίηση. Σύμφωνα με την παροιμία, εκπαιδεύοντας ένα αγόρι, εκπαιδεύεις ένα αγόρι, εκπαιδεύοντας όμως ένα κορίτσι, εκπαιδεύεις μια ολόκληρη γενιά. Ο Κωστής Παλαμάς επεσήμανε σοφά στις αρχές του περασμένου αιώνα τις προϋποθέσεις χειραφέτησης για τις ίδιες τις γυναίκες:

Γυναίκα, αν θες αντρίκεια να δουλέψεις
για τον ξεσκλαβωμό σου, δε σε φτάνει
να κάψεις, να σκορπίσεις, να ξοδέψεις

το χρυσάφι, τη σμύρνα, το λιβάνι
στο νέο βωμό. Μέσα σου πρώτα κάψε
το τριπλό ξόανο που τους δούλους κάνει,

Συνήθεια, Κέρδος, Πρόληψη. Και σκάψε,
και του παλιού καιρού τα παραμύθια,
κι ας ειν’ όμορφα, μια για πάντα θάψε.

Α! τα μεστά καμαρωτά σου στήθια
βραχνάς τα πνίγει, πνίχ’ τον, πολεμίστρα
για την Αγάπη και για την Αλήθεια.

Πάντα μαζί σου κ’ η Ομορφιά η μεθύστρα.

Τα χρόνια πέρασαν και στο θέμα της ισότητας των δύο φύλων έχουν γίνει αλλού περισσότερα βήματα και αλλού λιγότερα. Ωστόσο, σε μια εποχή σαν τη σημερινή, οπότε η πολύπλευρη κρίση ισοπεδώνει και τους άντρες και τις γυναίκες, καταδικάζοντάς τους σε φτώχεια, ανεργία, ξεριζωμό κι αναξιοπρέπεια, ο ένας έχει ανάγκη τον άλλο. Για να γκρεμιστούν τα στερεότυπα που διαιωνίζουν τις διακρίσεις, και τα δύο φύλα οφείλουν να δείξουν αμοιβαίο σεβασμό και να αναγνωρίσουν την ισοτιμία τους, όχι μόνο στη θεωρία, αλλά και στην πράξη. Απόψε ρίξαμε λίγο φως σ’ ένα κόσμο που μοιάζει άλλοτε κοντινός κι άλλοτε μακρινός, σε ένα κόσμο με σοβαρά προβλήματα. Με τη δική μας φωνή λέμε απλά πως σε κανένα άνθρωπο, για κανένα λόγο και στο όνομα καμίας πίστης δεν μπορεί να αμφισβητείται το δικαίωμά του να αναγνωρίζεται ως Άνθρωπος.

*Κείμενο που εκφωνήθηκε κατά τη διάρκεια εκδήλωσης στο πλαίσιο του 6ου Διεθνούς Φεστιβάλ «Κραυγή γυναικών», στο Δημαρχείο Κισάμου, στις 20.03.2016. Στην εκδήλωση συμμετείχαν και οι: Μάντυ Βαρουχάκη, Ελένη Γεωργακάκη, Ινώ Γεωργακάκη, Κωστής Κυριτσάκης, Χάρης Μπατάκης και Γεωργία Τυράκη. Επιμέλεια ήχου και συντονισμός προτζέκτορα: Βίκυ Πέτσκου.

Δύο φίλοι

 ΓΕΩΡΓΉ ΒΙΒΛΊΟ.  ~

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Την 24η Ιουλίου 1974 ο Γιώργος Σεφέρης δεν πρόφτασε να τη ζήσει. Είχε προηγηθεί ο θάνατός του, στις 20 Σεπτεμβρίου 1971. Όμως στον αγώνα για την αποκατάσταση της δημοκρατίας, η συμμετοχή του υπήρξε διαρκής, πολύπλευρη και αταλάντευτη. Το αργότερο από το 1969, όπως σημειώνει ο βιογράφος του, ο Σεφέρης «βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο κάθε λογοτεχνικής διαμαρτυρίας κατά του καθεστώτος.»

Απ’ τα ποικίλα επεισόδια αυτής της συμμετοχής, γνωστά στο ευρύτερο κοινό είναι μόλις δύο: η περίφημη δήλωση του ποιητή στο ΒΒC στις 28.3.1969, που βρήκε παγκόσμια απήχηση, και η συμβολή του στη συλλογική αντιστασιακή έκδοση Δεκαοχτώ Κείμενα τον Ιούλιο του 1970. Δεν είναι όμως τα μόνα. Όπως δεν είναι ευρέως γνωστός, ο ρόλος που διαδραμάτισε όλη αυτή την περίοδο στο πλευρό του Σεφέρη ο, έμπιστος φίλος του, Στρατής Τσίρκας.

Ήδη από το 1967 ο Σεφέρης είχε πάρει τη διπλή απόφαση: Να μείνει στην Ελλάδα («Μού λένε να φύγω; Να πάω πού; Δεν μπορώ άλλο την προσφυγιά. Εδώ θα μείνω με τους ανθρώπους που μιλούν τη γλώσσα μου, σ’ αυτό το τοπίο που δεν μπορώ πια να τ’ αποχωριστώ.»)· και να σιωπήσει εκδοτικά («Έπειτα από τα καμώματα της 21ης του Απρίλη, πήρα την απόφαση να μην τυπώνω πια στην Ελλάδα όσο βασιλεύει η λογοκρισία»).

Ειδικά αυτή η τελευταία απόφαση του Σεφέρη δεν έμεινε χωρίς συνέπειες. Όπως σημειώνει ο Γιώργος Γεωργής στο πρόσφατο, εξαίρετο, βιβλίο του Η συνάντηση Στρατή Τσίρκα – Γιώργου Σεφέρη. Μια φιλία που βράδυνε (Καστανιώτης, 2016, όθεν και όλα τα εδώ παραθέματα), η εθελούσια αποχή του Σεφέρη από την εκδοτική δραστηριότητα «φαίνεται ότι έγινε γνωστή μέσω του Τσίρκα σ’ έναν ευρύ κύκλο Ελλήνων ποιητών και συγγραφέων που ακολούθησαν την ίδια πρακτική. Η πατρότητα της ιδέας για σιωπή των συγγραφέων φαίνεται όμως ότι ανήκει στον Τσίρκα».

Στο ιστορικό της πολυκύμαντης σχέσης αυτών των τόσο διαφορετικών μεταξύ τους ανθρώπων, που με τεκμηριωμένο όσο και τερπνό τρόπο φιλοτεχνεί, ο Γεωργής μας δείχνει πώς ο Τσίρκας με τις συγκινητικές φροντίδες του σταθερά ενθαρρύνει και παρακινεί τον πρεσβύτερο φίλο του, τον οποίο τόσο αγαπούσε και θαύμαζε, στις δημόσιες τοποθετήσεις του εκείνα τα δύσκολα χρόνια. Και να σκεφτεί κανείς, ότι η σχέση των δύο ανδρών είχε ξεκινήσει τριάντα χρόνια πριν, επί Κατοχής, με μια δημόσια αντιπαράθεση!

tsirkas002Έτσι, στις 18.12.1970, Σεφέρης και Τσίρκας και συνολικά 28 συγγραφείς και καλλιτέχνες από όλο το πολιτικό φάσμα, από τη δεξιά ώς την αριστερά, πράγμα ώς τότε πρωτοφανές (ανάμεσά τους οι Ρίτσος, Θεοδωράκης, Σινόπουλος, Χάκκας, Βαλτινός, Κουμάντος, Συνοδινού, Σαμαράκης κ.ά.) συνυπογράφουν τηλεγράφημα συμπαράστασης προς τους Καταλανούς διανοουμένους και καλλιτέχνες (μεταξύ τους οι ζωγράφοι Μιρό και Τάπιες, η συγγραφέας Ματούτε κ.ά.) που σε ένδειξη διαμαρτυρίας προς το φρανκικό καθεστώς είχαν εγκλειστεί συμβολικά στο ιστορικό Αβαείο του Μονσεράτ.

Στις 23.3.1971, και με αφορμή την συμπλήρωση των 150 ετών της Επανάστασης, οι δύο φίλοι και άλλοι 131 συγγραφείς, καλλιτέχνες και διανοούμενοι, και πάλι απ’ όλο το πολιτικό φάσμα, συνυπογράφουν διακήρυξη για τον «αληθινό χαρακτήρα» και το «ιδεολογικό περιεχόμενο» του Ξεσηκωμού: «Αποτελεί θεμελιώδη υποθήκη του ’21, εκφρασμένη στα συνταγματικά κείμενα του αγωνιζόμενου Ελληνισμού ότι ένα έθνος τότε μόνο μπορεί να είναι αληθινά ελεύθερο, όταν είναι ελεύθεροι όλοι οι πολίτες του».

Τέλος, στις 9.7.1971, ο Γιώργος Σεφέρης σε κείμενό του στον Figaro Literraire για την εκατοστή επέτειο των γενεθλίων του Μαρσέλ Προυστ κλείνει την αναφορά του στον Γάλλο μυθιστοριογράφο καταγγέλλοντας τη φυλάκιση του μεταφραστή του στην Ελλάδα, Παύλου Ζάννα, από το απριλιανό καθεστώς. Και αυτό το κείμενο, ο ποιητής το είχε συζητήσει προηγουμένως με τον φίλο του. Όπως θυμάται ο ίδιος ο Τσίρκας στο κείμενο με το οποίο τον Σεπτέμβρη του 1971 αποχαιρέτησε από τις στήλες του Βήματος τον Σεφέρη:

Πρώτη του Ιούλη, δειλινό, είκοσι περίπου μέρες πριν να μπει στον Ευαγγελισμό. Απ’ το γραφείο του περάσαμε στην πλακόστρωτη αυλή που τη χωρίζει μια μεγάλη τζαμωτή πόρτα, τις πιο πολλές φορές κλειστή, όταν δούλευε. Καθίσαμε γύρω από το χαμηλό τραπέζι, εκείνος με τη ράχη στη δύση κι εγώ κάπως αντικριστά του. Σχολίαζε αργά ένα κείμενό του στα γαλλικά για τα εκατό χρόνια του Μαρσέλ Προυστ […]

Χαμήλωσα και πάλι τα μάτια στο κείμενο. Τώρα μιλούσε για το μεταφραστή του «Αναζητώντας», το φίλο του και φίλο μου, τον αγαπημένο μας και φυλακισμένο Παύλο Ζάννα. «Για κοίτα», έλεγα μέσα μου, «το κείμενο για τον Προυστ το έγραψε μόνο και μόνο για να θυμίσει στον κόσμο τη μοίρα του Παύλου. Αυτή η σκέψη, αυτή η αγωνία για τους φυλακισμένους, δεν τον αφήνει, του σκάβει τη ζωή».

Έγραψα ήδη, ξετυλίγοντας το συναρπαστικό νήμα της εξιστόρησης του Γ. Γεωργή για τη σχέση των δύο ανδρών, ότι η φιλία του Γιώργου Σεφέρη και του Στρατή Τσίρκα είχε ξεκινήσει απρόοπτα: με μια δημόσια αντιδικία. Τον Μάιο του 1942, σε σημείωμά του σε περιοδικό της Αλεξάνδρειας, ο Τσίρκας παρουσιάζει την έκδοση των καλβικών Ωδών, που είχε μόλις κυκλοφορήσει στην Αίγυπτο, σχολιάζοντας επικριτικά το εισαγωγικό κείμενο του Σεφέρη. seferiΕίναι η εποχή, θυμίζω, μεσούντος του Πολέμου, όπου ο διπλωμάτης Γεώργιος Σεφεριάδης, ακολουθεί την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση στις περιπέτειές της, περιπλανώμενος προσωπικά μεταξύ Κρήτης, Καΐρου, Αλεξάνδρειας, Πρετόριας και Ιεροσολύμων. Εκεί άλλωστε, στην Ιερουσαλήμ, όπου και οι δυο τους είχαν καταφύγει προσωρινά εμπρός στον κίνδυνο του προελαύνοντος Ρόμελ, αναφέρει ο Τσίρκας ότι είδε τυχαία τον Σέφερη για πρώτη φορά («είχε έρθει με τη γυναίκα του και έβγαινε απ’ το ελληνικό προξενείο»).

Οι ενστάσεις του Τσίρκα για τη σεφερική ανάγνωση του Κάλβου είναι τόσο πολιτικές όσο και αισθητικές· έχουν τις καταβολές τους στη χρόνια ήδη τότε διαμάχη μεταξύ στρατευμένης και καθαρής ποίησης, και ως τέτοιες διατηρούν την επικαιρότητά τους ώς σήμερα. «Ο πρόλογος» του Σεφέρη, αναγνωρίζει ο Καϊρινός συγγραφέας, ταγμένος ήδη από τότε στους κόλπους της μάχιμης αριστεράς, ασφαλώς

αποτελεί πολύτιμη συμβολή στη μελέτη του έργου του Κάλβου από αισθητικής και γλωσσικής απόψεως και θα είναι εντρύφημα για τους, δυστυχώς, ευάριθμους καλβολάτρες. Η γνώμη μας όμως, είναι πως η εκλογή της μελέτης αυτής από τους εκδότες για να παρουσιασθεί μια έκδοση που έχει χαρακτήρα λαϊκό, δεν ήταν πετυχημένη. Ούτε συμβιβάζεται με το σκοπό που βάλανε στον εαυτό τους οι Νεοαλεξανδρινοί: Να γνωρίσουν δηλ. πλατύτερα «το ιδανικό που εμψυχώνει την Ελλάδα στην ηρωϊκή της θυσία που ήταν και ιδανικό του Κάλβου.» Για τα ιδανικά του Κάλβου δεν γίνεται σχεδόν καθόλου λόγος στον πρόλογο. Τίποτα για το καθαρά διανοητικό του πάθιασμα για τη λευτεριά, τη δικαιοσύνη, τη δημοκρατία, την κοινωνική αρετή, την Ελλάδα

Με αυτό το κριτήριο, συνεχίζει ο Τσίρκας,

η μελέτη του κ. Σεφέρη μοιάζει μάλλον με βαθυστόχαστη προσπάθεια να δικαιολογήσει στα μάτια των οπαδών της «άδολης ποίησης» μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και ο ίδιος, τη διγλωσσία και την πατριωτική ποίηση του Κάλβου […]

Σαν εισαγωγή σ’ ένα έργο όπου ακούγεται ο Ωκεανός να μουγκρίζει μ’ όλη του την υδάτινη έξαρση, όπου νιώθεις το Χρόνο που

Περιτρέχει την θάλασσαν
Και την γην όλην

να σ’ αγγίζει με τα κοκκαλιάρικά του δάχτυλα, όπου σε καψαλίζει η λάβα όλων των ευγενών μετάλλων που λιώνουν κάτω από την αξεδίψαστη διανοητική φλόγα του αδιάλλαχτου ιδεαλιστή, μας δίνει ένα χαμηλόφωνο μονόλογο αισθητικού ταχυδακτυλουργού σε βραχμάνικο χρυσελεφάντινο ναΐσκο.

Και μόνο η τελευταία αυτή φράση, φράση βγαλμένη από πέννα θα λεγε κανείς ήδη σπουδαίου και κατασταλαγμένου παρά τη νεότητά του κριτικού (ο Τσίρκας δεν έχει κλείσει όταν γράφεται τα 31 του χρόνια), αρκεί νομίζω για Γιώργος Γεωργήςνα εξηγήσει την έντονη δυσφορία που προκάλεσε στον -έντεκα χρόνια μεγαλύτερό του- Σεφέρη το κείμενό του. Από την αλληλογραφία του με τους Αλεξανδρινούς φίλους του Παναγιωτόπουλο και Μαλάνο, μαθαίνουμε ότι για ένα διάστημα ερωτοτρόπησε με την ιδέα να απαντήσει προσωπικά στον Τσίρκα, για τον οποίο ζητεί μάλιστα από τον δεύτερο διά του πρώτου πληροφορίες («Ρώτησε τον Τίμο ποιος είναι αυτός ο τύπος και αν αξίζει να τον περιλάβω.»)

Στο τέλος, όπως σημειώνει ο Γεωργής, «θα επιλέξει την προσωρινή αποσιώπηση του θέματος». Θα επανέλθει σ’ αυτό, έναν χρόνο μετά, εμμέσως και παρεμπιπτόντως, στην πολύκροτη ομιλία του για τον Μακρυγιάννη, στο «Ριάλτο» της Αλεξάνδρειας στις 6 Μαΐου 1943. Και έχοντας τον ίδιο τον Τσίρκα στο ακροατήριο να τον ακούει…

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Λάμπρος Λαρέλης: Vita poetica

ηδξ

~ ~ ~

ΣΕ ΚΡΙΤΙΚΟ ΚΑΘ’ ΟΛΑ ΣΥΝΕΠΗ

Οι μπουρδολόγοι σού ’τανε καρφί στο μάτι,
με τους αγύρτες, α, δεν είχες κολιγιές,
ήσουν των κλόουν και των τρα-λα-λά ο φονεύς.
Τώρα ζαχάρωσες· σαν του Χατζηαβάτη
έγινε η γλώσσα σου κομψή και ντελικάτη
και γλυκογλείφει όσους πίκραινε ώς χθές.

~ ~ ~

ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΕΚΔΟΤΙΣΚΟ

Ιούδας; Όχι δα! Φτωχομαλάκας…
Σιγανοπαπαδιά σιελοφόρα
που ’κανε τη ρομαντικιά ώς την ώρα
να σπιτωθεί κι αυτός μες στην Παράγκα.

(Πια τρώει ενός σκατόγερου τα φράγκα
στίχους σωρό τυπώνοντας της πλάκας.)

~ ~ ~

ΣΕ ΣΤΙΧΟΠΛΟΚΟ ΞΕΜΩΡΑΜΕΝΟ

Τι νόμισες, τα πλήθη θα σ’ υμνήσουν;
Α, τούβλο, κοκκορόμυαλος θα ήσουν!
Τα πλήθη απαξιούν και να σε φτύσουν.

~ ~ ~

ΣΕ ΠΡΩΗΝ ΤΙΜΗΤΗ, ΣΦΟΓΓΟΚΩΛΑΡΙΟ ΤΩΡΑ

Τσιρίζοντας στα ογδόντα ντεσιμπέλ
κατήγγελλες σινάφια και καρτέλ
κι έκανες κρότο μες στη σαστιμάρα.
Μα γρήγορα σε βούβανε η Βαβέλ·
στον σβέρκο που τον είχες για Νομπέλ,
πια τώρα πέφτει σύννεφο η σφαλιάρα.

~ ~ ~

ΣΥΝΑΔΕΛΦΟΣ ΑΥΤΟΠΑΡΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ

Ο θάνατός Σου – τι θεόσταλτη ευκαιρία!
Ας μη σε χώνευα, είχαμε κοινούς εχθρούς:
υμνώντας του Έργου σου την τόση σημασία,
μαζί μ’ εκείνο θα τους θάψω κι αυτουνούς.

~ ~ ~

ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ

Ο Σκέρτσος και ο σιορ Λειρής κι ο Ξέβρας
από της μέρας το έμπας ώσμε το έβγας
ομάδι ομώσασι βιβλία να βγάνου.
Αμόλα ο Σκέρτσος στη σελίδα απάνου
τσιρλιά και πόρδους ᾽πο τ᾽ αντερικά του,
βάθος να δώση κι ύφος στ᾽ Άπαντά του.
Με μια πιρούνα ο σιορ Λειρής τσιμπούσε
το έργατο που κει μπρος του βουρβουρούσε
κι αλάτιζέ το για να νοστιμέψη.
Μα δεν πετύχαινε ποτές τη γέψη
και στράφι πήγαινε η δουλειά του η τόση.
«Γιάντα καθυστεράς ;» του κάνει ο Ξέβρας
πούτανε κι αυτουνού του να τυπώση.
Και του αποκρίθηκε ο πρεσσάς με σέβας :
«Μια μέση και μια γλώσσα ειμ᾽ ο καημένος
κι απ᾽ τα χρειαζούμενα αποστερεμένος.
Ζωή να πης κι αυτή του χαμαιτύπη !
Όσο κι αν γλείφω, πάντα κάτι λείπει . . .
Παχύς ο Σκέρτσος, κι έχει πάτο αφράτο,
μα εδώ ᾽χω ανάγκη πράμα πιο ξυγγάτο.
Κώλον φαρδύ κι ακένωτον ακόμα
στα ξώφυλλά μου για να δώση χρώμα.
Α δε βαστώ, ζόρια βαριά μου επέσα.
Βούηθα και συ, μπρε Ξέβρα ! Χέσε μέσα . . . »

~ ~ ~

ΚΑΚΟΦΑΝΙΣΜΕΝΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

Eίχαν ευθύνες, τρομερές ευθύνες
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Σ. ΦΕΡΕΣΙΑΔΗΣ

Απείτις του γυρίσανε τη ράχη οι κριτικοί,
του Ποιητού πολύ του κακοφάνη·
και στο σινάφι έβγαλε φετφά
μ’ ανάθεμα βαρύ και κατηγόριες.

Πως οι γραφιάδες πράξαν αλαφρόμυαλα,
και την εμπιστοσύνη του προδώσαν·
πως δόλια εσούρθηκαν χαμαίς και του δαγκάσαν
τα χέρια τα ευεργετικά που τους χαϊδεύαν,
αντίς να τρέξουνε ευλαβώς να τα φιλήσουν·
πως άλλος πιο φριχτά δεν έφταιξε, μα ατός του,
που σκέφτηκε ο λωλός έτοιους ανήξερους,
για το Έργο του, που έχει πλοκάμια τόσα,
να στέρξει, να καταδεχτεί να τους ρωτήξει.

― ’Σύχασε, Ποιητά, στο χέρι σου είναι
κι άλλη φορά δεν τους ματαρωτάς.
Ή τις ορμήνειες αρχινάς ώς να αποκάμουνε
και το πολύ το ψου ψου ψου στ’ αυτί,
ώσπου σκασμένοι από το ινάτι σου στο τέλος,
σεβαστικά πια να σου γράψουν τά που θες.

~ ~ ~

ΕΙΣ ΟΜΟΤΕΧΝΟΝ

Ο Καίσαρ, άγριος θύτης η Ιστορία,
στη Μοίρα του έκλινε μπροστά το γόνυ,
ο Αλέξανδρος εχάθη στην Ασία
κι ο Διγενής πάντα λυγάει στ’ Αλώνι.

Οι φαραώ κοιμούνται στη Σαχάρα,
άμμος ψιλή τούς κήδεψεν η Λήθη,
τους κάιζερ θέρισε πικρή η Κατάρα
κι οι σάχηδες ξεπέσαν, μείναν μύθοι.

Πλην όμως, κι αν παρήκμασεν η Ρώμη,
το Τείχος πια κι αν έχει καταρρεύσει,
η Πόλις η ίδια κι αν εάλω ακόμη –
ασήμαντα όλα μοιάζουν, δίχως γεύση !

Εμπρός στης Γλώσσας τον κρυφό Μεσσία
που δίνει στα ποιήματά σου Ουσία.

Γεωργία Τριανταφυλλίδου, Δ. Ν. Μαρωνίτης (1929-2016)

μαρων

*

Στη μνήμη του Δημήτρη Μαρωνίτη (22 Απριλίου 1929 – 12 Ιουλίου 2016), η μαθήτριά του, ποιήτρια Γεωργία Τριανταφυλλίδου, σε μια εκ βαθέων προσωπογραφία του δασκάλου.

 ~ ~ ~

Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΑΚΡΟΑΣΗΣ

                                              Λοιπόν ωραία! Εφτάσαμε, ποιος ξέρει από τι κήπους…
Γιάννης Σκαρίμπας

Γυρίζω πίσω, πριν από είκοσι ακριβώς χρόνια. Τίτλος μαθήματος: Ομηρικό έπος (3 διδακτικές μονάδες), Οδύσσεια : «Αλκίνου απόλογοι». Κωδικός μαθήματος: ΑΕΦ 102. Διδάσκων: Δ. Μαρωνίτης. Εαρινό εξάμηνο 1989. Μέρα και ώρα διδασκαλίας: Τρίτη 11-2. Αίθουσα διδασκαλίας: 101 νέου κτηρίου.

Τότε, στα υποχρεωτικά μαθήματα  του τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ, υπήρχε ακόμη η δυνατότητα να επιλέγει ο φοιτητής τον διδάσκοντα και την παράδοση της αρεσκείας του, εφόσον στον ίδιο κωδικό, του έπους στην προκειμένη περίπτωση, η Οδύσσεια είτε προσφερόταν σε δύο εκδοχές από δύο διαφορετικούς δασκάλους(π.χ. «Αλκίνου απόλογοι» και «Γυναικείες μορφές») είτε συνυπήρχε, ενδεικτικά και πάλι, με τις ραψωδίες Ζ και Ι της Ιλιάδας. Μπορούσες δηλαδή να διαλέξεις τον διδάσκοντα που επιθυμούσες χωρίς το πρώτο γράμμα του επιθέτου σου να λειτουργεί δεσμευτικά. Τώρα πια, νομίζω, οι διδάσκοντες του ίδιου γνωστικού αντικειμένου μοιράζονται αλφαβητικά τους φοιτητές, οπότε οι τελευταίοι «σύρονται» αναγκαστικά από το αρχικό κεφαλαίο του επωνύμου τους. Γιατί επιμένω σε τέτοιου είδους λεπτομέρειες του κανονισμού; Επειδή έχει σημασία για μένα να πω ότι η παρακολούθηση του μαθήματος του Δ. Μαρωνίτη δεν ήταν σε καμιά περίπτωση ένα τυχαίο γεγονός στη φοιτητική μου ζωή. Έπεσα κατευθείαν πάνω του. Κι αυτή η ελεύθερη βούληση με οδήγησε ολοταχώς στο τυχερό μου.

Τι γνώριζα μέχρι τότε για τον διδάσκοντα; Φήμες. Ότι αξίζει να τον έχεις καθηγητή και πως αυτό ταυτόχρονα σου κοστίζει. Εκείνος ξέρει, όμως πρέπει κι εσύ να μπορείς. Απαιτείται προσήλωση στο πρόσωπό του γιατί από ένα σημείο και μετά η παθιασμένη «ομιλούσα κεφαλή» είναι η ίδια το μάθημα ακριβώς. Δεν χαρίζεται σε κανέναν. Κάποτε εντοπίζει την αδυναμία σου και τη φέρνει σταθερά απέναντί σου. Φυσικά, στο τέλος του εξαμήνου, οι εξετάσεις στο μάθημά του δεν είναι και το ευκολότερο πράγμα στον κόσμο των εξετάσεων. Επαναλαμβάνω ότι οι παραπάνω φήμες αφορούσαν τη διδασκαλική του ιδιότητα αποκλειστικά. Γιατί ως συγγραφέα και επιφυλλιδογράφο τον γνώριζα ήδη από τα μαθητικά μου χρόνια. Στο πανεπιστήμιο μάλιστα είχα προλάβει να τον συμβουλευτώ βιβλιογραφικά για θέματα σχετικά με μαθήματα της νεοελληνικής μου ειδίκευσης – π.χ. όταν «διδάχτηκα» Μίλτο Σαχτούρη. Έτσι, η επιθυμία να συναντηθώ μαζί του στην αίθουσα έκρυβε κάτι από τη λαχτάρα της αναμέτρησης με ό,τι κατά βάθος φοβόμουν: αυτό που ίσως πάθαινα εξαιτίας του συγχρωτισμού μαζί του και εκείνο που ίσως δεν κατάφερνα να μάθω στη διάρκεια της διδασκαλίας του.

Θυμάμαι ότι στο τέλος του πρώτου μαθήματος ένιωσα υπερβολικά πιεσμένη. Αργότερα κατάλαβα ότι η πίεση προήλθε από την αγωνία μου να είμαι ολόκληρη εκεί, παρούσα, ενώ αυτό απλώς συνέβαινε. Μια περιττή επίταση από μέρους μου. Εκείνη την άνοιξη του 1989 ο Δημήτρης Μαρωνίτης  άνοιξε την πόρτα της  αίθουσας  101 και αμφιβάλλω αν την έκλεισε ποτέ οριστικά πίσω του. Μπήκε μέσα φορώντας ένα λινό μπεζ παντελόνι και μια σκούρα βυσσινιά μπλούζα. Χώρεσε όλο το ακροατήριο σε μια ματιά, την ίδια στιγμή που ο καθένας χωριστά μπαίναμε αγαπησιάρικα στο μάτι του. Διάβασε: «Ἀλκίνοος δέ μιν οἶος ἀμειβόμενος προσέειπεν» και συνέχισε χωρίς να είμαι απόλυτα σίγουρη ποιος δάνειζε εφεξής τη φωνή του σε ποιον.

Μετά από είκοσι ολόκληρα χρόνια έρχονται στο νου μου σχεδόν φωτογραφικά  τα φερσίματα και οι χειρονομίες του, η στάση του σώματος, τα ξεσπάσματα, οι ενδυματολογικές του προτιμήσεις. Τον θυμάμαι να ανεβαίνει από τα αριστερά της έδρας και τη μεριά των παραθύρων προς τις πίσω σειρές των εδράνων και να συνεχίζει περιμετρικά τη βόλτα του εναποθέτοντας τις κουβέντες του πάνω στο βλέμμα κάθε φοιτήτριας και φοιτητή. Ο Δημήτρης Μαρωνίτης ήθελε να τον ακούς αντικρίζοντάς τον κατάματα. Και επέμενε να σου μιλάει με τα μάτια. Τότε έλεγα πως είναι θέμα γοήτρου. Αναπόφευκτα οι φοιτητές ασκούνταν στο να κρατούν σημειώσεις χωρίς ο ίδιος να τους αντιλαμβάνεται, προς το μέσον δε του εξαμήνου χωρίς να το αντιλαμβάνονται και οι ίδιοι, γεγονός που συνιστούσε από κοινού μια λαμπρή κατάκτηση διδασκομένων και διδάσκοντος αντίστοιχα. Το κεφάλι  που πιανόταν επ’ αυτοφώρω  να σκύβει πάνω από πυκνογραμμένες σημειώσεις επρόκειτο πάραυτα να κλονιστεί με λόγια του τύπου «υπόσχομαι κάθε σειρά από αυτές που με τόσο ζήλο γεμίσατε, να σας είναι παντελώς άχρηστη στις εξετάσεις». Αλλά μόνο τώρα καταλαβαίνω πως χρεωνόταν τη διάθεση για καταγραφή ως προσωπική του αποτυχία. Τα λεγόμενα του δασκάλου μπορούσαν να απειληθούν μόνο από τη γραπτή τους επαναδιατύπωση και ο Δημήτρης Μαρωνίτης δεν επρόκειτο να ανεχθεί την παραμικρή παρεμβολή ανάμεσα στην κερδισμένη ευηκοΐα των φοιτητών και τη δική του μαχητική προφορικότητα. (περισσότερα…)

«Γράμμα από τις Βρυξέλλες»: Μετά το τρομοκρατικό δημοψήφισμα

13533123_10157092491190603_6862818073120492_n

Γράμμα από τις Βρυξέλλες, 28.06.2016

Αγαπημένη μου,

ναι, εντάξει, έχεις δίκιο να παραπονιέσαι και να διαμαρτύρεσαι, πάει καιρός που έχω να σου γράψω, πράγμα που βαραίνει και στη δική μου συνείδηση. Έλα όμως που τα χτυπήματα διαδέχονται απανωτά το ένα το άλλο. Πριν προλάβει κανείς να συνέλθει απ’ το πρώτο, να ‘σου και το επόμενο. Ευτυχώς, όμως, γνωρίζεις με ποιαν έχεις να κάνεις και είμαι βέβαιη ότι όχι μόνο δεν θα μου το επιρρίψεις, αλλά θα έχεις πιθανότατα και κατανόηση για το πώς επιδρά μια τέτοια κατάσταση σε μένα, όπως και σε όλους βέβαια. Εξάλλου, στην ίδια λίγο-πολύ θέση βρίσκεται πλέον ολόκληρη η Ευρώπη και ο κόσμος όλος.

Τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος στη (Μεγάλη) Βρετανία σχετικά με την παραμονή της ή όχι στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα τα έμαθες. Παρά το θετικό αποτέλεσμα σε Σκωτία, Βόρεια Ιρλανδία και Λονδίνο, οι Βρετανοί αποφάσισαν υπερήφανα με 51,9% απόσχιση από την ευρωπαϊκή οικογένεια, πράγμα που προξένησε «συγκρατημένο πανικό» όχι μόνο στην πολιτική ηγεσία της Ε.Ε., αλλά σε ολόκληρη την Ευρώπη γενικότερα. Κάποιοι αναρωτιούνταν (εύχονταν) μήπως ο Κάμερον ακολουθήσει το παράδειγμα του Τσίπρα (είμαστε πρωτοπόρος λαός, πώς να το κάνουμε!) και κάνει το «όχι», «ναι». Μόνο που πέρα από πρωτοπόροι, είμαστε και μοναδικοί, απαράμιλλοι στο είδος μας. Κάθε άλλο, λοιπόν, οι Βρετανοί προσήλθαν με το κούτελο ψηλά στην έκτακτη σύνοδο της ολομέλειας του Ευρωκοινοβουλίου σήμερα και, για να είμαστε πιο ακριβείς, με τσαμπουκά. Βρετανοί Ευρωβουλευτές μίλησαν με απρεπή τρόπο σε συναδέρφους, εκφράζοντας τη χαρά τους που επιτέλους η (Μεγάλη) Βρετανία δεν θα πληρώνει για τους μισθούς Ευρωβουλευτών που ούτως ή άλλως δεν κάνουν τίποτα και άλλα συναφή. Η άλλη πλευρά δεν έχασε την ευκαιρία (κάτι μου θυμίζει αυτό) και απάντησε με εξίσου ειρωνικό υφάκι. Δεν καταλαβαίνω γιατί θα πρέπει να οξύνονται τόσο οι τόνοι.

Πολλοί, ανάμεσα σε κείνους -φαντάζομαι- κι εσύ, θα αναρωτιούνται προς τι η βιασύνη. Κι όμως, ποια βιασύνη; Να τους δώσουμε χρόνο να το ξανασκεφτούν, ελπίζοντας ότι θα αλλάξουν γνώμη; Δεν θα αλλάξουν. Να περιμένουμε να κακοφορμίσει η πληγή, πράγμα που θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν τρίτοι; Προς τι; Οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους. Βλέπεις ποιους έχεις μαζί σου και ποιους όχι και προχωράς. Το θέμα είναι απλό: Η (Μεγάλη) Βρετανία δεν ένιωσε ποτέ ‘μέλος’ (άκου τώρα έκφραση για ολόκληρη αυτοκρατορία!) του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Η στάση της ήταν πάντα στάση αμφιβολίας, καχυποψίας και συντηρητισμού -αν όχι οπισθοδρόμησης- (το καλύτερο για τους ίδιους θα ήταν η πραγματική επιστροφή στο παρελθόν βλ. Επέκταση των συνόρων, ίσως και Βρετανική Ένωση –who knows?), πράγμα που συνιστούσε ανέκαθεν πολιτικό τραύμα στο ευρωπαϊκό σώμα.Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς; Τη στάση της στο ενιαίο νόμισμα, στο κοινό Σύνταγμα; Οπότε μια σύγκριση του BREXIT με το GREXIT θα ήταν άστοχη. Ο μαθηματικός στο γυμνάσιο μας έλεγε: «ανόμοια ποσά μεταξύ τους δεν συγκρίνονται». Άσε που, με τα 3/4 της νεολαίας να έχουν σκορπίσει στην Ευρώπη, η Ελληνίδα μάνα θα το σκεφτόταν διπλά πριν απλώσει το χέρι στην κάλπη. Λοιπόν, (Μεγάλη) Βρετανία, «γενηθήτω το θέλημά σου».

Όμως, προσοχή! Ήδη στις συνομιλίες μου και σε όσα ακούω στους διαδρόμους του Κοινοβουλίου, διακρίνω μια τάση εκδίκησης, ακόμη και παραδειγματισμού, πράγμα που θεωρώ μικροπρεπές. Η αποχώρηση της Βρετανίας από την Ε.Ε. θα πρέπει να γίνει όπως στο χωρισμό ενός ζευγαριού.  Θα μου πεις, δεν γίνονται μικροπρέπειες –όσο μικρές ή μεγάλες– όταν χωρίζει ένα ζευγάρι; Ε, όπως και να ‘χει, ο ένας οφείλει να σέβεται την επιθυμία του άλλου να φύγει κι ώς εκεί. Εφόσον η Βρετανία αποφάσισε να αποχωρίσει, δεν θα πρέπει να μας νοιάζει το αν αποσχιστούν από εκείνην η Σκωτία, η Ουαλία κλπ, ούτε αν θα γονατίσει οικονομικά, αλλά πώς εμείς θα προχωρήσουμε, χωρίς μάλιστα να φοβερίζουμε τα υπόλοιπα κράτη-μέλη με δυσβάσταχτες κυρώσεις. Η αρχή είναι απλή: τίποτε δεν γίνεται με το ζόρι. Όσοι θέλουν να φύγουν, ας φύγουν, κι όσοι θέλουν να μείνουν, ας μείνουν. Να ξέρουμε, μόνο, ποιοι είναι αυτοί. Με τον ίδιο τρόπο, δεν μπορούν να υποχρεώνονται οι Σκωτσέζοι (διαφορετικός λαός από τους Βρετανούς) να ονομάζονται Βρετανοί υπό τη σκέπη της (Μεγάλης) Βρετανίας, ούτε οι Καταλανοί να λέγονται Ισπανοί, αφού οι ίδιοι δεν βλέπουν τον εαυτό τους ως τέτοιους. Μπορείς να επιβάλεις σε κάποιον πώς να βλέπει τον εαυτό του και να λέγεσαι δημοκρατικός και προοδευτικός άνθρωπος;

Πέρα όμως από τα λόγια, που αυτές τις μέρες είναι και πολλά και ηχηρά και φορτισμένα, η Αλήθεια βρίσκεται στα σημεία (δεν επέλεγα τυχαία τη Σημειολογία ως μάθημα επιλογής στο πανεπιστήμιο). Στο δρόμο σήμερα για το Κοινοβούλιο, με καλημερίζει μια σημαία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πάντα με κεφαλαίο!) στο ρολόι στην πλατεία Λουξεμβούργου. «Μπα;» σκέφτομαι, «για δες! έβαλαν σημαία;» Πριν προλάβω να απορρίψω το ενδεχόμενο, σκεπτόμενη πως απλώς δεν την είχα προσέξει νωρίτερα,  τσουπ! κι άλλη σημαία, στη γυάλινη ημικυκλική οροφή! «Έχει γούστο!» ξανασκέφτηκα. Έμεινα με την απορία –μου φαινόταν τραβηγμένο– ώσπου, φεύγοντας το απόγευμα, αντίκρισα τη σημαία της Ευρώπης και στο τηλεοπτικό στούντιο! Όπως και με το τρομοκρατικό χτύπημα στο μετρό των Βρυξελλών πριν λίγους μήνες είχαν ξεφυτρώσει στα μπαλκόνια σημαίες του Βελγίου, έτσι ξεφύτρωσαν παντού στα ίδια τα ευρωπαϊκά όργανα οι σημαίες της Ενωμένης Ευρώπης. Φταίω εγώ μετά να το χαρακτηρίσω ‘τρομοκρατικό δημοψήφισμα’;

Θέλουμε, δεν θέλουμε, είτε μας αρέσει είτε όχι, την ηρακλείτεια φράση ζούμε: «τα πάντα ρει, τα πάντα χωρεί», όμως -ας μου επιτρέψει ο αρχαίος σοφός τον αντίλογο-, όλο και κάτι μένει: εσύ, ας πούμε, η φίλη μου, ενσαρκώτρια των υψηλών αξιών της φιλίας και της αγάπης. Τώρα μπορεί να μοιάζει παλιομοδίτικο -αν όχι μπαγιάτικο- και γλυκερό -αν όχι κιτς-, όμως όλα -τρομοκρατία, αποσχιστικά δημοψηφίσματα, μισαλλοδοξία, κρίση, προσφυγικό- στο ένα αυτό συγκλίνουν: όχι στο διάλογο και στην κατάστρωση σχεδίων που τόσο μα τόσο συχνά ακούμε στις αίθουσες εντός κι εκτός του Κοινοβουλίου, αλλά στην αγάπη, σε μια προσέγγιση ουμανιστική, απαραίτητη προϋπόθεση κάθε διαλόγου και κάθε σχεδίου. Άσε που αν υπήρχε αυτή, ούτε σχέδιο, αλλά ίσως ούτε καν διάλογος θα χρειαζόταν.

Πες μου, όμως, πώς έχουν τα πράγματα στην Ελλάδα του καλοκαιριού;

Σε φιλώ,

Έλενα

ΥΓ: Να μου φιλήσεις τα παιδιά. Αν τα ετοίμαζες για Αγγλία, μάθε τους κινέζικα.

*Κείμενο: Έλενα Σταγκουράκη

Δημήτρης Αγαθοκλής: Ο Ποιητής ως Αξίωμα

pic-1

♦♦♦

ΤΟ ΝΑ ΠΟΥΜΕ ΟΤΙ Η ΠΟΙΗΣΗ, και γενικώς η Τέχνη, έχει τον ένα ή τον άλλο σκοπό, λίγο θα ωφελήσει. Εάν δηλαδή στοχεύει στην ανάδειξη τού ιδανικώς Ωραίου αναπτύσσοντας την αισθητική ευαισθησία, ή στο να τέρπει τις αισθήσεις και να κάνει τον άνθρωπο να στοχάζεται ή ακόμα να βελτιώνει τις κοινωνικές σχέσεις που διέπουν την καθημερινότητά του· λίγο ενδιαφέρει.

Κανείς δεν διαβάζει έχοντας στο πίσω μέρος τού κεφαλιού του ότι με το πέρας τής ανάγνωσης θα πρέπει να έχει κερδίσει κάτι απτό, κάτι μετρήσιμο που να μπορεί να το βάλει δίπλα σε μιά σειρά από λοιπές «γνώσεις» για επίδειξη προς τρίτους, όπως για παράδειγμα όταν τοποθετούμε τα βιβλία μας στη βιβλιοθήκη ή όπως συνηθίζαμε μικροί να έχουμε τα στρατιωτάκια μας σε διάφορους σχηματισμούς, δείχνοντάς τα επαιρόμενοι σε φίλους. Όχι. Η Ποίηση είναι κάτι διαφορετικό. Δεν ποσοτικοποιείται, δεν έχει λαβές να την πιάσεις και να την σηκώσεις ψηλά για να δεις όλες της τις πλευρές· κάθε παραμικρή καμπύλη, ακμή, επιφάνεια ή κορυφή κάτω από άπλετο φως. Αν μάς επιτρέπεται η φανταστική μεταφορά, η Ποίηση ομοιάζει προς ένα τετραδιάστατο στερεό την μορφή τού οποίου αντιλαμβανόμαστε απ’ την προβολή τής σκιάς του στις διαστάσεις που γνωρίζουμε, ανάλογα με τον φωτισμό κάθε φορά. Όσο ικανώτερος ο ποιητής, τόσο πιο πλούσιες και ποικίλες οι προβολές τού (ιδεατού) ποιητικού στερεού. Διότι μη γελιόμαστε. Είμαστε (και θα παραμείνουμε) δέσμιοι των αισθήσεών μας. Μέσω αυτών αντιλαμβανόμαστε τον Κόσμο και δίνουμε νόημα στις ενέργειές μας. Είναι μια πικρή αλήθεια αυτή, πράγματι· ίσως και ήττα. Γι’ αυτό κι εν προκειμένω η Ποίηση έρχεται ως αρωγός (αλλά και παρηγορία). Όχι για να μάς υποδείξει πώς να ζήσουμε, όχι! Η Ποίηση δεν ξέρει τον τρόπο, δεν μπορεί να μάς δώσει καμμιά μονολεκτική απάντηση για την ανθρώπινη κατάσταση. Είναι όμως σε θέση (και οφείλει) να ξεσκεπάζει τα μεγάλα ερωτήματα τής Ζωής, τις μεγάλες αγωνίες. Κι αυτό μεν δεν αποτελεί ικανή συνθήκη· είναι όμως σίγουρα αναγκαία για να λέμε ότι έχουμε Ποίηση – τουλάχιστον το είδος που αξίζει μνείας και καλούμε σπουδαία.

ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΙΑ ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΗ όσον αφορά στον ρόλο τού Ποιητή. Μερικοί υποστηρίζουν ότι πρέπει να είναι μεταρρυθμιστής, αναμορφωτής των μαζών, κοινωνικός καινοτόμος. Άλλοι, και δεν είναι λίγοι, ότι δεν πρέπει να είναι οπαδός τής «δράσης» αλλά αντιθέτως περισσότερο ιδεαλιστής, συγκεντρωμένος στα γραπτά του ανεξαρτήτως εάν αυτά, τελικώς, επηρεάσουν ή όχι τον κοινωνικό του περίγυρο. Η αλήθεια πιστεύουμε βρίσκεται, όπως συνήθως, κάπου στη μέση. Σίγουρα ο ποιητής δεν είναι επαναστάτης αλλά από την άλλη δεν είναι και επαίτης. Όπως δεν αρμόζει να ανεμίζει ποιητικές μπαντιέρες άλλο τόσο δεν αρμόζει και να παρακαλεί. Δεν είναι τής φύσης του να περπατά με σκυφτό κεφάλι στους δρόμους, μ’ ένα λουλούδι στο χέρι, ζητώντας συγκατάθεση για να το δωρίσει εδώ ή εκεί. Η ταπεινότητα δεν είναι γνώρισμά του. Αντιθέτως! Ο Ποιητής, που έχει επίγνωση τής θέσης του, κατεβαίνει στο πεζοδρόμιο όχι με τηλεβόα και συνθήματα αλλά με χαρτί και πέννα. Στέκεται καταμεσής τού πλήθους κι αρχίζει να κηρύττει, να κατηχεί τις καρδιές των συνανθρώπων του που μέσα στη ρεαλιστικά απροσδιόριστη καθημερινότητα που καλούμε Ζωή, άλλοτε αγωνιούν κι άλλοτε χαίρουν. Ζωή για την οποίαν έχει την πεποίθηση πως γνωρίζει αρκετά ώστε ν’ αξίζει να μιλήσει γι’ αυτήν σε μια γλώσσα πιο θελκτική ή προσιτή, σίγουρα πάντως εκλαϊκευμένη – απευθυνόμενη στους πολλούς και όχι στους ολίγους. Ο Ποιητής πρέπει να φέρει ερωτήματα στην επιφάνεια· να θέσει τα φλέγοντα ζητήματα τού καιρού του υπό τον τύπον των ήλων, να εγείρει παλαιά πάθη από την λήθη και να τα μελετήσει υπό νέον πρίσμα, κι όλα μαζί να τα ξαπλώσει σαν ασθενή επί τής χειρουργικής κλίνης να τ’ ανατάμει. Προσοχή όμως, να μην προτρέχουμε! Δεν είναι χρέος τού Ποιητή να προτείνει κάποια λύση, κάποια απάντηση να τού βρίσκεται – δεν είναι φιλόσοφος ή καλύτερα μάγος να εμφανίζει λαγούς μέσα από καπέλλα. Μην τού ζητούμε να ενδυθεί ένα ρούχο που τού είναι μεγάλο ή εκτός εποχής. Είναι όμως Κτίστης ο Ποιητής. Δημιουργός, Γεννήτωρ ενός Κόσμου που οφείλει να πλάσει απ’ το μηδέν. Να πάρει χώμα και να κάνει λάσπη –κι απ’ την λάσπη μετά πηλό!– αυτοβούλως θέτοντας τ’ Αξιώματα πάνω στα οποία θα οικοδομήσει τις Προτάσεις και τα Θεωρήματά του· ή αν θέλουμε αλλιώς, τους Ήρωες και τις Σχέσεις που διέπουν την προσωπική αισθητική του Σκηνή (όπως στο θέατρο). Αυτή είναι η προσφορά του. Δεν αποτελεί διέξοδο, ούτε όμως κι αδιέξοδο (δεν προσπαθεί ν’ αποδείξει κάτι). Δεν υπάρχει επιμύθιο ή happy end σε ό,τι μάς λέει. Γιατί δεν μπορεί να υποσχεθεί τίποτε παραπάνω από μια γνήσια μεταγραφή τής Αλήθειας σε όρους κατά τι πιο προσιτούς στα συνήθη γλωσσικά αισθητικά μας κριτήρια. Αυτό είναι ο Ποιητής. Μια υπερχορδή, ένα bing bang, μια πιθανότητα που θέτει τα πράγματα «στη μυστική κίνηση» ενώπιόν μας, βάσει των δικών του αξιωματικώς απολύτων Σταθερών. Κι αλλοίμονο σε εκείνον που αντί να ορίσει τις δικές του σταθερές, τις παίρνει έτοιμες και αρχίζει να κτίζει επ’ αυτών σαν να ήτανε δικές του! Τί πλάνη… Η ποίησή του είναι καταδικασμένη να καταρρεύσει, να χαθεί για πάντα – γιατί τα ποιητικά παραγώμενα θα είναι ξένα, όχι δικά του, και αναπόφευκτα θα παγιδευτεί στην προσπάθεια να δικαιολογεί αενάως τ’ αδικαιολόγητα· τον λόγο για τον οποίο χρησιμοποίησε αλλότρια Αξιώματα αντί τού να παραγάγει/ορίσει ο ίδιος νέα. Η ποίησή του δεν θα είναι ειλικρινής και ο τόνος του θα τείνει διδασκαλίστικος. Και φυσικά, κάτι τέτοιο δι’ όλου δεν αρμόζει στον ποιητικό Λόγο.

ΑΝ Ο ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ ΕΙΔΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ μονότονο και πεζό, αν ο Σεφέρης τον είδε χαλάσματα κι ο Ελύτης να πλέει σ’ ένα εκθαμβωτικό αιγαιοπελαγίτικο φως, και οι τρεις είχαν το θάρρος να ορίσουν καλώς τα Αξιώματα τής ποίησής τους επί των οποίων, αργά και μεθοδικά, όρθωσαν το (στέρεο) ποιητικό τους Σύμπαν με ειλικρίνεια και συνέπεια. Δεν προσπάθησαν να τον αλλάξουν ή χειρότερα να μάς «νουθετήσουν» να δεχτούμε την ορθότητα τής οπτικής τους. Κάτι τέτοιο θα αποδομούσε το ποιητικό τους εγχείρημα, θα αναιρούσε την ποιητική τους ενέργεια· που δεν ήταν άλλη απ’ το να θέσει ερωτήματα που λίγο-πολύ βρίσκονταν στα χείλη όλων εκείνη την εποχή, αλλά αδυνατούσαν να λάβουν νόημα και μορφή. Και δεν είναι περίεργο που οι παραπάνω ποιητές, αν και τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους, πραγματεύονται πολλές φορές το ίδιο θέμα αλλά με τόσο ανόμοιο και συνάμα ξεχωριστό τρόπο. Γιατί κανείς τους δεν φοβήθηκε να μάς φανερώσει τί πίστευσε, τί είδε· με δικά του λόγια, με δική του φωνή. Αυτό που τόσο πολύ λείπει απ’ την Ποίηση σήμερα.

ΑΡΑΓΕ, ΠΟΤΕ ΟΙ ΝΕΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ θα τολμήσουν να μιλήσουν με αυτούσια δική τους φωνή και όχι δανεική; Να πάρουν τον ποιητικό τους λόγο έξω σε πλατείες και δρόμους, χωρίς φωνασκίες, χωρίς πομπώδη σχήματα και ρητορείες, αποθέτοντάς τον στα πόδια ενός τυχαίου περαστικού και να πουν: «Ορίστε, αυτά είναι τα  Αξιώματά μου, αυτός είναι ο Κόσμος μου – όχι κάποιου άλλου αλλά δικά μου, διότι αυτά μάς απασχολούν σήμερα, αυτά μάς καίνε τούτη την στιγμή, τώρα που μιλάμε και αναπνέουμε, εγώ κι εσύ· και οι στίχοι μου, αυτές οι ταπεινές γραμμές που βγήκαν με κόπο και που ίσως να μην αξίζουν τίποτα ή ίσως πάλι και να μη συμφωνείς με αυτές (έχεις κάθε δικαίωμα), είναι η Ζωή όπως την βλέπω εγώ –όμορφη ή άσχημη, ποιός θα το πει!– όμως γυμνή με κάθε της μέλος κι από ένα ερώτημα, που αυθαίρετα (και συγχώρεσέ με για το θάρρος) είπα να το θέσω εδώ, σε αυτήν την κοινή τράπεζα που καθόμαστε όλοι νύχτα-μέρα, για συζήτηση».

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ
www.dagathoklis.com

Μνήμη Κ. Παπαγιώργη

Παπαγιώργης, Αφίσα

 

Το Νέο Πλανόδιον συνδέθηκε απὀ γεννησιμιού του με τον Κώστή Παπαγιώργη – από το πρώτο του τεύχος, που του ήταν αφιερωμένο. Η βάσκανος τύχη το θέλησε και τα δυο κεφάλαια Περί Εαυτού, του ιδιαίτερου, εντελώς προσωπικού, και ίσως προϊδεασμένου για τα μετέπειτα, βιβλίου που ετοίμαζε, να είναι τα τελευταία που πρόλαβε να δημοσιεύσει. Το ίδιο ισχύει και για τη συνέντευξη που μας παραχώρησε, αποσπάσματα της οποίας μπήκαν στο ίδιο τεύχος – κι αυτή έμελλε να αποδειχθεί η τελευταία του. Όταν τυπώθηκε εγώ και ο Λεωνίδας Σταματελόπουλος του το πήγαμε στην εντατική του Υγεία, όπου νοσηλευόταν.

Αλλά και με το «μητρικό» Πλανόδιον, και το προγενέστερο περιοδικό Κριτική και Κείμενα του Γιάννη Πατίλη, ο Παπαγιώργης είχε σχέση στενή εξ αρχής. Εκτός από τα δικά του, στο μεταξύ πασίγνωστα, δοκίμια που πρωτοείδαν το φως εκεί, περίφημα έμειναν τα δηκτικά κριτικά σημειώματα που υπέγραφε με τα ψευδώνυμα Κίμων Νησιώτης και Κ. Πλάνης. Σπανίως η βιβλιοκριτική στην Ελλάδα υπήρξε τόσο ελευθερόστομη, τόσο θαρραλέα – και τόσο διεισδυτική.

Αυτή τη Δευτέρα, δύο χρόνια, δύο μήνες και δύο μέρες από την εκδημία του στις 21.3.2014, και δυο μέρες μετά την ονομαστική του που πάντοτε τη γιόρταζε, το Νέο Πλανόδιον μνημονεύει ξανά Παπαγιώργη. Αυτή τη φορά, όχι με ομιλίες και περισπούδαστες εισηγήσεις γι’ αυτόν, αλλά αφήνοντας τον ίδιο και τον λόγο του να ακουστεί. Σπουδαίοι καλλιτέχνες και συγγραφείς, παλιοί και αγαπημένοι φίλοι και συνοδοιπόροι του Κωστή ανθολογούν και διαβάζουν αποσπάσματα από το έργο του. Στο σαξόφωνο, την ανάγνωσή μας θα συνοδεύσει μουσικά ο Δημήτρης Χουντής. Δευτέρα 23 Μαΐου 2016, στις 8:30 μμ. στο Ρομάντσο, Αναξαγόρα 3-5, Ομόνοια.

Συμμετέχουν:

Γιάννης Αστερής ~ Σπύρος Γιανναράς ~ Πόπη Γκανά ~ Μιχάλης Γκανάς ~ Σωτήρης Γουνελάς ~ Σοφία Δρόσου ~ Ζυράννα Ζατέλη ~ Κατερίνα Ζαχαροπούλου ~ Δημήτρης Καράμπελας ~ Θανάσης Καστανιώτης ~ Μαρία Κελέση ~ Αντώνης Κιούκας ~ Άννα Κοκκίνου ~ Θανάσης Κόρρας ~ Όλια Λαζαρίδου ~ Περικλής Λιανός ~ Άννα Λυδάκη ~ Ρίτα Λυτού ~ Γ.-Ι. Μπαμπασάκης ~ Μάρια Μπαχά ~ Έλλη Μπουμπουρή ~ Ξενοφών Μπρουντζάκης ~ Ηρώ Νικοπούλου ~ Νίκος Ξυδάκης ~ Νίκος Παναγιωτόπουλος ~ Αλεξάνδρα Παντελάκη ~ Τάσης Παπαϊωάννου ~ Γιάννης Πατίλης ~ Κωνσταντίνος Πουλής ~ Μαριαλένα Σπυροπούλου ~ Γιάννης Σταθόπουλος ~ Λεωνίδας Σταματελόπουλος ~ Γιώργος Σταματόπουλος ~ Κατερίνα Σχινά ~ Ζαχαρίας Σώκος ~ Μελίνα Τανάγρη ~ Πέτρος Τατσόπουλος ~ Δημήτρης Τομαράς ~ Τζούλια Τσιακίρη ~ Θανάσης Χατζόπουλος

Προλόγισμα: Κώστας Κουτσουρέλης
Σαξόφωνο: Δημήτρης Χουντής
Βίντεο: Θανάσης Ταμβακίδης
Το γύρισμα έγινε στο εργαστήριο
του Μιχάλη Κατζουράκη

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Κώστας Κουτσουρέλης: Συγγενείς, συντοπίτες, συνάδελφοι

 

κοινοτισμός

Λένε συχνά ότι ο Έλληνας είναι ατομικιστής, ότι ενδιαφέρεται μόνο για τον εαυτό του και δεν δίνει δεκάρα για το κοινό καλό, το συλλογικό συμφέρον. Την ίδια στιγμή, ισχυρίζονται πολλοί (κάποτε και οι ίδιοι άνθρωποι) ότι η ελληνική κοινωνία δεν έχει περάσει από το στάδιο της εξατομίκευσης, ότι παραμένει δέσμια του κοινοτισμού της σε σημείο που με την κηδεμονία της να καταπιέζει, να εξουθενώνει το άτομο.

Και οι δύο παρατηρήσεις είναι εν μέρει σωστές και εν μέρει λανθασμένες. Περιγράφουν εμπειρικά μια πραγματικότητα, επειδή όμως το κάνουν με απρόσφορα σχήματα, δάνεια από την Εσπερία, αδυνατούν να την αποδώσουν πειστικά. Γιατί η διάκριση που επικρατεί στην Ελλάδα δεν είναι μεταξύ γενικού και ατομικού, δημόσιου και ιδιωτικού, ολότητας και μεμονωμένου προσώπου όπως συμβαίνει στη Δύση. Η κάθετη τομή που χωρίζει την κοινωνία μας είναι μεταξύ γενικού και ατομικού συμφέροντος, από τη μια, και μερικού συμφέροντος, από την άλλη. Σε σχέση με το γενικό, δημόσιο συμφέρον, αυτό το δεύτερο, το μερικό, είναι επίσης συλλογικό, όμως αφορά πάντοτε ένα μειοψηφικό υποσύνολο της ολότητας – τέτοιο είναι λ.χ. το τοπικιστικό, το παραταξιακό, προ πάντων όμως το οικογενειακό και το συντεχνιακό συμφέρον.

Στενά ατομικό συμφέρον στην Ελλάδα δεν νοείται – και εδώ έχουν δίκιο όσοι επισημαίνουν το έλλειμμα εξατομικεύσεως που μας χαρακτηρίζει. Η ένταξη στη συλλογικότητα παρ’ ημίν είναι υποχρεωτική, δυνατότητα εξόδου στην ουσία δεν υφίσταται, τόσο απαγορευτικές είναι οι κυρώσεις. Κάποιες φορές αυτές οι τελευταίες περιβάλλονται ουσιαστικά ισχύ νόμου. Ο δικηγόρος ή ο δημοσιογράφος λ.χ. ο οποίος θα αντιταχθεί στην πολλοστή εξωφρενική αποχή ή απεργία που κηρύσσει ο οικείος του επαγγελματικός σύλλογος, σε αντίθεση με τον κοινό εργαζόμενο δεν έχει το δικαίωμα να αποφασίσει ο ίδιος αν θα εργαστεί ή αν θα απόσχει – η συντεχνία του έχει τον θεσμικό τρόπο να τον εξαναγκάσει να συμμορφωθεί! Αντιστοίχως, όπου τίθεται ζήτημα σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ ατόμου και συλλογικότητας, αυτή η τελευταία έχει σχεδόν παντού προτεραιότητα. Ο καθηγητής της Μέσης λ.χ., καίτοι διορισμένος από το ΑΣΕΠ, πειθαρχεί στα κελεύσματα της λοιπής δημοσιοϋπαλληλίας άπαξ και τεθεί θέμα απολύσεως των αναξιοκρατικά διορισμένων. Ο βιολονίστας της ΕΡΤ, που έχει περάσει από μύριες όσες οντισιόν για να προσληφθεί, βγαίνει στις ρούγες για να υπερασπιστεί τον τεχνικό ή τον διοικητικό υπάλληλο που μπήκε στον οργανισμό από την πίσω πόρτα.

Ιδίως το να ζεις στην επαρχία και να πηγαίνεις αντίδρομα σε ό,τι η τοπική κοινωνία θεωρεί θέσφατο, έχει κόστος. Ακόμη και την ψήφο εκεί, τα κόμματα (που με τη σειρά τους δεν είναι παρά διευρυμένες φαμίλιες, πολύ λίγο συγκρίσιμες με τα κόμματα στη Δύση) σε οικογενειακή βάση την υπολογίζουν, στη ζυγαριά του μικροπολιτικού πάρε-δώσε η ατομική ψήφος δεν βαραίνει. Αναλογικά πάνε και τα ρουσφέτια, κατά σόγια. Δεν διορίζεται πρόσωπο με προσόντα ή ιδιότητες ζητούμενες, η αξιοκρατία εδώ δεν παίζει τον ελάχιστο ρόλο. Διορίζεται το μέλος που η οικογένεια-πελάτισσα επιλέξει. Ακόμη και οι θέσεις εργασίες και τα προς ανάθεσιν έργα με βάση τη ζήτηση αυτών των πελατών καθορίζεται, όχι με βάση τις όποιες μετρήσιμες ανάγκες. Μουσεία, σχολεία, πανεπιστήμια, στρατόπεδα φτιάχνονται εκ των ενόντων και επί τούτου για να εξαργυρωθεί η υπόσχεση να βολευτούν τα δικά μας παιδιά ή για να μοιραστούν τα δημόσια κονδύλια στους φίλα προσκείμενους. Αν ο πολιτευτής «ρίξει» την οικογένεια, λέει η άτυπη συμφωνία που ισχύει εδώ, τότε αυτή έχει όλο το δικαίωμα στις επόμενες εκλογές να μεταναστεύσει μαζικά σ’ έναν άλλο.

Ο γιος του Ολλανδού ή του Γερμανού βιομηχάνου ξέρει ότι το όνομά του δεν αρκεί για να του εξασφαλίσει την αναγνώριση. Ξεκινάει λοιπόν ως απλό στέλεχος ώσπου να πείσει για τις ικανότητές του. Και αν αποδειχτεί ακατάλληλος, οι ίδιοι οι οικείοι του θα του υποδείξουν να αναζητήσει αλλού την τύχη του, διότι τέτοιο είναι το δικό τους προσωπικό αλλά και το γενικό συμφέρον της εταιρείας. Όμως η ελληνική φαμίλια, η ελληνική συντεχνία, η παρέα ακόμη, είναι προστατευτική, υποστηρίζει τυφλά τα μέλη της, τα καλομαθαίνει όσο μπορεί και τους συγχωρεί προκαταβολικά κάθε τους στραβοπάτημα.

Αν δεν θίγεται άμεσα, συγχωρεί μάλιστα ακόμη κι εκείνους που βδελύσσονται τις αξίες που εκείνη πρεσβεύει. Φτάνει βέβαια να μένουν στα λόγια. Ο εκσυγχρονιστής διανοούμενος, λ.χ., που κόπτεται για την αξιοκρατία και βγάζει πύρινους λόγους για χάρη της, στο Πανεπιστήμιό του όταν φτάσει ο κόμπος στο χτένι δεν διαφέρει απ’ τους άλλους. Κρατάει το στόμα του κλειστό, ακολουθεί την πεπατημένη και κοιτάει όπως όλοι –τί άλλο;– να βολέψει τους φίλους του.

Το διαλανθάνον παντού

Βέης Γιώργος Βέης, Παντού. Μαρτυρίες, μεταμορφώσεις, Κέδρος 2015

Τι υποδηλώνει ένας σταθμός χωρίς τραίνα; Πώς οι στίχοι των ποιημάτων περπατούν στον κόσμο ανεβασμένοι πάνω σε μια χάρτινη, κινέζικη ομπρέλα; Τι είναι τα πανδοχεία του Άδη στη Γιοκοχάμα; Πώς τα γλυκίσματα που δεν είναι γλυκά εκφράζουν την ιδέα της απόλυτης ηδύτητας;

Σαν τις ατέρμονες παραλλαγές σε ένα θέμα, το Παντού αποτελεί το έβδομο βιβλίο του Γιώργου Βέη με θέμα την Άπω Ανατολή και το απόσταγμα της θητείας του σ’ αυτήν. Σιγκαπούρη, Κίνα, Ιαπωνία, Κορέα, οι τόποι αυτοί μοιάζουν να στοιχειώνουν το συγγραφέα που επανέρχεται με την προσήλωση εμμονικού εραστή, προσθέτοντας κάθε φορά μία νέα πλευρά, μια καθοριστική λεπτομέρεια σ’ ένα ταξίδι που δεν τελειώνει ποτέ. Ο ίδιος ανιχνεύει στα παιδικά του χρόνια και στο πολύωρο ταξίδι για τη Σάμο κάθε καλοκαίρι τις απαρχές αυτής της βαθιάς επιθυμίας. Η διαδικασία της μετάβασης φαίνεται να επηρέασε και την επιλογή του επαγγέλματος του διπλωμάτη. Η πολύχρονη μαθητεία του στην Ασία, σε συνδυασμό με την ιδιότητά του του ποιητή, συνιστούν ιδιαίτερη συνθήκη για την ταξιδιωτική λογοτεχνία και προσδίδουν στα κείμενα αυτά μια ξεχωριστή ποιότητα και γοητεία. (περισσότερα…)

Ρ. Σαφράνσκι: Μην μας αφήνετε μονάχους με τους Γερμανούς!

safranski.jpg

Ο Ρούντιγκερ Σαφράνσκι (γεν. 1945) ανήκει στους επιφανέστερους Γερμανούς στοχαστές της γενιάς του. Τα βιβλία του για συγγραφείς όπως ο Ε. Τ. Α. Χόφφμαν, ο Νίτσε, ο Γκαίτε, ο Χάιντεγγερ συγκαταλέγονται στα πιο πολυδιαβασμένα των τελευταίων ετών. Με τις τοποθετήσεις του πάνω στο προσφυγικό ζήτημα και την κριτική που άσκησε στην πολιτική της καγκελαρίου Μέρκελ τέθηκε στο επίκεντρο της δημόσιας αντιπαράθεσης στη χώρα του, και όχι μόνο, και προκάλεσε πλήθος αντιδράσεις και πολεμικές. Η συζήτησή του με τον Ρίκο Μπάντλε δημοσιεύτηκε στην ελβετική επιθεώρηση Die Weltwoche, τον περασμένο Δεκέμβριο.  Η μετάφραση είναι του Πέτρου Γιατζάκη.    

 * * *

Κύριε Σαφράνσκι, κανείς δεν έχει αναλύσει την ουσία του Γερμανού με μεγαλύτερη ακρίβεια από εσάς. Τι συμβαίνει λοιπόν στην Γερμανία;

Για να σας δώσω μία λακωνική απάντηση: Στην γερμανική πολιτική κυριαρχεί ένας μοραλιστικός παλιμπαιδισμός.

Και μία λιγότερο λακωνική απάντηση;

Η Γερμανία απώλεσε μετά το 1945 ως ηττημένο έθνος την κυριαρχία της. Μέχρι την πτώση του τείχους του Βερολίνου το 1989, η Δυτική Γερμανία διήγε βίον ανθόσπαρτον: Ήμασταν υπό την αιγίδα των Αμερικανών και δεν ήμασταν υπεύθυνοι για τίποτε. Επειδή δεν είχαμε την ευθύνη της φροντίδας για τους εαυτούς μας, δεν γνωρίζαμε καν τι είναι η εξωτερική πολιτική. Μόλις το 1989 έγινε η Γερμανία ένα κυρίαρχο κράτος και κινείται μέχρι σήμερα με αρκετή ανασφάλεια στην διεθνή σκηνή. Ταλαντευόμαστε μεταξύ μίας οικονομικής αυτοπεποίθησης και ενός αλλόκοσμου ουμανιταρισμού. Η εξωτερική μας πολιτική έχει καταστεί μία ηθική αποστολή.

Το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής είναι μία κουλτούρα του καλωσορίσματος, όπου οι άνθρωποι που ζητούν άσυλο γίνονται δεκτοί με αλαλαγμούς χαράς;

Παντού στην Ευρώπη πλην της Σουηδίας οι άνθρωποι λένε: «Οι Γερμανοί  τρελάθηκαν.» Η ανωριμότητα της γερμανικής πολιτικής καθίσταται οφθαλμοφανής στο αξίωμα ότι δεν επιτρέπεται να θέσουμε όρια ή κάποια οροφή στον αριθμό των προσφύγων. Εδώ υπάρχει ένα σημαντικό συλλογιστικό σφάλμα. Διότι σύμφωνα με την σημερινή πρακτική, τα δύο τρίτα του παγκόσμιου πληθυσμού θα είχαν δικαίωμα ασύλου στην Γερμανία με βάση τα δικά μας οικονομικά και δημοκρατικά πρότυπα. Το γεγονός ότι η προσφυγική πολιτική μας είναι θύμα ενός εγγενούς λογικού σφάλματος, θα έπρεπε να έχει γίνει το αργότερο σε αυτό το σημείο πλήρως αντιληπτό.

Ο φιλόσοφος Πέτερ Σλοτερντάικ δήλωσε, ότι στο προσφυγικό ζήτημα θα έπρεπε να είμαστε ικανοί για «κάτι σαν μία καλοσυγκερασμένη σκληρότητα». Το πρόβλημα κατ΄ αυτόν είναι ότι: «Οι Ευρωπαίοι αυτοπροσδιορίζονται ως καλοσυνάτοι, καλόγνωμοι  άνθρωποι και όχι ως σκληροί άνθρωποι, και υπάρχει μία ανάλογη δημοσιολογία και δημοσιογραφία, που δυσφημεί τα πρώτα δείγματα στην πορεία προς μία πιο αμυντική ή πιο σκληρή στάση στο προσφυγικό ζήτημα ως πολιτισμικό όνειδος του υψίστου μεγέθους.»  

Δεν είναι απαραίτητο να το εκφράσουμε με τέτοια οξύτητα. Το 1997 έγραψα ένα βιβλίο για το Κακό. Εκεί δεν ισχυρίζομαι ότι είμαστε αβυσσαλέοι σατανάδες. Στην ανθρώπινη όμως ωρίμανση ανήκει η γνώση, για το κακό που ενυπάρχει μέσα μας. Οι Γερμανοί πολιτικοί ομιλούν διαρκώς για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, που είναι απαράβατη και απαραβίαστη. Υποκρινόμαστε, σαν να είναι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια ένα έμφυτο όργανο όπως τα χέρια ή τα πόδια. Αυτό είναι ένα αφελές κοσμοείδωλο. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν πέφτει από τον ουρανό, αλλά προϋποθέτει ένα λειτουργικό κράτος, που δύναται να προστατεύσει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια εντός των συνόρων και των ορίων του. Και κατόπιν πρέπει να θέσουμε το ερώτημα: Πώς δυνάμεθα να έχουμε αυτό το κρατικό οικοδόμημα; Αυτό επιτυγχάνεται μόνο με πολύ αυστηρούς κανόνες, αλλιώς το κράτος χάνει την αφομοιωτική, ενοποιητική του δύναμη, που εγγυάται τα ανθρώπινα δικαιώματα. Φοβάμαι πολύ, ότι το κράτος μας χάνει τούτη τη δύναμή του, όταν έχουμε σε ορισμένα τμήματα της κοινωνίας μία ισλαμική πλειοψηφία με ένα τελείως διαφορετικό αξιακό σύστημα. Εν συντομία: Πρέπει να κρατήσουμε σταθερή την κοινωνική συνοχή, για να μπορέσει το κράτος να εγγυηθεί τα ανθρώπινα δικαιώματα. Όταν τούτο δεν το ξεκαθαρίζουμε, τότε αυτό είναι ανεύθυνο: Επιθυμούμε να βοηθήσουμε και παρόλα ταύτα, αδυνατίζουμε συνάμα τους θεσμούς, που θα μπορούσαν εν τέλει να βοηθήσουν. (περισσότερα…)

Δικαιοσύνη μέσω της ποίησης ή Περί της αναγκαιότητας της «Κραυγής»

????????????????????????????????????

Της Γιαέλ Ουρίμπε
Δομινικανή Δημοκρατία

Πέρασαν ήδη έξι χρόνια από τη δολοφονία της Μεξικανής ποιήτριας και ακτιβίστριας Σουζάνας Τσάβες. Η Τσάβες αγωνιζόταν για τα δικαιώματα των γυναικών και τύγχανε ευρείας αναγνώρισης χάρη στις δραστηριότητές της –τόσο τις ακτιβιστικές, όσο και τις πνευματικές– κατά των δολοφονιών και της σεξουαλικής βίας κατά των γυναικών στην πόλη Χουάρες, από το 1993. Προς τιμήν της διοργανώθηκαν για πρώτη φορά το 2011 οι εκδηλώσεις που έφτασαν σήμερα να συνιστούν το Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης και Τεχνών «Κραυγή γυναικών» (“Grito de Mujer”).

Πολλοί είναι εκείνοι που θεωρούν την ποίηση απλώς ως μια μοναχική πράξη ενδοσκόπησης κι αυτοεξορκισμού ή ως κάποιου είδους προσωπική μεταφυσική αναζήτηση. Κατ’ άλλους, η ποίηση συνιστά χρήσιμο όπλο ενάντια στις αδικίες, έναν χώρο που επιτρέπει την ελευθερία της έκφρασης και όπου κανείς αισθάνεται ελεύθερος να καταγγείλει δίχως φόβο την αδικία και την καταπίεση. Πολλοί ποιητές και πολλές ποιήτριες βρίσκουμε στήριγμα σε εκείνην, ελπίζοντας πως θα είμαστε ασφαλείς υπό τη σκέπη της και πως πέρα από τις ποιητικές εικόνες δεν υπάρχει χώρος για τον κίνδυνο ή την ανασφάλεια. Πόσο λάθος κάνουμε.

Πολλοί είναι οι εκπρόσωποι του είδους με αρκετό ταλέντο ώστε να χρησιμοποιούν την ποίηση ως μέσο καταγγελίας, ανίχνευσης της υποκρισίας, της ανηθικότητας, της ανισότητας και της διαφθοράς και οι οποίοι, έχοντας ακριβώς αυτό το χάρισμα, κινδυνεύουν να υποστούν λογοκρισία, εκβιασμό, εξορία, και στη χειρότερη των περιπτώσεων –όπως έχουμε δει– τη δολοφονία. Αυτό αποδεικνύει περίτρανα πως η ποίηση τελικά δεν είναι η αθώα πρακτική που πιστεύει η πλειοψηφία.

Δεδομένων των πολιτικών πιέσεων και της διεθνούς κατακραυγής, η μεξικανική κυβέρνηση βρέθηκε υποχρεωμένη να αναζητήσει τους υπεύθυνους της δολοφονίας της Τσάβες. Το δε πόρισμα της αστυνομίας ήταν το εξής: «Η Τσάβες ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου από τρεις εφήβους, αγνώστων λοιπών στοιχείων, τους οποίους εκείνη είχε γνωρίσει δυο ώρες νωρίτερα και οι οποίοι την κάλεσαν να πιει μαζί τους ένα ποτό σε κοντινή τοποθεσία». Με αυτόν τον τρόπο αποκλείστηκε και η παραμικρή πιθανότητα συσχετισμού της δολοφονίας της με τον ακτιβισμό ή τη συγγραφική της δραστηριότητα. Ωστόσο, η θέση των συνηγόρων παραμένει η ίδια: Η Τσάβες καταδικάστηκε επειδή αποκάλυπτε στα κείμενά της όσα υφίστανται οι γυναίκες στη χώρα της σε ευρεία κλίμακα, με τη συγκάλυψη μάλιστα ατόμων εξουσίας. Έτσι μας φιμώνουν, εμάς τους ποιητές.

Σπανίως οι αυτουργοί τέτοιων εγκλημάτων έρχονται αντιμέτωποι με τη δικαιοσύνη, ενώ για την πλειοψηφία των δολοφονιών συγγραφέων και δημοσιογράφων επικρατεί η συγκάλυψη, η ατιμωρησία, ή –ακόμη χειρότερα– η λήθη.

Ο Άγγλος δημοσιογράφος, Κάθαλ Σερίν, οργανωτικό μέλος του Διεθνούς Σωματείου PEN, δήλωσε στο πλαίσιο των εορτασμών της Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης το εξής: «Σε κοινωνίες όπου ο ρόλος των γυναικών στη δημόσια σφαίρα είναι περιορισμένος, οι ποιήτριες συχνά καταδιώκονται ή έρχονται αντιμέτωπες με επικίνδυνες καταστάσεις μόνο και μόνο λόγω της τόλμης τους να εκφράσουν ανεξάρτητα τη γνώμη τους μέσω της ποίησης». Σχολίασε ακόμη πως οι ποιήτριες διατρέχουν διπλάσιο κίνδυνο από τις υπόλοιπες γυναίκες, καθώς η ποίησή τους όχι μόνο επιφέρει την οργή της πατριαρχικής καθεστηκυίας τάξης, αλλά και ξεπερνά τα όρια του στενού ρόλου και της πιεστικής κοινωνικής αποστολής που καλούνται να εκπληρώσουν οι γυναίκες. Η καταπολέμηση του αναλφαβητισμού βάσει της ισότητας και της δικαιοσύνης –ιδίως μάλιστα σε μια κοινωνία πατριαρχική– θεωρείται βάρος για εκείνους που ασκούν εξουσία και περιορίζουν την ελευθερία του λόγου με εκβιασμούς, φυλακίσεις και άσκηση βίας.

Οι δυσκολίες με τις οποίες ήρθαν αντιμέτωπες ποιήτριες λόγω της ιδιότητάς τους είναι καταγεγραμμένες στην ιστορία. Ως ένα πρώτο παράδειγμα μπορούμε να αναφέρουμε τη διάσημη Ρωσίδα ποιήτρια του μοντερνισμού, Άννα Αχμάτοβα, της οποίας η ποίηση αποτυπώνει αφενός μια διάφανη φωνή, αφετέρου μια καταπιεσμένη θηλυκότητα και έντονη συναισθηματική αυτοκυριαρχία υπό τον τρόμο του σταλινικού καθεστώτος. Αντί για την εξορία, επέλεξε να παραμείνει στη χώρα της ώστε να καταμαρτυρήσει όλες τις αθλιότητες που έγιναν τότε. Όταν συνελήφθη ο γιος της, Λεβ, το 1938, η Αχμάτοβα έκαψε όλα τα ποιήματά της αφού πρώτα τα είχε απομνημονεύσει, κι έκτοτε τα συγκρατούσε στη μνήμη της, απαγγέλλοντάς τα μόνο σε ιδιωτικές συναντήσεις σε σπίτια φίλων απολύτου εμπιστοσύνης. Η ποίησή της απαγορεύτηκε, εκείνη κατηγορήθηκε για προδοσία και εξορίστηκε. Με λίγα λόγια, και σε εκείνην επιβλήθηκε σιωπή.

Ακόμη όμως και στον 21ο αιώνα, ποιήτριες εξακολουθούν να καταδιώκονται λόγω της συγγραφής στίχων που εναντιώνονται σε κατεστημένες κοινωνικές αξίες. Στο Αφγανιστάν, για παράδειγμα, η ποίηση στη γλώσσα Πάστο είναι εκείνη που αποτελούσε για γενεές ένα επαναστατικό μέσο για τις γυναίκες. Τα «λαντάι» –«μικρό δηλητηριώδες φίδι» όπως μεταφράζεται από τη γλώσσα πάστο που είναι και επίσημη γλώσσα του κράτους–, είναι δημοφιλή δίστιχα, τα οποία συχνά καταγγέλλουν τους υποχρεωτικούς γάμους με καυστικό χιούμορ. Αξίζει να σημειωθεί ότι από τα 15 εκατομμύρια γυναίκες στο Αφγανιστάν, μόνο το 5% ολοκληρώνει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ενώ τα ¾ παντρεύονται με υποχρεωτικό γάμο πριν τα 16. Η χρήση βίας εκεί είναι κάτι το συνηθισμένο. Και να φανταστεί κανείς πως κάποιοι εξακολουθούν να διερωτώνται ως προς τη χρησιμότητα της «Κραυγής» μας.

Το 2005, η 25χρονη τότε ποιήτρια Νάντια Αντζουμάν, εξέχουσα προσωπικότητα με διεθνή αναγνώριση, κατέληξε κατόπιν ξυλοδαρμού από το σύζυγό της με μοναδική αιτία την έκδοση ενός ποιητικού βιβλίου της. Το μόνο που απομένει τώρα από εκείνην είναι μερικά ποιήματα, η ανάμνηση και αγανάκτηση.

22687_10153113160685726_8037416269164901702_n

Η λογοτεχνία στο Αφγανιστάν

Λέγεται ότι η μεγαλύτερη λογοτεχνική λέσχη για γυναίκες στο Αφγανιστάν ονομάζεται Μιρμάν Μπαέ (Mirman Bahee) και βρίσκεται στην Καμπούλ. Οι γυναίκες έχουν το δικαίωμα να συμμετέχουν, ωστόσο στην περιφέρεια γύρω στα 300 μέλη αναγκάζονται να κρατούν τη συμμετοχή τους μυστική. Τέτοιες ομάδες υπήρχαν ανέκαθεν, αλλά με την αυγή του καθεστώτος των Ταλιμπάν οδηγήθηκαν στην ανωνυμία. Το 1996, γυναίκες συγγραφείς, μέλη του Λογοτεχνικού Κύκλου του Πανεπιστημίου της Εράτ, ίδρυσαν μια πολιτιστική οργάνωση με την ονομασία «Σχολή Ραπτικής ‘Χρυσό Βελόνι’». Με την πρόφαση ότι συγκεντρώνονται για να ράψουν, οι γυναίκες συζητούν, γράφουν και διαβάζουν λογοτεχνία, η οποία συχνά καυτηριάζει τις διακρίσεις που οι ίδιες υφίστανται στο περιβάλλον τους. Τα νέα ήθη και η κοινή λογική τις οδηγούν στη μυστική συγγραφή ποίησης ως μόνου τρόπου έκφρασης.
Όμως και το Αφγανιστάν διαθέτει ποιήτριες που πέρασαν στην ιστορία, όπως την αγωνίστρια Μαλαλάι, η οποία απέκτησε φήμη μαχόμενη εναντίον των βρετανικών στρατευμάτων τη δεκαετία του 1880 και ήταν από τους πρώτους που έγραψαν ποίηση στα σύγχρονα περσικά. Πλέον έχει ανυψωθεί στις σφαίρες του μύθου και σε αυτήν οφείλει το όνομά της η κάτοχος του Βραβείου Νομπέλ για την Ειρήνη, Μαλάλα Γιουσαφζάι, η Πακιστανή ακτιβίστρια που δέχτηκε δολοφονική επίθεση από τους Ταλιμπάν σε ηλικία 14 ετών και κατόρθωσε να επιβιώσει εξόριστη από την πατρίδα της. Είναι η Μαλάλα που ονειρεύεται να γίνει μια μέρα γιατρός και ποιήτρια. Η ίδια Μαλάλα που εξακολουθεί να αγωνίζεται από την εξορία για το δικαίωμα των κοριτσιών στην πατρίδα της για μόρφωση.

Η περίπτωση της ποιήτριας Λίου Σια

Πολύ συχνά, ο αγώνας για τα δικαιώματα των γυναικών και η πολιτική ιδεολογία συνιστούν τα κύρια αίτια καταδίωξης των ποιητριών. Ανάλογη είναι η περίπτωση της Λίου Σιά, ιδρυτικού μέλους του Ανεξάρτητου PEN Club της Κίνας. Η Λίου Σια καταδικάστηκε σε κατ’ οίκον περιορισμό στο Πεκίνο από το 2010, όταν στο σύζυγό της, συγγραφέα και ακτιβιστή Δρ. Λίου Σιαόμπο, απενεμήθη το Βραβείο Νομπέλ για την Ειρήνη για τη δράση του υπέρ της κατάργησης του Κομμουνιστικού Κόμματος ως μόνου κόμματος και ο οποίος συνελήφθη με την κατηγορία της «υπονομευτικής δραστηριότητας εναντίον του Κράτους». Σύμφωνα με πληροφορίες, η ποιήτρια Λίου Σια υποφέρει από οξεία κατάθλιψη και η υγεία της βρίσκεται σε κίνδυνο λόγω των περιοριστικών όρων που της έχει επιβάλλει η κυβέρνηση ως μέσο πίεσης του συζύγου της, δίχως να υπάρχει εναντίον της ίδιας οποιαδήποτε κατηγορία. Πρέπει να τιμωρείται η σύζυγος για τις πράξεις του συζύγου; Αυτή η περίπτωση συνιστά άλλο ένα παράδειγμα για τον τρόπο με τον οποίο μπορεί μια ποιήτρια να δεχτεί πίεση, μόνο και μόνο επειδή είναι γυναίκα.

Υπάρχει μια λεπτή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην ικανοποίηση από την έκφραση μιας ποιητικής ιδέας που υποστηρίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα και καταγγέλλει τις αυθαιρεσίες και τη βία, και εκείνην που πηγάζει από την πλήρη αναρχία όσων καταχρώνται την εξουσία.

Η περίπτωση της Σαν Σαν Νέε

Η Σαν Σαν Νέε, σημαντική συγγραφέας της Βιρμανίας και μία από τις πρώτες γυναίκες που έλαβαν άδεια εξάσκησης επαγγέλματος ως δημοσιογράφοι εκεί, φυλακίστηκε από το δικτατορικό καθεστώς της Βιρμανίας μεταξύ 1994 και 2001 για τις «απόπειρές της εναντίον της κυβέρνησης». Από το 1974, η πολυγραφότατη Νέε έχει εκδώσει σειρά μυθιστορημάτων, περισσότερα από 500 διηγήματα και γύρω στα 100 ποιήματα, γεγονός που δεν εμπόδισε τη σύλληψή της για τη «δημοσίευση πληροφοριών πολέμιων του Κράτους». Το 2001 τιμήθηκε από την Παγκόσμια Ομοσπονδία Δημοσιογράφων με το «Χρυσό φτερό» για την ελευθερία. Ποια ελευθερία όμως;

Αναλογιζόμενος κανείς αυτές τις περιπτώσεις, δεν μπορεί παρά να διερωτηθεί τι είναι αυτό που κάνει άτομα εξουσίας να αισθάνονται επαπειλούμενα από τους ποιητές και τις ποιήτριες. Να πρόκειται για το ότι κάθε καταπιεστικό και ολοκληρωτικό καθεστώς μάς βρίσκει αντίθετους ή για το ότι οι γυναίκες χρησιμοποιούμε την ποίηση για να πούμε την αλήθεια για όσα βλέπουμε και υποφέρουμε; Το δίχως άλλο, η έκφραση της αλήθειας –ως καταγγελία της καταπάτησης δικαιωμάτων, της βίας, των υποχρεωτικών γάμων, κάθε είδους αδικίας απέναντι στις γυναίκες– συνιστά συχνά θέμα δυσάρεστο κι ακανθώδες για πολλούς. Από την άλλη όμως, η έκφραση της αλήθειας ποιητικώ τω τρόπω διαχωρίζει την κατάσταση που βιώνουμε από τη μυθοπλασία, συμβάλλει στην κατανόηση της κοινωνίας απέναντι σε δυσάρεστες συνθήκες που πολλοί προτιμούν να αποκρύπτουν και βοηθά στην καταπολέμηση προκαταλήψεων και διακρίσεων, με τις οποίες ερχόμαστε αντιμέτωπες κατά τρόπο ευθύ ή –ακόμη χειρότερα– συγκεκαλυμμένο.

——————–

1280px-Jael_Uribe,_creadora_de_Grito_de_Mujer_y_fundadora_de_Mujeres_Poetas_Internacional_MPI

Η «Κραυγή γυναικών» ήρθε να υπενθυμίσει ότι η ποίηση μπορεί να αποτελέσει εκείνο το είδος τέχνης, με το οποίο η κοινωνία μπορεί να εκπαιδευτεί έτσι, ώστε να καταπολεμηθούν οι διάφορες μορφές βίας και καταπίεσης των γυναικών και να διατηρηθούν όσα κατακτήσαμε με πολλή δουλειά, πόνο, αίμα και θυσίες.

Στο Νέο Δελχί της Ινδίας στις 3 Μαρτίου του 2015 μια ομάδα ανδρών κακοποίησε μια γυναίκα και δήλωσε ευθαρσώς στον Τύπο πως το θύμα πήγαινε γυρεύοντας αφού βγήκε από το σπίτι βράδυ, φορούσε –κατά τη γνώμη τους– προκλητικά ρούχα και τόλμησε να φέρει αντίσταση, αντί να αποδεχτεί παθητικά την τύχη της και να υποταχτεί. Όταν η ίδια η κοινωνία και η κοινή πρακτική ορίζει ότι οι γυναίκες είναι εκ γενετής κατώτερα όντα ή όταν φαινόμενα παρόμοια με το παραπάνω λαμβάνουν χώρα καθημερινά, δεν συνιστά έκπληξη το γεγονός ότι τέτοιες πρακτικές θα διαιωνίζονται, υπό το πρόσχημα κάποτε του συνετισμού των γυναικών ή της παροχής ενός μαθήματος ηθικής σε αυτές.

Ένας από τους στόχους του κινήματος «Κραυγή γυναικών» μέσα από τις διάφορες εκφάνσεις του είναι η αλλαγή νοοτροπίας εκείνων που κατά κάποιο τρόπο θεωρούν πως η βία κατά των γυναικών είναι κάτι λογικό κι αποδεκτό, αντί ν’ αντιμετωπίζεται ως έγκλημα και ως κακό που πρέπει να εξαλείφεται από τη ρίζα του. Δημιουργήσαμε ένα κίνημα ευαισθητοποίησης της κοινής γνώμης, ένα μέσο αφύπνισης αντρών, γυναικών και παιδιών/κοριτσιών ως προς τους κινδύνους που ελλοχεύουν, καθώς και τις διαστάσεις και διάφορες εκφάνσεις του φαινομένου της βίας κατά των γυναικών, από το οποίο καμία γυναίκα και κανένα κορίτσι δεν μπορεί να θεωρήσει ότι εξαιρείται.

Με την ετήσια διοργάνωση του φεστιβάλ αποσκοπούμε στην ανάδειξη διαφορετικών κάθε χρόνο και περιλάλητων περιπτώσεων άσκησης βίας κατά των γυναικών σε διάφορα σημεία του κόσμου, ώστε να γίνει ορατή η αθέατη πλευρά μιας πραγματικότητας που όλες οι γυναίκες –λίγο ώς πολύ– βιώνουμε. Θεωρούμε ότι η ανεπαρκής γνώση ως προς τα πολιτισμικά πιστεύω αφήνει περιθώριο για τη διαιώνιση της βίας κατά των γυναικών σε παγκόσμιο επίπεδο. Πολλές γυναίκες για παράδειγμα αγνοούν τους παρόντες και παρελθοντικούς αγώνες άλλων γυναικών για την επίτευξη και διατήρηση της κοινωνικής θέσης της γυναίκας, την οποία απολαμβάνουμε. Γι’ αυτό μέσω της ένταξης και της συμμετοχής μας σε ευρύτερα προγράμματα πολιτισμού έχουμε κατορθώσει να συμπεριλάβουμε στην κοινωνική μας αποστολή πολυάριθμους οργανισμούς και καλλιτέχνες (γυναίκες και άντρες) ανά τον κόσμο, προσφέροντας μια διαφορετική οπτική και νέο περιεχόμενο στη διαμαρτυρία κατά της βίας προς τις γυναίκες, η οποία έχει αυξηθεί σε ανησυχητικό βαθμό τα τελευταία χρόνια, παρά τις πολυάριθμες σχετικές προσπάθειες κι εκστρατείες. Πεποίθησή μας είναι πως η πρόληψη συνιστά την καλύτερη αντιμετώπιση και πως η στοχευμένη προσπάθεια για τη διάσωση της αυτοεκτίμησης της γυναίκας μπορεί να σπείρει μέσα της σπόρους που θα ριζώσουν και θα βλαστήσουν, ώστε η καταγγελία της βίας να μη μένει χωρίς αντίκτυπο.

Κάτι τέτοιο μπορεί να είναι ευκολότερο στα λόγια παρά στα έργα. Παρ’ όλα αυτά, αρθρώνοντας κανείς μια κραυγή από μελάνι κατά της βίας, βρίσκει, γράφοντας, τη δική του φωνή. Αυτό προσφέρει η ποίηση στις γυναίκες που συμμετέχουν στο κίνημά μας: μια πλατφόρμα όπου μπορούν να εκφράζουν τα συναισθήματά τους για θέματα που για άλλους δεν παρουσιάζουν το παραμικρό ενδιαφέρον. Πεποίθησή μας είναι ακόμη ότι οι μεγάλες αλλαγές είναι εφικτές μόνο με τη συμμετοχή όλων, γι’ αυτό και οφείλουμε να είμαστε ενωμένοι, πέρα από εγωισμούς και μικρότητες, χάριν του κοινού συμφέροντος.

Πρεσβεύουμε ότι δεν υφίσταται ο ένας, ‘σωστός’ κι ενδεδειγμένος, τρόπος να περάσουμε το μήνυμά μας. Είναι πολλοί οι άνθρωποι που συμμετέχουν στον αγώνα μας, αλλά χρειάζεται ακόμη περισσότερη δουλειά προκειμένου να φτάσουμε στις πιο ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες. Η κοινωνία, αναμφίβολα, είναι έτοιμη και διατεθειμένη να μας ακούσει. Ισχύει πως «ό, τι ισχύει για τον έναν ίσως να μην ισχύει για τον άλλο», ωστόσο είναι πολλές οι γυναίκες που καταφεύγουν στην ποίηση κατορθώνοντας μέσω αυτής να ξορκίσουν τους δαίμονές τους. Τη χρησιμοποιούν μάλιστα ως ‘θεραπευτικό μέσο’, το οποίο, καθώς το μοιράζονται με άλλες γυναίκες, συμβάλλει στη δημιουργία ενός συλλογικού οργάνου, όπου ο τρόμος δεν έχει πλέον καμιά θέση. Έτσι αναβλύζει η Κραυγή, ατόφια και ειλικρινής, από τα ίδια τα σωθικά μας.

Πάντα υπάρχει περιθώριο βελτίωσης και διεύρυνσης του διαλόγου ως προς την καταλληλότητα κι αποτελεσματικότητα των διαφόρων μέσων προς επίτευξη της μη-βίας. Η «Κραυγή γυναικών» είναι απαραίτητη ως τόπος διεξαγωγής αυτού του διαλόγου, αυτού του τόσο απαραίτητου διαλόγου. Εκ των πραγμάτων έχει περισσότερο νόημα να διακηρύττει κανείς τη δική του προσωπική εμπειρία απευθυνόμενος σε συγκεκριμένο κοινό που γίνεται αποδέκτης του μηνύματος της αλλαγής, παρά να διαχέει ένα μήνυμα άνευ περιεχομένου και δίχως συναίσθηση ενός σκοπού. Είναι ακριβώς αυτό το θάρρος που απαιτείται από τις γυναίκες που τολμούν να διηγηθούν σε ένα ποίημα την εμπειρία τους, εκείνο που κάνει τις γυναίκες που τις ακούν να αναλογιστούν τα δικά τους βιώματα. Αυτού του είδους την αλλαγή έχουμε ανάγκη: μια αλλαγή που πορεύεται μέσα σε όλους και όλες, φτάνοντας εν τέλει στις γυναίκες στις οποίες απευθύνουμε το μήνυμά μας. Πρόκειται για γυναίκες που αγαπούν τον εαυτό τους και κατ’ επέκταση τους γύρω τους, γυναίκες δυνατές και λιγότερο διαχειρίσιμες. Αυτός ο τρόπος έχει αποδειχτεί αποτελεσματικότερος στην περίπτωση της «Κραυγής γυναικών».

Η ποίηση εκτείνεται πέραν του ακτιβισμού. Η ποίηση μπορεί να εισχωρήσει στη συνείδηση των ανθρώπων και να μιλήσει στο συναίσθημα, επιτυγχάνοντας έτσι σπουδαία πράγματα. Παρά την καταπίεση που κάποτε υφιστάμεθα εμείς οι ποιητές και οι ποιήτριες, οφείλουμε να έχουμε συναίσθηση του γεγονότος ότι δεν πρόκειται να μας αποδοθεί δικαιοσύνη όσο μια γυναίκα που υφίσταται ενδοοικογενειακή βία, ένα κορίτσι που κακοποιείται από άτομο του οικογενειακού του κύκλου ή μια φοιτήτρια που έχει υποστεί βιασμό δεν κατορθώνουν να ανοίξουν το στόμα, να ορθώσουν το ανάστημα και την κραυγή τους και σταματήσουν μια για πάντα να ζουν στη σιωπή.

*Ομιλία της Γιαέλ Ουρίμπε, επικεφαλής του διεθνούς κινήματος και του Διεθνούς Φεστιβάλ Ποίησης και Τεχνών «Κραυγή γυναικών» («Grito de Mujer») στον Πολιτιστικό Σύλλογο της Μαδρίτης (Ateneo), Μάρτιος 2016.

Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη, εκπρόσωπος του κινήματος στην Ελλάδα και υπεύθυνη της ελληνικής διοργάνωσης του φεστιβάλ.

1η Διεθνής Συνάντηση του διεθνούς κινήματος «Κραυγή γυναικών» στη Μαδρίτη…

Το διήμερο 4-6 Μαρτίου πραγματοποιήθηκε στην πρωτεύουσα της Ισπανίας η 1η Διεθνής Συνάντηση του Διεθνούς Κινήματος Ποιητριών (MPI – Mujeres Poetas Internacional), οργανωτικού φορέα του Διεθνούς Φεστιβάλ Ποίησης και Τεχνών «Κραυγή γυναικών» («Grito de Mujer») για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών στον κόσμο. Κατά τη διάρκεια των εκδηλώσεων του διημέρου, πραγματοποιήθηκαν μεταξύ άλλων συζητήσεις για την κατάσταση των γυναικών στον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο -στις οποίες ήταν αφιερωμένο το φετινό φεστιβάλ με τίτλο «Λουλούδια της ερήμου»-, παρουσιάστηκε η φετινή ομότιτλη ανθολογία ποίησης με αντίστοιχη θεματολογία, εγκαινιάστηκε έκθεση ζωγραφικής και παρουσιάστηκαν θεατρικά έργα. Το σπουδαιότερο όμως ήταν ότι εκπρόσωποι του κινήματος από 32 χώρες είχαν την ευκαιρία να γνωριστούν μεταξύ τους, κάτι που μέχρι τώρα ίσχυε μονάχα σε διαδικτυακό επίπεδο. Η εκπρόσωπος του κινήματος στην Ελλάδα, Έλενα Σταγκουράκη, είχε την ευκαιρία να γνωρίσει πολύ αξιόλογες προσωπικότητες από το Μεξικό, την Ισπανία, την Αργεντινή, τη Βουλγαρία, το Ηνωμένο Βασίλειο, το Μαρόκο, την Ελβετία κ.α. και τη δυνατότητα να ανταλλάξει ιδέες και απόψεις σχετικά με το κίνημα, ώστε να ισχυροποιηθούν οι δεσμοί μεταξύ των εκπροσώπων και να γίνουν το κίνημα και το Φεστιβάλ ακόμη πιο δυνατά. 

Στο επίσημο δείπνο-γκαλά που σηματοδότησε τη λήξη της 1ης Διεθνούς Συνάντησης του κινήματος, ορισμένες από τις διοργανώτριες και τους διοργανωτές του Φεστιβάλ, μεταξύ των οποίων και η Έλενα Σταγκουράκη, τιμήθηκαν από την επικεφαλής του κινήματος Γιαέλ Ουρίμπε (Jael Uribe). Για τη δραστηριοποίηση και την προσφορά της στο κίνημα και τη διοργάνωση του φεστιβάλ στη χώρα μας, η Έλενα, μέλος της συντακτικής ομάδας του «Νέου Πλανοδίου« έλαβε ένα αγαλματίδιο που παριστάνει μια γυναίκα με φτερά, καθώς και τον αντίστοιχο έπαινο.

Το Φεστιβάλ «Κραυγή γυναικών» ξεκίνησε το 2011 στη Δομινικανή Δημοκρατία κι έκτοτε εξαπλώθηκε με ταχύτατους ρυθμούς σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική και τον κόσμο. Το 2013 το φεστιβάλ ήταν αφιερωμένο στη Μαλάλα Γιουσαφζάι, στηρίζοντας την υποψηφιότητά της για το Νόμπελ Ειρήνης. Ένα χρόνο αργότερα, ο στόχος επετεύχθη. Το 2015, το Φεστιβάλ εντάχθηκε στους παγκόσμιους εορτασμούς της ΟΥΝΕΣΚΟ για το «2015: έτος φωτός». Φέτος, με τη σκιά του Ισλάμ να πέφτει βαριά τόσο στις ίδιες τις γυναίκες που το ασπάζονται, όσο και παγκοσμίως, το φεστιβάλ είχε έναν επιπλέον ρόλο να παίξει. Το Νέο Πλανόδιο στήριξε και τη φετινή διοργάνωση του Φεστιβάλ στην Ελλάδα.

Στο λόγο που εκφώνησε κατά τη διάρκεια του γκαλά, η Σταγκουράκη τόνισε: «Ζούμε σε έναν κόσμο που γίνεται όλο και πιο σκληρός, όλο και πιο βίαιος, όλο και πιο εγωκεντρικός. Όπως είχε γράψει ο μεγάλος Έλληνας συγγραφέας, Νίκος Καζαντζάκης, ‘σήμερα που σαπίζει ο κόσμος, κι η ατιμία κι ο συμβιβασμός εξευτελίζουν και τις πιο γενναίες ψυχές, μία είναι η τακτική: Να ‘σαι ανένδοτος’. Έτσι κι εμείς, φίλες και φίλοι, παραμένουμε ανένδοτοι στον αγώνα μας για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών στον κόσμο και συνεχίζουμε αποφασιστικά τη διοργάνωση του φεστιβάλ ‘Κραυγή γυναικών’ για την επίτευξη του στόχου μας».