ΝΠ | Δοκίμια

Μα να συνηθίσει, τι;

17845

Της ΕΛΕΝΑΣ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Η σπηλιά με τα βεγγαλικά
της Ζέφης Δαράκη
Εκδόσεις Νεφέλη
2014

«Επειδή το χέρι σου/ έσφιγγε το τέλος της ζωής μες στο δικό μου/ Επειδή όσα ζήσαμε παγώνουν σιγά σιγά/ το χρόνο των ποιημάτων που δεν τα ενδιαφέρει η αθανασία/ αλλά το πώς θα διαπλεύσουμε αυτή τη σχισμή/ του παγερού ρίγους που μας διασχίζει»: Γι’ αυτό και όχι γι’ άλλο γράφει η Δαράκη την πιο πρόσφατη ποιητική της συλλογή, που φέρει ρητή την αφιέρωση στον προσφάτως εκλιπόντα σύντροφό της –και σπουδαίο ποιητή– Βύρωνα Λεοντάρη και αφορμάται από το γεγονός του χαμού του.

Η συλλογή χωρίζεται σε τέσσερις ενότητες, ακολουθούμενες από ένα μοναδικής λυρικότητας κατευόδιο εν είδει επιμέτρου. Έτσι η ποιήτρια πορεύεται από τον πρώτο τρόμο της απώλειας, στην ουσία του ίδιου του γεγονότος και το χαμό του Εσύ, στην περιδιάβαση ύστερα περασμένων εικόνων, σκέψεων, αναμνήσεων, τόπων και προσώπων σαν απόσταγμα μιας μοιρασμένης ζωής σε μια προσπάθεια αναχαίτισης της λήθης, ώς τον απόηχο τέλος του γεγονότος, της όποιας ‘συμφιλίωσης’ με αυτό και της πορείας πλέον της ίδιας ως «μισοφαγωμένου κατόπτρου».

«Με τυλίγει με ξετυλίγει ο τρόμος/ και μη ρωτάς γιατί η νύχτα/ ένας μεγάλος μαύρος λεκές είναι η νύχτα / Από τότε που ξενιτεύτηκε τ’ όνειρο,/ ο μοναδικός μου Αναγνώστης χάθηκε/ με κείνο το κουρελιασμένο παλτό και/ το αποτσίγαρο του βιαστικού ουρανού στα χείλη». Εκκινώντας λοιπόν τρομοκρατημένη από το ερώτημα «Είναι κανείς εδώ;» καταπιάνεται με την αναζήτηση της απάντησης. Μια ολόσωμη σκιά θα της αποκριθεί από μια γωνιά του δωματίου, σκιά που η ίδια αλλού ονομάζει «βιολί για πάντα κλειδωμένο», «δραπέτη», «απόκρημνο έρωτα», «περίτεχνο γλυπτό σε δάσος», «μάτια που λάμπουν», «ερώτημα», και βέβαια «ουρανό», μα πάνω απ’ όλα «όνειρο»: δεν είναι άλλη, από τη σκιά του Βύρωνα.

Του Βύρωνα που «ήταν πάντα λυπημένος ήταν/ βαθύτατα λυπημένος και δεν ευτύχησε στη ζωή δεν ευτύχησε/ Έμενε ξάγρυπνος τις περισσότερες φορές έβλεπε όνειρα,/ καταρράκτες ονείρων Ξυπνούσε κοίταζε γύρω του/ τ’ απόνερα των ονείρων/ Οι πιο πιστοί του αγορητές περιγελούσαν το ένδον ρίγος,/ οριστικά σχεδόν το αποκλείανε».

Κι εκείνη, να αναθυμάται περασμένους περιπάτους, ολοένα διερωτώμενη: «Γιατί συναινώ/ με τόσο άνεμο ζωής/ σε μακρινούς περιπάτους/ δίχως συνάντηση/ σε νοερούς διαλόγους…». Θα καταλάβει και η ίδια πως επιμένει σε αυτό, θαρρείς αφηρημένα, και θα πει: «Η λύπη/ δεν είναι πάντα μια άλλη πατρίδα/ που ξενιτεύει την ψυχή/ Είναι ίσως/ κι ένα παλιό σκαρί ξαναβαμμένο στον ουρανό του/ Είναι το πιο απόμακρο χαμόγελο/ ενός αφηρημένου ανθρώπου/ αφηρημένου, από όσα/ του έχουν συμβεί». Ας μην φανεί αμείλικτος λοιπόν ο αναγνώστης, κι ας σκύψει τρυφερά πάνω από αυτήν την «αναδίπλωση της ψυχής/ επάνω στα σημάδια της…» Ας κάνει ησυχία για να ακούσει την ποιήτρια και ας κατανοήσει την απόγνωσή της όταν του εκμυστηρεύεται: «Σαν μια αμάθητη κοπέλα η ποίηση/ δε θα μπορέσει ποτέ/ να περιστρέψει από τον καρπό του χεριού/ το χρυσό μήλο/ που είναι/ ένα ευτυχισμένο ημερόνυκτο ζωής/ Θα μάθει όμως με τρεμάμενα δάχτυλα/ ν’ αγγίζει το χρυσό μήλο Ν’ αποκαλύπτεται/ κρυβόμενη/ και στον Όφι και/ στον Κηπουρό».

Στο οδυνηρό αυτό ταξίδι της συνειδητοποίησης, αμείλικτοι παραστάτες στέκονται οι καθρέφτες (ή κάτοπτρα) και τα είδωλά τους, καθρέφτες που προσωποποιούνται και περιγελούν εχθρικοί την ποιήτρια και την κατάσταση που βιώνει. Ανάλογος είναι και ο ρόλος των φαρδιών φορεμάτων, των χαμένων ρούχων και των παλιών ντουλαπών. Διαρκές είναι και το παιχνίδι του σκοταδιού με το φως –σύμβολα πολλαπλά στη Σπηλιά της Δαράκη–, φως που κάποτε σημαίνει τον σύντροφο-ποιητή ο οποίος διέλυε «σαν οξύ το βουρκωμένο σκοτάδι του κόσμου».

Η σπηλιά με τα βεγγαλικά είναι γραμμένη σε στίχο ελεύθερο, με εξίσου ελεύθερη μορφή, η οποία υπαγορεύεται στην ποιήτρια από τον ειρμό των σκέψεών της. Η γλώσσα της είναι καθημερινή, με απρόσμενους συνδυασμούς λέξεων και ένα ύφος θρηνητικό, δίχως όμως συναισθηματισμούς, παρά με την επιβλητική υποβλητικότητα της απώλειας, της αδυναμίας και της βαθιάς θλίψης. Η συλλογή συνιστά την προσπάθεια εξωτερίκευσης μιας εσωτερικότητας δομημένης με τρόπο λυρικό, με άλλα λόγια μια άναρθρη κραυγή και την προσπάθεια έκφρασής της. Η μεγάλη αναμέτρηση λοιπόν της ποιήτριας είναι εκείνη με τη βουβή σιωπή που μεταξύ άλλων την ονομάζει «το αμίλητο», «το άλεκτο», «το σιωπηρό», «το ανέκφραστο», «το ανείπωτο».

Μπροστά σε αυτό το αμείλικτο Αμίλητο, εμείς δεν μπορούμε παρά να αισθανόμαστε αιδώ, όπως και για την αφελή μας προσπάθεια να κάνουμε κάτι γι’ αυτό, επεμβαίνοντας στη βαθιά, απόλυτα ανθρώπινη και συνάμα θαυμαστά υπερκόσμια συνομιλία της ποιήτριας με τον «μοναδικό της Αναγνώστη».

Αθήνα, Μάρτιος 2015

Κωνσταντίνα Γεωργαντά: Punch 1922, Το εμπορικό μονοπώλιο ως casus belli

της ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑΣ ΓΕΩΡΓΑΝΤΑ

Η σάτιρα, γράφει ο Matthew Hodgart, δεν είναι μόνο η πιο συνηθισμένη μορφή πολιτικής λογοτεχνίας, αλλά, στο ποσοστό που προσπαθεί να επηρεάσει την κοινή γνώμη, είναι το πιο πολιτικό πρόσωπο όλης της λογοτεχνικής παραγωγής. [1] Το Βρετανικό σατιρικό περιοδικό Punch ήταν ένα σημαντικό εργαλείο στα χέρια σκιτσογράφων και σατιρικών συγγραφέων από τη στιγμή της γέννησής του το 1841. Στη Βικτωριανή Αγγλία το κοινό του περιοδικού ήταν η ολοένα αυξανόμενη σε μέγεθος και σημασία μεσαία τάξη που ανέδειξε τα σκίτσα και την πολιτική σάτιρα καλλιτεχνών όπως ο Charles Keene, ο George di Maurier και ο Sir John Tenniel (ο εικονογράφος της Αλίκης στη χώρα των Θαυμάτων του Lewis Carroll το 1865 και το 1871). [2] Αυτή η δημοφιλής μορφή τέχνης μας άφησε σημαντική κληρονομιά, παρατηρούσε ο δημοσιογράφος, συγγραφέας και ιστορικός τέχνης Iolo A. Williams το 1933, αφού κατέγραψε κάποιες πλευρές της εθνικής ζωής οι οποίες, καθώς ήταν παραγνωρισμένες από τους ‘σοβαρούς’ καλλιτέχνες της εποχής ή ακόμη και από συγγραφείς, θα είχαν πλήρως ξεχαστεί.

Το Punch ήταν περιοδικό της αυτοκρατορικής πρωτεύουσας και ξεκίνησε ως πατριωτικό περιοδικό, παρόλο που άλλαξε τόνο και έμφαση αρκετές φορές. [3] Την εποχή του Tenniel (από το 1850 και για περίπου μισό αιώνα) το Punch είχε γίνει εθνικός θεσμός και επηρέαζε την κοινή γνώμη σε τέτοιο βαθμό που υπουργοί της κυβέρνησης ήθελαν να έχουν το περιοδικό με το μέρος τους. [4] Η σημασία της οπτικής σάτιρας καταδεικνύεται στην αυξημένη σημασία των πολιτικών αφισών από τα τέλη του 19ου αιώνα και μέχρι τουλάχιστον το 1914 και στο γεγονός ότι αυτές παράγονταν κυρίως από πολιτικούς γελοιογράφους. Όπως σημειώνει ο James Thompson, τα στερεότυπα και οι μεταφορές που αποτυπώνονταν οπτικά στις πολιτικές αφίσες είχαν την πηγή τους στα συνήθη μοτίβα της πολιτικής γελοιογραφίας όπου οι πολιτικοί άλλαζαν φύλο, γίνονταν παιδιά ή κτήνη. [5] Kατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, το περιοδικό συνέχιζε να είναι δημοφιλές (φθάνοντας τα 150.000 τεύχη εβδομαδιαίως τον Ιανουάριο του 1915), παρόλο που είχε κατηγορηθεί για απάθεια και για αδυναμία να μεταλλάσσεται ανάλογα με τις ανάγκες των καιρών. [6]

Το τέλος του Πολέμου και η οικονομική κατάσταση στην οποία βρέθηκε ως συνέπεια η χώρα, με αποκορύφωμα τη γενική απεργία του 1926, συνδέθηκε στο φαντασιακό που προωθούσε το Punch με την οπτική απεικόνιση και αντίδραση στα γεγονότα γύρω από τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο στη Μικρασία την περίοδο 1919-1922.

Η ωραία Ελένη

Το 1922, τέσσερα χρόνια μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, το πρώτο θέμα στις Βρετανικές εφημερίδες ήταν τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η χώρα και στις 2 Αυγούστου 1922 βρίσκουμε στις σελίδες του Punch ένα σκίτσο του L. Raven Hill για τη ‘Γερμανική Απειλή’. [7] Το 1914 η απειλή ερχόταν μέσα από μία σκούρα ομίχλη με τη μορφή μιας σιδηρούς γροθιάς (‘mailed fist’) αλλά το 1922 ένα χέρι φορώντας ένα υφασμάτινο γάντι (‘the fabric glove’) σχεδόν καλωσόριζε το κοινό με φόντο μια βιομηχανική πόλη ή μια σειρά εργοστάσια.

εικ1

εικ. 1: L. Raven-Hill, ‘The German Menace’, August 2, 1922

Από το 1920, όπως διαβάζουμε στους Times του Λονδίνου, η ανάγκη για μια νέα εμπορική πολιτική (‘Need for a Trade Policy’) είχε γίνει επιτακτική: ‘Αυτό που έγινε σαφές εξαιτίας του πολέμου είναι ο βαθμός στον οποίο εξαρτώμαστε βιομηχανικά από άλλα έθνη’. [8] Το εμπόριο υφασμάτων, που μέχρι πρότινος εξαρτιόταν από Γερμανικές βαφές, έπρεπε να αναβαθμιστεί: ‘η διαφύλαξη της παραγωγής βαφών δεν έχει μόνο οικονομικές βάσεις αλλά και στρατιωτικές […] ο χημικός πόλεμος πρόκειται να γίνει πιο έντονος και κτηνώδης και το έθνος το οποίο έχει χημικά εργοστάσια καθώς και μία καλά δομημένη χημική βιομηχανία θα κάνει ανυπολόγιστες ζημιές στους εχθρούς του στον επόμενο πόλεμο.’ [9] Το ‘Θέμα του Υφασμάτινου Γαντιού’ (‘Fabric Glove Issue’), λοιπόν, αφορούσε την πράξη του 1921 για τη Διαφύλαξη της Βιομηχανίας (1921 Safeguarding of Industries Act), σύμφωνα με την οποία θα επιβαλόταν αυξημένος εισαγωγικός φόρος στα υφασμάτινα γάντια που είχαν παραχθεί στη Γερμανία, [10] αλλά στην πραγματικότητα εκμεταλλευόταν τον πόλεμο και το φόβο ενός άλλου πολέμου για να προωθήσει τα συμφέροντα της χώρας και να αποδυναμώσει τους πιθανούς αντιπάλους. Τον Απρίλιο του 1922 το θέμα συζητήθηκε στη βουλή. Το μέτρο είχε πάρει τον τίτλο ‘Η απόρριψη των Γερμανικών Γαντιών’ (‘The Dumping of German Gloves’) και, καθώς οι συζητήσεις συνεχίζονταν χωρίς να λαμβάνεται κάποια τελική απόφαση, οι Times ονόμασαν το ζήτημα ‘Το μυστήριο του Γερμανικού Γαντιού’ (‘The German Glove Mystery’). [11] Τελικά, τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου, η Πράξη πέρασε κάτω από έντονες φήμες ότι είχε αρχίσει να κλωνίζεται ο συνασπισμός των φιλελεύθερων κομμάτων που ήταν στην εξουσία πριν από τον πόλεμο με αρχηγό τον Lloyd George. [12]

Το Punch, εκμεταλλευόμενο αυτό το κλίμα, παρουσίαζε συχνά θέματα, σκίτσα ή μικρά ποιήματα που σχολίαζαν τους νέους δεσμούς που δημιουργούνταν ανάμεσα σε εμπόριο και παιχνίδια εξουσίας. Για παράδειγμα, ένα μικρό ποίημα του P.R. Chalmers με τον τίτλο ‘Ελένη’ (2 Αυγούστου 1922) έδινε τον τόνο με την επιγραφή του δανεισμένη από την εφημερίδα Morning Post: ‘Η Ελένη ως casus belli εξαφανίζεται και τη θέση της παίρνει το εμπορικό μονοπώλιο.’ [13]  Στο ποίημα, η ωραία Ελένη της Τροίας έχει βρει μια νέα πίστη και νέους λόγους να υπάρχει (‘new faith and reasons new’): ‘Κάτω τα παλιά ιδανικά / το Εμπόριο είναι η μόνη νέα πίστη, / το Χρήμα η νέα αλήθεια’ (‘Down with each old ideal; / Say that Trade is the one thing true, / Money the one thing real’). Το Φεβρουάριο του 1923, καθώς το συνέδριο της Λωζάνης σημείωνε το τέλος τριών ετών έντονης δραστηριότητας στη Μικρά Ασία, ο αρθρογράφος του Punch E.V. Nox θα γύριζε και πάλι σε αυτό το ιδανικό με ένα κείμενο-απάντηση, όπως έγραφε, στην ανάγκη της εποχής για όλο και περισσότερα ‘σχέδια προτάσεων’ (‘still more Outlines’). Εκεί διευκρίνιζε σατιρικά το ποια ήταν η ωραία Ελένη. Για όσους αναρωτιούνταν ακόμη για το λόγο που η Ελένη έγινε αιτία πολέμου, ο Νοξ σημείωνε πως η Ελένη ήταν η πιο όμορφη γυναίκα στον κόσμο και ο Πάρης την πήρε στην Τροία και, όταν οι άρχοντες της Τροίας την αντίκρυσαν από τα τείχη της Τροίας, ήταν αναμενόμενο να γίνει τελικά πόλεμος για μια τέτοια γυναίκα. [14] Η επανάληψη της λέξης ‘Τροία’ στη σατιρική περιγραφή του Νοξ καθώς και η φαινομενική απλοποίηση της ιστορίας καταφέρνει να σχολιάσει την ανάμειξη της Βρετανίας στον πόλεμο αλλά και τα υποφαινόμενα αίτια ενός μοντέρνου πολέμου.

Η θεατρική σκηνή

Ο φαντασιακός χώρος του Punch παρουσιαζόταν συχνά σαν μια θεατρική σκηνή που σκοπό είχε να δείξει πως ο κόσμος που αναπαριστούσε ήταν μυθοπλασία μαζί και πραγματικότητα. Τα σκίτσα βασίζονταν έτσι σε πραγματικά γεγονότα αλλά αναδείκνυαν όψεις τους που δεν εδύνατο να καλύψει ο υπόλοιπος τύπος με τόση αμεσότητα. Την ίδια περίοδο που εμφανίστηκε η ‘Γερμανική απειλή’, τον Αύγουστο δηλαδή του 1922, ένα ολοσέλιδο σκίτσο του L. Raven Hill παρουσίαζε το βασιλιά Κωνσταντίνο ως ‘Τίνο’ να δείχνει την Κωνσταντινούπολη και να τη θέλει για δική του, ως σχόλιο για την προοπτική να εισβάλλει ο ελληνικός στρατός στην Κωνσταντινούπολη για να δώσει ένα τέλος στον πόλεμο. [15] Απέναντί του στεκόταν η προσωποποίηση της Βρετανίας ως ναύτη του Βασιλικού Ναυτικού (British Tar), σημάδι του κύρους που προσπαθούσε να κρατήσει η Βρετανική αυτοκρατορία στη Μικρά Ασία.

εικ2

εικ.2: L.Raven-Hill, ‘Tinopolis’, August 9, 1922

εικ3

εικ.3: Bertrand Partridge, ‘The Asia Minor Duet’, September 6, 1922

Τον Σεπτέμβριο, σε άλλο ένα ολοσέλιδο σκίτσο του Bertrand Partridge με τον τίτλο ‘Το ντουέτο της Μικράς Ασίας’ (‘The Asia Minor Duet’), παρουσιάζονταν σαν ηθοποιοί ενός μιούζικαλ-παρωδία ο πρωθυπουργός της Βρετανίας Lloyd George και ο John Bull, άλλη μια προσωποποίηση της Βρετανίας στις σελίδες του περιοδικού. Μπροστά σε ένα μικρασιατικό σκηνικό, οι προσφωνήσεις των δύο χαρακτήρων πάνω στη σκηνή ήταν έτσι σχεδιασμένες ώστε να είναι σαρκαστικά πολυφωνικές, δηλαδή να εκφράζουν μια άποψη και μετά το αντίθετό της για να σχολιάσουν έτσι τις κινήσεις της κυβέρνησης. Ενώ, λοιπόν, ο πρωθυπουργός λέει ‘Δε θέλουμε να πολεμήσουμε’, ο John Bull προσθέτει ‘Αλλά θα το κάνουμε εξαιτίας του Τίνο’. [16]

εικ4

εικ.4: L. Raven-Hill, ‘The “Reconciliation” Scene’, May 30, 1923

Η τελευταία σκηνή της Μικρασιατικής ‘παράστασης’ δόθηκε στις 30 Μαΐου 1923 με μια σκηνή συμφιλίωσης (Raven-Hill, ‘The “Reconciliation” Scene, From the famous Entente Drama, lately revived at Lausanne’) όπου δύο ηθοποιοί δρουν επί σκηνής με τις παραδοσιακές τους φορεσιές ενώ πίσω από τη σκηνή οι σκηνοθέτες σχολιάζουν ότι ‘αυτό δεν είναι καθόλου αυτό που γράψαμε. Καταστρέφουν το έργο. Δε θα έπρεπε να κάνουμε κάτι για αυτό;’ Ο σαρκαστικός τόνος της σκηνής βρίσκεται στο τελικό σχόλιο, που εμφανίζεται σε μια παρένθεση στο τέλος σαν ένα σχόλιο εκτός σκηνής, όπου μας αποκαλύπτεται πως, παρά τις αντιδράσεις τους, εκείνοι μένουν μόνο στις υποθέσεις. [17]

The «sultana»

Παράλληλα με τα παραπάνω γεγονότα –τη διαφύλαξη της βρετανικής βιομηχανίας και τον ελληνοτουρκικό πόλεμο στη Μικρασία– στις σελίδες του Punch παιζόταν κι άλλο ένα μικρό δράμα, αυτό της έλλειψης της σταφίδας της Σμύρνης μετά τα γεγονότα του Σεπτεμβρίου 1922. Το θέμα είχε πάρει αρκετά μεγάλες διαστάσεις στον τύπο (με κέντρο κάποια γράμματα που στάλθηκαν στην εφημερίδα The Times με αφορμή την αύξηση τιμής της σταφίδας και με αναφορά στο ελληνικό μονοπώλιο στο εμπόριο σταφίδας στη βρετανική αγορά) έτσι ώστε στις 18 Οκτωβρίου 1922 ένα σύντομο κείμενο του N.R. Martin φανταζόταν ένα τροπικό Λονδίνο το έτος 1952 όπου οι παλιές μέρες του 1922 είχαν χαθεί για πάντα πέρα από τη βρετανική κουζίνα αναπόσπαστο μέρος της οποίας ήταν η αποξηραμένη σταφίδα. [18] Καθώς το εμπόριο είχε αναβαθμιστεί στις σελίδες του Punch ως το νέο απόλυτο ιδανικό, η «sultana» (σουλτανίνα) της Σμύρνης γινόταν ένα νέο σύμβολο, η αντιπροσώπευση μιας εισβολής όχι με χερσαίες δυνάμεις αλλά μέσω της αγοράς και των τραπεζών.

Τον Αύγουστο του 1922, ο αρθρογράφος του περιοδικού R.J. Richardson παρουσίαζε τον κ. Ιππόλυτο Μπακδεόλδο (M. Hippolytus Baktheoldos), τον Έλληνα λάτρη των ιπποδρομιών (‘the Greek Turfite’), που σημείωσε νίκη στους πρόσφατους αγώνες, με το επώνυμο του χαρακτήρα αυτού ένα λογοπαίγνιο της φράσης ‘back the old horse’ να αναδεικνύει την αρένα της σύγχρονης πολιτικής σαν ένα ιππόδρομο με μόνο στόχο το οικονομικό κέρδος. [19] Η κάλυψη της κυβερνητικής πολιτικής της περιόδου 1920-23 στις σελίδες του Punch περιελάμβανε έτσι και αυτόν που θα επωφελούνταν οικονομικά από τη ζήτηση της αγοράς για σταφίδα Σμύρνης σχολιάζοντας με αυτόν τον μικρό τρόπο τη σημασία του εμπορίου ως casus belli. [20] Η Σμύρνη, σημαντικό εμπορικό κέντρο στη Μικρά Ασία, ενδιέφερε άμεσα τη Βρετανική κυβέρνηση, η οποία μετά την κρίση στο Τσανάκ στις αρχές Σεπτεμβρίου 1922, είχε δεχθεί σοβαρό πλήγμα. [21]

Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο η οικονομία της Βρετανίας είχε ανάγκη αναδιάρθρωσης και οι διαφορετικές κουλτούρες και ράτσες είχαν γίνει ένα ισχυρό μέσο για τη μετατόπιση εθνικών και ταξικών εντάσεων σε προστατευτισμό, ακραίο εθνικισμό και ξενοφοβία. [22] Στην Έρημη Χώρα (1922) του Θ.Σ. Έλιοτ βλέπουμε την αντίδραση του ποιητή στην πολιτική κατάσταση της Βρετανικής πρωτεύουσας μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Μέσα στο ποίημα, διάφοροι ξένοι έρχονται στο Λονδίνο και χάνονται «μέσα στην καστανή καταχνιά ενός χειμωνιάτικου μεσημεριού» (μτφρ. Γιώργος Σεφέρης). Μέσα σε αυτούς και ο κύριος Ευγενίδης, ο Σμυρνιός έμπορας, «αξούριστος, με την τσέπη γεμάτη σταφίδες», ξένος μέσα στην πόλη, ένας μεσάζοντας που συνδέει τις σταφίδες με τις φορτωτικές στη Λόντρα και κατά συνέπεια αντιπροσωπεύει άλλο ένα εισαγωγικό εμπόριο στη Βρετανική μητρόπολη. Θα έλεγε κανείς πως ο κύριος Ευγενίδης θα μπορούσε να είναι άλλη μια από τις μονολιθικές φιγούρες του Punch, μια προσωποποίηση του εμπορίου από ανατολάς με πρόφαση αυτή τη φορά την αύξηση στην τιμή της σταφίδας αμέσως μετά τα τραγικά γεγονότα της Σμύρνης (‘Food Prices: Shortage of Smyrna Sultanas’, The Times, 23 September 1922). Παρόλο τον αναχρονισμό, καθώς η ‘Έρημη Χώρα ολοκληρώθηκε προτού όλα αυτά συμβούν, η σύνδεση δε θα ήταν άστοχη καθώς ο κος Ευγενίδης είναι μια σατιρική φιγούρα (το όνομά του είναι ο συνδυασμός των όρων ‘ευ’ και ‘γένος’), ο οποίος θυμίζει επίσης χαρακτήρες των προπολεμικών λονδρέζικων μιούζικ χολ, που με την ιδιότητά του σαν έμπορος σταφίδας θα μπορούσε να συνδεθεί με τον κίνδυνο να μολυνθεί τάχα η βρετανική πρωτεύουσα από μεικτές ράτσες. [23]

Τέλος πράξης

Το 1922, οι διπλωματικές και οικονομικές συνέπειες της συνθήκης των Βερσαλλιών (1919) είχαν αρχίσει να φαίνονται, ενώ η δημιουργία του κράτους της Ιρλανδίας και του Βασιλείου της Αιγύπτου άλλαζαν τα δεδομένα της Βρετανικής αυτοκρατορίας. [24] Ο αφοπλισμός της Γερμανίας που υπογράφτηκε το 1919 επρόκειτο να λειτουργήσει σαν το πρελούδιο ενός γενικότερου αφοπλισμού που συζητιόταν έντονα το 1923 αλλά τελικά κατέρρευσε το 1934. [25] Το κύριο μέλημα της Βρετανίας μετά το 1919 ήταν να συντηρήσει την πρώτερή της θέση ως εμπορική δύναμη και το 1922 υπήρχαν φόβοι σχετικά με διάφορα μονοπώλια ανά τον κόσμο που επιθυμούσε να ελέγξει το Βρετανικό Γραφείο Αποικιών. [26] ‘Έχουμε ένα τεράστιο αριθμό υποχρεώσεων αυτή τη δεδομένη στιγμή,’ σημείωνε ο Winston Churchill στη βουλή το Μάιο του 1920, ‘Κολωνία, Κωνσταντινούπολη, Ιρλανδία, Μεσοποταμία, Παλαιστίνη, Αίγυπτος, Ινδία. Συντηρούμε όλες αυτές τις επιχειρήσεις Βρετανικού ενδιαφέροντος με μόνο το μικρό στρατό που είχαμε πριν τον πόλεμο.’ [27] Κι έτσι, ερχόμαστε ξανά στα θέματα διαφύλαξης της βρετανικής βιομηχανίας και της εμπορικής της δύναμης, καθώς και στις γενικότερες προκλήσεις του ελεύθερου εμπορίου που προωθήθηκε μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Σαν την Έρημη Χώρα του Έλιοτ, όπου το νόημα δε βρίσκεται μόνο σε αυτό που κάνουν οι χαρακτήρες αλλά και στον τρόπο με τον οποίο σχηματίζουν κάποιο μοτίβο, ο κόσμος του Punch δεν αντανακλά μόνο τον υπαρκτό κόσμο που βλέπουμε αλλά και κάποιες, κατά τον Έλιοτ, ‘αντικειμενικές συσχετίσεις’ [28] του πραγματικού με το φαντασιακό.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Matthew John Caldwell Hodgart, Satire (London: Weidenfeld & Nicolson, 1969), 33.
2. Iolo A. Williams, “English Comic Art – II”, The Listener, 9:208 (4 Ιαν. 1933), σσ. 16-7 (σ. 16).
3. R. G. G. Price, A History of Punch (London: Collins, 1957), σσ. 74, 81.
4. Price (1957), σ. 159: as late as 1897 “Cabinet Ministers and Field Marshals still thought it worth taking trouble to have Punch on their side”.
5. James Thompson, ““Pictorial Lies”? – Posters and Politics in Britain c. 1880-1914”, Past & Present 197 (November, 2007), σσ. 177-210 (σσ. 189-190).
6. Price (1957), σσ. 133, 224.
7. Punch, 163 (2 Αύγ. 1922), σ. 99.
8. The Times, “Need for a Trade Policy” (10 Νοέμ. 1920), σ. 13.
9. “The case for the safeguarding of dye-making rests not only on economic, but on military grounds … Chemical warfare is bound to become of increasing intensity and horror, and the nation which has chemical factories within its boundaries and a well-established chemical industry will do incalculable damage to its opponents in the next war.”
10. The Times, “Fabric Glove Duty” (07 Ιούλ. 1922), 16. Βλ. επίσης “The Fabric Glove Issue” (29 Ιούλ. 1922), σ. 16.
11. The Times, “The Dumping of German Gloves” (18 Απρ. 1922), σ. 12; The Times και “The German Glove Mystery” (19 Απρ. 1922), σ. 12.
12. The Times, “A Duty on Fabric Gloves” (14 Ιούν. 1922), σ. 10; The Times, “A Hybrid Measure” (11 Ιούλ. 1922), σ. 10; The Times, “Glove Duty Carried” (01 Αύγ. 1922), σ. 10.
13. Punch, 163 (2 Αύγ. 1922), σ. 113.
14. Punch, 164 (21 Φεβρ. 1923), σ. 186-87.
15. Punch, 163 (9 Αύγ. 1922), σ. 123. Βλ. επίσης D. Dakin, “The Importance of the Greek Army in Thrace During the Conference of Lausanne 1922-1923”, in Greece and Great Britain During World War I (1985), σσ. 211-32.
16. Punch, 163 (6 Σεπτ. 1922), σ. 229.
17. Punch, 164 (30 Μάιος 1923), σ. 507.
18. Punch, 163 (18 Οκτ. 1922), σ. 379.
19. Punch, 163 (16 Αύγ. 1922), σ. 146.
20. Owen Seaman, “Smyrna and the Profiteer”, “Punch, 163 (11 Οκτ. 1922), σ. 338, as a response to W.H. Clarke, “Profiteering in Dried Fruit”, The Times (5 Οκτ. 1922), σ. 8. Βλ. επίσης “Food Prices: Shortage of Smyrna Sultanas”, The Times (Σεπτ. 23, 1922): “The situation in Smyrna is responsible for an impending rise in the price of sultanas.” (σ. 5), Sultana, “Profiteering in Dried Fruit”, The Times (7 Οκτ. 1922), σ. 6, και “Dried Fruit Prices: High Quotations for New Season’s Crop”, The Times (6 Οκτ. 1922), σ. 13.
21. Για την κρίση στο Τσανάκ βλ. A.L. Macfie, “The Chanak Affair (Σεπτ. – Οκτ. 1922)”, Balkan Studies, 20:2 (1979), σσ. 309-41.
22. Gary B. Magee and Andrew S. Thompson, Empire and Globalisation: Networks of People, Goods and Capital in the British World, c. 1850-1914 (Cambridge: Cambridge University Press, 2010), σσ. 111, 238.
23. David Roessel, In Byron’s Shadow: Modern Greece in the English and American Imagination (Oxford: Oxford University Press, 2002), σ. 219. Currant trade, a profession for “Levantines” and “mixed breeds”, was combined in his case with him coming from a city considered by Eliot one of the dozen “potential Sarajevos” created after the convention of Versailles.
24. Michael North, Reading 1922: A Return to the Scene of the Modern (Oxford: Oxford University Press, 1999), σσ. 6-8, 24.
25. The Times, “Disarmament” (24 Ιούλ. 1923), σ. 13.
26. Carolyn Kitching, Britain and the Problem of International Disarmament, 1919-34 (London: Routledge, 1999), σ. 20. The problem of Russia’s State monopoly, fears of monopolies created around the Imperial Wireless Scheme as well as the Rutenberg monopoly regarding power stations on both sides of the Jordan, a scheme supported by the British Colonial Office, were all issues frequently discussed in 1922.
27. The Times, “Mr. Churchill and Sir H Wilson’s Speech” (21 Μάιος 1920), σ. 9.
28. Jerome Meckier, “T. S. Eliot in 1920: The Quatrain Poems and ‘The Sacred Wood’”, Forum for Modern Language Studies, 5:4 (Οκτ., 1969), σσ. 357-59.

Φιλιππομαρία Ποντάνι: Ποίηση και ιστορία

pontani

του ΦΙΛΙΠΠΟΜΑΡΙΑ ΠΟΝΤΑΝΙ

(από τον χαιρετισμό του συγγραφέα, συνεπιμελητή της ανθολογίας Poeti Greci del Novecento, που με την παρουσία του Νικόλα Κροτσέττι και την συμμετοχή του Αντώνη Φωστιέρη και του Παντελή Μπουκάλα θα παρουσιάσουμε αυτό το Σάββατο στον Πολυχώρο της Άγκυρας – Σόλωνος 124, στις 12.00 το μεσημέρι)

Η ιδέα μιας καινούργιας ανθολογίας της Νεοελληνικής ποίησης στον ιταλικό χώρο, τόσα χρόνια μετά τη σημαντικότατη έκδοση του Μάριο Βίττι, μού φάνηκε από την πρώτη στιγμή σχεδόν απαραίτητη, σχεδόν μια ανάγκη, από τη μία πλευρά για να επιβεβαιωθεί το γεγονός ότι η ελληνική λογοτεχνία δεν τελειώνει με τον Πίνδαρο ή τον Καλλίμαχο, αλλά έχει κάτι να πει και στη σημερινή πραγματικότητα· από την άλλη, για να παρουσιαστούν στο ιταλικό κοινό (και μάλιστα σε βιβλίο του Μονταντόρι) πολλοί λογοτέχνες που είτε έλειπαν εντελώς από τους καταλόγους είτε είχαν μεταφραστεί από μικρότερους εκδοτικούς οίκους.

Παράξενες όμως οι συμπτώσεις της ιστορίας· μαζί με τον Νικόλα Κροτσέττι είχα επιμεληθεί το 2004 μια άλλη, πολυσέλιδη ανθολογία, που δεν περιελάμβανε εξάλλου ούτε σχόλια ούτε τα απαραίτητα εισαγωγικά σημειώματα για κάθε ποιητή ή τουλάχιστον κίνημα. Εκείνη την περίοδο η Ελλάδα βρισκόταν στο επίκεντρο του διεθνούς ενδιαφέροντος εξαιτίας των Ολυμπιακών Αγώνων, και της τόσο απρόβλεπτης νίκης στο Ευρωπαϊκό κύπελλο ποδοσφαίρου –και κακά τα ψέματα, η σχετική επιτυχία εκείνης της ανθολογίας οφειλόταν και σ’ εκείνα τα ιστορικά συμφραζόμενα.

Έξι χρόνια μετά, το βιβλίο που παρουσιάζουμε τώρα, συμπληρωμένο και πολύ πλουσιότερο από όλες τις απόψεις, κυκλοφόρησε σε μία εντελώς διαφορετική πολιτική και πολιτισμική ατμόσφαιρα, σε ένα κλίμα μάλιστα όπου δεν γινόταν πια λόγος για ποδόσφαιρο ή επενδύσεις, αλλά η Ελλάδα ήταν το κατ’ εξοχήν πρότυπο της χειρότερης οικονομικής κρίσης του αιώνα. Δεν είναι τυχαίο, κατά τη γνώμη μου, ότι πολλές αναφορές και παραπομπές στο βιβλίο μας στον τύπο και βέβαια στο διαδίκτυο αφορούσαν προπάντων όχι τόσο τον Καβάφη ή τον Ελύτη (λογοτέχνες δηλαδή που διέθεταν κιόλας μια παγκόσμια αναγνώριση, τουλάχιστον ανάμεσα στο μορφωμένο κοινό, και κυκλοφορούσαν κιόλας στα βιβλιοπωλεία) αλλά την ομάδα των «ελασσόνων» στρατευμένων ή υπαρξιακών ποιητών, αυτών δηλαδή που είτε είχαν αντιδράσει άμεσα και με προσωπικό engagement στις τόσο περίπλοκες και αιματηρές πολιτικές ανησυχίες της χώρας, είτε τις είχαν αντανακλάσει στους στίχους τους, περιγράφοντας τη διαμόρφωση ή την παραμόρφωση της δικής τους προσωπικής και λογοτεχνικής συνείδησης μέσα στις τραγωδίες του 20ου αιώνα.

Η εν λόγω κατάσταση ισχύει ώς σήμερα. Σε μια γενικότερα μη ποιητική περίοδο σαν τη δικιά μας (με την έννοια του Εγγονόπουλου), όπου οι μεγάλες λυρικές φωνές λιγοστεύουν σχεδόν παντού στην Ευρώπη και οι δεκαετίες που περνούν δεν μας χαρίζουν έναν Σεφέρη ή έναν Ρίτσο, το να διαβάσουμε και να μεταδώσουμε στις επόμενες ιδιαίτερα γενιές αυτά που μας άφησαν οι πρόγονοί μας είναι περισσότερο από μια ευκαιρία, είναι ένα ηθικό καθήκον. Η σχέση μεταξύ ποίησης και ιστορίας είναι μια από τις βασικότερες αιτίες (αν και βέβαια όχι η μοναδική) για τις οποίες αξίζει τον κόπο οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι να γνωρίσουν τους Έλληνες ποιητές του περασμένου αιώνα –και αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τους Ιταλούς, που μοιράζονται με τους Έλληνες τόσα κοινά στοιχεία και προπάντων εκείνη τη μεσογειακή ταυτότητα που θα έπρεπε να είναι ένας βασικός πυρήνας της μελλοντικής (ενδεχόμενης πια, θα έλεγα) Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Γι’ αυτό θεωρώ σημαντικό το βιβλίο μας· για να δείξει κανείς άλλη μια φορά ότι τα αγάλματα –για να παραπέμψω σε έναν στίχο που ο πατέρας μου ιδιαίτερα τον αγαπούσε– δεν είναι μόνο στο μουσείο, αλλά ζουν και περπατούν μαζί μας.

Ντέηνα Τζόια, Χαϊδολογήματα της κριτικής

Για τα σημερινά περιοδικά της ποίησης, η κριτική δεν είναι μια ανιδιοτελής ματιά στα νέα βιβλία, αλλά διαφήμισή τους. Αρκετά συχνά, υπάρχουν πρόδηλες προσωπικές σχέσεις μεταξύ κρινόντων και κρινόμενων. Στη σπάνια περίπτωση που θα δημοσιευτεί κριτική αρνητική, αυτό θα γίνει στο πνεύμα μιας φατριαστικής αντίληψης, το απορριπτέο έργο θα ανήκει σε μια αισθητική κατεύθυνση την οποία το έντυπο έχει ήδη καταδικάσει. Ο άγραφος νόμος εδώ μοιάζει να είναι ο εξής: «Μην αιφνιδιάζεις, μην ενοχλείς τους αναγνώστες· δεν είναι παρά οι φίλοι και οι συνάδελφοι μας!»

dana gioia

Έχοντας εγκαταλείψει το δύσκολο έργο της αξιολόγησης, η ποιητική συντεχνία στην ουσία υποβαθμίζει την ίδια την τέχνη της. Με αναρρίθμητες νέες συλλογές κάθε χρόνο, η εποπτεία είναι αδύνατη, ο αναγνώστης επαφίεται στην ειλικρίνεια και την ετυμηγορία των κριτικών για να του προτείνουν τα καλύτερα βιβλία. Ωστόσο ο μεν μεγάλος Τύπος έχει εγκαταλείψει σε μεγάλο βαθμό αυτή την αποστολή, ενώ τα εξειδικευμένα έντυπα δρουν τόσο υπερπροστατευτικά απέναντι στην ποίηση ώστε αποφεύγουν την αυστηρή κριτική. Ο Ρόμπερτ Μπλάυ περιέγραψε με ακρίβεια τον διαβρωτικό αντίκτυπο που έχουν αυτά τα χαϊδολογήματα της κριτικής:

«Βρισκόμαστε αντιμέτωποι μ’ ένα οξύμωρο: παρ’ όλο που σήμερα δημοσιεύεται περισσότερη κακή ποίηση από οποτεδήποτε άλλοτε στην αμερικανική ιστορία, οι περισσότερες κριτικές που γράφονται είναι ευνοϊκές. Οι κριτικοί διατείνονται: «Ποτέ δεν επιτίθεμαι σε κάτι κακό, η τύχη του είναι προδιαγεγραμμένη»… Όμως η χώρα είναι γεμάτη από νέους ποιητές κι αναγνώστες που βρίσκονται σε σύγχυση βλέποντας μετριότατα έργα να επικροτούνται ή, έστω, να βρίσκονται στο απυρόβλητο, σε σημείο που αμφιβάλλουν πλέον και για τη δική τους κρίση.»

DANA GIOIA, μετάφραση Έλενας Σταγκουράκη
Νέο Πλανόδιον, τχ. 2. (απόσπασμα)

 

 

Γιάννης Πατίλης, Συμβουλές σ’ έναν νέο ποιητή, υποψήφιο εκδότη λογοτεχνικού περιοδικού

«… ο νέος ποιητής, για να αφήσει ευδιάκριτ1394468935jpgο ίχνος στην εποχή του, χρειάζεται πρωτίστως τρία πράγματα: το λογοτεχνικό περιοδικό του, την ποιητική γενιά του και την ποιητική ανθολογία της. Απολύτως απαραίτητα και τα τρία, σημαντικότερο όμως όλων το πρώτο. Ο Ποιητής έχει υποχρέωση να αναπληρώσει την ισχύ που αδίκως του στερούν οι θεσμοί μιας αφιλομούσου και πνευματικώς ισοπεδωμένης κοινωνίας, και ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορεί να το πράξει είναι ένα λογοτεχνικό περιοδικό κύρους. Αυτό θα κάνει υπολογίσιμη την παρουσία του αποθαρρύνοντας κάθε φθονερό ανταγωνιστή που επιθυμεί να τον αποσιωπήσει…»

«Σ’ έναν κόσμο που κυριαρχείται από την Ποσότητα (για την οποία ευθύνονται ουκ ολίγον οι πεζογράφοι) το απόλυτο όπλο του Ποιητή είναι η Ποιότητα. Αυτή πρέπει να σφραγίσει το πρώτο σας βήμα. Αυτή θα σας χαρίσει και το πολυπόθητο κύρος. Και η ποιότητα φαίνεται στα μικρά και στις λεπτομέρειες. Σου θυμίζω την κουβέντα του Εβραίου τυπογράφου στον αποθαρρημένο νεαρό Έρενμπουργκ αυτοεξόριστο στο Παρίσι: ‘ακόμα και τα κακά ποιήματα φαίνονται καλύτερα σε χαρτί βερζέ!’»

«Σημασία έχουν οι υπογραφές, και από αυτές, οι δυσεύρετες. ‘Ενας ‘αποτραβηγμένος’ καλλιτέχνης, ένας κάπως ρατέ, ένας ‘ολίγον’ ομοφυλόφιλος αξίζουν όσο δεκάδα άλλων πολυσύχναστων, πολυπώλητων, ξεφωνημένων…»

«’Αφησα για το τέλος το θέμα της κριτικής και των σχολίων, επειδή είδα πως σε προβληματίζει σοβαρά. Μου γράφεις για το απαιτητικό σου γούστο και για το πόσο λίγα πράγματα σ’ αρέσουνε στ’ αλήθεια από την σύγχρονη λογοτεχνία μας (σ’ ευχαριστώ που περιλαμβάνεις σ’ αυτά τα λίγα και τα ανάξια δικά μου…). Από την άλλη διαπιστώνεις πως μια απερίφραστη εκδήλωση των απόψεων αυτών κινδυνεύει να σας απομονώσειι ή να σας εμπλέξει σε ατέρμονους φιλολογικούς καυγάδες.

Δεν έχεις άδικο. Ούτε είναι εύκολο να υπερβαθεί μια τέτοια δυσαρμονία. Η πείρα ωστόσο θα σου διδάξει ότι όσο περισσότερο, εσύ και οι εκλεκτοί συνεργάτες σου, θα ωριμάζετε στα γράμματα και όσο θα αποκτάτε περισσότερο κύρος με τις σοβαρές ενασχολήσεις σας, τόσο το πρόβλημα αυτό θα λύνεται από μόνο του. Ναι, -μη σου φανεί παράδοξο- θα λύνεται από μόνο του!…

Ενώ ο πλούσιος επώνυμος έπαινος για τα άξια έργα θα σας εντάσσει στην χορεία της εποικοδομητικής κριτικής, η σ ι ω π ή σας για τα ασήμαντα και αναξίως προβαλλόμενα (καθώς και για τις ανάλογες αντιπνευματικές συμπεριφορές) θα γίνεται ολοένα και περισσότερο  β α ρ ύ ν ο υ σ α. Με αποτέλεσμα, στην πλήρη ωριμότητά σας (που τη βλέπω ήδη να πλησιάζει ολοταχώς), η  σ ι ω π ή  σας αυτή να γίνει για όλα αυτά τα μηδαμινά και δυσάρεστα -σύμφωνα και με τις πλέον σύγχρονες κριτικές θεωρήσεις- απολύτως  σ η μ α ί ν ο υ σ α  (θα την έλεγα δε και  ε κ κ ω φ α ν τ ι κ ή) ισοδυναμούσα πλήρως με την ανέκκλητη πνευματική τους καταδίκη!»

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ
Μικρός Τύπος: Το Λογοτεχνικό Περιοδικό, Ύψιλον 2013