*
Εισαγωγή – Ανθολόγηση – Μετάφραση – Σημειώσεις
ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ
Επιστημονικός συνεργάτης από την περσική (φαρσί)
ΜΠΑΜΠΑΚ ΛΟΓΚΜΑΝΙ
~.~
*
~.~
*
Μικρό αφιέρωμα στον Γιώργη Μανουσάκη [4/4]
*
1.
Βιβλία του Γιώργη Μανουσάκη πρωτόπεσαν στα χέρια μου πριν από εικοσιπέντε χρόνια. Ήμουν μαθητής του Λυκείου εδώ στα Χανιά, και θυμάμαι σαν να ’ταν σήμερα τον πατέρα μου να φέρνει στο σπίτι δύο ή τρεις ολιγοσέλιδες, κομψά τυπωμένες συλλογές. Αγορασμένες από τον ίδιο, χαρισμένες από τον ποιητή (μακρινή συγγένεια τους συνέδεε), το αγνοώ. Αδυνατώ ν’ ανασύρω απ’ τη μνήμη μου την εντύπωση που τα βιβλία άσκησαν τότε στον έφηβο που υπήρξα. Ιδιαίτερα έντονη πάντως δεν πρέπει να στάθηκε.
Ήταν για μένα η εποχή της υπακοής στα κοινά πρότυπα, στους σπουδαίους Δασκάλους. Σεφέρης, Ελύτης, Καβάφης, ο Έλιοτ ήταν θεοί, έτρεφα πειθήνιο θαυμασμό εμπρός στο εκτόπισμα κάθε λογής αυθεντίας. Ποιας λογής ήταν αυτή, πόσο πρωτογενής, πόσο αυτόφωτη, λίγο μετρούσε, μια νύξη του Γιώργου Σαββίδη ή του Δημήτρη Μαρωνίτη, λ.χ., αρκούσε για να μου προκαλέσει επί εβδομάδες φιλολογικά ρίγη. Όλα αυτά, όπως είναι επόμενο, άφηναν λίγο χώρο για ονόματα ακόμη αχαρτογράφητα στη δημόσια μνήμη, σαν κι αυτό του Μανουσάκη.
Ό,τι μου εντυπώθηκε τότε ήταν πάνω απ’ όλα οι τίτλοι: Ταριχευτήριο πουλιών, Το σώμα της σιωπής. Μου φάνηκε τότε, μου φαίνεται ακόμα και σήμερα, ότι ο ένας δεν είναι παρά επεξήγηση, νοερή προέκταση του άλλου. Από τα αρχαία χρόνια ώς τις μέρες μας, η ισχυρότερη μεταφορά της ανθρώπινης φωνής, υπήρξε πάντα το πουλί που κελαηδά. Αν η σιωπή έχει πράγματι σώμα, σκεφτόμουν, σκέφτομαι ακόμη σήμερα, τότε αυτό πρέπει, δεν μπορεί παρά να είναι το σώμα ενός βαλσαμωμένου πουλιού.
2.
Σ’ αυτήν την πρώτη, την αρχέτυπη έννοια της σιωπής, έμελε να γυρίσω πολλές φορές τα μετέπειτα χρόνια. Θα την ανακάλυπτα στον Λόρδο Τσάντος, τον περίφημο ήρωα του νεαρού Χόφμανσταλ που στη περιβόητη Επιστολή του αρνείται στη γλώσσα κάθε ικανότητα να αρθρώσει τα ουσιώδη. Θα την συναντούσα στον γέροντα Πάουντ, των ύστερων Κάντος, όταν μας παρακινεί ν’ ακούσουμε τον άνεμο. Let the wind speak: όταν τα ανθρώπινα λόγια αστοχούν, μόνη πραγματική ομιλία μένει εκείνη της φύσης. Θα την έβρισκα τέλος με τον ένα ή τον άλλο τρόπο σε πάμπολλες σελίδες της μεταπολεμικής μας ιδίως ποίησης, με διαφορετική κάθε φορά μορφή, κάποτε αδύναμη και εξασθενημένη, αλλά πάντα παρούσα. (περισσότερα…)
*
Μικρό ἀφιέρωμα στον Γιώργη Μανουσάκη [3/4]
*
~.~
Το Οδοιπορικό των Σφακιών, το πρώτο εκδομένο πεζογράφημα του Γιώργη Μανουσάκη[2], στηρίχτηκε στις εντυπώσεις από μια περιήγηση, που έγινε σε δυο διαδοχικές φάσεις τον Ιούλιο του 1968 αρχικά στο φαράγγι της Σαμαριάς και το καλοκαίρι του επομένου έτους κατά τη διάρκεια μιας εβδομάδας. Σύμφωνα με τον ίδιο το συγγραφέα δεν επρόκειτο για «απλή περιήγηση αλλά για ουσιαστική επικοινωνία με τον τόπο και τους ανθρώπους του, βίωση της ιστορίας και συγκινημένη επαφή με το ξεχωριστό ήθος μιας περιοχής».
«Γνώστης και μύστης της σφακιανής κοσμοαντίληψης»[3] ο συγγραφέας συνθέτει ένα
«ελεγείο της σημερινής φθοράς του τόπου, αλλά κι’ ένα συγκρατημένο σοβαρό στοχαστικό εγκώμιο της προαιώνιας τάξης των πραγμάτων και των δοκιμασμένων ηθών των παλιών καιρών, όπως αυτά καθρεφτίζονται κι’ εκφράζονται στην κατασταλαγμένη σοφία των γερόντων».[4]
Οι εντυπώσεις αυτές «άρχισαν να γράφονται το ίδιο καλοκαίρι, πριν τις ξεθωριάσεις ο χρόνος», γι’ αυτό «το οδοιπορικό κλείνει πια μέσα του όχι μόνο την εικόνα ενός τόπου, μα και μιας εποχής που έχει περάσει ανεπίστροφα.» Το βιβλίο πρωτοκυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κέδρος το 1980, ένα χρόνο μετά τιμήθηκε με Κρατικό Βραβείο και το 2002 επανεκδόθηκε από τις Εκδόσεις Μίτος, συμπληρωμένο με φωτογραφίες. (περισσότερα…)

*
Μικρό αφιέρωμα στον Γιώργη Μανουσάκη [2/4]
*
~.~
Τὸν Ἰούλιο τοῦ 1961 ὁ νεαρὸς Γιώργης Μανουσάκης ἀνέφερε σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς πρῶτες ἐπιφυλλίδες του τὴν ἑξῆς παρατήρηση μιᾶς ἑλληνίστριας:
Ἡ νεοελληνικὴ λογοτεχνία εἶναι ζοφερή, ἀπαισιόδοξη. Σπάνια ν’ ἀνακαλύψεις σ’ αὐτὴν μιὰ ἀχτίνα ἀπὸ φῶς. Μιὰ κι ἡ τέχνη ἑνὸς λαοῦ εἶν’ ὁ καθρέφτης τῆς ψυχῆς του, πρέπει, λοιπόν, νὰ ὑποθέσομε πὼς οἱ Ἕλληνες εἶναι στὸ βάθος ἕνας λαὸς μελαγχολικός;
Εἶναι, ἀπαντοῦσε ὁ Μανουσάκης, γιατὶ:
Ὁ ἄνθρωπος τούτης τῆς γωνιᾶς τῆς γῆς εἶναι γεμάτος ἱστορικὲς μνῆμες. Μνῆμες δόξας καὶ θριάμβων καὶ πικρὲς μνῆμες καταστροφῶν, δυστυχίας καὶ ξεπεσμοῦ. […]
Ἔτσι μὲ μιὰ σκληρὴ ἀτομικὴ μοίρα καὶ μὲ μιὰ σκληρότερη ἐθνικὴ ἀποχτήσαμε σιγά₋σιγὰ τὸ κατακάθι τῆς θλίψης χρωματίζει ὅλες τὶς ἐκδηλώσεις τῆς ζωῆς μας.[1]
Ἐκεῖνο τὸ πατριωτικὸ «κατακάθι τῆς θλίψης» ὑπάρχει ἀπὸ τότε διαρκῶς στὸ ἔργο του, λογοτεχνικὸ καὶ δοκιμιακό, ἄλλοτε φανερὰ κι ἄλλοτε ὑπόγεια. Θὰ σᾶς παρουσιάσω σήμερα πῶς αὐτὸ ἔχει ἀποτυπωθεῖ λογοτεχνικὰ γιὰ δύο ἱστορικὰ γεγονότα τῆς Κρήτης, τὴσφαγὴ στὸ Ἐλαφονήσι (1824) καὶ τὴμάχη στὸ Φραγκοκάστελλο (1828). (περισσότερα…)
*
*
~.~
Στὴ νοτιοανατολικὴ ἄκρα του ὁ Ὁμαλὸς στενεύει, καταλήγοντας στ’ ἀκρόχειλο τοῦ Ξυλόσκαλου. Δεξιά, σ’ ἕνα ψήλωμα, τὸ τουριστικὸ περίπτερο μοιάζει μὲ βίγλα. Πίσω του ἀνεβαίνει ἄγριος κι ἐπιβλητικὸς ὁ ὄγκος τοῦ Γκίγκιλου. Αὐτὸς εἶναι προπάντων ποὺ μαγνητίζει τὴ ματιά μας, ξαφνιάζοντάς την ὕστερ’ ἀπὸ τὴ νωχελικὴ μονοτονία τοῦ καρπεροῦ ὀροπέδιου. Αὐτὸς τραβᾶ τὰ βήματά μας ὣς τὴν ἄκρα τοῦ χάους, γιὰ νὰ τόνε δοῦμε ὁλόκληρο ν’ ἀναδύεται ἀπὸ τὰ βάθη τοῦ φαραγγιοῦ καὶ νὰ στέκετ’ ἐκεῖ, μπροστά μας, γυμνὸς καὶ τρομερός, ὅλο τεφρὴ πέτρα, ρυτιδωμένη, κατακομματιασμένη, φαγωμένη ἀπὸ τοὺς ἀνέμους καὶ τὰ νερὰ τῶν χειμωνιάτικων καταιγίδων. Ἀπὸ τὴ μέση κι ἀπάνω εἶναι παραδομένος στὸν ἥλιο, ἀπὸ τὴ μέση καὶ κάτω εἶναι βυθισμένος στὴ σκιά. Ἡ πυκνὴ μάζα του, ἔτσι ποὺ ὑψώνεται κατάντικρυ καὶ τόσο κοντά μας, μοιάζει μὲ βουβὴ ἀπειλή. Τὴν ἐντύπωση τούτη τὴ μεγαλώνει κι ἡ ὁλοκληρωτικὴ ἔλλειψη ζωῆς ― καὶ τῆς παραμικρῆς πράσινης κηλίδας ― ἀπὸ τὴν κορφὴ ὣς τὴ μέση του. Ὁ Γκίγκιλος ἔχει τὴν ὄψη τοπίου ἀπὸ πεθαμένο ἄστρο. (περισσότερα…)
*
Εισαγωγή – Επιλογή – Μετάφραση
ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ
~.~
~.~
Βιογραφία
Θυμάμαι τους ενήλικες
να μιλούν για την κλίση μου στη λογοτεχνία
όπως μιλά κανείς για κάποιον
με συνήθειες επιβλαβείς,
την τάση προς εγκληματικότητα, φέρ’ ειπείν,
ή τον εθισμό στα ναρκωτικά.
Δεν είχαν κι άδικο.
///
Ποιητές
Εμείς οι ποιητές δεν είμαστε αξιόπιστοι για κανέναν.
Δεν είμαστε αξιόπιστοι για τους εκδότες
αφού προτιμούν να εκδίδουν μυθιστορήματα,
δεν είμαστε αξιόπιστοι για τις τράπεζες
αφού δεν έχουμε σταθερό εισόδημα,
δεν είμαστε αξιόπιστοι για τις εφημερίδες
αφού προτιμούν να γράφουν για πολέμους και ληστείες,
δεν είμαστε αξιόπιστοι για τους σπιτονοικοκύρηδες
αφού καθυστερούμε το νοίκι.
Δεν είμαστε αξιόπιστοι
ούτε καν για τους αναγνώστες
αφού προτιμούν να ξοδεύουν τα χρήματά τους
για αράδες ολόκληρες
και όχι στη μέση κομμένες.
/// (περισσότερα…)
*
Εισαγωγή – Επιλογή – Μετάφραση
ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ
~.~
~.~
Παρίσι 1974
Ο άντρας στεκόταν θλιμμένος
καταμεσής της Σαιν Ζερμαίν
αναποφάσιστος
ποια κατεύθυνση να πάρει.
Τούτοι οι δρόμοι είναι αλλιώτικοι απ’ τους δικούς μου,
σκεφτόταν,
τούτες οι λέξεις είναι αλλιώτικες απ’ τις δικές μου,
σκεφτόταν.
Εδώ που έφτασα,
αν το ήξερε ο παππούς μου,
αν μπορούσε να με δει,
να στέκομαι στη Σαιν Ζερμαίν ντε Πρε
χωρίς να ξέρω γρι γαλλικά,
χαμένο μες στα τρένα
τους σταθμούς και τα μετρό,
αν ο παππούς μου το γνώριζε
–είμαι ο πρώτος στο σόι που πάτησε Παρίσι–
θα το έλεγε στους φίλους του
και θα μ’ έκανε διάσημο,
σκεφτόταν,
στις πέντε του Νοέμβρη
του χίλια εννιακόσια εβδομήντα τέσσερα,
στεκoύμενος στη Σαιν Ζερμαίν
πεθαίνοντας της πείνας μες στο κρύο
χωρίς να ξέρει γρι γαλλικά.
*
Εισαγωγή – Επιλογή – Μετάφραση
ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ
~.~
Προδημοσίευση από το Eπίμετρο της νέας και συμπληρωμένης εκδόσεως της «Αναφοράς περιπτώσεων» του Αλέξανδρου Σχινά που θα κυκλοφορήσει αργότερα αυτήν την άνοιξη από τις Εκδόσεις της Εστίας.*
///
Ο συγγραφέας Αλέξανδρος Σχινάς ήταν ένας ιδιοφυής πρωτεργάτης του λογοτεχνικού μοντερνισμού στην Ελλάδα, ολιγογράφος αλλά καίριος, και σήμερα εν πολλοίς λησμονημένος. Τα εκρηκτικά υπερλεξιστικά κείμενά του που δημοσιεύθηκαν για πρώτη φορά στο περιοδικό Πάλι του Νάνου Βαλαωρίτη το 1964 και το κορυφαίο βιβλίο του Αναφορά περιπτώσεων που κυκλοφόρησε το 1966 (επανεκδόθηκε τριπλασιασμένο το 1989 και ανατυπώνεται τώρα από τις εκδόσεις της Εστίας) υπήρξαν για την εποχή τους πρωτοποριακά, άσκησαν μεγάλη επίδραση στους ομοτέχνους του και πλούτισαν απρόσμενα τον νεοελληνικό αφηγηματικό λόγο. Στην εποχή του η κριτική επισήμανε το ρηξικέλευθο για τα ελληνικά δεδομένα έργο του. Πολλοί θαύμασαν αυτό το έργο, πολλούς συνεπήρε, αλλά κατά παράξενο τρόπο δεν βρήκε συνέχεια, έμεινε στο στερέωμα σαν μια ειδική και ανεπανάληπτη περίπτωση. Όσο τα χρόνια περνούν, τα βιβλία εξαντλούνται, όπως και η διάχυση της λάμψης τους στις επόμενες γενιές. Η ανατύπωση της Αναφοράς περιπτώσεων δίνει τώρα την ευκαιρία στους νεότερους κυρίως αναγνώστες να ανακαλύψουν και πάλι ένα έργο που μοιάζει ατόφιο εξήντα σχεδόν χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση, να το ερμηνεύσουν με την ιδιοσυγκρασία της εποχής μας, να προσμετρήσουν από την αρχή την αξία του, να αποφανθούν οι ίδιοι αν στο παλιό κρυβόταν ο σπόρος του νέου.
Συνειδητή πρόθεση του Σχινά ήταν μια συναισθηματικά πλήρως αποφορτισμένη γλώσσα, μια γλώσσα μαθηματικής ακρίβειας, μια πρόζα τέλειου σχεδιασμού. Όπως στο κείμενο «Ενώπιον πολυβολητού», στο οποίο πειραματίζεται με μια ηλεκτρονική «αφηγηματική συσκευή». Της δίνει συνεχώς εναλλασσόμενες εντολές κι αυτή παράγει διαρκώς νέες εκδοχές του ίδιου θέματος ‒ ένα καλειδοσκόπιο αχαλίνωτης γλωσσικής ευφροσύνης. Το θέμα είναι εξαιρετικά απλό. Σε ένα γραφείο κάποιος αδέξιος υπαλληλίσκος θέλει να αστειευθεί και στρέφει τον χάρακά του εν είδει πολυβόλου κατά του έκπληκτου λογιστή Αμεδαίου, αλλά, μέχρις ότου η συσκευή με την παιδαριώδη ακόμα τεχνητή νοημοσύνη της καταφέρει να διηγηθεί το τετριμμένο αυτό συμβάν, γεμίζει πρώτα με τις αφηγηματικές σπουδές της εκατό σχεδόν σελίδες. Είναι αμέτρητες θαρρείς υφολογικές δοκιμές, περιπλανήσεις στα πιο διαφορετικά επίπεδα του λόγου, κατασκευές μικρών αυθύπαρκτων κόσμων.
Συσκευές και μηχανές υπήρξαν πολλές στην τέχνη του 20ού αιώνα. Ο Αλφρέ Ζαρρύ επινόησε στο βιβλίο του Το υπεραρσενικό μια ηλεκτρική καρέκλα που ερωτεύεται τον παρθένο ήρωα, όμως τον σκοτώνει άθελά της μέσα στην ηλεκτροφόρα αγκαλιά της. Στην κατασκευή του Μαρσέλ Ντυσάν Μεγάλο ποτήρι, οι μνηστήρες θέτουν σε λειτουργία απλώς έναν τρίφτη σοκολάτας, κι ας περιμένει στον επάνω όροφο ξεγυμνωμένη κιόλας η νύφη. Και ο Φραντς Κάφκα μηχανεύεται στο βιβλίο του Στη σωφρονιστική αποικία μια δερματοστικτική συσκευή που χαράσσει στο γυμνό σώμα ενός απείθαρχου στρατιώτη το παράπτωμά του. Σε όλες αυτές τις καλλιτεχνικές εφευρέσεις ενυπάρχει ένας ανεκπλήρωτος αισθησιασμός, γι’ αυτό και αποκλήθηκαν «ασύζευκτες μηχανές» (machines célibataires). Η αφηγηματική συσκευή του Σχινά γίνεται σύμβολο ενός παθιασμένου έρωτα με τη γλώσσα που αναζητά τη λύτρωση, είναι σαν το αγωνιώδες ζουζούνισμα μιας απελπισμένης μύγας, κλεισμένης σ’ ένα χαρτόκουτο. Ο ίδιος ο συγγραφέας αφουγκράζεται το ζουζούνισμα μέσα του και το δακτυλογραφεί. Πίσω πάντως από τη γεωμετρική αρμονία και εντέλεια της δακτυλογράφησης διαισθάνεται κανείς ένα απομονωμένο εγώ, έγκλειστο, που καγχάζει προκλητικά με τον έξω κόσμο. Η αφετηρία και η πεμπτουσία της ζωής και του έργου του Σχινά ήταν η αποξένωση του ανθρώπου μέσα σε έναν εχθρικό κόσμο και η προσπάθεια λύτρωσης με την επινόηση νέων κόσμων, μέσα από ανανεούμενες γλωσσικές φαντασμαγορίες. (περισσότερα…)
*
Γ Ε Φ Υ Ρ Ι Α
Παντού σε είδα. Που έπινες και τραγουδούσες
στο Πόντε Βέκκιο δίπλα στου Άρνου τα νερά,
και στο Ουμπερτίνο μια βραδιά, στις Συρακούσες,
που κυνηγούσες του Αρχιμήδη τη σκιά.Σ’ είδα μιαν άνοιξη πικρή στον Σηκουάνα
να μου απαγγέλλεις στην Πον Νεφ άγρια Ρεμπώ,
στο Ρισικές σ’ είδα, ερωμένη του Λακσμάνα,
πάνω απ’ του Γάγγη να κρεμιέσαι το κενό.Σ’ είδα στον Τάγο, εικοσπέντε ήταν του Απρίλη,
μια κατακόκκινη σημαία να κρατάς
και στο Μοστάρ σκυφτή με τ’ άσπρο σου μαντήλι
το Στάρι Μοστ το ερειπωμένο να περνάς. (περισσότερα…)
~.~
Εβάδιζα μπροστά. Ξυπόλυτος – όπως με βγάλαν απ’ το κοτέτσι που κρυβόμουν και με κουβάλησαν στο σπίτι του Νίκου. «Δεν προφταίνεις να ποδεθείς», μου ’χαν πει. Ήμουνα όλος πούπουλα και χώμα. Περνώντας την αυλή οι γυναίκες ξεσταυρώναν τα χέρια τους. Άλλη μου χάιδευε τα μαλλιά, άλλη με τίναζε. «Αγαπημένα σαν αδέλφια τα δυο τους», άκουσα να λέν.
Στις μηλιές οι τζίτζικες, βιολιτζήδες που τροχίζουν τα δοξάρια τους. Ένοιωθα παράξενα. Πάντα τ’ απογεύματα του καλοκαιριού μού φέρναν μια λύπη. Ριγμένος ανάσκελα στη χλόη του κήπου μας χανόμουν στη σιωπή κι έλεγα πως όλα μαρμάρωσαν, όπως στην «κοιμισμένη βασιλοπούλα». Ώσπου να φτάσει ο άρχοντας το σούρουπο, να τη φιλήσει ξανακουρδίζοντας τη ζωή και τη βουή της. Χυνόμουν στο δρόμο. Οι φίλοι στα πόστα τους. Ακίνητες κούκλες στις αυλόπορτες οι μανάδες μας, άμα έπεφτε η νύχτα για καλά, κάνανε προσκλητήριο με στριγκές φωνές κι οι αδέσποτοι καληνυχτούσαμε τα σοκάκια.
— Μη βγαίνεις, μου λέει ένα βράδυ ο Νίκος. Να δούμε τί θα κάνουν.
Μείναμε στα χαλάσματα του τούρκικου στρατώνα και λουφάξαμε. Και μέσα να μπαίναν, δεν θα μας έβρισκαν. Ήτανε δέκα θάλαμοι και θα τους παίζαμε κρυφτούλι, περνώντας απ’ τον ένα στον άλλο. Πέρασε ώρα πολλή και μόνο οι δυο μανάδες που εψάχναν, ακούγονταν: «Χρήστο, Νίκο, Χρήστο, Νίκο» – ανάσα εμείς. Ένα φεγγάρι σαν αλώνι τέντωνε τις σκιές. Οι φωνές των μανάδων μας πέφταν μακρύτερα τώρα.
— Μας ψάχνουν στο υδραγωγείο, γέλασε ο Νίκος
— Να βγούμε καλύτερα, του λέω
Μου βούλωσε το στόμα με την παλάμη. Κράτησα την αναπνοή μου· μου φάνηκε πως κι αυτός δεν ανάσαινε. Δυο ίσκιοι περνούσαν το ντουβάρι που συνόρευε με τον κήπο του Λιάκου. Άντρας και γυναίκα ήταν· δεν γνώρισα ποιοι. Πήδησαν μέσα. (περισσότερα…)