ΝΠ | Αφηγήματα

Ἠλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος (1930-2024)

*

ΟΙ ΦΡΑΚΑΣΑΝΕΣ

Καθὼς γύριζα ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο ἐ­κεῖ­νο τὸ με­ση­μέ­ρι, ἔ­πια­σε ξαφ­νι­κὰ μιὰ μπό­ρα καὶ ἔ­γι­να μού­σκε­μα. Φο­βή­θη­κα νὰ ἀ­κο­λου­θή­σω τὸν συ­νη­θι­σμέ­νο μου δρό­μο κά­τω ἀ­πὸ τὶς με­γά­λες πεῦ­κες καὶ ἔ­τσι πῆ­ρα τὴν γυ­μνὴ δη­μο­σιά, ποὺ κα­τα­λή­γει στὸ χω­ριό. Στὸ χτῆ­μα ἔ­φτα­σα τὴν ὥ­ρα ποὺ ἔ­βγαι­νε πά­λι ὁ ἥ­λιος, καὶ μπῆ­κα μέ­σα σκαρ­φα­λώ­νον­τας πά­νω ἀ­πὸ τὸ με­γά­λο πορ­τό­νι μὲ τὶς βρε­μέ­νες ρο­δο­δάφ­νες. Στὸ πε­ρι­βό­λι ὅ­λα ἦ­ταν γα­λή­νια, φρε­σκο­πλυ­μέ­να καὶ κα­τα­πρά­σι­να, οἱ ἀ­χλα­δι­ές εἶ­χαν ἀ­κό­μα με­ρι­κὰ ἄν­θη, στὰ φύλ­λα τους κρα­τοῦ­σαν χον­τρὲς στα­γό­νες τῆς βρο­χῆς ποὺ γι­ά­λι­ζαν σὰν χάν­τρες. Ἡ τε­λευ­ταί­α βρο­χὴ τῆς χρο­νιᾶς, σκέ­φτη­κα. Τό­τε εἶ­δα τὴν Ἑ­λέ­νη. Ἔ­βγαι­νε ἀ­πὸ τὸν κῆ­πο κρα­τών­τας στὸ χέ­ρι ἕ­να με­γά­λο ἄ­σπρο τρι­αν­τά­φυλ­λο. Ἐρ­χό­ταν πρὸς τὸ μέ­ρος μου ἀρ­γά, ὁ ἥ­λιος στε­φά­νω­νε τὰ μαλ­λιά της, κά­τω ἀ­πὸ τὴν μαύ­ρη πο­διά της πρό­βα­λαν δυ­ὸ ὁ­λο­στρόγ­γυ­λα βυ­ζιά.

Γύ­ρε­ψα μιὰ πρό­φα­ση νὰ τὰ πιά­σω. Ἑ­λέ­νη, τῆς εἶ­πα, για­τὶ δὲν ἔρ­χε­σαι νὰ σοῦ δί­νω τρι­αν­τά­φυλ­λα, πί­σω ἀ­πὸ κεί­νη τὴν πα­σχα­λιὰ ὁ πα­τέ­ρας μου ἔ­χει φυ­τέ­ψει μιὰ τρι­αν­ταφυλ­λιὰ κα­τα­κί­τρι­νη. Θέ­λω, μοῦ λέ­ει, τὸ τε­τρά­διό σου τῆς Γε­ω­λο­γί­ας, θὰ σοῦ τὸ φέ­ρω τὴν Πα­ρα­σκευ­ή. Τὸ πῆ­ρε κι ἔ­φυ­γε λέ­γον­τας σὲ εὐ­χα­ρι­στῶ πο­λὺ καὶ τὴν Πα­ρα­σκευ­ὴ μοῦ τὄφε­ρε ὁ ἀ­δελ­φός της, ἕ­νας τσό­γλα­νος κα­μιὰ δω­δε­κα­ριὰ χρο­νῶν, ψη­λό­τε­ρος ἀ­πὸ μέ­να δυ­ὸ κε­φά­λια, μαλ­λια­ρός, μὲ μιὰ χον­τρὴ μο­νο­κόμ­μα­τη φω­νή.

Ἕνα με­ση­μέ­ρι κα­θό­μουν κά­τω ἀ­πὸ ἕ­να δέν­τρο καὶ δι­ά­βα­ζα. Δί­πλα μου εἶ­χα μιὰ στά­μνα μὲ νε­ρό, ἔ­κα­νε ζέ­στη, κά­θε τό­σο ἔ­πι­να λί­γο νε­ρὸ καὶ ὕ­στε­ρα κα­τά­βρε­χα λίγο τὴ γῆ. Τὸ χῶ­μα εἶ­χε σκά­σει σὲ με­γά­λα κομ­μά­τια, ὅ­ταν τὸ πό­τι­ζα θρυμ­μα­τι­ζό­ταν ἀ­φή­νον­τας μιὰ εὐ­χά­ρι­στη, βα­ρειὰ μυ­ρου­διά. (περισσότερα…)

Η Βερδίκω

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

«Να τον τσακίσ’νε οι δαιμόνοι, να τον πάρ’νε και να τον σ’κώσ’νε! Να μην βρίσκει τόπο να σταθεί, να μπει στο μνήμα και να μην λειώνει! Ανάθεμά τονε τον παλιοκερατά! Όπως με κατάστρεψε, να καταστραφεί κι εκειός…»

Ξεστομίζοντας βαρύτατες κατάρες η Βερδίκω, έγδερνε τα μάγουλά της κι άφηνε τα δάκρυά της να κατρακυλούν στις ρυτίδες του προσώπου της, να ποτίζουν το μαραμένο στήθος της και να μουσκεύουν το πολυκαιρίτικο χωριάτικο φόρεμά της, το περίκλειστο έως τον λαιμό, που έδειχνε –σύμφωνα με την λευκαδίτικη παράδοση– πως η γυναίκα ήταν ανύπαντρη.

Απότομο κι αναίτιο το ξέσπασμά της, όμως εμείς το ’χαμε συνηθίσει αυτό από χρόνια. Δεν υπήρχε φορά να την απαντήσουμε και να μην ακούσουμε να καταριέται τον γιο του Αλεγραμμά. Έσκουζε σαν κουρούνα, ρέκαζε σαν κατσίκι που το σφάζουν, λες κι όλα γίνηκαν χτες, κι ας πέρασε σχεδόν μισός αιώνας.

Κατόπιν, απότομα όπως ξεκίναγε, σταμάταγε. Η Βερδίκω σκούπιζε τα μάτια με την ανάστροφη του χεριού της και χαμογελούσε ηλιθιωδώς, η αγλύκαντη! Κι αυτό ακριβώς το χαμόγελο, σ’ ένα στόμα δίχως δόντια, έδειχνε την θλίψη απροσμέτρητη, όπως δείχνει απέραντη μια έρημος την μοναξιά.

Η έρημος, όμως, κατοικούσε από καιρό στο μυαλό της Βερδίκως. Δεν θυμόνταν παρά μονάχα όσα την πλήγωναν. Λες και δεν έζησε χαρές, λες και δεν είχε όνειρα, λες και δεν ήτανε ποτέ κορίτσι δροσερό, λες και γεννήθηκε γριά και μαραμένη, καταραμένη απ’ τα σπάργανά της, νανουρισμένη απ’ τις Μοίρες με το «αχ» και με τ’ «ανάθεμα».

Ζούσε, τι ζούσε; Λούφαζε όπως τ’ αλούπι στο Βλυχό, σ’ ένα καλύβι πέτρινο. Τι πέτρινο; Βολιός. Λιθάρια το ’να πάνω στ’ άλλο δίχως λάσπη αρμολογημένα, χωρίς παράθυρα, χωρίς τζάκι: κατάχαμα άναβε φωτιά κι έφευγε ο καπνός απ’ τα τσίγκα, που τ’ αναμέριζε μ’ ένα καλάμι να μην την πνίξει η αμπούρα. (περισσότερα…)

«Χαμένος ολότελα μες στο πλήθος»: Τα δυο ταξίδια του Κωστή Παλαμά στη Θεσσαλονίκη

Aπό την πρώτη επίσκεψη του Κωστή Παλαμά στη Θεσσαλονίκη τον Δεκέμβριο του 1927. Εικονίζονται όρθιοι από αριστερά: Γιώργος Θ. Βαφόπουλος, Δ. Δάλλας, Δέξιππος Αντωνιάδης, Αναστάσιος Μισιρλόγλου, Αντώνιος Χαμουδόπουλος, Λέανδρος Παλαμάς. Καθήμενοι: Αιμίλιος Ριάδης, Αγλαΐα Σχοινά, Κωστής Παλαμάς, Άννα Χαμουδοπούλου, Νίκος Βέης, Κ. Ρέσσος.

~.~

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

Στις αρχές του 20ού αιώνα, ανάμεσα στα πάμπολλα ιατρεία της οδού Αγίας Σοφίας βρισκόταν και το δικηγορικό γραφείο του Νικόλαου Δαρβέρη. Ο Δαρβέρης καταγόταν από τα Βέρβαινα της ορεινής Αρκαδίας και η οικογένειά του ήρθε στη Θεσσαλονίκη μετά την απελευθέρωσή της και αγόρασε ακίνητα στο κέντρο της πόλης. Βουλευτής ο ίδιος, εκδότης της εφημερίδας Ταχυδρόμος Βορείου Ελλάδος και άνθρωπος με δραστήρια κοινωνική ζωή, ο Δαρβέρης θέλησε να προσφέρει στη Θεσσαλονίκη έναν χώρο πολιτισμού, οπότε και έφτιαξε στον αριθμό 17 της οδού ένα εμβληματικό σινεμά –τα λαμπρά εγκαίνια έγιναν στις 26 Σεπτεμβρίου 1926–, με τ’ όνομα «Διονύσια». (Όνομα που δόθηκε κατόπιν δημόσιας πρόσκλησης στους αναγνώστες της εφημερίδας και για το οποίο δόθηκαν ως βραβείο 1.000 δραχμές.) Ο κινηματογράφος που κατεδαφίστηκε το 1973, παρίστανε αιγυπτιακό ναό, με παραστάσεις ανάγλυφες των Φαραώ και ιερογλυφικά, με κίονες και αετώματα. Τα φεϊγβολάν που κυκλοφόρησαν για το κοινό τη μέρα της έναρξης έγραφαν

«Τα Διονύσια κρίνονται ως το τελειότερον οικοδόμημα του είδους εν Ανατολή και από απόψεως αρχιτεκτονικής και από απόψεως διακοσμήσεως. Περιλαμβάνει μετά των θεωρείων 1000 καθίσματα.»

Η μουσική των ταινιών ακουγόταν ζωντανά από μόνιμη ορχήστρα που έπαιζε επί σκηνής κοντά στην οθόνη, ενώ εκτός από προβολές, στους χώρους του διοργανώνονταν και άλλα καλλιτεχνικά γεγονότα.

Την Κυριακή 18 Δεκεμβρίου του 1927, έναν χρόνο περίπου μετά την ανέγερση του κτηρίου, ο Κωστής Παλαμάς μίλησε στην κεντρική αίθουσα με αφορμή την ανακήρυξή του σε επίτιμο δημότη της πόλης.  Έναν χρόνο πριν, συμπλήρωνε πενήντα χρόνια ποιητικής δημιουργίας και σε όλη τη χώρα έγιναν μια σειρά από εκδηλώσεις.

«Τη χρονιά που μας πέρασε δύο τρεις –καλά καλά δεν τα γνωρίζω τα ονόματά τους– φιλόμουσοι νέοι, συγκινημένοι από την ποίησή μου, φαντάστηκαν πως μπορούσανε να οργανώσουν γύρω στ’ όνομά μου κάποια γιορτή, με την αφορμή πενήντα χρόνων που είχανε κλείσει από την ημέρα που δημοσιεύθηκε στο Αττικόν Ημερολόγιον του Ειρηναίου Ασωπίου το πρώτο μου τάχα ποίημα».

Για την βράβευση της Θεσσαλονίκης πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιξαν ο καθηγητής Αναστάσιος Μισιρλόγλου, ο Δέξιππος Αντωνιάδης, ο δημοσιογράφος Αντώνης Χαμουδόπουλος και ο μουσικός Αιμίλιος Ριάδης («πόσο μ’ ευχαρίστησε τ’ όνομα του κ. Δέξιππου παράπλευρα στο δικό σου! Τι συγκαταβατικός προς εμένα… πόσο υποχρεωτικός…»), οι οποίοι με ανακοίνωση στις εφημερίδες καλούσαν τον λαό της Θεσσαλονίκης στην υποδοχή του ποιητή. (περισσότερα…)

Το πανηγύρι των συγγενών

*

Με βάση κάποιες συγκεκριμένες αφορμές οι κόσμοι θ’ αναποδογυρίσουνε. Τουλάχιστον αυτό θα πρέπει να συμβεί. Δεν έχει τόση σημασία ο χρόνος που θα γίνει, όσο το αποτέλεσμά του.

Καθώς ο φλοιός της γης είναι σώμα κι όπως παθαίνει κορεσμό, σαν εκείνους που συμβαίνουν στ’ άμαθα στομάχια των ανθρώπων επιφέροντας τον εμετό του ξαλαφρώματος, χρειάζεται να έρθουν τα πάνω κάτω ή τα μέσα έξω. Με όποια σειρά το θέλετε εσείς, δεν επιμένω τόσο σε αυτό. Σ’ αυτό όμως που θα επιμείνω είναι ο τρόπος.

Ένα παράδειγμα τα πανηγύρια, που παλιότερα ήταν συγκέντρωση ανθρώπων. Ξενιτεμένων, κάτοικων, μόνιμων σε μια περιοχή και συγγενών. Στηνόταν το πανηγύρι υπαίθριο, πάντοτε, γιατί βόλευε και την μουσική που θα εξαπλωνόταν μες στο δάσος που θα γίνει, ημερήσιο καθώς σε έβγαζε κι απ’ τις κακοτοπιές, γιατί φανταστείτε να πίνατε έως πνιγμού κρασιά και άλλα αμαρτωλά οινοπνεύματα και να μην βλέπατε τον δρόμο που σας γυρνάει στο σπίτι, πράγμα φριχτό και λιγάκι χλευαστικό, δεν νομίζετε; Γιατί εγώ, που σας παρατηρώ, γελάω αληθινά όταν ο ένας προσπαθεί πάνω στη σούρα του να συγκρατήσει τον διπλανό, ενώ στο τέλος, και οι δυο σας κουτρουβαλάτε στα χαντάκια. Όχι δεν μιλώ για σας. Τούτο ήταν η αρχή, για φτάσω εκεί που θέλω∙ περάστε κι εσείς μαζί μου σαν αερικά, αδιάφορα αν και λίγο φιλοπερίεργα, ανάμεσα κόκκινων παρειών κι άδειων μποτιλιών με μπύρα∙ εδώ ο τόπος είναι ζεστός, γεμάτος κυπαρίσσια.

Και θέλω να ρωτήσω κάτι προτού θα συνεχίσουμε: γιατί τα κυπαρίσσια φυτρώνουν πιο συχνά από τα άλλα δέντρα, ας πούμε πεύκα ή έλατα, δρύες ή και πλατάνια; Και αφού φυτρώνουν εκεί που φύτρωσαν, γιατί οι άνθρωποι στήνουν τα πανηγύρια ανάμεσά τους με μικρόφωνα, πλανόδιους τραγουδιστές, ηχεία, τραπέζια πλαστικά και καρέκλες οι οποίες τρίζουνε με τα τέσσερα ποδάρια τους, καθώς και τα καρφώνουνε στο χώμα; Είναι ένα σημάδι θεϊκό, συμπαντικό ή μήπως θέμα τύχης; Αν και δεν ρώτησα ποτέ αυτούς που τραγουδάνε, μήπως και σ’ άλλες περιοχές συνάντησαν το ίδιο, δεν το πολυπιστεύω, θεωρώ πως την τιμητική την έχει αυτό το πανηγύρι. Ευτυχώς που σας έκοψε και τραβήξατε τα λιόπανα καταμεσής και δεν θα μας κάψει ο ήλιος, γιατί κανείς δεν θα μπορέσει να σκεφτεί για ό,τι θα πω πιο κάτω. (περισσότερα…)

Ο Κοτζιούλας καλόγερος στ’ Αγιονόρος;

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Ο Ηπειρώτης ποιητής, μεταφραστής και πεζογράφος Γιώργος Κοτζιούλας από την άνοιξη μέχρι και τις αρχές του φθινοπώρου του 1939 μετέφραζε σε συνέχειες μια βιογραφία του Μπέρναρ Σω από τον Φρανκ Χάρρις, στο περιοδικό Νεοελληνικά Γράμματα του Δημήτρη Φωτιάδη. Στα τέλη του Σεπτεμβρίου εκείνης της χρονιάς κι ενώ η μεταφραστική συνεργασία του με το περιοδικό συνεχιζόταν απρόσκοπτα, η Διεύθυνση του περιοδικού λαμβάνει ένα περίεργο γράμμα από έναν στενό φίλο του ποιητή, το οποίο και συνοδεύει με ένα σύντομο εισαγωγικό κείμενο. Κείμενο, που φανερώνει με τον πλέον έκδηλο τρόπο το ξάφνιασμα και την αμηχανία του ίδιου του διευθυντή του περιοδικού για τα όσα αναφέρει ο εξίσου ξαφνιασμένος κι έκπληκτος επιστολογράφος φίλος του Κοτζιούλα. Παραθέτω ευθύς αμέσως την επιστολογραφία, όπως δημοσιεύτηκε στο φύλλο υπ. αριθ. 148 (Σάββατο 30/9/1939).

(Δημοσιεύουμε παρακάτω, με κάθε επιφύλαξη, ένα γράμμα που πήραμε από τον κ. Αντ. Φιλ. Κατσουρό, που είναι καθηγητής στο Βαθύ της Σάμου.

Ο εκλεχτός συνεργάτης μας κ. Γ. Κοτζιούλας, που το περιοδικό μας τώρα δημοσιεύει τη μετάφρασή του της εξαιρετικής βιογραφίας του Μπέρναρ Σω από τον Φρανκ Χάρρις, αναχώρησε πριν δυο μήνες περίπου για ένα ταξίδι στα νησιά, καθώς μας είχε πει, κι’ αφού πριν μας παράδωσε όλα τα χειρόγραφα της παραπάνω μετάφρασής του. Στο αναμεταξύ πληροφορηθήκαμε πώς πήγε στο Άγιον Όρος. Η μόνη πληροφορία που έχουμε πως έγινε καλόγερος εκεί, είναι αυτή που μας έρχεται με το παρακάτω γράμμα.

(περισσότερα…)

Γιάννης Μπεράτης, Το πλατύ ποτάμι

*

Κοντεύαμε, φτάναμε πια στην κορφή. Είχαμε αραιώσει και προχωρούσαμε τώρα πιο σιγανά κι όλο σκυφτοί στα δυο. Μα μόλις το πρώτο μουλάρι ξεπρόβαλε, μισό σχεδόν, άρχισε εκείνο το κακό, που δεν ήξερες τι να κάνεις.

Ήταν τυχαίο ή μας είχανε αντιληφθεί; Πέσαμε όλοι μας αμέσως μπρούμυτα χάμω, χώνοντας το κεφάλι μας με την κάσκα όπου βρίσκαμε. Το ’να μουλάρι τρόμαξε, τινάχτηκε κι έριξε κάτω όλο το φορτίο του. Οι οβίδες συνεχώς σκάγανε μπροστά μας, πλάι μας, και μας γιομίζανε χώματα και πέτρες, που κουδουνίζανε σφυριχτά πάνω στο κράνος. Σουρθήκαμε με την κοιλιά λίγο πιο κάτω, ξεφορτώσαμε όπως-όπως τα μουλάρια για να μην πάρουν δρόμο και ξαναριχτήκαμε χάμω. Είχα κουβαριαστεί πίσω απ’ έναν διάφανο αγκαθωτό θάμνο, έτσι σαν για κάποια παρηγοριά. Το χειρότερο είναι που κανένας μας δεν ήξερε πού θα είναι το στοιχειώδικα λίγο πιο απυρόβλητο μέρος και δεν τολμούσαμε να κουνηθούμε από τη θέση μας, ξέροντας ταυτόχρονα πως ίσως είναι η χειρότερη που μπορούσαμε να διαλέξουμε. Σκάγανε εκεί στην κορφή, κι ύστερα πιο κάτω, κι όλα τα πράματα, όπου και να ’πεφτε, υψωνόντουσαν σαν ένας βίαιος μαυροκόκκινος αναποδογυρισμένος κώνος.

Ήμουν κάπως βέβαιος (όσο και μ’ όλη τη δύναμη της ελπίδας που προσπαθούσα να επιστρατέψω ν’ αντιστέκουμαι) πως αυτή τη φορά δεν υπάρχει σωτηρία. Κι ύστερα μ’ έπιανε μια νάρκη, μια τόσο παράξενη νάρκη, έτσι, μου φαίνεται, όπως όταν πρόκειται να πεθάνεις από ψύξη. Είχα κουβαριαστεί, είχα μαζέψει τα γόνατά μου κοντά στο πηγούνι μου και δεν ήθελα τίποτα, μα τίποτ’ άλλο, παρά να κοιμηθώ. Όχι, δε σκέφτεσαι τίποτα τη στιγμή του θανάτου, του επερχομένου θανάτου, παρά αυτόν τον ίδιο που όλο πλησιάζει· ούτε καμιά πικρία, ούτε καμιά νοσταλγία νιώθεις για τους άλλους που θα εγκαταλείψεις, έστω και τους πιο αγαπητούς· ούτε καν τους σκέφτεσαι καθόλου – κι είσαι κουβαριασμένος μόνο ΕΣΥ κι απέναντί σου ΕΚΕΙΝΟΣ, που κι αυτόν δεν τον σκέφτεσαι ίσως καθόλου με το μυαλό, αλλά τον νιώθεις μ’ όλο το δόλιο το κορμί σου που δε θέλει, που αρνιέται, πάση θυσία, να παραδοθεί. (περισσότερα…)

Η γλώσσα των αγγέλων

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Ἐὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων,
ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον.
Παύλου του Αποστόλου, Α΄ Προς Κορινθίους 13,1

Υπάρχει ένα μπαρ στην επαρχία μισοκρυμμένο ανάμεσα στα δέντρα, στο τέλος του λασπωμένου χωματόδρομου, μετά την απότομη στροφή, πλάι στο εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο. Φάντασμα της ομίχλης καταδικασμένο στην απομόνωση, με την υγρασία του κάμπου και την οσμή της κοπριάς κολλημένη στα τζάμια. Τις νύχτες τα χαμηλά φωτάκια του φαντάζουν πρόσωπα παιδιών αδικομαλωμένων. Οι πελάτες του μπαινοβγαίνουν σιωπηλοί και βιαστικοί, λες και φοβούνται πως φωσφορίζει ο πόθος τους στο μισοσκόταδο. Αμαρτωλό μπαράκι, που μυρίζει νοθευμένο πιοτό και φτηνό τσιγάρο. Μακρόστενο σαν προχειροφκιαγμένο φέρετρο, που ανοίγεις το καπάκι –την πόρτα ήθελα να πω– και βρίσκεσαι σ’ έναν κόσμο άλλο, ζυμωμένο από τις ιερότερες θεότητες του κόσμου αυτού: τις ψευδαισθήσεις σου.

Εκεί –οδηγημένος κάποτε απ’ την ερημιά– γνώρισα την Μαρία, μια δεκαεννιάχρονη Βουλγάρα με μάτια κάρβουνα που σ’ έκαναν στάχτη. Οι καταρράκτες των μαλλιών έπεφταν στους ώμους της, όπως πέφτει η νύχτα σε δυο λόφους χιονισμένους που λάμπουν απ’ το φεγγαρόφωτο.

Είχε εκπληκτική προφορά στα ελληνικά, λες και ζούσε στον τόπο μας δέκα χρόνια κι ας ήταν μόλις τέσσερα. Η ταχύτατη εκμάθηση γλωσσών παρουσιάζεται κατά κανόνα στους ευφυείς ανθρώπους. Τώρα πώς ένα ευφυές άτομο καταλήγει βλακωδώς να δουλεύει στην κόλαση της νύχτας, είναι εξίσου αξιοπερίεργο με το πώς ένα ευφυές άτομο καταλήγει βλακωδώς σ’ αυτήν την κόλαση ν’ αναζητάει τον παράδεισο. Η μόνη πειστική απάντηση που μπόρεσα να δώσω ήταν «για να την συναντήσω».

Έρωτας κεραυνοβόλος εκατέρωθεν. Στον μήνα πάνω παράτησε το μπαράκι. Νοικιάσαμε γκαρσονιέρα κοντά στο Φρύνι και ήμαστε συνέχεια μαζί. Εγώ μόλις είχα γυρίσει απ’ την Αθήνα. Στην αρχή άνεργος. Ύστερα έπιασα μια  χαμαλοδουλειά. Η Μαρία έκανε το κουμάντο της, τα περασμένα χρόνια, και με τις αποταμιεύσεις της μπορούσε να βγάλει λίγο καιρό μέχρι να βρει κάτι να κάνει. (περισσότερα…)

Ο βασιλιάς πλανήτης

*

Έχτισε το σπίτι του γύρω από αυτό το κουπί. Εκεί που το κάρφωσε, έφτιαξε την εστία. Το ξύλο της θάλασσας ήταν το πρώτο που κάηκε όταν άναψε την πρώτη φωτιά. Τόσο ψηλά και πίσω απ’ τα βουνά, ετούτοι οι άνθρωποι δεν είχαν λέξη για τη θάλασσα, γιατί ο νους τους δεν είχε δει τίποτα άλλο απέραντο πέρα απ’ τoν ουρανό των αμέτρητων αστεριών. Όταν με τα χέρια τούς έδειξε την κίνηση των κυμάτων, εκείνοι τον κοίταξαν με σαστιμάρα. Ένας έξυσε το κεφάλι του και έδειξε προς τον ουρανό. Τότε ένας άλλος γέλασε και κούνησε το κεφάλι του. Κάποιος ακόμα φούσκωσε τα μάγουλα του και έκανε πώς φυσά σαν άνεμος. Ναι ναι βέβαια, τα πλωτά σύννεφά, η θάλασσα των αστεριών. Λίγο νερό – το τελευταίο θαλασσινό – κύλησε από την άκρη του ματιού του πλάνητα με το ξύλινο κουπί, έπεσε ακριβώς μέσα σ’ ένα βαθύ αυλάκι ρυτίδας, χαραγμένης προ πολλού στο δέρμα, όταν ένα βράδυ τρικυμίας κανένας θεός δεν του απάντησε σε βοήθεια και το πρόσωπο του έσπασε σε χιλιάδες κομμάτια. Το νερό μέσα στο αυλάκι κύλησε γρήγορα και έσβησε. Δεν έκλαψε ξανά ποτέ του. Εδώ θα έγραφε το τέλος της ζωής του. Κάρφωσε το κουπί και κοίταξε τον ουρανό. Εδώ πάνω ήταν πολύ κοντά, έβλεπε τα αστέρια να τρίζουν στις θέσεις τους, τα άκουγε. Κανένας ουρανός που είχε δει δεν έμοιαζε μ’ αυτόν.

Το σπίτι χτίστηκε γρήγορα, με πέτρα. Σ’ αυτό τον τόπο ο πλάνητας φάνηκε να ξεχνά γρήγορα τους παλιούς τρόπους. Πήρε γυναίκα, έκανε παιδιά. Δεν θυμόταν το όνομα της παλιάς του γυναίκας, μόνο τη νύχτα του μεσοκαλόκαιρου ένα ζευγάρι μάτια εμφανίζονταν μπροστά του πριν κοιμηθεί, δεν τα γνώριζε, αλλά ήταν σαφές ότι αυτά τον ήξεραν, τον μαχαίρωναν πρώτα στα βλέφαρα, απανωτά, μετά στην κοιλιά και λίγο πριν το θάνατο πετιόταν απ’ τον ύπνο του αλαφιασμένος κι έβλεπε δίπλα του την άλλη γυναίκα κι αμέσως το παρόν τον έσωζε από τη μνήμη ενός παρελθόντος που είχε από καιρό θαφτεί. Έγινε μέρος της κοινότητας εύκολα. Έμαθε τα λόγια τους, μπήκε μέσα στις δουλειές του τόπου, έχτισε μαζί τους, έσπειρε και θέρισε, έφτιαξε φράχτες και κυνήγησε ιαγουάρους, έμαθε να ξεχωρίζει τη φωνή του κόνδορα από της άρπυιας, και να βρίσκει στο ζωνάρι του γαλαξία τούς σκοτεινούς αστερισμούς της αλεπούς και του βοσκού. Στο τέλος φόρεσε τα ρούχα τους. Άρεσε πολύ σε όλους. Το πολυμήχανο μυαλό του που έβρισκε λύσεις μηχανικής σε απλά τους προβλήματα στέγασης και ύδρευσης, οι αβροί τρόποι του που είχαν μια ευγένεια ψεύτικη που τους μαράζωνε από επιθυμία, το παράστημά του που έμοιαζε ξένο όπως κάποιου θεού που έπρεπε πάντα να τους απομένει ξένος σαν θεός, τους άρεσαν πολύ. Τόσο που μια μέρα του είπαν πως τον κάνουν βασιλιά τους.

Ο πλάνητας ένιωσε την ανακοίνωση σαν μια σφαίρα σίδερο δεμένη στο πόδι. Όταν κάρφωσε το κουπί στο χώμα, ήξερε πως είχε βρει μια άλλη ζωή, έναν άλλο εαυτό, άγραφο χάρτη. Τώρα το δάσος ήταν γνώριμο από άκρη σ’ άκρη. Η γυναίκα του το ίδιο ζεστή κάθε νύχτα, εκτός που πια, η αλήθεια είναι, είχε αρχίσει το δέρμα της και κρύωνε στις άκρες, πάει να πει πως πέθαινε κι εκείνη σιγά σιγά όπως όλοι τους. Τα μαλλιά της γέμιζαν στάχτη που δεν έφευγε. Ο θόρυβος των αστεριών ερχόταν σε κάθε παρατεταμένη σιωπή, καθαρός σαν κρύσταλλο, τον βεβαίωνε για τη μεγάλη μαύρη θάλασσα που παράδερνε πάνω από τα κεφάλια τους. Τα παιδιά του τα έβλεπε σαν χλωρά κλαριά, τα συμπονούσε, τα αγαπούσε κάποτε, μα μην μπορώντας να αρνηθεί το βάρος τους, παραδεχόταν πως υπήρχε βάρος σε τούτη δα τη σχέση. Τα γνώριμα πρόσωπα όλων, που ήξερε πια να μετρήσει τις ιδιοτροπίες τους και τις χαρές τους, άρχιζαν να έχουν απαιτήσεις από εκείνον. Ήταν έτοιμα να δεχτούν την προσταγή του σε αντάλλαγμα της προστασίας του. Όλα αυτά του έμοιαζαν κάπως κουτά και πληχτικά. Εκείνες τις στιγμές ένιωθε πως η ζωή τυλιγόταν γύρω του σαν σάβανο. (περισσότερα…)

Τρεις εποχές

*

Μια απάντηση, ένα τηλεφώνημα. Οτιδήποτε για να καταλάβει, ένα sms έστω. Οι τελευταίες ώρες αυτής της άχαρης αναμονής. Μέχρι το μεσημέρι θα ’χεις νέα μου, της είχε πει. Προσπάθησε να καταλάβει απ’ το ύφος του· τον τόνο της φωνής· το βάδισμά του καθώς απομακρυνόταν. Αν αλήθεια το ήθελε ή απλώς υποκρινόταν. Δεν τα κατάφερε. Τον άκουσε να βγαίνει τραβώντας μαλακά την πόρτα. Απ’ το παράθυρο τον είδε να απομακρύνεται καθώς ψιλόβρεχε κι αμέσως τον ένιωσε πολύ μακριά. Ή έτσι φάνηκε. Μπορεί κι όχι. Έδειχνε να ‘χει αλλάξει όχι μόνο η φωνή και το περπάτημά του. Το πρόσωπο κι η έκφρασή του ήταν αλλιώτικα. Ακόμη και τα γένια. Είχε απότομα μεγαλώσει, όπως διακρίνει εύκολα κανείς βλέποντας παλιές φωτογραφίες (εδώ είσαι εσύ;). Απλώς αυτός διαφορετικός σ’ όλα πήρε ύψος την άνοιξη. Τα περισσότερα αγόρια ψηλώνουν καλοκαίρι.

Ήταν δική του ιδέα; Δική της; Δεν θυμάται· μάλλον δική της. Πάντως, είπε ναι αμέσως. Τί σημασία μπορεί να ’χει αφού θέλουν κι οι δυο. Δεν το είχε πει σε κανένα, δεν ήθελε να την γρουσουζέψουν. Αν η απάντηση ήταν η επιθυμητή θα το ’λεγε στην αδελφή του. Μέχρι τότε το κρατούσε κρυφό απ’ όλους. Είχε υπολογίσει τί να πάρει μαζί και τί να αφήσει. Τα ’χε γράψει και τα ’χε χωρίσει στο μυαλό της, σε ομάδες. Είχε αποφασίσει να αγοράσει και μερικά πράγματα, να αντικαταστήσει όσα θα ’μεναν πίσω. Είχε βρει κιόλας το κρεβάτι. Έμενε μόνο η απάντηση. (περισσότερα…)

Ο Λευτέρης

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Ήρθε στο σπίτι μας γατάκι μαύρο, με μιαν άσπρη τούφα στον λαιμό. Έτρεχε σαν σαΐτα. Και με τον ίσκιο του τρόμαζε. Έκανα μήνες να το αγγίξω. Του χάιδευα, ενώ έτρωγε, το κεφαλάκι, μα όταν τέλειωνε το φαγητό του, φσστ!… και χάνονταν. Πάνω στον χρόνο μ’ εμπιστεύτηκε περισσότερο. Αν το κρατούσα τρυφερά, μπορούσα να του δείχνω μια βιαστική στοργή. Κι ύστερα ασφυκτιούσε κι έφευγε. Αυτή του η τάση γι’ αδιαπραγμάτευτη ελευθερία, μ’ έκανε να τ’ ονομάσω Λευτέρη.

Ήταν όμορφος σαν πούμα κι έκρυβε, κάτω απ’ την φαινομενική αγριάδα του, μιαν ευαισθησία απροσδιόριστη, μα τόσο χειροπιαστή όταν η αφή μου ηλεκτρίζονταν απ’ την στιλπνή του γούνα.

Συνήθιζα να κρατάω τα μπροστινά του πόδια και να πλησιάζω το πρόσωπό μου στην μουρίτσα του λέγοντας: «Αχ, πώς τον αγαπώ, πώς τον αγαπώ εγώ τον Λευτέρη!» Τότε εκείνος σταμάταγε να στριφογυρίζει, προσπαθώντας να ξεφύγει, και με κοίταζε στα μάτια με μια κάποια έκπληξη, αναμειγμένη με ηδονή αδιόρατη.

Μια μέρα, πιστεύοντας πως γίναμε πλέον φίλοι και πως η παραμικρή δυσπιστία δεν χωρούσε ανάμεσά μας, κόλλησα το πρόσωπό μου στην μυτίτσα του κι επανέλαβα τις τρυφερές λεξούλες που συνήθιζα, αφήνοντας για πρώτη φορά ελεύθερα τα μπροστινά του ποδαράκια. Ξάφνου, μια τσουχτερή αστραπή μυρμήγκιασε το μέτωπό μου κι ο κόσμος έγινε κατακόκκινος απ’ το αίμα που έπνιξε τα μάτια μου απ’ την νυχιά του Λευτέρη! Τον πέταξα κάτω κι έτρεξα στον καθρέφτη. Όλο το φρύδι μου πεσμένο, και το αίμα στον νιπτήρα ποτάμι… Πετάχτηκα έξω. Ο Λευτέρης αμέριμνος τρίφτηκε στα πόδια μου. Με μια τρομερή κλωτσιά, τον πέταξα πέντε μέτρα ψηλά! Ούτε ξέρω πού προσγειώθηκε, μόνον νομίζω πως άκουσα κόκαλα να τρίζουν κι έναν υπόκωφο γδούπο εκεί που έπεσε. (περισσότερα…)

Όλος ο κόσμος μια σκηνή

*

— Νέλληηηη! Νέλληηηη!

Τους κοιτούσαμε, καθισμένοι εμείς στα τραπέζια μας, τρώγοντας το φαγητό μας, πίνοντας το αναψυκτικό μας, λες και ήταν ηθοποιοί εκείνοι που έπαιζαν σε ένα υπαίθριο θέατρο και εμείς θεατές που είχαμε έρθει να δούμε ένα θέαμα μετά μεσημεριανού φαγητού. Μόνο που δεν ήταν διασκεδαστικό. Δεν ήταν κατάλληλο για τόσο ευχάριστη καλοκαιρινή μέρα. Δεν ήταν κωμωδία ούτε επιθεώρηση.

— Νέλληηηη! Νέλληηηη! φώναζαν με τρόπο σπαρακτικό και καταλάβαμε ότι είχαν χάσει το παιδί τους.

Ήμασταν σε μια μικρή πλατεία απ’ την οποία ξεκινούσαν πέντε δρόμοι: οι δυο οδηγούσαν στη λεωφόρο με τα αυτοκίνητα και την κίνηση, οι άλλοι τρεις προς την παλιά πόλη που ήταν όλη πεζοδρομημένη αλλά γεμάτη με κόσμο, κυρίως με τουρίστες αλλά και ντόπιους που είχαν έρθει να ψωνίσουν στη λαϊκή.

Ήρθε ο πατέρας με αγωνία και ελπίδα να μας ρωτήσει έναν-έναν στα τραπέζια των διαφόρων εστιατορίων αν είχαμε δει ένα κοριτσάκι τεσσάρων χρονών με ξανθά μαλλιά, ροζ μπλουζάκι και τζην βερμούδα και ένας-ένας οι θεατές του απαντήσαμε όχι αλλά αν τη βλέπαμε θα την κρατούσαμε κοντά μας τη Νέλλη μέχρι να έρθει ο ίδιος ή η γυναίκα του να την ζητήσουν.

Έφυγε ο άνθρωπος αναψοκοκκινισμένος, με τον φόβο και την ενοχή στο βλέμμα του. Με τον φόβο ότι μπορεί ποτέ να μην ξανάβλεπε το παιδί του που ίσως το είχε χτυπήσει αυτοκίνητο ή το είχε αρπάξει κάποιος με κακούς σκοπούς. Με την ενοχή ότι δεν είχε υπάρξει αρκετά προσεκτικός και την είχε χάσει τη μικρή από τα μάτια του. (περισσότερα…)

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Νεκρὸς ταξιδιώτης

Ἔργο τοῦ Χρήστου Μποκόρου (2024)

*

ΟΤΑΝ ΕΥΡΕΘΗ Ο ΠΝΙΓΜΕΝΟΣ, ἀκριβῶς κάτω ἀπὸ τὸν βράχον τοῦ Κοιμητηρίου, ἀνάμεσα εἰς τὴν Μεγάλην Ἄμμον κ᾿ εἰς τὸν Ταρσανάν, ὀλίγον ἀκόμη ἤθελε νὰ βασιλέψῃ ὁ ἥλιος, ἢ μᾶλλον νὰ κρυφθῇ ὀπίσω ἀπὸ τὸ γεῖτον βουνὸν ἀντικρύ. Τότε αἱ ἀρχαὶ τοῦ τόπου ―ὁ Εἰρηνοδίκης τοῦ πάλαι ποτὲ εἰρηνοδικείου, κι ὁ Νωματάρχης ὁ ἀστυνομεύων― ἀπεφάνθησαν ὅτι ἔπρεπε νὰ μείνῃ ὁλονυχτὶς ἄταφος, ἐπειδὴ ἦτο ἀνάγκη νὰ τὸν σχίσουν οἱ γιατροί, διὰ νὰ βεβαιωθῇ ἂν ἦτον πνιγμένος ἢ δὲν ἦτον.

Κ᾿ ἦτον καλῆς ψυχῆς ἄνθρωπος, ὁ συχωρεμένος ὁ Κώστας τοῦ Σταματάκη. Φαίνεται, εἶχε τάξει εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Κ᾿νιστριώτισσαν, νὰ τὸν ἀξιώσῃ νὰ ταφῇ εἰς τὸ χῶμα τῆς μικρᾶς νήσου του ―ἐκεῖ ἐπάνω εἰς τὸν θαλασσόπληκτον βράχον, ὅπου τὰ κύματα φαίνονται νὰ τραγουδοῦν μυστηριῶδες νανούρισμα εἰς τοὺς νεκρούς― κ᾿ ἡ Παναγία ἡ Κ᾿νιστριώτισσα τοῦ παρεχώρησε τὸ ταπεινὸν αἴτημα, ἀφοῦ ἀπὸ τὴν στιγμὴν ποὺ ἔπλευσε ναυαγὸς εἰς τὸ κῦμα, καὶ ἀπέδωκε τὴν ἁπλοϊκὴν ψυχήν του πελαγωμένος εἰς τὴν πάλην μὲ τὸν Χάρον τὸν θαλάσσιον, δὲν ἔπαυσε ν᾿ ἀντικρύζῃ τὸν ἔρημον ναΐσκον της πέραν, εἰς τὸ δυτικὸν πλάγι τοῦ χαριτωμένου νησιοῦ. Ἐκεῖ λοιπὸν ἀγνάντευε, κ᾿ ἐκεῖ ἦτον προσκολλημένος ὁ πόθος του, μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς του. Κ᾿ ἐκεῖ ἄσπριζεν ἀκόμη τὸ παλαιὸν ἔρημον μοναστηράκι, προκῦπτον μέσα ἀπὸ βαθεῖαν χλόην ἀνάμεσα εἰς τὰς πίτυς καὶ τὰς καστανέας, ὀλίγον ὑψηλότερα ἀπὸ τὴν ὡραίαν θαλασσίαν ἀγκάλην τοῦ Ἀσέληνου, ὅπου ἐβασίλευε γλυκὰ σιγὰ ὁ ἥλιος, ὡς νὰ ἔκρυπτεν ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον τὰ χρυσᾶ καὶ στίλβοντα στολίδια του μέσα εἰς τὸν θησαυρόν του.

Κι ὅταν ἡ μικρὰ καμπάνα ἐκάλει τοὺς ἀγροίκους βοσκοὺς τοῦ βουνοῦ εἰς τὴν προσευχήν ―οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπήγαιναν, ἀλλ᾿ ἴσως νὰ ἔκαναν μακρόθεν ἕνα σταυρόν, ἂν ἤξευραν ἀκόμη νὰ κάμουν τὸν σταυρόν τους― κ᾿ ἐδιάβαζεν ὁ πάτερ Ἐφραὶμ ὁ πνευματικὸς τὸν Ἑσπερινόν, μαζὶ μὲ τὸν Μιχαίαν τὸν ὑποτακτικόν του, κατέβαινε τὰ σκαλοπάτια ὁ γέρων ἕως τὴν βρύσιν, διὰ ν᾿ ἀπολαύσῃ καὶ ἅπαξ ἀκόμη τὴν γλυκεῖαν μελαγχολίαν τῆς μοναξιᾶς μέσα εἰς τὴν περιοχὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν αὐτὸς εἶχεν ὀνομάσει «γωνίαν τοῦ Παραδείσου». Καὶ τῆς βρύσης τὸ μάρμαρον, τὸν κρουνὸν καὶ τὴν λεκάνην, τὰ εἶχε φάγει τὸ νερόν. Καὶ μόλις ἠμποροῦσε νὰ διαβάσῃ τις, μισοσβησμένους, τοὺς ἰαμβικοὺς στίχους, τοὺς ὁποίους εἶχε γράψει ποτὲ ἐπὶ τοῦ μετώπου τῆς πηγῆς, ὁ διάσημος ἀσκητής, ὁ ἀββᾶς Διονύσιος: «Χεῖρας, πρόσωπα καὶ πόδας νίπτων ἁβρῶς, ὁμοῦ δὲ καὶ διαυγὲς νῦν ὕδωρ πίνων, τῆς καλλιρρείθρου τῆσδε τῆς κρήνης, ξένε, ψυχῆς τότε μνήσθητι Διονυσίου». (περισσότερα…)