ΝΠ | Δοκίμια

Λεονάρντο Μπρούνι, Πανηγυρικός για την πόλη της Φλωρεντίας [2/2]

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Kορυφαίο δείγμα αναγεννησιακής ρητορικής, και ταυτόχρονα ένα από τα σημαντικότερα σημεία αναφοράς του ρεπουμπλικανικού ανθρωπισμού, o Πανηγυρικός για την πόλη της Φλωρεντίας συντάσσεται περί το 1403, λίγο μετά τον θάνατο του φοβερού εχθρού της φλωρεντινής δημοκρατίας, Τζαν-Γκαλεάτσο Βισκόντι, δούκα του Μιλάνου. Για να τιμήσει τη συγκυρία, ο Λεονάρντο Μπρούνι, μαθητής του Μανουήλ Χρυσολωρά μα και ευνοούμενος και –μετέπειτα– διάδοχος του Κολούτσιο Σαλουτάτι στην Καγκελαρία, συντάσσει τον περίφημο Πανηγυρικό ακολουθώντας συνειδητά ένα αρχαιοελληνικό υπόδειγμα εγκωμιαστικού λόγου: τον Παναθηναϊκό του Αίλιου Αριστείδη. Αν και η μίμηση είναι πιστή, ο Μπρούνι καταλήγει να συντάξει ένα κείμενο που ξεπερνά από κάθε άποψη το υπόδειγμά του.

Για μια εισαγωγική ανάλυση του έργου, ο αναγνώστης παραπέμπεται στη χθεσινή ανάρτηση της 1ης Ιουλίου.

~.~

ΛΕΟΝΑΡΝΤΟ ΜΠΡΟΥΝΙ

Πανηγυρικός για την πόλη της Φλωρεντίας

§§ 47-93

[47] Έχουν ειπωθεί αρκετά για τη λαμπρότητα της καταγωγής των Φλωρεντινών – ίσως περισσότερα από όσο χρειάζεται για πράγματα αυτόδηλα. Μένει τώρα να μιλήσουμε για την αρετή της πόλης, και πώς αυτή εκδηλώθηκε στις εξωτερικές και τις εσωτερικές υποθέσεις. Και τούτο θα το κάνω πολύ συνοπτικά, γιατί η σημερινή μου ομιλία δεν επιτρέπει μεγάλη συζήτηση για ιστορικά θέματα. Θα περιοριστώ αποκλειστικά σε διάσημα γεγονότα. Αλλά πριν ξεκινήσω, μου φαίνεται καλό και απαραίτητο να δηλώσω προκαταβολικά και να προειδοποιήσω να μην με κατηγορήσει κανείς, επηρεασμένος από μια ψευδή εντύπωση, για αναίδεια ή άγνοια. Η πρώτη οφείλεται στη μωρία και η δεύτερη στην ελαφρομυαλιά, αλλά και οι δύο πρέπει εξίσου να αποφεύγονται.

[48] Δεν έχω, όμως, καμία αμφιβολία ότι θα προκαλέσω σε κάποιους ανόητους την υποψία ότι με αυτόν τον έπαινό μου θέλω να εξασφαλίσω δημοφιλία ή καλοβουλία και να καταιχμαλωτίσω τον νου των ανθρώπων, ξεπερνώντας κατά πολύ τα όρια της αλήθειας, και κοσμώντας τον λόγο μου ανακατεύοντας την αλήθεια με το ψέμα. Και τώρα πρέπει εγώ να τους βοηθήσω να μάθουν –ή, μάλλον, να ξεμάθουν– πώς να σταματήσουν να τα σκέφτονται όλα αυτά και να εγκαταλείψουν κάθε τέτοια υποψία. Παρόλο που θέλω να είμαι αγαπητός και αποδεκτός από όλους –και ομολογώ ότι αυτό το επιθυμώ και το λαχταρώ πολύ–, ποτέ δεν πίεσα τον εαυτό μου να το κατορθώσει αυτό με καλοπιάσματα και κολακείες. Πάντα πίστευα ότι πρέπει κανείς να αγαπά τους ανθρώπους με αρετή, και όχι με κακία: και από αυτόν τον έπαινο δεν περιμένω ούτε αξιώνω καμία χάρη. Θα ήμουν πραγματικά ανεγκέφαλος αν πίστευα ότι από ένα τόσο μικρό έργο θα μπορούσα ποτέ να κερδίσω την εύνοια ενός τόσο μεγάλου πληθυσμού. Εγώ, βλέποντας αυτή την πανέμορφη πόλη, θαυμάζοντας πολύ την ανωτερότητά της, την αρχιτεκτονική της, την ευγένειά της, τα κάλλη, τη δόξα της, θέλησα να δοκιμάσω αν μπορώ με τα λόγια μου να περιγράψω όλη αυτήν την ομορφιά και τη λαμπρότητα. (περισσότερα…)

Λεονάρντο Μπρούνι, Πανηγυρικός για την πόλη της Φλωρεντίας [1/2]

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Ο Πανηγυρικός για την πόλη της Φλωρεντίας συντάσσεται περί το 1403, λίγο μετά τον θάνατο του φοβερού εχθρού της φλωρεντινής δημοκρατίας, Τζαν-Γκαλεάτσο Βισκόντι, δούκα του Μιλάνου. Για να τιμήσει τη συγκυρία, ο Λεονάρντο Μπρούνι, μαθητής του Μανουήλ Χρυσολωρά μα και ευνοούμενος και –μετέπειτα– διάδοχος του Κολούτσιο Σαλουτάτι στην Καγκελαρία, συντάσσει τον περίφημο Πανηγυρικό ακολουθώντας συνειδητά ένα αρχαιοελληνικό υπόδειγμα εγκωμιαστικού λόγου: τον Παναθηναϊκό του Αίλιου Αριστείδη. Αν και η μίμηση είναι πιστή, ο Μπρούνι καταλήγει να συντάξει ένα κείμενο που ξεπερνά από κάθε άποψη το υπόδειγμά του. Ο Πανηγυρικός του αποτελεί κορυφαίο δείγμα αναγεννησιακής ρητορικής, και ταυτόχρονα ένα από τα σημαντικότερα σημεία αναφοράς του ρεπουμπλικανικού ανθρωπισμού – της κυρίαρχης πολιτικής θεωρίας κατά την πρώιμη Αναγέννηση.

Το κείμενο χωρίζεται σε επτά ενότητες. Στο προοίμιο (§§ 1-4) ο Μπρούνι δηλώνει ανάξιος να αναλάβει το εγκώμιο της σπουδαιότερης πόλης του κόσμου, καθώς και ανέτοιμος να αποφασίσει από πού πρέπει να ξεκινήσει. Η δεύτερη ενότητα (§§ 5-29) αφιερώνεται στην ομορφιά και τη γεωγραφία της πόλης – τούτο αποτελεί τυπική ανθρωπιστική αφετηρία. Η τρίτη ενότητα (§§ 30-46) περιλαμβάνει ορισμένες από τις πιο πρωτότυπες συνεισφορές του Μπρούνι. Εδώ ο Μπρούνι θέλει να αποδείξει ότι η ίδρυση της Φλωρεντίας δεν ανάγεται στην αυτοκρατορική ρωμαϊκή εποχή, αλλά στην κλασική εποχή της respublica Romana. Περαιτέρω, θέλει να αναδείξει τη Φλωρεντία ως τον μοναδικό και γνήσιο βλαστό της αρχαίας ρεπουμπλικανικής παράδοσης που επιζεί στους νεότερους χρόνους, καθώς και ως τον φυσικό διάδοχο της κλασικής Ρώμης στην υπεράσπιση των φιλελεύθερων αρχών – και, μάλιστα, για λογαριασμό όλων των πόλεων της Ιταλίας. Στην τέταρτη ενότητα (§§ 47-52) ο Μπρούνι κάνει μια παρέκβαση υπερασπιζόμενος εαυτόν από πιθανές παρανοήσεις σχετικά με τις προθέσεις και τα κίνητρα που τον οδήγησαν στη σύνταξη του εγκωμιαστικού κειμένου. Στην πέμπτη ενότητα (§§ 53-75) αρτιώνει όλες τις αρετές που διέπουν τη Φλωρεντία, ιδίως στις εξωτερικές της υποθέσεις, παρέχοντας άφθονα παραδείγματα τα οποία αντλεί από την παλαιότερη αλλά και πρόσφατη ιστορία της. Στην έκτη ενότητα (§§ 76-89) περιγράφει τα κύρια χαρακτηριστικά μα και την ίδια τη φιλοσοφία του φλωρεντινού πολιτεύματος. Ακολουθεί ο επίλογος (§§ 90-93).

Ο Πανηγυρικός του Λεονάρντο Μπρούνι, εξαιτίας του μήκους του, θα δημοσιευτεί στο Νέο Πλανόδιον  σε δύο συναπτές αναρτήσεις: τη σημερινή της 1ης και την αυριανή της 2ας Ιουλίου.

~.~

ΛΕΟΝΑΡΝΤΟ ΜΠΡΟΥΝΙ

Πανηγυρικός για την πόλη της Φλωρεντίας

§§ 1-46  [1]

[1] Μακάρι ο αθάνατος Θεός να μου χάριζε ευγλωττία αντάξια της πόλης της Φλωρεντίας, για την οποία πρόκειται να σας μιλήσω, ή έστω ανάλογη προς τον ζήλο και το πάθος που τρέφω για αυτήν. Όποιο χατίρι και αν μου γινόταν, τέτοια ευγλωττία θα μου επέτρεπε, νομίζω, να αναδείξω αφειδώλευτα τη μεγαλοσύνη και τη λαμπρότητά της. Γιατί, αφενός η Φλωρεντία είναι πόλη τόσο περίλαμπρη και θεσπέσια που δεν μπορεί να βρεθεί, σε ολόκληρη τη Γη, ούτε μία ικανή να συγκριθεί μαζί της. Και αφετέρου επειδή, και για αυτό είμαι απολύτως βέβαιος, ουδέποτε επιθύμησα κάτι με μεγαλύτερη ζέση σε όλη μου τη ζωή από το να μιλήσω για τη Φλωρεντία με την ευγλωττία που της αρμόζει. Δεν έχω, λοιπόν, καμία αμφιβολία ότι, όποια από τις δύο επιθυμίες μου και αν εκπληρωνόταν, θα ήμουν σε θέση να βρω τα λόγια για να υμνήσω με κομψότητα και αξιοσύνη τούτη την τόσο επιφανή και πανέμορφη πόλη. Όμως, επειδή τα πράγματα που επιθυμούμε δεν ταυτίζονται κατ’ ανάγκη με εκείνα τα οποία επιτρέπει η δεξιοσύνη μας να κατακτήσουμε, θα επιδιώξω ένα αποτέλεσμα συμβατό με τις δυνάμεις μου. Και έτσι, θα φανεί πως χωλαίνει όχι η επιθυμία μου, μα η ικανότητά μου. (περισσότερα…)

14 Ιουνίου 1986: Ο Μπόρχες πεθαίνει στη Γενεύη

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Ονειρεύτηκε το ξίφος στον ιδεώδη τόπο του, τον στίχο.
ΜΠΟΡΧΕΣ, «Ονειρεύεται κάποιος»

Στις 14 Ιουνίου 1986, ο Χόρχε Λουΐς Μπόρχες πέθανε και τάφηκε στη Γενεύη (Cimitière de Plainpalais, 18 Ιουνίου). Πάνω απ’ τον τάφο του τοποθετήθηκε μια ολωσδιόλου ιδιαίτερη επιτύμβια πέτρα, αμφίπλευρα σκαλισμένη, από τον Αργεντινό γλύπτη Eduardo Longato. Στην μπροστινή της όψη, στο επάνω μέρος είναι χαραγμένο το όνομά του και κάτω αριστερά οι χρονολογίες γέννησης και θανάτου του (1899-1986) στο πλάι ενός ψηλόκορμου κέλτικου σταυρού. Στο κέντρο βρίσκεται σκαλισμένη μία σκηνή με πολεμιστές που υψώνουν σπαθιά και τσεκούρια, αντίγραφο μιας ταφόπλακας της μονής του Lindisfarne, που πιθανόν δημιουργήθηκε μετά την πρώτη επιδρομή των Βίκινγκ το 793. Ακριβώς κάτω από την ανάγλυφη σκηνή υπάρχει η επιγραφή: «and ne forhtedon nā».

Η φράση αυτή, που προέρχεται από το έπος Η μάχη του Μάλντον, της παλαιο-αγγλικής (αγγλοσαξονικής) γλώσσας, μεταφράζεται: «και να μη φοβούνται». Στην πίσω όψη της επιτύμβιας πλάκας είναι σκαλισμένο ένα καράβι των Βίκινγκ που με αναπεπταμένο το ιστίο πλέει στα κύματα και το επιστέφει η επιγραφή «Hann tekr sverthit Gram ok leggr i methal theira bert», ενώ ακριβώς αποκάτω του αναγράφεται «De Ulrica a Javier Otárola». Η φράση αυτή στα παλαιο-νορδικά είναι ένας στίχος από το 27ο κεφάλαιο της Völsunga saga. Ο Ζίγκουρντ, μεταμφιεσμένος στον σύζυγο της Βρουγχίλδης ξαπλώνει δίπλα της «παίρνει το ξίφος Γκραμ και γυμνό το βάζει ανάμεσά τους». [1]

Η ίδια ακριβώς αυτή φράση είναι το μότο του μπορχεσιανού αφηγήματος «Ουλρίκα» (στο Βιβλίο από άμμο) και η μνεία της εκεί συσχετίζει άμεσα το αφήγημα με την αναγραφή της στην ταφόπετρα. Η συγκεκριμένη ιστορία είναι η μόνη ερωτική ιστορία σε όλο το μπορχεσιανό corpus, όπως έχει ειπωθεί, όπου μνημονεύεται μία σεξουαλική συνεύρεση (ή ακριβέστερα: αφήνεται με ποιητική ευκρίνεια και σαφήνεια να εννοηθεί). Ενώ η ηρωίδα Ουλρίκα στην αρχή αρνείται «με ευγενική αποφασιστικότητα» στον αφηγητή Χαβιέ Οτάλορα την ερωτική επαφή, συγκατανεύει αργότερα στο πανδοχείο, όταν πια αυτή τον αποκαλεί Ζίγκουρντ κι εκείνος Βρουγχίλδη. Η ιστορία αυτή εξηγεί και τη συνοδευτική αφιέρωση στην πέτρα «από την Ουλρίκα στον Χαβιέ Οτάρολα» (παρά τη μετάθεση των υγρών ρ και λ). [2] (περισσότερα…)

Εὐρωπαῖοι, μὲ τὴν ἐθνική μας παράδοση

*

τοῦ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Μὲ ἀφορμὴ τὶς διεξαγόμενες σήμερα ἐκλογὲς γιὰ τὸ Εὐρωπαϊκὸ Κοινοβούλιο, ἀναδημοσιεύουμε  τὴν ὁμιλία ποὺ ἐκφώνησε ὁ ποιητὴς Γιώργης Μανουσάκης πάνω στὸ ζήτημα τῆς εὐρωπαϊκῆς ὁλοκλήρωσης  καὶ τῆς ἑλληνικῆς ἐθνικῆς ταυτότητας στὶς 10 Δεκεμβρίου 2000 στοὺς Λάκκους  Κυδωνίας Χανίων. Πρώτη δημοσίευση: περιοδικὸ Ἐλλωτία, τόμος  9, Χανιὰ  2000-2001, σ. 123-138.  —  ΝΠ

~.~.~

Ἐπιλογὴ – Ἐπιμέλεια: Ἀγγελικὴ Καραθανάση

Τὸ 1974, μὲ τὴν πτώση τῆς ἑφτάχρονης δικτατορίας καὶ τὴν ἀποκατάσταση τῶν δημοκρατικῶν θεσμῶν, μιὰ γενικὴ εὐφορία, μιὰ αἰσιοδοξία κατέλαβε ὅλους τοὺς Ἕλληνες. Παραχωρήθηκαν ἐλευθερίες ποὺ ποτὲ ἄλλοτε δὲν εἶχε γνωρίσει ὁ τόπος, ἡ πολιτικὴ ζωὴ ὁμαλοποιήθηκε, ἔγιναν τολμηρὲς μεταρρυθμίσεις, ὁ λαὸς ἄρχισε νὰ διαδραματίζει σημαντικὸ ρόλο.

Μὲ τὸ πέρασμα ὅμως τῶν χρόνων τὶς λαμπρὲς προσδοκίες ἄρχισε νὰ διαδέχεται μιὰ ἀπογοήτευση. Τὰ προβλήματα τῆς ἐξωτερικῆς μας πολιτικῆς (Κυπριακό, σχέσεις μὲ τὴν Τουρκία καὶ τὴ FYROM) παράμεναν ἄλυτα. Νέα θέματα, ὅπως ἡ ἀποκατάσταση τῶν παλιννοστούντων Ἑλλήνων ἀπὸ τὶς ἀνατολικὲς χῶρες καὶ τὸ κῦμα τῶν λαθρομεταναστῶν, προστέθηκαν. Ἡ διοικητικὴ μηχανὴ δὲν φαινότανε ν’ ἀποβάλλει τὴ χρόνια ἀκαμψία της, ἡ ἀνεργία αὐξανότανε παρὰ τὴ βελτίωση τῆς οἰκονομίας, ἡ τσιμεντοποίηση τῶν πόλεων μὲ τὴ γενίκευση τῶν ἄχαρων πολυκατοικιῶν συνεχιζότανε, οἱ πυρκαγιὲς τῶν δασῶν κάθε καλοκαίρι κι ἡ συνακόλουθη οἰκοπεδοποίησή τους ὅλο καὶ πλήθαιναν, οἱ τιμὲς τῶν ἀγροτικῶν προϊόντων βρίσκονταν μόνιμα καθηλωμένες σὲ ὅρια πείνας, τὰ φαινόμενα διαφθορᾶς ἀκολουθοῦσαν ἀνοδικὴ πορεία.

Τώρα, εἰκοσιεφτὰ χρόνια μετὰ τὴ μεταπολίτευση, προσπαθοῦμε ἀκόμη νὰ βγοῦμε ἀπὸ τὸ γνώριμο τέλμα, σὲ καιροὺς ποὺ οἱ ἀπαιτήσεις ἀλλαγῆς, τόσο στὸ ρυθμὸ καὶ στὴν ποιότητα ζωῆς ὅσο καὶ στὶς διεθνεῖς μας σχέσεις, μεγάλωσαν κι οἱ κίνδυνοι ποὺ  μᾶς ἀπειλοῦν ὡς ἔθνος γίνονται ὅλο καὶ πιὸ εὐδιάκριτοι.

«Καὶ τί μ’ αὐτό;» θὰ μᾶς ποῦν οἱ ἀθεράπευτα αἰσιόδοξοι. «Ἡ Ἑλλάδα πέρασε στὴν ἱστορία της τόσες δύσκολες ὧρες, ἀπειλήθηκε τόσες φορὲς ἡ ἴδια ἡ ὕπαρξή της, καὶ πάντα κατάφερνε νὰ ὑπερνικήσει τὶς δυσκολίες καὶ νὰ ἐπιζήσει. Αὐτὸ θὰ γίνει καὶ τώρα».

Καλὴ εἶναι ἡ αἰσιοδοξία, ὅταν ὅμως στηρίζεται σὲ στέρεες βάσεις. Τὸ νὰ ἐπαναλαμβάνεις χαζοχαρούμενα τὴν ἐπωδὸ «Ἡ Ἑλλάδα ποτὲ δὲν πεθαίνει», σὲ μιὰν ἐποχὴ ποὺ ὅλα ἐκεῖνα ποὺ ἀποτελοῦσαν παλιότερα τὰ θεμέλια τῆς ἐθνικῆς μας ὕπαρξης τραντάζονται καὶ σαλεύουν, εἶναι τὸ λιγότερο μιὰ ἐξωπραγματικὴ μακαριότητα. (περισσότερα…)

Πώς βλέπουν οι ελευθερόστιχοι ποιητές τον έμμετρο στίχο

*

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

Στο συγκαιρινό μας χαώδες και πολυδαίδαλο ποιητικό τοπίο των διαρκών εναλλαγών και μεταβάσεων (που επιδιώκονται εν πολλοίς και προγραμματικά υπό το κράτος της αδυναμίας παροχής τόσο μιας συνεκτικής αφήγησης όσο και της συναφούς καλλιτεχνικής παραγωγής και θεωρητικής υποστήριξης που την συνέχουν) η σύγχρονη έμμετρη ποίηση, παρά τις αρκετές της εγγενείς διαφοροποιήσεις και ταλαντεύσεις, αποτελεί πιθανότατα την ευκρινέστερη ως προς την καταγραφή και την οριοθέτησή της τάση και κατηγορία. Πολλάκις, ετεροκαθοριζόμενη, θεωρείται πως αποτελεί και ένα «άκρο» του ποιητικού επιστητού, όντας ένα άτυπο terminus για τις επιμέρους διαφοροποιήσεις των ποιητικών φωνών και ρευμάτων από εκείνη, για τις τμηματικές και κατά το δοκούν δεξιώσεις της ή ακόμα και για την ολική της άρνηση. Διαπερνώντας εγκάρσια το σημερινό ελληνικό ποιητικό τοπίο, κρίνουμε πως μπορεί κανείς να καταγράψει σε ορισμένες κατηγορίες-ομπρέλα τις βασικές θέσεις των σύγχρονών μας ελευθερόστιχων ποιητών και ποιητριών (που προφανώς και δεν αποτελούν ένα σύνολο ενιαίο και αδιαίρετο) έναντι της έμμετρης ποίησης, παλεύοντας, παράλληλα, εν μέρει να τις ερμηνεύσει αλλά και να τις τοποθετήσει στα δεδομένα της εποχής μας και της ανάγκης ενδεχομένως υπέρβασής της.

->Η ανοιχτά επιθετική στάση: Η πιο ξεκάθαρη ως προς το στίγμα της, την ποιητική της πρακτική και την ιδεολογική της στόχευση κατηγορία αποτελείται από τους/τις δημιουργούς εκείνους/-νες που προγραμματικά πολεμούν κι εχθρεύονται τον έμμετρο λόγο υπό το πρίσμα του συντηρητισμού, της «παλαιοημερολογίτικης» οπισθοδρομικότητας και της εμμονής σε μια πρακτική που η ζωή και η τέχνη έχουν κατά την άποψή τους προ πολλού ξεπεράσει. (περισσότερα…)

25 Μαΐου 2011 – Δεκατρία χρόνια χαμένος

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ, 1955-2011
( έργο του Παναγιώτη Μητσομπόνου )

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

*

25 Μαΐου 2011 – Δεκατρία χρόνια χαμένος

Με τον ποιητή Γιάννη Βαρβέρη υπήρξαμε φίλοι, συνάδελφοι στην κριτική του θεάτρου και συμπαίκτες στη ρουλέτα. Ο Βαρβέρης γαλουχήθηκε στα χαρτοπαικτικά ήθη από μικρός, πέρασε ατέλειωτα βράδια στην ήπια παρακμή μισοξεχασμένων ελληνικών λουτροπόλεων, παρέα με χήρες στρατιωτικών και συζύγους μεσοαστών συμβολαιογράφων. Σύντομα έγινε μαιτρ σε όλων των ειδών τα παίγνια— απότοκο μάλιστα αυτής της ειδημοσύνης υπήρξε ο μικρός οδηγός χαρτοπαικτικής συμπεριφοράς με το εύγλωττο όνομα: Κόψε. Φιλάσθενος από πολύ ενωρίς και τα τελευταία χρόνια καταβασανισμένος από την επιδείνωση της υγείας του, δεν παραιτήθηκε ποτέ από τις απολαύσεις και (μεταξύ των κρίσεων που τον καθήλωναν στο σπίτι ή στο νοσοκομείο) έβγαινε για να τις αναζητήσει. Πάντοτε κομψός μα χωρίς ποτέ να ξεπέφτει στην επιτήδευση, λεπταίσθητος και οπλισμένος με το άσβεστο βιτριολικό του χιούμορ, νωχελής και αργοβάδιστος, παλαιότερα από ιδιοσυγκρασία και εσχάτως εξ ανάγκης. Και ήταν όντως χάρμα οφθαλμών να τον παρατηρείς να καταπλέει σάμπως σε δύσκολο λιμάνι, με ελιγμούς περίτεχνους, λεπτό προϋπολογισμό των εμποδίων και επιφύλαξη κινητική που φανέρωνε ιδιαίτερη σπουδή. Ορισμένα απ’ αυτά τα χαρακτηριστικά των σωματικών του αντιδράσεων μετέφεραν αυτούσιο το στίγμα τους και στην όλη συγκρότηση του Βαρβέρη, στη ζωή και στο παιχνίδι: μιλώ για τους στοχαστικούς ανάγυρους, την ακρίβεια και τη διαισθητική πρόνοια που τον διέκρινε στις εκτιμήσεις του. Στο καζίνο έπαιζε Black Jack και ρουλέτα με εξαιρετικές επιδόσεις — γιατί ήταν παίκτης ολκής ο Βαρβέρης. Προλάβαμε μαζί τις παλιές, αργοκύλιστες γαλλικές ρουλέτες (τότε που ανάμεσα στο Faites vos jeux και στο Rien ne va plus υπήρχε αρκετός χρόνος για την αποτίμηση της ροής των αποτελεσμάτων και τον σχεδιασμό της επόμενης κίνησης) και είχα πολλές ευκαιρίες να παρατηρήσω τη συμπεριφορά του στο τραπέζι του περιστροφικού ιλίγγου. Ως μεθοδικός παίκτης έδινε μεγάλη σημασία στην διαχείριση κεφαλαίου και επέλεγε στοιχηματικούς τύπους ισχυρών πιθανοτήτων. Η σκευή του η πολεμική, αμυντική εκ φύσεως, διέθετε και εντελώς αντίθετα όπλα: αιχμές αντί καμπυλών, ασωτία διαθέσεων έναντι σφιχτής λογιστικής τάξεως και αστραπιαίες αντεπιθέσεις με μεγάλη αίσθηση του ρίσκου. Ήταν προικισμένος δηλαδή με τον σπάνιο συνδυασμό σύνεσης υπολογιστικής και τόλμης αλματικής. Πλεονεκτήματα που άστραφταν και με τα οποία ο Γιάννης κέρδισε πολλές αναμετρήσεις που φαίνονταν χαμένες. Μα το παιχνίδι, κάθε παιχνίδι στη ζωή, κάποτε δυσκολεύει, παίζεις με μια τύχη απλή, η μπίλια πέφτει στο zero και χάνεις. (περισσότερα…)

Τζακαράντες

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Ο Γιώργος Σεφέρης φαίνεται πως έκθαμβος πρωταντίκρισε σε πλήρη ανθοφορία τις τζακαράντες τον Οκτώβριο του 1941, στην Πρετόρια της Νότιας Αφρικής. Γράφει στο ημερολόγιό του (Μέρες Δ΄) την Τρίτη [14] Οκτώβρη 1941: «Η τζακαράντα, το δέντρο με τα μενεξεδένια μάτια, που κρατά καστανιέτες». Και συμπληρώνει δέκα μέρες σχεδόν μετά (Σάββατο, 25 Οκτώβρη):

«Οι τζακαράντες αρχίζουν τώρα να πρασινίζουν. Σε λίγο η μενεξεδένια χάρη τους θα έχει χαθεί. Μοιάζουν σαν τα όμορφα παιδιά που ασκημίζουν μεγαλώνοντας».

Το μενεξεδένιο χρώμα της κι οι καρποί της που μοιάζουν στις ισπανικές καστανιέτες υποβάλλουν ακαριαία στον ποιητή την αίσθηση της χορευτικής κίνησης. Κι έτσι χορεύοντας τις παρουσιάζει στο ποίημα που γράφει πάλι εκεί στην Πρετόρια, μάλλον προς το τέλος του ίδιου μήνα, όπως φανερώνει κι η αναφορά στον Ευπλόκαμο Νυχθήμερο, που απάντησε στον Ζωολογικό κήπο (26 Οκτώβρη. Την ίδια αυτή χειρόγραφη ένδειξη του ποιητή φέρει εξάλλου κι ο φάκελος που περιέχει το αυτόγραφο, στο Αρχείο του: «Της Μαρώς KERK STR. OOST 1941 τ’ άη Δημήτρη»).

KERK STR. OOST, PRETORIA, TRANSVAAL

Οι τζακαράντες παίζοντας καστανιέτες και χορεύοντας
ρίχναν γύρω στα πόδια τους ένα μενεξεδένιο χιόνι.
Αδιάφορα όλα τ’ άλλα, κι αυτό
το Βένουσμπεργκ της γραφειοκρατίας με τους διπλούς
του πύργους και τα διπλά του επίχρυσα ρολόγια
ναρκωμένο βαθιά σαν ιπποπόταμος μες στο γαλάζιο.
Και τρέχαν τ’ αυτοκίνητα δείχνοντας
γυαλιστερές πλάτες όπως τα δελφίνια.
Στο τέλος του δρόμου μάς περίμενε
δρασκελώντας αργόσχολα μες στο κλουβί του
ο ασημένιος φασιανός της Κίνας
ο Ευπλόκαμος Νυχθήμερος, όπως τον λένε. (περισσότερα…)

W. B. Yeats, Για το Βυζάντιο

*

Ο Αριστοτέλης λέει ότι αν δώσεις μια μπάλα σ’ ένα παιδί, δεν πα’ να κοστίζει τρεις δεκάρες, αν είναι η καλύτερη στην αγορά, είναι υπόδειγμα μεγαλείου – και το ύφος, είτε στη ζωή είτε στη λογοτεχνία, πηγάζει, νομίζω, από την υπερβολή, απ’ αυτό το κάτι πέρα και πάνω από τη χρησιμοθηρία που σφίγγει την καρδιά. Στα όψιμα ποιήματά μου το ονομάζω Βυζάντιο, από εκείνη την πόλη όπου οι αναλωμένες μορφές των Αγίων πρόβαλλαν πάνω σε χρυσό ψηφιδωτό φόντο, και ένα τεχνητό πουλί τραγουδούσε πάνω σ’ ένα χρυσόδεντρο εμπρός στον αυτοκράτορα – και σ’ ένα ποίημά μου έχω φανταστεί τα πνεύματα να κολυμπούν, καβάλα σε δελφίνια που σχίζουν τις αισθησιακές θάλασσες, για να χορέψουν στα πλακόστρωτά της.

~.~

Νομίζω ότι αν μου χάριζαν έναν μήνα Αρχαιότητας και είχα το ελεύθερο να τον περάσω όπου θέλω, θα διάλεγα το Βυζάντιο, λίγο προτού ο Ιουστινιανός τελέσει τα θυρανοίξια της Αγίας Σοφίας και βάλει λουκέτο στην Ακαδημία του Πλάτωνος. Νομίζω ότι θα πετύχαινα εκεί σε κάποιο ταβερνάκι κανέναν φιλόσοφο φηφιδογράφο ικανό ν’ απαντήσει όλες μου τις ερωτήσεις, που θα ’ταν πιο κοντά στο υπερφυσικό και από τον Πλωτίνο τον ίδιο, γιατί με την υπερήφανη δεξιοτεχνία του, ό,τι ήταν για τους ηγεμόνες και τους κληρικούς όργανο εξουσίας και για τον όχλο φονική παράκρουση, εκείνος θα το ’κανε να μοιάζει μορφή εξαίσια και λυγερή σαν τέλειου ανθρώπινου σώματος. Νομίζω ότι στο πρώιμο Βυζάντιο, ίσως όσο ποτέ πιο πριν ή πιο μετά στην καταγεγραμμένη ιστορία, θρησκευτική, αισθητική και πρακτική ζωή ήταν ένα, ότι οι αρχιτέκτονες και οι καλλιτέχνες –αν όχι, ίσως, και οι ποιητές, αφού η γλώσσα ήταν όργανο για έριδες και πρέπει να ’χε γίνει αφηρημένη– μιλούσαν και στους πολλούς και στους λίγους το ίδιο. (περισσότερα…)

Botho Strauss, Ἡ διογκούμενη τραγωδία

*

Δραματουργός, πεζογράφος και δοκιμιογράφος, ο Μπότο Στράους ανήκει στις διαπρεπέστερες φωνές που ανέδειξε η γερμανική λογοτεχνία μεταπολεμικά. Εφέτος συμπληρώνει τα 80 του χρόνια. Με αφορμή την επέτειο, αναδημοσιεύουμε εδώ από το έντυπο ΝΠ (τχ. 3, 2015), το περίφημο (και εντελώς προφητικό, όπως ιδίως σήμερα διαπιστώνει κανείς) δοκίμιό του για την μισαλλοδοξία και τις ενδιάθετες ολοκληρωτικές τάσεις του Δυτικού φιλελευθερισμού. Το δοκίμιο πρωτοείδε το φως στο περιοδικό DER SPIEGEL, το 1993, πυροδοτώντας μια έριδα που ώς σήμερα δεν εννοεί εντελώς να κοπάσει.

~.~

Μετάφραση
ΠΕΤΡΟΣ ΓΙΑΤΖΑΚΗΣ

Κάποιος ποὺ αἰσθάνεται δέος ἐμπρὸς στὴν ἐλεύθερη κοινωνία, ἐνώπιον τοῦ μεγέθους καὶ τῆς ὁλότητάς της, ὄχι ἐπειδὴ κρυφὰ τὴν βδελύσσεται ἀλλά, ἀντιθέτως, ἐπειδὴ τρέφει μέγιστο θαυμασμὸ γιὰ τὶς τρομερὰ περίπλοκες διεργασίες καὶ διευθετήσεις της, γιὰ τὴν μεγαλειώδη καὶ εὐαίσθητη ὀργάνωση τοῦ κοινοῦ της βίου, ὁργάνωση ποὺ οὔτε ὁ πιὸ πολύπλευρος καλλιτέχνης, οὔτε ὁ πλέον χαρισματικὸς κυβερνήτης δὲν θα μπορούσε νὰ ἐπινοήσει ἢ νὰ διευθύνει. Κάποιος ποὺ παρακολουθεῖ σχεδὸν ἐμβρόντητος, γεμάτος σέβας, πῶς οἱ ἄνθρωποι, παρ’ όλη τὴν κακότητά τους στὸ βάθος, ἀντιπαρέρχονται ἐντέλει τόσο ἀνάλαφρα ὁ ἕνας τὸν ἄλλο κι αὐτὸ δὲν σημαίνει τίποτε λιγότερο ἀπὸ τὸ ὅτι μποροῦν νὰ συμβιοῦν μεταξύ τους. Ἐκεῖνος ποὺ παρατηρεῖ παντοῦ στὶς ὑποθέσεις καὶ στὶς κινήσεις τοὺς τὴν ἰσορροπία, τὴν χορευτικὴ ἑτοιμότητα, τὴν παιγνιώδη διάθεση, τὴν πανούργα ὑποκριτική, τὴν καλλιτεχνικὴ μανιέρα – γιατὶ βέβαια αὐτὴ ἡ συμβίωση πρέπει νὰ φαντάζει στὰ μάτια καθενός ἀποστασιοποιημένου παρατηρητῆ, ἐὰν δὲν ἔχει προσβληθεῖ ἀπὸ πολιτικὴ ἀσθένεια, πολὺ περισσότερο σὰν ἀσύλληπτο τέχνασμα παρὰ σὰν καζάνι ποὺ κοχλάζει, σὰν «κόλαση τῶν ἄλλων»…

Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως τοῦ φαίνεται τώρα σὰν νὰ ἀκούει τὶς συναρμογὲς στὰ θεμέλια νὰ τριζοβολοῦν, σὰν νὰ βλέπει ἀκόμη ἐμπρός του τοὺς ἔσχατους ποὺ κατόρθωσαν νὰ ξεφύγουν καὶ νὰ καταφύγουν κάτω ἀπὸ μιὰ στέγη, σὰν νὰ διαισθάνεται τὸ ἀδιόρατο σφάλισμα, τὸ σιγαλὸ κλείδωμα μιᾶς θύρας. Ἔπειτα, τὸ μόνο ποὺ ἀντιλαμβάνεται πιά, εἶναι τὸ ἠχηρὸ σπάσιμο τῶν σχοινιῶν, ὁ βίαιος χωρισμὸς τῶν χεριῶν ποὺ ἦταν μεταξύ τους πιασμένα, τὸ σπάσιμο τῶν νεύρων, ἡ διάρρηξη τῶν συμβολαίων, τῶν δικτύων καὶ τῶν ὀνείρων.

Πόσες μεταμορφώσεις ἐπιδέχεται πλέον τὸ Οἰκεῖο, ὁ κόσμος ποὺ διαπλάσαμε ἐμεῖς; Κατὰ τὰ φαινόμενα, καμία. Ἔχουμε εἰσέλθει στὴν στατικὴ σταθερότητα ἐνὸς αὐτορρυθμιζόμενου συστήματος. Εἴτε ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ δημοκρατία εἴτε μὲ μιὰ μορφὴ δημοκρατισμοῦ: ἂν πρόκειται γιὰ μοντέλο τῆς κυβερνητικῆς, γιὰ ἐπιστημονικὸ λόγο, γιὰ πολιτικοτεχνικὸ ὀργανισμὸ αὐτοεπιτήρησης, τοῦτο τὸ ἐρώτημα μένει νὰ ἀπαντηθεῖ στὸ μέλλον. Τὸ βέβαιο εἶναι ὅτι αὐτὸ τὸ μόρφωμα ἔχει ἀνάγκη ἀδιαλείπτως, καθὼς φυσικὸς ὀργανισμός, τὴν ἐξωτερικὴ καὶ ἐσωτερικὴ πίεση τοῦ κινδύνου, τοῦ ρίσκου, ἀκόμη καὶ τὴν παροδικὴ σοβαρὴ ἐξασθένιση, γιὰ νὰ συγκεντρώσει ἐκ νέου τὶς δυνάμεις του ποὺ τείνουν νὰ διασπαροῦν σὲ χίλιες δυὸ δευτερεύουσες κατευθύνσεις. Τὸ σύστημα αὐτὸ τῶν ἐργαλειακῶν ἐλευθεριῶν παραμένει μέχρι τοῦδε ἐκτὸς συναγωνισμοῦ, οὔτε ὁ ὁλοκληρωτισμὸς οὔτε ἡ θεοκρατία κατόρθωσαν ποτὲ νὰ μᾶς προσφέρουν κάτι ἀνώτερο πρὸς ὄφελος τῆς εὐημερίας τῆς πλειονότητας τῶν ἀνθρώπων. (περισσότερα…)

Μετά τον άνθρωπο

*

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ Η ΜΗΧΑΝΗ  #  3

Προσεγγίσεις στον κόσμο της τεχνητής νοημοσύνης και των πραγματικών ή πλασματικών οριζόντων της

~.~

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ

Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που μας κληροδότησε ο φοβερός 20ός αιώνας είναι η αντιανθρωπιστική παράδοση. Κατά τη διάρκεια του αιώνα που μας πέρασε, ο ουμανισμός περιφρονήθηκε και καταπολεμήθηκε, και η κληρονομιά της Αναγέννησης δέχτηκε συντριπτικό πλήγμα. Σήμερα ο ανθρωποκεντρισμός, ο πυρήνας της αναγεννησιακής και γενικά της νεωτερικής κοσμοθεώρησης, θεωρείται ως η αιτία κάθε κακού. Και δέχεται μάλιστα ταυτόχρονη επίθεση από δύο κατευθύνσεις. Αφενός, πλήττεται με σφοδρότητα η ανθρωποκεντρική αντίληψη που διαχωρίζει τον άνθρωπο από το ζώο. Οι κάθε είδους αντισπισιστές εφορμούν με όλες τις δυνάμεις τους ενάντια στην πεποίθηση πως ο άνθρωπος είναι ένα ανώτερο είδος του ζωικού βασιλείου. Ο ανθρωποκεντρισμός δεν είναι, κατ’ αυτούς, παρά μια απλή ψευδαίσθηση ή μάλλον κυνική ιδεολογία, προκειμένου να κρατούμε σκλαβωμένα τα ζώα και να τα εκμεταλλευόμαστε στυγνά. Τα ζώα, σύμφωνα με αυτή την αντισπισιστική ιδέα, είναι απολύτως όμοια, όχι μόνο από βιολογική αλλά και από διανοητική, ηθική, ακόμη και πολιτική άποψη, με τον άνθρωπο.

Από την άλλη πλευρά, εξίσου μανιασμένη επίθεση δέχεται κι η ανθρωποκεντρική αντίληψη που διακρίνει μεταξύ ανθρώπου και μηχανής. Οι διάφοροι φουτουριστές και μετανθρωπιστές χτυπούν με βία την ιδέα πως άνθρωπος και μηχανή διαφέρουν ριζικά. Κατά τη γνώμη τους, η μηχανή, ο υπολογιστής, το ρομπότ, η τεχνητή νοημοσύνη μπορούν ν’ αντικαταστήσουν τον άνθρωπο σε όλες του τις λειτουργίες. Δεν υπάρχει γνώση, σκέψη, συναίσθημα, πάθος ανθρώπινο που να μην μπορεί να προσομοιωθεί απόλυτα από τη μηχανή. Νά τι γράφει, για παράδειγμα, η Ντόννα Χάραγουεϋ, διάσημη υπέρμαχος του μετανθρωπισμού:

Οι μηχανές στον ύστερο 20ό αιώνα έκαναν ολότελα αμφίβολη τη διαφορά ανάμεσα στο φυσικό και το τεχνητό, στο νου και το σώμα, στην αυτοανάπτυξη και τον έξωθεν σχεδιασμό, καθώς και ανάμεσα σε πάμπολλες άλλες διακρίσεις που ίσχυαν άλλοτε για τους οργανισμούς και τις μηχανές. Οι μηχανές μας έχουν ενοχλητική ζωντάνια, και εμείς τρομακτική αδράνεια.[1] (περισσότερα…)

Συνέχειες / ασυνέχειες

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Ποια σχέση έχει με το πρότερο εγώ του ο Γάλλος ή ο Γερμανός που προσχωρεί στον βουδισμό ή στο ισλάμ κι αλλάζει όνομα, χώρα διαμονής και βιοτροπία; Ο Κάσσιους Κλέυ και ο Μοχάμεντ Άλι, ο Λευκάδιος Χερν και ο Γιάκουμο Κοϊζούμι, ο Σαύλος και ο Παύλος είναι άλλα πρόσωπα; Ένας ληξίαρχος, ένας φυσιολόγος, ένας ψυχαναλυτής, ένας μυθιστοριογράφος θα χαμογελούσαν μάλλον με τον ισχυρισμό. Για το αστικό δίκαιο ή τα ταμεία ασθενείας, «άλλος» δεν γίνεται καν αυτός που αλλάζει φύλο στο χειρουργείο ή πάσχει από ολική αμνησία. Η περιουσία και τα χρέη του, το οικογενειακό δέντρο του, το DNA και το ιατρικό ιστορικό του, όλα τα κύρια νήματα που τον συνδέουν με το παρελθόν, παραμένουν άθικτα.

Σε πείσμα των σημερινών identity politics, που με τις παρδαλώνυμες θεωρίες τους έχουν βαλθεί να θεσμοποιήσουν την αυθαιρεσία της βούλησης, το «είσαι ό,τι δηλώσεις», η αυτοκατανόηση είναι ένα μόνο από τα στοιχεία της ταυτότητας ενός υποκειμένου, ατομικού ή συλλογικού – και όχι το κύριο. Αν μόνο η μια στις δέκα πράξεις ή αποφάσεις μας είναι όντως συνειδητή, όπως ισχυρίζονται σήμερα οι νευροεπιστήμονες, πόσο μπορούμε ενεπίγνωστα να επηρεάσουμε με τις πράξεις μας τον εαυτό μας; Και πόσο εντέλει η αυτοσυνειδησία μας, το όνομα ή η «δόξα» που επιλέγουμε να περιενδυθούμε, ρυθμίζει την βαθύτερη, ασύνειδη ζωή μας;

Είναι «άλλος» ο ελληνισμός της Aρχαιότητας λ.χ. απ’ αυτόν των Μέσων Χρόνων και της νεώτερης εποχής; Το ότι οι ελληνόφωνοι πληθυσμοί του Βυζαντίου αποκαλούν τον εαυτό τους Ρωμαίο, βδελύσσονται την θρησκεία των προγόνων τους και γκρεμίζουν τα ιερά τους, για τους ίδιους προφανώς ήταν μια δραματική μεταβολή της αυτοκατανόησής τους, με ποικίλα κοινωνικά και ψυχικά επακόλουθα. Για τον υπόλοιπο κόσμο όμως, που είχε εμπρός του μια άλλη εικόνα, εκ των έξω άρα και σαφέστερη, προφανώς η θρησκευτική μεταστροφή των Ελλήνων ήταν φαινόμενο με σημασία πολύ πιο περιορισμένη. Γι’ αυτό και εξακολούθησε να αποκαλεί αδιάλειπτα τους Βυζαντινούς με τους όρους που μεταχειριζόταν για τους Έλληνες εδώ και αιώνες: Ίωνες οι εωθινοί μας γείτονες, Γραικούς οι εσπέριοι. Μα και για μας σήμερα μήπως μικρή σημασία δεν έχει αν οι Πέρσες αποκαλούν σήμερα το κράτος τους Ισλαμική Πολιτεία του Ιράν ή αν ο νυν διάδοχος του Οθωμανού σουλτάνου και χαλίφη της Κωνσταντινουπόλεως ακούει στον τίτλο Πρόεδρος, ηγείται ενός κοσμικού τύποις κράτους, εδρεύει στα υψίπεδα της Φρυγίας και γράφει το όνομά του με λατινικούς χαρακτήρες; Τα συλλογικά υποκείμενα δεν τα γεννούν οι λέξεις, αλλά η ιστορία. (περισσότερα…)

Σταγόνα στον ωκεανό

*

του HANS MAGNUS ENZENSBERGER

Ἐ­πει­δὴ τὰ ἀρχαῖα ἑλ­λη­νι­κά μου εἶ­ναι σκου­ρι­α­σμέ­να, χρει­ά­στη­κε νὰ συμ­βου­λευ­τῶ λε­ξι­κό. Φαί­νε­ται ὅ­τι «πρόβλημα» στὴν ἀρχὴ δὲν σήμαινε κά­τι ποὺ ἐξετάζουμε ἢ ἔ­στω ἀναζητοῦμε, ἀλ­λὰ μιὰ δο­κι­μα­σί­α ριγ­μέ­νη, τρό­πον τι­νά, μπρο­στὰ στὰ πό­δια μας· ἡ λέ­ξη προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ ρῆ­μα βάλ­λω ποὺ ση­μαί­νει ρί­χνω.

Ὅ­μως αὐ­τὸ εἶ­ναι ἡ μι­σὴ ἀ­λή­θει­α. Για­τὶ γιὰ κά­θε ἄν­θρω­πο ποὺ πε­ρι­μέ­νει νὰ λυ­θοῦν τὰ προ­βλή­μα­τα ἀ­πὸ μό­να τους, ποὺ τὰ θέτει κατὰ μέρος καὶ τὰ ἀ­φή­νει ἀνεξέταστα, ὑ­πάρ­χουν του­λά­χι­στον μιὰ ντου­ζί­να ἄλ­λοι οἱ ὁ­ποῖ­οι τὰ ἐπι­ζη­τοῦν, καὶ μά­λι­στα τό­σο πι­ὸ ἔν­το­να, ὅ­σο πι­ὸ δύ­σκο­λα εἶ­ναι. Καὶ ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο πε­δι­κλώ­νον­ται, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο πει­σμα­τώ­νουν γιὰ νὰ βροῦν τὴ λύ­ση. Ὁ κίν­δυ­νος τοῦ ἐθισμοῦ ποὺ καραδοκεῖ ἐδῶ, συ­χνὰ ὑ­πο­τι­μᾶ­ται, ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πὸ τὸ ἐ­ὰν πρό­κει­ται γιὰ παι­χνί­δι στὸν ὑ­πο­λο­γι­στὴ ἢ γιὰ τὸ ζή­τη­μα τοῦ αἰ­ώ­να.

Κα­λὸ θὰ ἦ­ταν νὰ κά­νου­με τὴ δι­ά­κρι­ση ἀ­νά­με­σα σὲ ἐ­πι­λύ­σι­μα καὶ σὲ ἀ­νε­πί­λυ­τα προ­βλή­μα­τα. Δυ­στυ­χῶς, πι­ὸ εὔ­κο­λα τὸ λέ­με πα­ρὰ τὸ κά­νου­με. Δι­ό­τι ὑ­πάρ­χουν ἁ­πλὲς ἐκ πρώ­της ὄ­ψε­ως δο­κι­μα­σί­ες, οἱ ὁ­ποῖ­ες κα­τὰ κύ­ρι­ο λό­γο ἐ­πι­δέ­χον­ται λύ­ση, ὅ­μως τὸ κό­στος ποὺ ἀ­παι­τεῖ­ται γιὰ τὴν ἐ­πί­λυ­σή τους εἶ­ναι τό­σο ἀ­στρο­νο­μι­κὸ ποὺ εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρα νὰ τὰ πα­ρα­τή­σει κα­νείς. Ἕ­να τέ­τοιο πρό­βλη­μα ἀν­τι­με­τω­πί­ζει ὁ ἐμ­πο­ρι­κὸς ἀν­τι­πρό­σω­πος ποὺ πρέ­πει νὰ ἐ­πι­σκε­φτεῖ συγ­κε­κρι­μέ­νο ἀ­ριθ­μὸ πε­λα­τῶν. Ση­μει­ώ­νει λοι­πὸν τὸν τό­πο δι­α­μο­νῆς τους πά­νω στὸ χάρ­τη του. Καὶ τώ­ρα σκέ­φτε­ται ποιός εἶ­ναι ὁ συν­το­μό­τε­ρος τρόπος γιὰ νὰ ὑ­πο­βά­λει τὰ σέ­βη του σὲ κά­θε πε­λά­τη. Καὶ τρα­βά­ει τὰ μαλ­λιά του μό­λις δι­α­πι­στώ­σει ὅ­τι ὁ ἀ­ριθ­μὸς τῶν πι­θα­νῶν δι­α­δρο­μῶν αὐ­ξά­νε­ται ὑπέρμετρα κάθε φορά ποὺ ὁ ἀ­ριθ­μὸς τῶν προ­ο­ρι­σμῶν του αὐξάνει. Ἦδη μὲ εἴ­κο­σι μόνο πε­λά­τες θὰ εἶ­χε νὰ ἀποφασίσει ἀ­νά­με­σα σὲ τρι­σε­κα­τομ­μύ­ρι­α δυνατὲς έπιλογές. Ἂν ἤ­θε­λε νὰ τὶς δο­κι­μά­σει ὅ­λες, ὄ­χι μό­νο θὰ ἔ­πρε­πε νὰ πα­ρα­τή­σει τὸ ἐ­πάγ­γελ­μά του, ἀλ­λὰ καὶ νὰ ζή­σει πε­ρισ­σό­τε­ρα χρό­νι­α ἀ­πὸ τὸν πλα­νή­τη Γῆ. (περισσότερα…)