ΝΠ | Δοκίμια

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Γλῶσσα καὶ κοινωνία

*

Τὸ πλῆρες πρόγραμμα τῶν εκδηλώσεων ἐδῶ

~.~

Lingua nova Greca inventa… «Ἀνεκαλύφθη νέα τις γλῶσσα καλουμένη Ἑλληνική· προσέχετε ἀπ᾿ αὐτῆς, ὅτι ὄργανον τυγχάνει μαγείας, ἀκολασίας καὶ πάσης μαγγανείας· πλήρης δὲ ἐστὶ βλασφημιῶν, καὶ οὐαὶ τῷ γινώσκοντι καὶ μίαν ἢ δύο ἐξ αὐτῆς λέξεις».

Ἱεροκήρυξ Γάλλος τοῦ ΙΓ´ αἰῶνος, διδάσκων ἀπὸ τοῦ ἄμβωνος, ἔδιδεν εἰς τοὺς ἀκροατάς του τὰς ἀνωτέρω πληροφορίας. Καὶ τότε μὲν ἡ διδαχή του ἤχησεν εἰς τὰ ὦτα τοῦ ποιμνίου του ὡς ἐπίκαιρος νουθεσία· ἀλλὰ ποῦ νὰ ἤξευρεν, ὁ μακάριος, ὅτι ἔμελλε νὰ ἔλθῃ ποτὲ χρόνος ὁπότε καὶ προφητικήν τινα ἔννοιαν ἴσως θὰ προσελάμβανον οἱ λόγοι του.

Τότε μὲν εἰς τὸ Παρίσι εἶχεν ἀνακαλυφθῆ, ὡς φαίνεται, νέα γλῶσσα, Ἑλληνικὴ καλουμένη· σήμερον δέ, ὄχι μία, ἀλλὰ περισσότεραι ἑλληνικαὶ γλῶσσαι συγχρόνως ἔχουν ἐπινοηθῆ· ἄλλη μᾶς ἔρχεται ἀπὸ τὸ Παρίσι, καὶ ἄλλη ἐπιδημεῖ ἐνθρονισμένη ἐδῶ, εἰς τὰς Ἀθήνας· καὶ ὅλαι λαλούμεναι, γραφόμεναι, καὶ ἀναγινωσκόμεναι ἀνὰ Ἑλλάδα πᾶσαν καὶ τὴν ἄγλωσσον, ἠχοῦσιν ὡς «σύμμικτον εἶδος κἀποφώλιον τέρας». (περισσότερα…)

Αθηναϊκά μικροδράματα. Δοκίμιο για την νεοελληνική αλληλομαχία

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Καλοκαίρι, Αθήνα, είκοσι μέτρα κάτω απ’ τη γη. Σταθμός Αμπελοκήπων, ώρα αιχμής. Αλαφιασμένη κυρία φορτωμένη με κάθε λογής τσάντες αγωνίζεται να τρυπώσει στο βαγόνι. Ο αγώνας είναι άνισος, το πλήθος που στέκει εμπρός της πυκνό και απρόθυμο να την διευκολύνει. Η κυρία ιδρώνει προσπαθώντας να ισορροπήσει ακροβατικά στο κατώφλι της εισόδου, μετέωρη σχεδόν πάνω στην κόψη συρμού και αποβάθρας. Με ώμους, πλάτη, γοφούς, περιφέροντας τα ογκηρά υπάρχοντά της πιέζει την αδρανή σάρκινη μάζα πίσω της σε μια απόπειρα να κερδίζει τα ζωτικά εκατοστά που θα της επιτρέψουν να μείνει. Μάταια. Η αναδιευθέτηση, η νέα μοιρασιά των λίγων εκείνων τετραγωνικών αμέσως μετά τις πόρτες, αποδεικνύεται τελικά πολύ φιλόδοξο αίτημα. Η κυρία εγκαταλείπει την προσπάθεια. Ζαλωμένη τα ψώνια της, με τη γλώσσα στο στόμα, αναζητά άλλη είσοδο, άλλο βαγόνι, ολιγάνθρωπο.

Κι όμως, λίγα μόλις εκατοστά δεξιά και αριστερά του χώρου των ορθίων, στους διαδρόμους εμπρός στα καθίσματα, στο φυσερό που συνδέει τα βαγόνια, ο κόσμος δεν είναι τόσο πολύς. Μ’ ένα απλό βήμα ενός μέτρου, ένα ήπιο γλίστρημα του στοιβαγμένου χορού προς τα έσω, ο τόπος που μπορεί να εξοικονομηθεί για τους όψιμους επιβάτες, και τους πιο φορτωμένους ακόμη, θα ήταν αρκετός. Ωστόσο, αυτό το απλό βηματάκι κανείς δεν το κάνει. Ιδίως οι ακροβολισμένοι στις πόρτες είναι διατεθειμένοι να στριμωχτούν ώς εκεί που δεν παίρνει καλύτερα, παρά να θυσιάσουν την εγγύτητά τους στην έξοδο.

Τα ενδότερα του συρμού μοιάζει για όλους να είναι πεδίο ανεπιθύμητο. Εμπρός στους καινουργιοφερμένους οι «παλιοί» αντιδρούν σαν άτυποι σύμμαχοι, στυλώνουν τα πόδια, προτάσσουν τα στήθη σαν να λένε «Ε λοιπόν όχι, δεν το κουνάω από δω!» Νo pasarán! Οι πιο πίσω κάνουν ότι δεν κοιτούν, ότι η μάχη μπροστά δεν τους αφορά. Με τον τρόπο τους όμως περνούν το μήνυμα στους ακρίτες: κράτα τη θέση σου, μείνε όπου είσαι, αν εσύ υποχωρήσεις, μη νομίζεις ότι θα κερδίσεις σε βάρος μας τις σπιθαμές που σπατάλησες αλλού. (περισσότερα…)

Οἱ λογοτεχνικὲς μεταμορφώσεις τοῦ Ἰκάρου

*

«Ἂν ἡ τραγικὴ Ἀρχαιότητα ἔχει μέτρο της τὴ δύσκολη ἰσορροπία ἀνάμεσα στοὺς πόθους καὶ τὶς δυνατότητες τῆς ἀνθρώπινης φύσης, οἱ μεσσιανικοὶ Νέοι Χρόνοι αὐτὴ τὴ φύση ἐξαρχῆς τὴν ἀρνοῦνται. Ἡ ὑπέρβαση εἶναι τὸ ζητούμενο, ἡ τόλμη ἀνεξαρτήτως κόστους, ἡ ἀψήφηση κάθε εἴδους ὁρίων. Ὅ,τι γιὰ τὸν Ἀρχαῖο εἶναι ὕβρις, γιὰ τὸν Νεωτερικὸ ἄνθρωπο εἶναι ἀρετή. Οἱ λογοτεχνικὲς μεταμορφώσεις τοῦ Ἰκάρου ἀνὰ τοὺς αἰῶνες εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ἐρεθιστικὰ τεκμήρια αὐτῆς τῆς κοσμοϊστορικῆς μετάβασης.

Μιὰ ἰχνηλάτηση τῶν πτήσεων τοῦ μυθικοῦ ἥρωα ἀπὸ τὸν Ὀβίδιο ὣς τὸν Γκόνγκορα καὶ ἀπὸ τὸν Μπωντλαὶρ ὣς τὴ Σέξτον.»

Ἀπὸ τὸ ὀπισθόφυλλο τοῦ βιβλίου Ἴκαροι. Ὁ φτερωτὸς ἥρωας καὶ τὰ πρόσωπά του μέσα στὸν χρόνο, Προλεγόμενα – Ἄνθολόγηση – Μετάφραση Κώστας Κουτσουρέλης, ποὺ μόλις κυκλοφόρησε ἀπὸ τὶς Ἔκδόσεις Σμίλη. Τὸ ἐκτενέστερο ἀπόσπασμα ποὺ ἀκολουθεῖ εἶναι ἀπὸ τὰ Προλεγόμενα τοῦ συγγραφέα.

~.~

Ὁ πίνακας τοῦ Πίτερ Μπρέχελ τοῦ Πρεσβύτερου Τοπίο μὲ πτώση Ἰκάρου (π. 1555) ἀνήκει στοὺς πιὸ πολυσχολιασμένους τῆς εὐρωπαϊκῆς ζωγραφικῆς. Ἐπιπλέον, πολλοὶ ποιητὲς ἐμπνεύστηκαν ποιήματά τους ἀπὸ ἐκεῖνον. Τὸ μήνυμά του εἶναι ἁπλό: γιὰ τὴν ἀτομικὴ μοίρα τοῦ καθενός, ὁ κόσμος ἀδιαφορεῖ. Τὴν ὥρα ποὺ ὁ Ἴκαρος καταποντίζεται ἀνεπιστρεπτί, τριγύρω του χαίρει ἡ φύσις ὅλη, ἡ βλάστηση ὀργιάζει, οἱ ἄνθρωποι ἀπερίσπαστοι ἐπιδίδονται στὰ ἐπιούσια ἔργα τους.

Μὲ τὴ σύλληψή του αὐτὴ ὁ Κατωχωρίτης ζωγράφος γίνεται πρόδρομος τοῦ ντεϊσμοῦ, ἑνὸς φιλοσοφικοῦ ρεύματος τῶν Νέων Χρόνων, ἰδίως του Διαφωτισμοῦ, ποὺ πρέσβευε ὅτι ὁ Θεός, καίτοι ποιητὴς τῶν ὅλων, ἅπαξ καὶ ὁλοκληρώσει τὸ θεῖο του ἔργο, παύει νὰ ἀνακατεύεται πιὰ στὰ ἀνθρώπινα· ἀποκλεισμένος κατὰ κάποιον τρόπο ἀπὸ τὴν ἴδια του τὴ Δημιουργία, δὲν παρεμβαίνει στὴ μοίρα ἑνὸς ἑκάστου, δίκαιη ἢ ἄδικη, σκληρὴ ἢ εὐμενῆ. Ἡ πάμφωτη, ἱλαρὴ Φύση τοῦ Μπρέχελ εἶναι ἡ εἰκαστικὴ μετωνυμία ἑνὸς τέτοιου, ἀμέτοχου στ’ ἀνθρώπινα, Θεοῦ. Ὁ Ἴκαρος τὴν ὥρα τῆς Πτώσεως εἶναι μόνος, ἕρμαιο τῆς εἱμαρμένης.

Δύσκολα θὰ μπορούσαμε νὰ βροῦμε ἀντίληψη ριζικότερα ἀντίθετη σ’ ἐκείνη τῆς κλασικῆς Ἀρχαιότητας. Στὸν ἑλληνικὸ μύθο καὶ στὸν ποιητὴ ποὺ κυρίως ἐνέπνευσε, τὸν Ὀβίδιο, ἡ φύση ὄχι μόνο δὲν ἀδιαφορεῖ, ἀλλὰ χαιρεκακεῖ κι ἀπὸ πάνω γιὰ τὴ συμφορὰ τοῦ Δαίδαλου. Στὶς Μεταμορφώσεις, ὁ Λατίνος ποιητὴς μνημονεύει μιὰ πέρδικα, πού, στὸ θέαμα τῆς ταφῆς τοῦ Ἰκάρου ἀπὸ τὸν πατέρα του τὸν Δαίδαλο, βγαίνει ἀπὸ τὴν κρυψώνα της καὶ φτεροκοπάει ἀπὸ χαρμονὴ καὶ ἱκανοποίηση:

Βγῆκε στὴ γῆ γιὰ νὰ τὸν θάψει ἑνὸς νησιοῦ
ποὺ ἀπὸ τότε τ’ ὀνομάζουν Ἰκαρία.
Ὅταν τοὺς εἶδε ἀπ’ τὴν κουφάλα ἑνὸς κορμοῦ
μιὰ πέρδικα κακάρισε ὅλο εὐφορία. (περισσότερα…)

Mario Andrea Rigoni, Μεταφυσική της ματαιότητας

*

Η ιστορία της ματαιότητας είναι η ιστορία του κόσμου. Η ίδια η δημιουργία δεν ήταν, σε όλη την έκταση και με όλες τις έννοιες του όρου, μια πράξη ύψιστης, απροσμέτρητης ματαιότητας; Ο Θεός δεν μπορούσε να δημιουργήσει τον κόσμο παρά μόνο έξω από τον εαυτό του, και ο κόσμος δεν μπορεί να υπάρχει παρά μόνο έξω από εκείνον και, εφόσον ο κόσμος δεν είναι και δεν θα είναι ποτέ Θεός, είναι και θα είναι πάντοτε μάταιος. Πώς θα μπορούσε να υπάρχει όχι μόνο το σύμπαν, μα κάθε ελάχιστο πράγμα, παρά μόνο μέσα στο κενό του Θεού; Πώς θα μπορούσε να ζει ο γάτος μου και πώς θα μπορούσα εγώ να είμαι διαφορετικός από αυτόν και να τον βλέπω να σκαρφαλώνει ανάμεσα στα φύλλα του σφενταμιού στον κήπο μου, παρά μόνο μέσα στο απόμακρο του Θεού;

Αν ο Θεός βρισκόταν πράγματι εδώ, αν εμείς βρισκόμασταν στην αγκαλιά του και εκείνος στη δική μας, δεν θα υπήρχε τίποτε άλλο παρά αυτός, μιας και το πεπερασμένο χάνεται στο άπειρο, το διαφορετικό στο όμοιο, με τον ίδιο τρόπο που ένα ξερό φύλλο εξαφανίζεται στη φωτιά. Μόνο στην απομάκρυνση βρίσκει χώρο το παιχνίδι του κόσμου και της γνώσης˙ αλλά, ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, το παιχνίδι είναι επίσης αφοσιωμένο αιώνια στο ανεξήγητο. Οι Ωδές του Σολομώντος λένε πως δεν είναι δυνατόν να ερμηνευθούν τα θαύματα της κτίσης γιατί όποιος θα μπορούσε να τα ερμηνεύσει, θα χανόταν και θα απόμενε μόνο η ερμηνεία. Είμαστε εκ φύσεως καταδικασμένοι στο άγνωστο, στο ψεύτικο και στο μάταιο. (περισσότερα…)

Τρίπτυχο για τον Μιχάλη Γκανά

*

Γεννημένος στον Τσαμαντά Θεσπρωτίας το 1944, ο Μιχάλης Γκανάς, ποιητική φωνή κορυφαία της γλώσσας μας, γιορτάζει εφέτος τα 80 του χρόνια. Με αφορμή την επέτειο, αναδημοσιεύουμε εδώ τρία παλιότερα κείμενα του Κώστα Κουτσουρέλη αφιερωμένα στο έργο του, πρωτότυπο και μεταφραστικό.

~.~

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Ι. Τα ποίηματα 1978-2012

Τους σημερινούς ποιητές, και δικαίως, το ευρύ κοινό τους έχει πάρει από στραβό μάτι. Τους θεωρεί στριφνούς, δύσκολους, ακατάδεκτους. Δύσκολα τους πιάνει στο χέρι του. Αλλά και οι ποιητές από τη μεριά τους, δεν σκοτίζονται και πολύ για αναγνώστες κι απήχηση, μόνη ευγενική φιλοδοξία που τρέφουν είναι να εκφράσουν το ακατάβλητό τους εγώ. Τόσο που και όταν ακόμη, μία στις τόσες, κάποιος από τη συντεχνία κατορθώνει να σπάσει τον κλοιό, να γίνει γνωστός, οι συνάδελφοί του δεν του το συγχωρούν.

Τη δημοτικότητα της Κικής Δημουλά, λ.χ., πολλοί ομότεχνοί της τη θεωρούν ύποπτη, δεν είναι λίγοι όσοι της κουνούν το δάχτυλο δημόσια ότι στα τελευταία της βιβλία έχει βάλει νερό στο κρασί της, ότι επαναλαμβάνεται, ότι αυτοπροβάλλεται υπέρμετρα κ.ο.κ., κ.ο.κ… Από την άλλη, υπάρχουν ποιητές που στους κύκλους των μυημένων θεωρούνται σπουδαίοι, αλλά το όνομά τους κυκλοφορεί λίγο πολύ σαν έγγραφο διαβαθμισμένο, απρόσιτο στους πολλούς. Ο Βύρων Λεοντάρης είναι, αλίμονο, η πιο εξέχουσα τέτοια περίπτωση.

Ο Μιχάλης Γκανάς δεν ανήκει ούτε στη μια ούτε στην άλλη κατηγορία. Το αργότερο από την Παραλογή (1993), αν όχι ήδη από τα Γυάλινα Γιάννενα (1989), έδωσε βιβλία που και διαβάστηκαν και θαυμάστηκαν πολύ, από αναγνώστες κάθε λογής, επαΐοντες και κοινούς. Του απονεμήθηκαν βραβεία και έπαθλα αλλά τραγουδήθηκε κι από χιλιάδες. Κατόρθωσε να γίνει περίοπτος τόσο εντός όσο και εκτός του κλειστού λογοτεχνικού περιβόλου. Ποιος από τους νεώτερους, τους συνηλικιώτες του έστω, μπορεί να ισχυριστεί κάτι αντίστοιχο; (περισσότερα…)

Ἐμίλ Σιοράν, Ὁ παλαιότερος ὅλων φόβος

*

Επιμέλεια στήλης-Μετάφραση
ΤΕΤΟΣ ΣΟΥΡΔΟΣ

Ὁ Ἐμίλ Σιοράν (ρουμανιστί Τσοράν) γεννήθηκε στίς 8 Ἀπριλίου τοῦ 1911 στό Ρασινάρι της Ρουμανίας. Ριζοχώρι των Καρπαθίων. Θά ἀναπολεῖ πάντοτε τίς παλιές καλές ἡμέρες πού ἔζησε ἐκεῖ. Ὁ πατέρας του, ὁ Ἐμιλιάν, ὀρθόδοξος ἱερέας. Ἡ μητέρα του, ἡ Ἐλβίρα, ἔκλινε πρός τήν ἀθεΐα. Τό 1922, ἕντεκα χρονῶν φοιτᾶ στό γερμανόφωνο Λύκειο τοῦ Σιμπίου, παρακείμενης πόλης. Περιφέρεται ἀσκόπως στά στενά σοκάκια. Πρῶτες κρίσεις ἀυπνίας. Πιθανῶς ἐκεῖ, στίς ροῦγες, «ἅρπαξε γιά πρώτη φορά τήν κακιά ἀρρώστια, τόν ἰό τῆς ἀλήθειας»… (Ἡ συνέχεια τοῦ εἰσαγωγικοῦ σημειώματος τῆς σειρᾶς, ἐδῶ).

Σ χ ε τ ι κ ά   μ έ   τ ό ν   Τ ο λ σ τ ό ι

Ἡ φύση στάθηκε γενναιόδωρη μονάχα ἀπέναντι σέ ἐκείνους πού τούς ἀπάλλαξε ἀπό τήν σκέψη τοῦ θανάτου. Τούς λοιπούς ἀνθρώπους τούς παρέδωσε στόν πιό ἀρχαῖο καί διαβρωτικό φόβο, δίχως ὅμως καί νά τούς διαθέσει τα μέσα ἤ ἔστω νά τούς ὑποδείξει ἕναν τρόπο γιά νά τόν νικήσουν. Εἶναι φυσικό νά πεθαίνουμε, δέν εἶναι ὅμως φυσικό νά μένουμε προσκολλημένοι στόν θάνατο, νά τόν σκεφτόμαστε σέ κάθε εὐκαιρία. Ὁ ἄνθρωπος πού δέν βγάζει τόν θάνατο ἀπό τό μυαλό του εἶναι ματαιόδοξος καί ἐγωπαθής∙ ζῶντας ἀποκλειστικά σύμφωνα μέ τήν εἰκόνα πού οἱ ἄλλοι ἔχουν μορφώσει γι’ αὐτόν, ἀναστατώνεται στήν σκέψη καί μόνο ὅτι μιά μέρα θά φτάσει νά εἶναι ἕνα τίποτα∙ Καθώς ἡ λήθη εἶναι ὁ μόνιμος ἐφιάλτης του, ἐμφανίζεται ἐπιθετικός καί χολωμένος, βρίσκει ἀμέσως ἀφορμή γιά νά δείξει πόσο κακεντρεχής καί κακότροπος εἶναι. Δέν διακρίνουμε ἄραγε στόν φόβο τοῦ θανάτου μιά ὁρισμένη ἔλλειψη κομψότητας; Ὁ φόβος πού ἐμποιεῖ ὁ θάνατος πτοεῖ καί παραλύει τούς φιλόδοξους, ἀφήνει ὅμως ἀνεπηρέαστους τούς ἀπονήρευτους∙ τούς ἐγγίζει, ἀλλά δέν τούς κυριεύει. Οἱ ὑπόλοιποι τόν ὑπομένουν μέ αἴσθημα πικρίας καί θυμοῦ, καθώς καί μέ μιά ὑποβόσκουσα μνησικακία ἀπέναντι σέ ἐκείνους πού διόλου δέν ἀγριεύουν μέ τήν σκέψη του. Οὐδέποτε ἕνας Τολστόι θά συγχωροῦσε ἐκείνους πού γιά καλή τους τύχη δέν κυριεύτηκαν ἀπό τόν φόβο τοῦ θανάτου· θά τούς τιμωρήσει ἐμβάλλοντάς τους τόν τρόμο, περιγράφοντάς τον μέ μιά ἀκρίβεια πού τόν καθιστᾶ συνάμα ἀποκρουστικό καί μεταδοτικό. Ἡ τέχνη του ἔγκειται στό νά φτιάχνει ἀπό κάθε ξεχωριστή, ἐπί μέρους ἀγωνία, τήν ἀγωνία αὐτή καθ’ ἑαυτή, στό νά ὑποχρεώνει τόν κάθε ἀναγνώστη νά ἐπαναλαμβάνει πρός ἑαυτόν, ἐμβρόντητος καί γοητευμένος, τά ἀκόλουθα λόγια: «ὥστε ἔτσι, λοιπόν, πεθαίνουμε».

Στόν συμβατικό καί στερεότυπα ἐπαναλαμβανόμενο κόσμο ὅπου ζεῖ ὁ Ἰβάν Ἴλιτς, ἡ ἀσθένεια μπουκάρει ἀπρόσκλητη. Ἀρχικά νομίζει ὅτι πρόκειται γιά μιά προσωρινή ἀδιαθεσία, κάτι τό περαστικό καί ἀσήμαντο∙ στή συνέχεια, καθώς ὁ πόνος χειροτερεύει, γίνεται ὅλο καί πιό συγκεκριμένος καί ἀνυπόφορος, ὁ Ἰβάν Ἴλιτς ἀρχίζει νά ἀντιλαμβάνεται τή σοβαρότητα τῆς κατάστασης, ὥσπου στό τέλος ἀποκαρδιώνεται ἐντελῶς. «Κάποιες στιγμές, μετά ἀπό πολύωρους πόνους, ὅσο κι ἄν ντρεπόταν νά τό ὁμολογήσει, πάνω ἀπ’ ὅλα ἤθελε νά τόν λυπηθεῖ κάποιος σάν νά ἦταν ἕνα ἄρρωστο παιδί. Ἤθελε νά τόν κανακεύουν, νά τόν φιλᾶνε, νά κλαῖνε γι’ αὐτόν, ὅπως χαϊδεύουν καί παρηγοροῦν τά παιδιά. Ἤξερε ὅτι εἶναι ἕνας σοβαρός δικαστής μέ γκρίζα γενειάδα, καί ἀκριβῶς γι’ αὐτόν τόν λόγο ἦταν ἀδύνατο νά γίνει ἕνα τέτοιο πρᾶγμα. Ἔλα ὅμως πού τό ἀποζητοῦσε».[*] (περισσότερα…)

Πεντάστερα ξενοδοχεία με οικογενειακούς βόθρους

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

~

Πεντάστερα ξενοδοχεία με οικογενειακούς βόθρους

Τα βλαστάρια ολίγων οικογενειών με μεγάλο δόντι πιστεύουν από τα μικράτα τους ότι έχουν κληρονομικό δικαίωμα στην εξαγορασμένη ασυδοσία. Εξασφαλισμένη άνεση στη φοροκλοπή και ανοιχτή πρόσβαση στη δωροδοκία, εκβιαστική ατιμωρησία και ελευθερία στον βιασμό. Μια πεποίθηση διόλου αδικαιολόγητη αφού ως επιφανή καθάρματα δρουν με την ανοχή και κάποτε με την προστασία των οργάνων της ελληνικής Πολιτείας. Ενίοτε φυσικά το τείχος ραγίζει και άθλια συμβάντα, όπως αυτό της Θεσσαλονίκης, φέρνουν στην επικαιρότητα το καταραμένο τρίγωνο εξουσίας, σεξισμού και βίας. Η σκοτεινή συλλειτουργία των πλευρών αυτού του τριγώνου, στο οποίο η βία κρατά σταθερά τη θέση της υποτείνουσας, είναι έκδηλη σε μια σειρά συγγραφέων από τον Σαντ ως τον Ζενέ. Στη σεξουαλική κακοποίηση, αυτό που μετρά είναι περισσότερο η βία και λιγότερο το σεξ. Στόχος του επιτιθέμενου είναι η ενδυνάμωση της εξουσιαστικής σχέσης που τον συνδέει με το θύμα και η επιδίωξη της υποτέλειας του ανίσχυρου. Η δική του ηδονή αντλείται από την οδύνη του άλλου. Όταν ο δυνάστης γδύνει έναν μισοναρκωμένο άνθρωπο, δεν τον εξάπτει μόνο η θέαση του σώματός του αλλά, κυρίως, η ντροπή του. Η βασανιστική του αδυναμία ν’ αντιδράσει και ο εξαναγκασμός του σε μία ολοσχερώς αντιερωτική έκθεση. Ο εξουσιαστής δεν είναι πρωτίστως ηδονοβλεψίας αλλά οδυνοβλεψίας. Βιαστής που υποβιβάζει το δώρο της σεξουαλικότητας σε ταπεινό προσάναμμα του εγκλήματος. Όσο κι αν είναι ξαναμμένος ενεργεί εν ψυχρώ. Βαθιά ανηδονικός απέναντι σε ό,τι βρίσκεται έξω από την επικράτεια ενός θανάσιμου ζόφου, αποσκοπεί να προσβάλλει ως εξοντώσεως τη σεξουαλικότητα του θύματός του. Χαίρεται με την καταστροφή της χαράς του. Ανήκει στην κατηγορία των βασανιστών και μάλιστα του ειδεχθέστερου είδους, επειδή σχεδόν οποιαδήποτε σωματική πληγή επουλώνεται πιο γρήγορα από την πληγωμένη σεξουαλικότητα. Τα τιποτένια υποκείμενα ωστόσο που πρωταγωνιστούν σε τέτοιες υποθέσεις δεν πέφτουν από τον ουρανό, ανεβαίνουν από τον οχετό. Και μια δικαιοσύνη που θα ήθελε να χτυπήσει το κακό στη ρίζα του, θα ’πρεπε να στραφεί ερευνητικά και στις πλουσιάθλιες οικογένειες που τους έμαθαν τη χυδαιότητα από τα γεννοφάσκια τους.

~.~ (περισσότερα…)

Στὸ χῶρο τῆς τραγωδίας

*

τοῦ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Ἐπιλογὴ καὶ ἐπιμέλεια: Ἀγγελικὴ Καραθανάση

Μέσα ἀπὸ τὰ παρασκήνια ἀκούστηκε τὸ χτύπημα τοῦ γκόγκ. Μονομιᾶς ἡ χλαλοὴ ποὺ γέμιζε τὸ τεράστιο πέτρινο κύπελο τ’ ἀκουμπισμένο στὸ κοίλωμα τοῦ λόφου κατάπεσε. Ἡ σιωπὴ κατέβηκε κι ἅπλωσε τὶς φτεροῦγες της ἀπάνω ἀπὸ τὶς χιλιάδες τῶν ἀνθρώπων ποὺ κάθουνταν ἀραδιασμένοι στὶς ἀρχαῖες πέτρες, ζεστὲς ἀκόμη ἀπὸ τὸν καλοκαιριάτικο ἥλιο.[1]

Τὸ φῶς ἀπὸ τοὺς προβολεῖς, χλωμὸ κι ἀδύναμο, γιατὶ ἡ μέρα δὲν εἶχε φύγει ἀκόμη πίσω ἀπὸ τὰ βουνὰ τοῦ Ἀραχναίου,[2] χύθηκε ὣς κάτω στὴ στρογγυλὴ ὀρχήστρα καὶ σταμάτησε μπρὸς στὴν πόρτα τοῦ χωματόχρωμου παλατιοῦ. Ἐκεῖ σταμάτησε κι ἡ ματιά μας καὶ περίμενε.

Μὲ βήματα ἀργὰ μιὰ ἀντρικὴ φιγούρα βγαίνει ἀπὸ τὸ σκοτεινὸ ἄνοιγμα. Φαντάζει μικρή, ἀσήμαντη μέσα στὴν ἀπεραντοσύνη τῆς σκηνῆς.[3] Ἡ ἀπόσταση μόλις σ’ ἀφήνει νὰ ξεχωρίζεις τὰ χαρακτηριστικά της: Τὸ κοντὸ ξανθὸ γενάκι, τὰ μακριὰ μαλλιὰ στεφανωμένα μὲ κισσό, τὸ θύρσο[4] στὸ δεξὶ χέρι. Σιωπή.  Κι ἄξαφνα τινάζεται σὰ συντριβάνι ὁ Λόγος:

Ἦρθα σ’ ἐτούτη τῶν Θηβαίων τὴ χώρα
τοῦ Δία ὁ γιός, ὁ Διόνυσος , ἐγώ… [5]

Τὰ ρυθμικὰ κύματα τῶν στίχων πλημμυρίζουνε τὸ «κοῖλον», φτάνουν ὣς ἀπάνω στὶς τελευταῖες σειρὲς τῶν ἑδωλίων. Στὸ «λογεῖον» δὲν ὑπάρχει πιὰ τὸ ἀπογοητευτικὰ μικροκαμωμένο ἀνθρώπινο σχῆμα. Ἕνας θεὸς εἶναι ποὺ στέκει ἐκεῖ, δυνατὸς καὶ περήφανος κι ἐκδικητικός, σὰν ὅλους τοὺς θεοὺς ποὺ τολμήσανε νὰ τοὺς προσβάλλουνε θνητοί.  Κι ὅλο ψηλώνει παίρνοντας δύναμη ἀπὸ τὴν ποίηση ποὺ ρέει ἀπὸ τὸ στόμα του. (περισσότερα…)

Πώς βλέπουν οι σύγχρονοι έμμετροι ποιητές τον ελεύθερο στίχο

*

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

Σε πρόσφατο άρθρο μου στο Νέο Πλανόδιον (μπορείτε να το διαβάσετε εδώ), προσπάθησα να καταγράψω τις βασικότερες στάσεις, υποκατηγορίες και αντιδράσεις των σημερινών ελευθερόστιχων ποιητών και ποιητριών έναντι της σύγχρονης έμμετρης ποίησης. Ορισμένα απαντητικά σχόλια κινήθηκαν (ελπίζω καλόπιστα) προς την κατεύθυνση της ενδεχόμενης μονομέρειας μιας τέτοιας προσέγγισης, μιας και δεν συμπεριλαμβάνει την ακριβώς αντίθετη πλευρά, εκείνη, δηλαδή, της οπτικής των έμμετρων ποιητών και ποιητριών απέναντι στον λεγόμενο «ελεύθερο στίχο». Παρόλο που πιστεύω πως κάποιος/-α ελευθερόστιχος ποιητής/-τρια θα ήταν καταλληλότερος/-η σε σχέση με εμένα για να τοποθετηθεί γι’ αυτό το ζήτημα, μιας και θα αποτελούσε τον ντε φάκτο δέκτη μιας τέτοιας οπτικής και συμπεριφοράς, παίρνω, εντούτοις, την πρωτοβουλία της συμπλήρωσης του προηγούμενου άρθρου, ελπίζοντας ειλικρινά σε διορθώσεις, ανταπαντήσεις και στην εξακολούθηση ενός (σε κάθε περίπτωση ανοιχτού και ειλικρινούς) διαλόγου.

Βγάζοντας τον εαυτό μας και τις (δεδομένες) θέσεις και αγκυλώσεις μας από το πεδίο, υποθέτωντας για τις ανάγκες του ερωτήματός μας ότι υφίσταται ένα σαφώς οριοθετημένο δίπολο (κάτι που εν μέρει αμφισβητείται) κι επιδιώκοντας μια συνολικότερη εποπτεία του επιστητού, μπορούμε να διακρίνουμε τις ακόλουθες στάσεις των σύγχρονων έμμετρων ποιητών και ποιητριών απέναντι στην ελευθερόστιχη παραγωγή:

->Η οπτική της πλήρους άρνησης: Όπως συμβαίνει και στην αντίστροφη περίπτωση που είχαμε εξετάσει, μακράν η πιο «ιακωβίνικη» οπτική ενός (μικρού αλλά υπαρκτού) τμήματος του έμμετρου ποιητικού χώρου είναι εκείνη που αρνείται συλλήβδην τον ελεύθερο στίχο και τις συναφείς μ’ εκείνον ποιητικές δημιουργίες, είτε υπό το πρίσμα της (φερόμενης ως) ευκολίας, προχειρογραφίας κι ακαλαισθησίας του είτε αντιμετωπίζοντάς τον ως μια εν γένει παρέκκλιση από την αισθητική κανονικότητα. Η οπτική αυτή συνοδεύεται συχνά από την εμφανέστατη και ανοιχτή υποτίμηση των ελευθερόστιχων ποιητών και ποιητριών (συχνότατα και των μοντέρνων καλλιτεχνών εν γένει) κι οδηγείται στις πιο ακραίες της απολήξεις ακόμα και στην άρνηση αποδοχής της καλλιτεχνικής τους ιδιότητας και στη μη συμπερίληψή τους στη χορεία των πνευματικών ομοτέχνων. Κάποιες φορές η οπτική αυτή φαίνεται πως συνυπάρχει και με εν γένει συντηρητικότερες ιδεολογικές πεποιθήσεις, δίχως να είναι, πάντως, απαραίτητα ταυτόσημη μαζί τους. (περισσότερα…)

Το κόμμα του αυτοσυντηρητισμού

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Η σύγκρουση στο εσωτερικό μιας ομάδας, λένε ψυχολογικές έρευνες, οδηγεί σε εξισορροπημένες συνθέσεις. Το ανάποδο ισχύει στο εσωτερικό των ομάδων που δηλώνουν στα θεμελιώδη ομόγνωμες: καθώς δεν έχουν έρμα, παρασύρονται από τα κύματα, τις ορμές της συγκυρίας, και εξοκέλλουν.

Οι ψυχολόγοι και τα πορίσματά τους επιβεβαιώνουν αυτό που εμπειρικά έχουμε βιώσει όλοι μας. Στην πολιτική, λ.χ., η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης έσπρωξε τις κοινωνίες της Δύσης προς τα άκρα. Καθώς η παράταξη της σοσιαλιστικής ουτοπίας στην Ευρώπη και την Αμερική αποδυναμώθηκε απότομα, η φιλελεύθερη ουτοπία έμεινε χωρίς αντίβαρο. Το γέννημα του ιστορικού συμβιβασμού τους, ο εξημερωμένος καπιταλισμός, αποχαλινώθηκε και πάλι. Και τα πολιτικά πάθη αντί να καταλαγιάσουν, καθώς υπόσχονταν οι νικητές του Ψυχρού Πολέμου, εξάρθηκαν, όπως οι ειδήσεις διαρκώς επιβεβαιώνουν στις μέρες μας.

Στην τέχνη έχουμε το ίδιο φαινόμενο. Ο Αριστοτέλης είχε παρατηρήσει ότι ένα ποικίλο στη σύνθεσή του ακροατήριο τείνει να εκτιμά ορθότερα την αξία ενός έργου τέχνης, μιας τραγωδίας λ.χ., απ’ ό,τι ένα κοινό ομοιόμορφο. Οι μεγάλοι κριτικοί των Νέων Χρόνων, με πρώτο ανάμεσά τους τον Σάμιουελ Τζόνσον, ήταν σ’ αυτό αριστοτελικοί. Tις ποιητικές δάφνες, έλεγε ο δόκτωρ Τζόνσον, πρέπει να τις απονέμουν οι πολλοί, όχι οι ειδήμονες ή οι ίδιοι οι ποιητές που βλέπουν τα πράγματα στενά. Η επικράτηση της γνώμης των «ειδημόνων» στα πράγματα της τέχνης μετά τον συμβολισμό και τους μοντερνισμούς οδήγησε στα γνωστά γραφικά και σεκταριστικά φαινόμενα που γνωρίζουμε σήμερα, στο διαζύγιο καλλιτεχνών και κοινού και στην κοινωνική περιθωριοποίηση της τέχνης. Το κενό έσπευσε να καλύψει η μαζική τέχνη, με προϊόντα συχνά απαράδεκτης ποιότητας. (περισσότερα…)

Ἐμίλ Σιοράν, Ἐπιθυμία καί φρίκη γιά τή δόξα

*

Επιμέλεια στήλης-Μετάφραση
ΤΕΤΟΣ ΣΟΥΡΔΟΣ

Ὁ Ἐμίλ Σιοράν (ρουμανιστί Τσοράν) γεννήθηκε στίς 8 Ἀπριλίου τοῦ 1911 στό Ρασινάρι της Ρουμανίας. Ριζοχώρι των Καρπαθίων. Θά ἀναπολεῖ πάντοτε τίς παλιές καλές ἡμέρες πού ἔζησε ἐκεῖ. Ὁ πατέρας του, ὁ Ἐμιλιάν, ὀρθόδοξος ἱερέας. Ἡ μητέρα του, ἡ Ἐλβίρα, ἔκλινε πρός τήν ἀθεΐα. Τό 1922, ἕντεκα χρονῶν φοιτᾶ στό γερμανόφωνο Λύκειο τοῦ Σιμπίου, παρακείμενης πόλης. Περιφέρεται ἀσκόπως στά στενά σοκάκια. Πρῶτες κρίσεις ἀυπνίας. Πιθανῶς ἐκεῖ, στίς ροῦγες, «ἅρπαξε γιά πρώτη φορά τήν κακιά ἀρρώστια, τόν ἰό τῆς ἀλήθειας»… (Ἡ συνέχεια τοῦ εἰσαγωγικοῦ σημειώματος τῆς σειρᾶς, ἐδῶ).

Ἔστω ὅτι ὀμολογούσαμε τήν πιό κρυφή μας ἐπιθυμία, αὐτή πού λανθάνει σέ κάθε μας ἀποστολή καί οἰστρηλατεῖ τήν κάθε μας πράξη∙ θά λύναμε τότε τή σιωπή μας μέ τή φράση: «προσβλέπω στόν ἔπαινο». Κανείς ὅμως δέν θά ξανοιγόταν σέ ἐκμυστηρεύσεις τοῦ εἴδους αὐτοῦ, διότι εἶναι λιγότερο ἀτιμωτική ἡ διάπραξη μιᾶς κακοήθειας ἀπό τήν παραδοχή μιᾶς τόσο ἀξιοθρήνητης καί ταπεινωτικῆς ἀδυναμίας, γέννημα ἑνός αἰσθήματος μοναξιᾶς καί ἀνασφάλειας ἀπό τό ὁποῖο καταθλίβονται τόσο οἱ ἀπόκληροι τῆς τύχης ὅσο καί οἱ εὐνοηθέντες. Κανείς δέν εἶναι βέβαιος γιά τό ποιός εἶναι ἤ τί κάνει. Ὅσα χαρίσματα κι ἄν ἔχουμε, μᾶς κατατρώει ἡ ἀνησυχία, τό μόνο δέ πού ζητᾶμε γιά νά τήν ξεπεράσουμε εἶναι νά ἐξαπατηθοῦμε, νά μᾶς ἀπονείμουν ἕνα ὁποιοδήποτε βραβεῖο. Ὁ παρατηρητής ἐντοπίζει ἀμέσως μιά ἔκφραση θερμῆς παράκλησης στό βλέμμα ὁποιουδήποτε ἔχει ἤδη περατώσει ἕνα ἔργο ἤ ἔχει ἁπλῶς ἑτοιμαστεῖ νά λάβει μέρος σέ μιά ὁποιαδήποτε δραστηριότητα. Ἡ ἀνεπάρκεια εἶναι καθολική· ἄν ὁ Θεός ἐμφανίζεται ἀλώβητος, τό ὀφείλει στή δημιουργία, μετά τήν ἀποπεράτωση τῆς ὁποίας, ἐλλείψει μαρτύρων, δέν μποροῦσε νά ὑπολογίζει σέ ἐπαίνους. Θά τούς ἀπευθύνει ὁ ἴδιος στόν ἑαυτό του, στό τέλος τῆς κάθε ἡμέρας!

*

Κάθε ἄνθρωπος, προκειμένου νά δημιουργήσει μιά καλή φήμη, ἀνταγωνίζεται τούς ἄλλους. Κατά παρόμοιο τρόπο, ὅταν ὁ ἄνθρωπος πρωταρχίνιζε τή δράση του, πρέπει νά τοῦ γεννήθηκε ἡ ἀκαθόριστη ἐπιθυμία νά ἐπισκιάσει τά ζῶα, νά διαδραματίσει εἰς βάρος τους ἕναν πρωτεύοντα ρόλο, νά λάμψει πάσῃ θυσίᾳ. Μιά ἀναστάτωση, πηγή φιλοδοξίας, ἄν ὄχι ἐνέργειας, κατέστρεψε τήν ἠρεμία τῆς ζωτικῆς του οἰκονομίας· βρέθηκε ἔτσι σέ ἀνταγωνισμό μέ ὅλα τά ἔμβια ὄντα, εἰσερχόμενος μετ’ ὀλίγον καί σέ μιά ἀναμέτρηση μέ τόν ἑαυτό του παρακινούμενος ἀπό τούτη τήν ἄγρια τρέλα τῆς προσπέρασης τῶν πάντων, ἡ ὁποία βαίνοντας συνεχῶς ἐπί τά χείρω ἔμελλε νά ἀποτελέσει τό πιό δικό του χαρακτηριστικό γνώρισμα. Αὐτός μόνο στή φυσική κατάσταση θέλησε νά εἶναι σημαντικός, αὐτός μόνο, ἀνάμεσα στά ζῶα, πάσχισε νά βγεῖ ἀπό τήν ἀνωνυμία. Νά ἀξιοδοτείται, αὐτό πάντα ὀνειρευόταν. Δυσκολευόμαστε νά πιστέψουμε ὅτι θυσίασε τόν παράδεισο γιά τήν ἁπλή ἐπιθυμία νά γνωρίσει τό καλό καί τό κακό∙ ὅλως ἀντιθέτως, εὔκολα τόν φανταζόμαστε νά διακινδυνεύει τά πάντα γιά νά γίνει κάτι ξεχωριστό. Πρέπει, συνεπῶς, νά κάνουμε μιά διόρθωση στή Γένεση: ἄν ὁ ἄνθρωπος κατέστρεψε τήν ἀρχική εὐτυχία του, δέν τό ἔκανε ἀπό δίψα γιά γνώση, ἀλλά ἀπό τή βουλιμία του γιά τή δόξα. Ὅταν ὑπέκυψε στή γοητεία της, πέρασε στήν πλευρά τοῦ διαβόλου. Καί εἶναι πράγματι διαβολική τόσο καθαυτή ὅσο καί στίς ἄμεσες ἐκδηλώσεις της. Ἐξαιτίας της ὁ πιό προικισμένος ἀπό τούς ἀγγέλους κατέληξε τυχοδιώκτης καί πλείονες τοῦ ἑνός ἅγιοι ἔγιναν σαλτιμπάγκοι. Ὅσοι τή γεύτηκαν ἤ ἔστω λίγο ἔλειψε νά τήν ἀποκτήσουν, δέν τήν ἀφήνουν στιγμή· μάλιστα, δέν θά ἀποφύγουν καμιά κακοήθεια ἤ ἀχρειότητα προκειμένου νά παραμείνουν κοντά της. Ὅταν δέν μποροῦμε νά σώσουμε τήν ψυχή μας, ἐλπίζουμε τουλάχιστον στή διάσωση τοῦ ὀνόματός μας. Ἄραγε, τοῦτος ἐδῶ ὁ σφετεριστής, πού ἔπρεπε σώνει καί καλά νά ἐξασφαλίσει μιά προνομιακή θέση στό σύμπαν, θά τά κατάφερνε ποτέ χωρίς νά κατέχεται ἀπό τή ζωηρή ἐπιθυμία νά συζητεῖται τό ὄνομά του, χωρίς τήν μετά μανίας καί μετ’ ἐπιμονῆς ἐπιδίωξη διάκρισης; Ἄν τούτη ἡ μανία κατελάμβανε ἕνα ὁποιοδήποτε ζῶο, ὅσο «καθυστερημένο» κι ἄν ἦταν, αὐτό θά προχωροῦσε τόσο ἁλματωδῶς πού χωρίς μεγάλη καθυστέρηση θά προλάβαινε τόν ἄνθρωπο. (περισσότερα…)

Λεονάρντο Μπρούνι, Πανηγυρικός για την πόλη της Φλωρεντίας [2/2]

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Kορυφαίο δείγμα αναγεννησιακής ρητορικής, και ταυτόχρονα ένα από τα σημαντικότερα σημεία αναφοράς του ρεπουμπλικανικού ανθρωπισμού, o Πανηγυρικός για την πόλη της Φλωρεντίας συντάσσεται περί το 1403, λίγο μετά τον θάνατο του φοβερού εχθρού της φλωρεντινής δημοκρατίας, Τζαν-Γκαλεάτσο Βισκόντι, δούκα του Μιλάνου. Για να τιμήσει τη συγκυρία, ο Λεονάρντο Μπρούνι, μαθητής του Μανουήλ Χρυσολωρά μα και ευνοούμενος και –μετέπειτα– διάδοχος του Κολούτσιο Σαλουτάτι στην Καγκελαρία, συντάσσει τον περίφημο Πανηγυρικό ακολουθώντας συνειδητά ένα αρχαιοελληνικό υπόδειγμα εγκωμιαστικού λόγου: τον Παναθηναϊκό του Αίλιου Αριστείδη. Αν και η μίμηση είναι πιστή, ο Μπρούνι καταλήγει να συντάξει ένα κείμενο που ξεπερνά από κάθε άποψη το υπόδειγμά του.

Για μια εισαγωγική ανάλυση του έργου, ο αναγνώστης παραπέμπεται στη χθεσινή ανάρτηση της 1ης Ιουλίου.

~.~

ΛΕΟΝΑΡΝΤΟ ΜΠΡΟΥΝΙ

Πανηγυρικός για την πόλη της Φλωρεντίας

§§ 47-93

[47] Έχουν ειπωθεί αρκετά για τη λαμπρότητα της καταγωγής των Φλωρεντινών – ίσως περισσότερα από όσο χρειάζεται για πράγματα αυτόδηλα. Μένει τώρα να μιλήσουμε για την αρετή της πόλης, και πώς αυτή εκδηλώθηκε στις εξωτερικές και τις εσωτερικές υποθέσεις. Και τούτο θα το κάνω πολύ συνοπτικά, γιατί η σημερινή μου ομιλία δεν επιτρέπει μεγάλη συζήτηση για ιστορικά θέματα. Θα περιοριστώ αποκλειστικά σε διάσημα γεγονότα. Αλλά πριν ξεκινήσω, μου φαίνεται καλό και απαραίτητο να δηλώσω προκαταβολικά και να προειδοποιήσω να μην με κατηγορήσει κανείς, επηρεασμένος από μια ψευδή εντύπωση, για αναίδεια ή άγνοια. Η πρώτη οφείλεται στη μωρία και η δεύτερη στην ελαφρομυαλιά, αλλά και οι δύο πρέπει εξίσου να αποφεύγονται.

[48] Δεν έχω, όμως, καμία αμφιβολία ότι θα προκαλέσω σε κάποιους ανόητους την υποψία ότι με αυτόν τον έπαινό μου θέλω να εξασφαλίσω δημοφιλία ή καλοβουλία και να καταιχμαλωτίσω τον νου των ανθρώπων, ξεπερνώντας κατά πολύ τα όρια της αλήθειας, και κοσμώντας τον λόγο μου ανακατεύοντας την αλήθεια με το ψέμα. Και τώρα πρέπει εγώ να τους βοηθήσω να μάθουν –ή, μάλλον, να ξεμάθουν– πώς να σταματήσουν να τα σκέφτονται όλα αυτά και να εγκαταλείψουν κάθε τέτοια υποψία. Παρόλο που θέλω να είμαι αγαπητός και αποδεκτός από όλους –και ομολογώ ότι αυτό το επιθυμώ και το λαχταρώ πολύ–, ποτέ δεν πίεσα τον εαυτό μου να το κατορθώσει αυτό με καλοπιάσματα και κολακείες. Πάντα πίστευα ότι πρέπει κανείς να αγαπά τους ανθρώπους με αρετή, και όχι με κακία: και από αυτόν τον έπαινο δεν περιμένω ούτε αξιώνω καμία χάρη. Θα ήμουν πραγματικά ανεγκέφαλος αν πίστευα ότι από ένα τόσο μικρό έργο θα μπορούσα ποτέ να κερδίσω την εύνοια ενός τόσο μεγάλου πληθυσμού. Εγώ, βλέποντας αυτή την πανέμορφη πόλη, θαυμάζοντας πολύ την ανωτερότητά της, την αρχιτεκτονική της, την ευγένειά της, τα κάλλη, τη δόξα της, θέλησα να δοκιμάσω αν μπορώ με τα λόγια μου να περιγράψω όλη αυτήν την ομορφιά και τη λαμπρότητα. (περισσότερα…)