Συντάκτης: il Notaro

Ο Νομίζω κι ο Γνωρίζω

*

Ο ΝΟΜΙΖΩ ΚΙ Ο ΓΝΩΡΙΖΩ

Ο Νομίζω κι ο Γνωρίζω πίνανε μαζί ρακές
κι αρχινήσανε κουβέντες ν’ ανταλλάσσουνε κακές.

Είπ’ ο πρώτος πως νομίζει,
πως «νομίζει ότι γνωρίζει»·
είπ’ ο άλλος πως «γνωρίζει»,
πως «γνωρίζει ό,τι νομίζει».

Και σε λίγο τους σωθήκαν οι μιλιές
και ευθύς εξεκινήσαν τις ξυλιές
κι έτσι όπως κατεβάζαν τις ξυλιές
τους ερχότανε καινούργιες οι μιλιές:

—Είμαι Νόμος και νομίζω!
—Είμαι Γνώση και γνωρίζω!
—Ναι, αλλά δεν είσαι Νόμος!..
—Είμ’ η Γνώση κι είμ’ ο Δρόμος…
—Θα σε δείρω που ’σαι Γνώση!
—Τρώνε ξύλο οι καμπόσοι!

Και στην τάβλα απομείναν τα ποτά
και ξεκίνησε καθένα να ρωτά:
«Μα γιατί αυτοί δε σκέφτονται στρωτά
και θαρρούν μον’ τα δικά τους για σωστά;»

Και σ’ αυτό έδωσ’ η τάβλα την απάντηση:
«Τούτ’ οι δυo πάντα χαλούν κάθε συνάντηση
γιατ’ ο ένας τ’ αλλουνού δεν έχει αίσθηση
στη ρακή του εαυτού τους όντας μέθυσοι.»

/// (περισσότερα…)

Αίθουσα αναμονής

*

ΑΙΘΟΥΣΑ ΑΝΑΜΟΝΗΣ

Μήτε που ξέρω πόσον χρόνο έχω περάσει εδώ περιμένοντας. Κάθε λίγο βγαίνει από τις πόρτες κάποιος και φωνάζει ονόματα. «Όλα πήγαν καλά». «Ήταν δύσκολα, αλλά μην ανησυχείτε!».

Ενδιάμεσα βγαίνουν τα φορεία. Τα οδηγούν στη λεωφόρο του διαδρόμου και ύστερα παίρνουν τις εξόδους για τους θαλάμους όπου βεβαιώνεται πάνω σε χαρτιά με σφραγίδες το αμετάκλητο του θεραπευτικού τεμαχισμού. Ο χειρουργημένος δε θυμάται. Μόνο πονά. «Αλλά για λίγο», του λένε.

Ακόμα να με φωνάξουν.

Ξάφνου ανοίγουν οι πόρτες και βγαίνει άλλο ένα φορείο. Μα αυτό δε λοξοδρομεί. Έρχεται κατά πάνω μου δίχως κανένας να το σπρώχνει. Πάνω είμαι εγώ με μάτια ορθάνοιχτα και με φωνάζω με το όνομά μου.

—Πώς πήγε η εγχείριση;

—Πήγε καλά. Δες εδώ! Πήρα μαζί μου αυτή τη σάρκα την κομμένη. Δε μου έκανε καρδιά να την πετάξω σαν άρρωστη και περιττή. (περισσότερα…)

Τρίπτυχο για τον Μιχάλη Γκανά

*

Γεννημένος στον Τσαμαντά Θεσπρωτίας το 1944, ο Μιχάλης Γκανάς, ποιητική φωνή κορυφαία της γλώσσας μας, γιορτάζει εφέτος τα 80 του χρόνια. Με αφορμή την επέτειο, αναδημοσιεύουμε εδώ τρία παλιότερα κείμενα του Κώστα Κουτσουρέλη αφιερωμένα στο έργο του, πρωτότυπο και μεταφραστικό.

~.~

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Ι. Τα ποίηματα 1978-2012

Τους σημερινούς ποιητές, και δικαίως, το ευρύ κοινό τους έχει πάρει από στραβό μάτι. Τους θεωρεί στριφνούς, δύσκολους, ακατάδεκτους. Δύσκολα τους πιάνει στο χέρι του. Αλλά και οι ποιητές από τη μεριά τους, δεν σκοτίζονται και πολύ για αναγνώστες κι απήχηση, μόνη ευγενική φιλοδοξία που τρέφουν είναι να εκφράσουν το ακατάβλητό τους εγώ. Τόσο που και όταν ακόμη, μία στις τόσες, κάποιος από τη συντεχνία κατορθώνει να σπάσει τον κλοιό, να γίνει γνωστός, οι συνάδελφοί του δεν του το συγχωρούν.

Τη δημοτικότητα της Κικής Δημουλά, λ.χ., πολλοί ομότεχνοί της τη θεωρούν ύποπτη, δεν είναι λίγοι όσοι της κουνούν το δάχτυλο δημόσια ότι στα τελευταία της βιβλία έχει βάλει νερό στο κρασί της, ότι επαναλαμβάνεται, ότι αυτοπροβάλλεται υπέρμετρα κ.ο.κ., κ.ο.κ… Από την άλλη, υπάρχουν ποιητές που στους κύκλους των μυημένων θεωρούνται σπουδαίοι, αλλά το όνομά τους κυκλοφορεί λίγο πολύ σαν έγγραφο διαβαθμισμένο, απρόσιτο στους πολλούς. Ο Βύρων Λεοντάρης είναι, αλίμονο, η πιο εξέχουσα τέτοια περίπτωση.

Ο Μιχάλης Γκανάς δεν ανήκει ούτε στη μια ούτε στην άλλη κατηγορία. Το αργότερο από την Παραλογή (1993), αν όχι ήδη από τα Γυάλινα Γιάννενα (1989), έδωσε βιβλία που και διαβάστηκαν και θαυμάστηκαν πολύ, από αναγνώστες κάθε λογής, επαΐοντες και κοινούς. Του απονεμήθηκαν βραβεία και έπαθλα αλλά τραγουδήθηκε κι από χιλιάδες. Κατόρθωσε να γίνει περίοπτος τόσο εντός όσο και εκτός του κλειστού λογοτεχνικού περιβόλου. Ποιος από τους νεώτερους, τους συνηλικιώτες του έστω, μπορεί να ισχυριστεί κάτι αντίστοιχο; (περισσότερα…)

Ο αληθινός λόγος που οι άνθρωποι δεν κάνουν παιδιά

*

Τα δεδομένα της λεγόμενης κρίσης υπογεννητικότητας είναι πολύ γνωστά: οι γεννήσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες παρουσιάζουν πτωτική τάση εδώ και δύο δεκαετίες και όλες σχεδόν οι άλλες εύπορες χώρες βιώνουν το ίδιο. Μεταξύ των προτάσεων για την αντιστροφή της τάσης, η συμβατική σοφία λέει ότι αν το κράτος προσέφερε περισσότερη οικονομική στήριξη στους γονείς, τα ποσοστά γεννήσεων θα άρχιζαν να αυξάνονται και πάλι.

Τι γίνεται όμως αν αυτή η σοφία σφάλλει; Το 1960, οι Αμερικανίδες έκαναν κατά μέσο όρο 3,6 παιδιά. Το 2023, ο συνολικός δείκτης γονιμότητας (ο μέσος αριθμός παιδιών που μια γυναίκα αναμένει να αποκτήσει στη διάρκεια της ζωής της) ήταν 1,62, ο χαμηλότερος που έχει καταγραφεί ποτέ και πολύ κάτω από το ποσοστό αντικατάστασης 2,1. Εν τω μεταξύ τα ποσοστά ατεκνίας αυξάνονται: το 2018, περισσότερες από μία στις επτά γυναίκες ηλικίας 40 έως 44 ετών δεν είχαν βιολογικά παιδιά, σε σύγκριση με μόλις μία στις 10 το 1976. Και σύμφωνα με νέα έκθεση του Pew Research Center, το ποσοστό των Αμερικανών ενηλίκων ηλικίας κάτω των 50 ετών που δηλώνουν ότι είναι απίθανο να αποκτήσουν ποτέ παιδιά αυξήθηκε κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες μεταξύ 2018 και 2023, στο 47%. Στον κυρίαρχο αμερικανικό λόγο, οι εξηγήσεις για αυτές τις τάσεις τείνουν να επικεντρώνονται στους οικονομικούς περιορισμούς: οι άνθρωποι αποφασίζουν να μην κάνουν παιδιά λόγω του υψηλού κόστους της παιδικής φροντίδας, λόγω των περιορισμών στις γονικές άδειες και λόγω του μισθολογικού μειονεκτήματος που αντιμετωπίζουν οι μητέρες. Ορισμένοι υπεύθυνοι (και κάποιοι ανήσυχοι πολίτες) υποστηρίζουν ότι με δαπανηρές κρατικές παρεμβάσεις αυτή η στάση των ανθρώπων είναι δυνατόν να αλλάξει.

Όμως τα δεδομένα από άλλα μέρη του κόσμου, συμπεριλαμβανομένων των χωρών με γενναιόδωρη οικογενειακή πολιτική, δείχνουν το αντίθετο. Σήμερα όλες οι χώρες του ΟΟΣΑ, εκτός από το Ισραήλ, έχουν ποσοστό γονιμότητας κάτω από την αναπλήρωση, και η ταχύτητα της μείωσης κατά την τελευταία δεκαετία έχει ξεπεράσει τις προβολές των δημογράφων. Το 2022, ο μέσος δείκτης γονιμότητας των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν 1,46. Το 2023, ο δείκτης της Νότιας Κορέας ήταν 0,72, ο χαμηλότερος στον κόσμο.

Η Νότιος Κορέα έχει δαπανήσει περισσότερα από 200 δισεκατομμύρια δολάρια τα τελευταία 16 χρόνια σε μέτρα για την ενίσχυση της γονιμότητας, όπως σε επιδόματα τέκνων, διευρυμένες γονικές άδειες και προγεννητική φροντίδα, ωστόσο ο δείκτης γονιμότητας της χώρας μειώθηκε κατά 25% σε αυτό το διάστημα. Η Γαλλία δαπανά υψηλότερο ποσοστό του ΑΕΠ της για την οικογένεια από οποιαδήποτε άλλη χώρα-μέλος του ΟΟΣΑ, αλλά πέρυσι σημείωσε τον χαμηλότερο αριθμό γεννήσεων από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ακόμη και οι σκανδιναβικές χώρες, με το εδραιωμένο από καιρό προνοιακό κράτος τους, τις εγγυήσεις για τη φροντίδα των παιδιών και τις παρατεταμένες γονικές άδειες, βιώνουν απότομη μείωση της γονιμότητας. (περισσότερα…)

Το άλογο του Θανάση Λιδωρίκη

*

Το άλογο του Θανάση Λιδωρίκη

Στην Εθνική Συνέλευση που έγινε στην Τροιζήνα,
οι στρατιωτικοί με οχληρές τους απαιτήσεις,
κερδίσανε πολλά προνόμια με ψηφίσματα.

Και μολαταύτα στου Φαλήρου το στρατόπεδο
βρίσκονταν στρατιωτικοί που τον Καραισκάκη ερέθιζαν,
ώστε με απειλές κι άλλα προνόμια να τους επικυρωθούν.

Τούτων των στρατιωτικών ο μάλλον οχληρός
ήταν ο Μακρυγιάννης.
Κάποιαν ημέρα τόσο αγανάκτησε ο Καραισκάκης,
που αποτεινόμενος στους παρεστώτες, είπε.
«Ξέρετε ποιος είναι τούτος ο αδικημένος;
Εκείνος που ετιμάρευε* πέντε γροσίων άλογο του Θανάση Λιδωρίκη».

*Τιμαρεύω, περιποιούμαι ως ιπποκόμος.

* * *

Άγγελοι μας δροσίζουνε με τις βεντάλιες τους

Από την μια βουβά χωριά
κι από την άλλη φλύαροι πολιτικοί.
Σπίτια κλειστά και άλλα εγκαταλειμμένα
με οπωροφόρα δέντρα,
που μαραζώνουνε τα φρούτα στα κλαδιά τους.

Όσο μια σπίθα θάνατος
μετά ζωή και πάλι η σπίθα του θανάτου.
Νύχτωσε και ο επιστάτης
βλέπει από ψηλά τι κάνουμε
και έχουμε την άκρα κατανόησή του.

Ξερός παράδεισος, ξεράθηκαν τα χόρτα
αλλά τις νύχτες κατεβαίνουνε οι άγγελοι
και μας δροσίζουνε με τις βεντάλιες τους.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

 

*

*

Ο ίσκιος του Παλαμά στο περιοδικό Νέα Γράμματα

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Για τη Γενιά του Τριάντα και τον κύκλο του περιοδικού Νέα Γράμματα, που αποτελεί ημιεπίσημο όργανό της, ο Κωστής Παλαμάς είναι γνωστό ότι συνιστά ένα από τα πιο υψηλά πρότυπα της ελληνικής ποιητικής παράδοσης. Γνωστές οι μελέτες του Αντρέα Καραντώνη και του Κωνσταντίνου Τσάτσου, παροιμιώδης η αφοσίωση του Γιώργου Κατσίμπαλη, του πιστότερου και αποτελεσματικότερου υποστηρικτή του παλαμικού έργου και της παλαμικής πρωτοκαθεδρίας: δική του η πρωτοβουλία της σειράς Για να γνωρίσουμε τον Παλαμά, που άρχισε το 1929, δική του πρωτοβουλία και η ίδρυση το 1960 του Ιδρύματος Κωστή Παλαμά και η πρώτη έκδοση των Απάντων του. Κι αν ο Κατσίμπαλης δεν κατάφερε, παρότι αγωνίστηκε με όλες του τις δυνάμεις, να τιμηθεί με το βραβείο Νόμπελ ο Παλαμάς, το πρώτο ελληνικό Νόμπελ θα το κατακτούσε ένας ποιητής βγαλμένος από τα σπλάχνα της γενιάς αυτής και των Νέων Γραμμάτων, μαθητής (έστω απείθαρχος) του Παλαμά: ο Γιώργος Σεφέρης, ο ποιητής που με το ίδιο πάθος υποστήριξαν, ως ρηξικέλευθη συνέχεια της παλαμικής παράδοσης, με σύγχρονους όρους φυσικά, οι στυλοβάτες των Νέων Γραμμάτων, ο Κατσίμπαλης και ο Καραντώνης, διευθυντής του περιοδικού, που νεότατος έγραψε τα δύο πρώτα του βιβλία για τον Παλαμά και τον Σεφέρη [Εισαγωγή στο παλαμικό έργο, 1929 και Ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης, 1931].

Τα Νέα Γράμματα (είναι χαρακτηριστικό) ξεκινούν τον Ιανουάριο του 1935 με ένα μικρό δοκίμιο του Κωστή Παλαμά υπό τον τίτλο Απόκριση σε κάποια ρωτήματα, καθώς είναι γραμμένο με βάση ερωτήσεις που του είχαν τεθεί από τον Μπόγνταν Ράντιτσα, Κροάτη φιλέλληνα διανοούμενο, διευθυντή του γραφείου τύπου της γιουγκοσλαβικής πρεσβείας στην Αθήνα (και μεταφραστή στα κροατικά των Παπαδιαμάντη, Βάρναλη και Ουράνη), για θέματα σχετικά με την ελληνική αλλά και τη διεθνή λογοτεχνία. Το μικρό αυτό δοκίμιο (βλ. Άπαντα Παλαμά, ΙΔ΄, σ. 348-363) αρχίζει με μια αναδρομή στην ποιητική του και στον αποφασιστικό ρόλο που είχε για την κατίσχυση της δημοτικής. Το εντυπωσιακό όμως είναι άλλο: καλύπτει 15 από τις 48 σελίδες του τεύχους! Οι αναφορές του Παλαμά στους σύγχρονους συγγραφείς ξεκινούν με τους μυθιστοριογράφους της γενιάς του Τριάντα: Μυριβήλης, Θεοτοκάς, Καραγάτσης, Τερζάκης, Πετσάλης, Βενέζης. Αμέσως μετά το κείμενο του Παλαμά ακολουθούν ποιήματα του Γ. Σεφέρη από τη νέα του συλλογή, τη Στέρνα. Ο Σεφέρης θα έχει την πιο ισχυρή παρουσία στις σελίδες του περιοδικού, την πιο περίοπτη θέση· οι δημοσιεύσεις του συγκρίνονται σε συχνότητα μόνο με αυτές του Καραντώνη που είναι ο διευθυντής και ο βασικός κριτικός του περιοδικού. (περισσότερα…)

Ἐμίλ Σιοράν, Ὁ παλαιότερος ὅλων φόβος

*

Επιμέλεια στήλης-Μετάφραση
ΤΕΤΟΣ ΣΟΥΡΔΟΣ

Ὁ Ἐμίλ Σιοράν (ρουμανιστί Τσοράν) γεννήθηκε στίς 8 Ἀπριλίου τοῦ 1911 στό Ρασινάρι της Ρουμανίας. Ριζοχώρι των Καρπαθίων. Θά ἀναπολεῖ πάντοτε τίς παλιές καλές ἡμέρες πού ἔζησε ἐκεῖ. Ὁ πατέρας του, ὁ Ἐμιλιάν, ὀρθόδοξος ἱερέας. Ἡ μητέρα του, ἡ Ἐλβίρα, ἔκλινε πρός τήν ἀθεΐα. Τό 1922, ἕντεκα χρονῶν φοιτᾶ στό γερμανόφωνο Λύκειο τοῦ Σιμπίου, παρακείμενης πόλης. Περιφέρεται ἀσκόπως στά στενά σοκάκια. Πρῶτες κρίσεις ἀυπνίας. Πιθανῶς ἐκεῖ, στίς ροῦγες, «ἅρπαξε γιά πρώτη φορά τήν κακιά ἀρρώστια, τόν ἰό τῆς ἀλήθειας»… (Ἡ συνέχεια τοῦ εἰσαγωγικοῦ σημειώματος τῆς σειρᾶς, ἐδῶ).

Σ χ ε τ ι κ ά   μ έ   τ ό ν   Τ ο λ σ τ ό ι

Ἡ φύση στάθηκε γενναιόδωρη μονάχα ἀπέναντι σέ ἐκείνους πού τούς ἀπάλλαξε ἀπό τήν σκέψη τοῦ θανάτου. Τούς λοιπούς ἀνθρώπους τούς παρέδωσε στόν πιό ἀρχαῖο καί διαβρωτικό φόβο, δίχως ὅμως καί νά τούς διαθέσει τα μέσα ἤ ἔστω νά τούς ὑποδείξει ἕναν τρόπο γιά νά τόν νικήσουν. Εἶναι φυσικό νά πεθαίνουμε, δέν εἶναι ὅμως φυσικό νά μένουμε προσκολλημένοι στόν θάνατο, νά τόν σκεφτόμαστε σέ κάθε εὐκαιρία. Ὁ ἄνθρωπος πού δέν βγάζει τόν θάνατο ἀπό τό μυαλό του εἶναι ματαιόδοξος καί ἐγωπαθής∙ ζῶντας ἀποκλειστικά σύμφωνα μέ τήν εἰκόνα πού οἱ ἄλλοι ἔχουν μορφώσει γι’ αὐτόν, ἀναστατώνεται στήν σκέψη καί μόνο ὅτι μιά μέρα θά φτάσει νά εἶναι ἕνα τίποτα∙ Καθώς ἡ λήθη εἶναι ὁ μόνιμος ἐφιάλτης του, ἐμφανίζεται ἐπιθετικός καί χολωμένος, βρίσκει ἀμέσως ἀφορμή γιά νά δείξει πόσο κακεντρεχής καί κακότροπος εἶναι. Δέν διακρίνουμε ἄραγε στόν φόβο τοῦ θανάτου μιά ὁρισμένη ἔλλειψη κομψότητας; Ὁ φόβος πού ἐμποιεῖ ὁ θάνατος πτοεῖ καί παραλύει τούς φιλόδοξους, ἀφήνει ὅμως ἀνεπηρέαστους τούς ἀπονήρευτους∙ τούς ἐγγίζει, ἀλλά δέν τούς κυριεύει. Οἱ ὑπόλοιποι τόν ὑπομένουν μέ αἴσθημα πικρίας καί θυμοῦ, καθώς καί μέ μιά ὑποβόσκουσα μνησικακία ἀπέναντι σέ ἐκείνους πού διόλου δέν ἀγριεύουν μέ τήν σκέψη του. Οὐδέποτε ἕνας Τολστόι θά συγχωροῦσε ἐκείνους πού γιά καλή τους τύχη δέν κυριεύτηκαν ἀπό τόν φόβο τοῦ θανάτου· θά τούς τιμωρήσει ἐμβάλλοντάς τους τόν τρόμο, περιγράφοντάς τον μέ μιά ἀκρίβεια πού τόν καθιστᾶ συνάμα ἀποκρουστικό καί μεταδοτικό. Ἡ τέχνη του ἔγκειται στό νά φτιάχνει ἀπό κάθε ξεχωριστή, ἐπί μέρους ἀγωνία, τήν ἀγωνία αὐτή καθ’ ἑαυτή, στό νά ὑποχρεώνει τόν κάθε ἀναγνώστη νά ἐπαναλαμβάνει πρός ἑαυτόν, ἐμβρόντητος καί γοητευμένος, τά ἀκόλουθα λόγια: «ὥστε ἔτσι, λοιπόν, πεθαίνουμε».

Στόν συμβατικό καί στερεότυπα ἐπαναλαμβανόμενο κόσμο ὅπου ζεῖ ὁ Ἰβάν Ἴλιτς, ἡ ἀσθένεια μπουκάρει ἀπρόσκλητη. Ἀρχικά νομίζει ὅτι πρόκειται γιά μιά προσωρινή ἀδιαθεσία, κάτι τό περαστικό καί ἀσήμαντο∙ στή συνέχεια, καθώς ὁ πόνος χειροτερεύει, γίνεται ὅλο καί πιό συγκεκριμένος καί ἀνυπόφορος, ὁ Ἰβάν Ἴλιτς ἀρχίζει νά ἀντιλαμβάνεται τή σοβαρότητα τῆς κατάστασης, ὥσπου στό τέλος ἀποκαρδιώνεται ἐντελῶς. «Κάποιες στιγμές, μετά ἀπό πολύωρους πόνους, ὅσο κι ἄν ντρεπόταν νά τό ὁμολογήσει, πάνω ἀπ’ ὅλα ἤθελε νά τόν λυπηθεῖ κάποιος σάν νά ἦταν ἕνα ἄρρωστο παιδί. Ἤθελε νά τόν κανακεύουν, νά τόν φιλᾶνε, νά κλαῖνε γι’ αὐτόν, ὅπως χαϊδεύουν καί παρηγοροῦν τά παιδιά. Ἤξερε ὅτι εἶναι ἕνας σοβαρός δικαστής μέ γκρίζα γενειάδα, καί ἀκριβῶς γι’ αὐτόν τόν λόγο ἦταν ἀδύνατο νά γίνει ἕνα τέτοιο πρᾶγμα. Ἔλα ὅμως πού τό ἀποζητοῦσε».[*] (περισσότερα…)

Σωτήρης Γουνελάς, Τρία ποιήματα

*

Η άγνωστη των ανθρώπων βιοτή

Μέρες, νύχτες
μήνες που διαρκούν
δεν παρουσιάζεται μπροστά σου
η μαγική λέξη,
ο ήχος και το χρώμα,
ο ουρανός.
Ειδάλλως, πως θα γράψεις;

Τι βουή υψώνεται μπροστά σου,
τι θεόρατα στηθαία
να σκεπάζουν το Φως.
Ο κόσμος απέραντη σκιά,
νέφη μας περιβάλλουν
συχνές οιμωγές.
Περιφέρονται πρόσωπα συμπαγή.
Πεταλουδίτσες της μέρας και της νύχτας
ξεδιάντροπες.
Κλείνεις τα μάτια.
Άλλοι τ’ ανοίγουν
και στραβώνονται.
Δεν βλέπουν που πατούν
ονειρεύονται χίμαιρες.

Στάθηκα μια στιγμή
εδώ στη γωνία
και σαν να ακινήτησα.
Με καταλαμβάνει κάθε τόσο
ένα βαθύ αίσθημα
απροσδιόριστο αλλά κυριαρχικό.
Σαν να πλέω
μέσα σε άγνωστο χώρο αναίσθητος.
Κι ύστερα μια βαθιά ανάσα.
Σηκώνεται γαλάζιο χρώμα,
είναι σκέψη που γλιστράει
και θέλει να πάρει μαζί της
το συναίσθημα.
Επιμένει, καθυστερεί,
κωλυσιεργεί, διστάζει.
Τί έρχεται πρώτη
η συγκίνηση ή η σκέψη; (περισσότερα…)

Στο βασίλειο της Κλειούς

*

του ΜΑΡΙΟ ΑΝΤΡΕΑ ΡΙΓΚΟΝΙ

Κάποιες μορφές ματαιότητας γειτνιάζουν με τον ηρωισμό. Γνωρίζουμε από τον Ηρόδοτο ότι πριν από τη μάχη των Θερμοπυλών ένας έφιππος ανιχνευτής που στάλθηκε από τον Ξέρξη προς αναγνώριση, για να κατασκοπεύσει το στρατόπεδο των Ελλήνων, είδε κατάπληκτος πως οι Σπαρτιάτες χτένιζαν αφοσιωμένοι, με ιδιαίτερη φροντίδα, τα μακριά μαλλιά τους πριν να πάνε προς τη σφαγή. Ήταν σίγουροι για το τέλος που θα είχαν, τόσο μεγάλη ήταν η δυσαναλογία των δυνάμεων: άλλωστε ο ίδιος ο βασιλιάς τους, ο Λεωνίδας, είχε προαναγγείλει πως εκείνο το βράδυ «θα δειπνούσαν στον Άδη».

Το επεισόδιο με έκανε πάντοτε να σκέφτομαι εκείνες τις κυρίες του γαλλικού 18ου αιώνα, που ήταν ικανές, όπως αφηγούνται οι Γκονκούρ, να σηκώνονται με το ζόρι από το κρεβάτι του ψυχορραγήματος και να καλλωπίζονται για τελευταία φορά, ώστε να «μην προκαλέσουν απέχθεια στον θάνατο».

*** (περισσότερα…)

Η σκοτεινή πλευρά του τουρισμού

Τοίχος στη Νέα Χώρα Χανίων, φωτογραφία ΒΓ, 2.8.24.

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

Θυμάμαι με νοσταλγία τη Ρόδο της δεκαετίας του ογδόντα, όταν ξεκίνησα να δουλεύω σε ξενοδοχεία στα εφηβικά μου χρόνια. Στα δεκατρία μου δούλεψα για πρώτη φορά σε ξενοδοχείο σουηδικών συμφερόντων. Επάγγελμα γκρουμ: κουβαλούσα τις αποσκευές τουριστών από τις σκανδιναβικές χώρες, άνθρωποι που έρχονταν για δυο τρεις εβδομάδες για να μαζέψουν ήλιο και φως και να ξαναγυρίσουν στις ψυχρές και μουντές πατρίδες τους. Το καλοκαίρι δουλειά, το χειμώνα σχολείο. Αργότερα, στα φοιτητικά μου χρόνια, κατέβαινα τα καλοκαίρια στο νησί για να δουλέψω σε εστιατόρια και μπαρ. Παρά τις πληγές και τα οικογενειακά δράματα, εκείνα τα χρόνια το βαθύτερο κομμάτι του εαυτού μου ήταν ανέμελο και ευτυχισμένο. Έμαθα να τα βγάζω πέρα, γνώρισα όμορφες και γενναιόδωρες γυναίκες από διάφορες χώρες, γεύτηκα τον έρωτα, έζησα με ένταση και πάθος.

Σε συλλογικό επίπεδο ήταν η εποχή που το νησί είχε μπει δυναμικά στον αστερισμό του τουρισμού και οι προσδοκίες για ανάπτυξη και ευημερία κυριαρχούσαν σε κάθε ατομικό και συλλογικό σχεδιασμό. Υπήρχε ενθουσιασμός και εκείνη η ψυχολογία του χρυσοθήρα που ανακαλύπτει τη μεγάλη φλέβα χρυσού και ονειρεύεται πλούτη και μεγαλεία. Εκείνα τα χρόνια – δεκαετίες ογδόντα και ενενήντα – ήταν ήδη εμφανή τα συμπτώματα του νεοπλουτισμού και της μίμησης: ο ένας μετά τον άλλο σε όλη την έκταση του νησιού πουλούσαν χωράφια και εγκατέλειπαν τη γεωργία και την κτηνοτροφία για να γίνουν ξενοδόχοι, εστιάτορες και κάθε λογής επιχειρηματίες στο τουριστικό κύκλωμα. Στα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα, στην ευρύτερη περιοχή του χωριού στο οποίο μεγάλωσα υπήρχαν δυο ξενοδοχεία σε ένα μήκος ακτών είκοσι χιλιομέτρων. Τώρα δεν υπάρχει ούτε χιλιόμετρο άδειο από τουριστικές κατασκευές: ένα τείχος υψώνεται στα όρια στεριάς και θάλασσας και προκαλεί αμηχανία στο βλέμμα που νοσταλγεί την απλότητα και την ομορφιά της φύσης. Με βάση τα επίσημα στοιχεία στο Ρόδο λειτουργούν 550 ξενοδοχεία όλων των κατηγοριών και μαζί με τις μισθώσεις τύπου airbnb οι προσφερόμενες κλίνες ξεπερνούν τις 200.000. Σημειωτέον: με βάση την τελευταία απογραφή ο μόνιμος πληθυσμός του νησιού είναι 125.000. Με βάση τους αριθμούς είναι προφανές ότι το νησί ζει από τον τουρισμό και για τον τουρισμό – μια οικονομική μονοκαλλιέργεια που αν για οποιοδήποτε λόγο καταρρεύσει, θα καταρρεύσουν τα πάντα. (περισσότερα…)

Nord Stream I/II

*

Nord Stream I/II

Βάλαν μές στο πέλαγο μπουγάδα
για να πλύνουν κώλους και βρακιά,
κι αγκαλιάζει τώρα η σαπουνάδα,
μυριοπλόκαμη, κάθε στεριά.

Σκάν η μιά μετά απ’ την άλλη οι φυσα-
λίδες – Θέ-μου, τί γυαλιστερές!
Κι απο κάτω, πάντα φρέσκια, η πίσσα
περιμένει τους κολυμβητές.

«Κρίμα!» ο καρχαρίας αναστενάζει,
«Φρίκη!» συμφωνεί κι ο κοκοβιός.
Πρίν το νιώσουν οι ίδιοι, το μαράζι

κιόλας ο Μεγάλος Αδελφός
μές στα σπάραχνά-τους το διαβάζει.
Δέν τους κρύβει, δέν τους σώζει ο αφρός…

/// (περισσότερα…)

Μελό, δάκρυα, κιτς, αίμα, σπέρμα

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

Το μελόδραμα είναι μια λέξη που έχει ενταχθεί προ πολλού στην κοινή γλώσσα. Δεν θα είχαμε μια πλήρη και ξεκάθαρη εικόνα για το είδος αν παρακολουθούσαμε την ετυμολογία του ή την κοινολεκτική του χρήση. Κι αυτό, διότι το μελόδραμα μπορεί να διαθέτει κάποια τυπικά, κάποια δομικά χαρακτηριστικά, ουσιαστικά όμως προσαρμόζεται κάθε φορά στα ευρύτερα κοινωνικά συμφραζόμενα, αλλάζει διατηρώντας τον πυρήνα του, την εντύπωση και τον ορίζοντα προσδοκιών που προκαλεί. Από το Σπασμένο κρίνο του Γκρίφιθ, μέχρι την Μίλντρεντ Πιρς του Μάικλ Κέρτιζ και το Όσα επιτρέπει ο ουρανός του Ντάγκλας Σερκ, αλλά και μέχρι το Τα πικρά δάκρυα της Πέτρα φον Καντ του Φασμπίντερ και τις ταινίες του Καουρισμάκι, η ετικέτα μελόδραμα διατηρεί κάποια ευρετική αξία, πολλά ουσιώδη χαρακτηριστικά της όμως έχουν αλλοιωθεί ή αναπτυχθεί.

Το μελόδραμα, αυτό του χολυγουντιανού τύπου για παράδειγμα, μπορεί να παροχετεύθηκε σε νέα μέσα επικοινωνίας και έκφρασης, από την επιφυλλίδα και το σινεμά, ας πούμε, στις ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές σαπουνόπερες, ανέπτυξε όμως, ίσως και εν αγνοία των δημιουργών του αλλά και ερήμην του κοινού του, μιαν αδρή ακτινογράφηση των μεταβαλλόμενων κοινωνικών αλλαγών. Βέβαια, πρέπει να πούμε ότι το σινεμά με την υπερβολική και εμφατική κάποτε χρήση της μουσικής, με τις γρήγορες εναλλαγές των εικόνων, με τη συγκινησιακή καθήλωση των γκρο-πλαν έχει μια εγγενή «μελοδραματική» έφεση, πράγμα που ίσως κατέχει σε εντονότερο βαθμό η ραδιοφωνική και τηλεοπτική σαπουνόπερα, με τις εναλλαγές και τις μεταπτώσεις χαρακτήρων και καταστάσεων που κεντρίζουν το ενδιαφέρον για τη συνέχεια και αποτυπώνουν τις ψυχολογικές διακυμάνσεις των θεατών, όπως και με τον ακουστικό δίαυλο μετάδοσης, που, ως γνωστόν, είναι περισσότερο συγκινησιακά ευεπίφορος. Επιπλέον, το μελοδραματικό στοιχείο, ένα στοιχείο με εδραία ανθρωπολογική συναισθηματική βάση, εντοπίζεται και στα πλέον απροσδόκητα μέρη: ο Ζεράρ Ζενέτ λέει κάπου ότι το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο του Προυστ έχει υπολογίσιμα μελοδραματικά στοιχεία με τις μοιραίες συμπτώσεις τους, τις εις εναντίον μεταβολές του, με τις ριζικές μεταμορφώσεις που προκαλεί ο χρόνος στους ήρωες, τις κάποτε αδιανόητες για τον αφηγητή, ενώ ο Γιώργος Χειμωνάς, μεταφράζοντας αρχαίες τραγωδίες, δεν δίσταζε να χαρακτηρίσει κάποιες από αυτές «μελοδραματάκια». (περισσότερα…)