Συντάκτης: il Notaro

Το μέλλον της Ευρώπης δεν είναι τόσο άδηλο όσο φαίνεται

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Είναι φανερό ότι οι ΗΠΑ του Τραμπ δεν «αναγνωρίζουν» πλέον την ΕΕ ως πολιτικό υποκείμενο με ρόλο στο πλανητικό παιχνίδι. Προσοχή, λέγω ότι δεν την αναγνωρίζουν γενικώς ως υποκείμενο, όχι ως υποκείμενο μεγάλης δυνάμεως. Δεν επιθυμούν να διαπραγματευθούν μαζί της για θέματα που αφορούν στην αρχιτεκτονική ασφαλείας ούτε του πλανήτη ούτε της ίδιας της Ευρώπης. Αλλά ούτε και για οποιοδήποτε από τα διμερή ζητήματα που ήδη υφίστανται ή θα ανακύψουν στο προσεχές μέλλον. Και εννοώ προφανώς αυτά που σχετίζονται με το διασυνοριακό εμπόριο, τους δασμούς, τις κινήσεις των κεφαλαίων κτλ.

Η ΕΕ βρίσκεται σε αμηχανία κυρίως επειδή βρέθηκε και είναι εντελώς απροετοίμαστη να αντιμετωπίσει τη διαμορφούμενη νέα κατάσταση. Οι μεγάλες δυσκολίες που έχει να αντιμετωπίσει η ΕΕ περιγράφονται με σαφήνεια στην προκαταρκτική έκθεση που συνέταξαν οι διοργανωτές της Διάσκεψης Ασφάλειας του Μονάχου 2025. Κατ’ αυτήν, η ΕΕ αντιμετωπίζει μια «τέλεια καταιγίδα» κρίσεων που απειλούν το σύνολο των υποδειγμάτων της: αυτό της ασφάλειας, της οικονομίας και της πολιτικής. Η ετήσια έκθεση, που δημοσιεύθηκε τη Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2025, σημειώνει ότι για τη Γηραιά Ήπειρο, η οποία εκπροσωπεί –κατά τους συντάκτες της έκθεσης– «τη φιλελεύθερη διεθνή τάξη», η αυξανόμενη αμφισβήτηση των θεμελιωδών στοιχείων αυτής της τάξης αποτελεί μια ιδιαίτερα σοβαρή πρόκληση.

Σήμερα αυτές οι πιέσεις φτάνουν στο αποκορύφωμά τους με αποτέλεσμα μια τριπλή κρίση για την ΕΕ. Ο πόλεμος στην Ουκρανία κατέστρεψε τη συνεργατική αρχιτεκτονική ασφάλειας της Ευρώπης. Η αυξανόμενη στρατιωτικοποίηση των οικονομικών αλληλεξαρτήσεων απειλεί το οικονομικό μοντέλο της ΕΕ. Το ευρωπαϊκό υπόδειγμα «φιλελεύθερης δημοκρατίας» αντιμετωπίζει άνευ προηγουμένου εσωτερική και εξωτερική αμφισβήτηση.

Οι ευθύνες για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η ΕΕ είναι αποκλειστικά των αρχηγεσιών της. Τούτο προκύπτει ευθέως αν κανείς μελετήσει προσεκτικά πώς αυτές πολιτεύθηκαν ολόκληρη την περίοδο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και ειδικότερα μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και την ενοποίηση της Γερμανίας, δηλαδή από τις αρχές της δεκαετίας του 1990[1]. Γράφω «αποκλειστικά», διότι ποτέ ουσιαστικά δεν επεξεργάστηκαν ένα σχέδιο σχετικής αυτονόμησης από την πολιτική και στρατιωτική (κυρίως τη δεύτερη) κυριαρχία των ΗΠΑ. Ο χαλύβδινος μηχανισμός της κυριαρχίας των ΗΠΑ επί των χωρών της Ευρώπης (αρχικά της δυτικής, στη συνέχεια όλης) είναι το ΝΑΤΟ. Προστατεύει, υποτάσσοντας! Εξασφαλίζει την επικυριαρχία των ΗΠΑ, χωρίς να αποτρέπει την οικονομική ανάπτυξη, την κοινωνική ευημερία κτλ. (περισσότερα…)

«Fuck the ΕU!»

*

του ΟΣΚΑΡ ΛΑΦΟΝΤΑΙΝ

Μετά τη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου και την απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να ξεκινήσει απ’ ευθείας διαπραγματεύσεις με τη Ρωσσία ερήμην της Ουκρανίας και της ΕΕ, οι Ευρωπαίοι υποτελείς άρχισαν να κραυγάζουν διαμαρτυρόμενοι: Α, μα είναι αδιανόητο! Η Ουάσιγκτον αποφασίζει για εμάς χωρίς εμάς!

Άραγε οι αξιοθρήνητοι αυτοί υποτελείς δεν έχουν συνειδητοποιήσει ακόμη ότι τους επετράπη μεν να συμμετάσχουν στον πόλεμο της Ουκρανίας, αλλά δεν είχαν λόγο σ’ αυτόν; Μήπως οι ίδιοι και οι ΗΠΑ δεν είχαν υποσχεθεί στον Γκορμπατσώφ ότι το ΝΑΤΟ δεν θα επεκταθεί προς τα ανατολικά; Όμως η αμερικανική εξοπλιστική βιομηχανία είχε άλλη γνώμη και έκανε το ακριβώς αντίθετο. Από τον καιρό του Φρήντμαν, του Μπρεζίνσκι και του Κίσσινγκερ, γνωρίζουμε ότι πρόθεση των ΗΠΑ ήταν να προσελκύσουν την Ουκρανία στη σφαίρα επιρροής τους. Και Αμερικανοί πολιτικοί, από τον Τζωρτζ Κένναν ώς τον Ουίλλιαμ Μπερνς, είχαν επανειλημμένα επισημάνει ότι οποιαδήποτε προσπάθεια να σταθμεύσουν αμερικανικά στρατεύματα και πύραυλοι στην Ουκρανία θα οδηγούσε σε πόλεμο. Παρ’ όλα αυτά, αγνοώντας το δικό τους γεωστρατηγικό συμφέρον να μην οδηγήσουν τη Ρωσσία στο πλευρό της Κίνας, οι ΗΠΑ εξόπλισαν την Ουκρανία, υπονόμευσαν τις συμφωνίες του Μινσκ και χρηματοδότησαν το πραξικόπημα του Μαϊντάν το 2014, το οποίο προκάλεσε τον πόλεμο στην Ουκρανία, όπως σωστά αναγνώρισε και ο Ντόναλντ Τραμπ.

Όπως ακριβώς ο Τραμπ σήμερα, έτσι και η Βικτόρια Νούλαντ το 2014 είχε συνοψίσει τη στάση των ΗΠΑ απέναντι στην Ευρώπη μέχρι σήμερα με μια πολύ χαρακτηριστική διατύπωση: «Fuck the EU!». Οι Ευρωπαίοι υποτελείς θα έπρεπε να είχαν αντιληφθεί ότι αυτή ήταν η στάση των ΗΠΑ, το αργότερο όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες ανατίναξαν τον σημαντικότερο ενεργειακό αγωγό τους, τον Nordstream 2, όπως είχε προανακοινώσει ο ίδιος ο Μπάιντεν – ή έβαλαν την Ουκρανία να τον ανατινάξει για να κρύψουν τα ίχνη τους. (περισσότερα…)

Ο συγγραφέας σε κρίση

*

της ΛΙΛΑΣ ΤΡΟΥΛΙΝΟΥ

Γιάννης Στ. Γαβαλάς,
Τώρα είναι μετά,
Το Ροδακιό, 2023

Τώρα είναι μετά είναι ο τίτλος του τελευταίου βιβλίου του Ελευσίνιου πεζογράφου και ποιητή Γιάννη Στ. Γαβαλά. Το μυθιστόρημα ξεκινάει από το τέλος. Ο κεντρικός ήρωας, ενδοδιηγητικός αφηγητής της ιστορίας, είναι ένας επίδοξος συγγραφέας διαρκώς σε κρίση, που, κατηγορούμενος για έγκλημα, αποφυλακίζεται ύστερα από εννέα χρόνια εγκλεισμού. Έξω τον περιμένει μια ζωή που έχει χάσει προ πολλού κάθε πρόσημο πραγματικότητας. «Ό,τι από καιρό έγινε λάθος έδειχνε σωστό και το σωστό λάθος. Το ψέμα αλήθεια και η αλήθεια ψέμα». Άλλωστε αυτό ήταν και το όραμά του ανέκαθεν: η αναβολή της πραγματικής ζωής για το μέλλον.

2010 είναι το παρόν της αφήγησης, εννιά χρόνια πριν τη φυλακή και ο ήρωας παλινδρομεί ανάμεσα στο τώρα των τριάντα οκτώ του χρόνων και στο πριν – της νιότης του, το 1991, όταν αιώνιος φοιτητής της Γεωπονικής ερωτεύεται την μετέπειτα γυναίκα του στους κήπους της Σχολής. Τον συνοδεύει στις εξετάσεις του μαθήματος της Αμπελουργίας, όπου περνάει το μάθημα με ευκολία, λέγοντας απλώς την πασίγνωστη εξίσωση του κλαδέματος, πράγμα που ανασκευάζει στη συνέχεια, τα πράγματα δεν έγιναν έτσι, έγιναν αλλιώς, χτυπάει στο πρόσωπο τον καθηγητή, σχεδόν ανεξήγητα και αποβάλλεται, «οργισμένος λοιπόν αναρχικός» (σελ. 57) ή μήπως όχι, ήδη αρχίζουμε να αμφιβάλλουμε για την εγκυρότητα των αναμνήσεών του και για την καθ’ έξιν, όπως διαφαίνεται στη συνέχεια, σύγχυση ζωής και φαντασίας: ένας φαντασιόπληκτος επομένως που άγεται και φέρεται από τις ονειροπολήσεις του, καθώς σταδιακά περνά από την υλικότητα της γεωργικής χημείας με τις σκόνες, τα νιτρικά και τα νιτρώδη άλατα, στην άυλη επικράτεια της εικόνας και στο περιστασιακό επάγγελμα του εικονολήπτη, και από κει στην άυλη υλικότητα των λέξεων.

Ναι, αυτός ο φυγόπονος παρ’ ολίγον γεωπόνος, ο νωθρός εικονολήπτης που δεν έχει τα κότσια να γίνει σκηνοθέτης γιατί πρέπει να συνδυάσει «με επικίνδυνη τόλμη τη γλυκιά ζωή με το χαμαλίκι» (σελ. 20), ο αποτυχημένος σύζυγος με την μπόλικη ανία, την «πολλή μοναξιά και τα αγέννητα παιδιά» (σελ. 25), θέλει όλα αυτά να τα παρατήσει και να γίνει συγγραφέας.

Ο πρώην μέντοράς του, ο κινηματογραφιστής και θεωρητικός Διονύσης Πράος, κάποτε μαχητικός μονομανής και τώρα γέρο στριμμένος και ξεμωραμένος υποθέτει ότι ο νεαρός προτίθεται να εγκαταλείψει την εικόνα για τις λέξεις γιατί είναι πιο εύκολη η ζωή του συγγραφέα. Ο κινηματογραφιστής χρειάζεται «ιδέες και χρήμα». Ο συγγραφέας τετράδιο, μολύβι, κομπιούτερ (σελ. 79). Η υπεροχή του είναι η αυτάρκεια. Εδώ όμως ο Πράος κάνει λάθος. Και όχι μόνον ο Πράος. Στο καφενείο στο Παγκράτι που θα γίνει αργότερα το συγγραφικό στέκι του ήρωα, τα γκαρσόνια κι οι θαμώνες τον ζηλεύουν. Τι γράφεις; Ιστορίες, τους απαντάει και βλέπει στα μάτια τους αναλαμπές φθόνου. Ίσως επειδή όταν γράφεις έχεις την ικανότητα να απομονώνεσαι, να αγνοείς, ακόμα και να περιφρονείς τους δυνάμει συνομιλητές σου. Ίσως επειδή διαθέτεις το πλεονέκτημα της αυτάρκειας απέναντί τους. «Θα τους παρηγορούσε αν ήξεραν οι καημένοι πόση αναπηρία κρύβεται μέσα στον σκυφτό άνθρωπο με το μολύβι στο χέρι, την ντροπή και την αδιαντροπιά που μάχονται την ίδια στιγμή στο αλλόκοτο μυαλό μου» (σελ. 146), λέει μέσα του και κρυφογελάει με τις αφελείς τους σκέψεις.

Ξέρει πολύ καλά πως ο συγγραφέας δεν είναι αυτάρκης. Ξεδιάντροπος, ναι. Και κυνικός πολύ. Όσο γι’ αυτόν; Ένας αργόσχολος, ένας κηφήνας που απομυζά ανερυθρίαστα τις οικονομίες της κομμώτριας γυναίκας του και της πεθεράς του για να μην δουλεύει, με τίμημα μια άθλια προσωπική ζωή, ωστόσο πρόθυμος και ράθυμος πλάνης, συλλέκτης εντυπώσεων και συγκινήσεων, περιπλανώμενος στην πόλη και στις γειτονιές προς άγραν ιδεών και φευγαλέων στιγμιότυπων, γιατί, δεν μπορεί, κάποτε η τύχη θα του χαμογελάσει και η πραγματικότητα θα τον γεμίσει με ιδέες, υπέροχες, ολοζώντανες συγγραφικές ιδέες. Κι αυτός δεν θα ’χει παρά να απλώσει το αρπακτικό του χέρι και να τις καρπωθεί. Και νά που το θαύμα συντελείται, έτσι όπως το ονειρευόταν, χωρίς κανέναν κόπο, αναζήτηση ή προετοιμασία. (περισσότερα…)

Γιώργος Μπλάνας, Σωκράτους απολογία

Γιώργος Μπλάνας (17.07.1959 – 18.02.2024)
///

ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ ΑΠΟΛΟΓΙΑ

Δεν ξέρω αν σας έπεισαν τα λόγια τους,
εγώ όμως παραλίγο να ξεχάσω ποιος είμαι και τι θέλω εδώ.
Η αλήθεια είναι πως μαγείρεψαν σωστά τις λέξεις, τις προτάσεις τους,
και θα μπορούσα να μείνω απόλυτα ικανοποιημένος
από το αποτέλεσμα, αν το ψέμα δεν ήταν πάντα κάπως δυσκολοχώνευτο
—ιδίως όταν συνοδεύεται από κάποια υπερβολή στην μουσικότητα.
Εν πάση περιπτώσει, έχω γερό στομάχι. Κι έτσι πρέπει.
Αν ξερνούσα εδώ μπροστά σας την βλακεία τους,
θα ήταν οπωσδήποτε χαμένοι. Προχωρώ,
λοιπόν, και παραδέχομαι πως είπαν μία τουλάχιστον αλήθεια:
τα πάω πολύ καλύτερα απ’ αυτούς με την μαγειρική των λέξεων, γι’ αυτό
πανικοβλήθηκαν, και τώρα ακόμη ιδρώνουν πάνω απ’ τα τζετζερέδια τους,
θαρρώντας πως είναι στο έλεος μου. Μεταξύ μας, δεν έχουν άδικο. (περισσότερα…)

Μαύρος θάνατος

*

στον Κώστα Κουτσουρέλη,
«ταριχευτή» της Ευρώπης
«Εγώ, ο πολύς ταξιδευτής των γαλανών εκτάσεων,
κατάβαθά μου λαχταρώ τη γηραιάν Ευρώπη»
ΑΡ. ΡΕΜΠΩ (μτφρ. Αλ. Μπάρας)

Ευρώπη μου, προσέρχομαι σιγά,
τον άταφο νεκρό μη μαγαρίσω.
Περάσαν οι χρονιές που ένα σου «ja»
αρκούσε τους καιρούς ν’ αναρριγά
– του Τρίτου Κόσμου πια κρατάς το ίσο.

Ευρώπη μου, πανούκλα δολερή
μου λεν πως έχει επάνω σου ενσκήψει
και κάθε σου αξία σταθερή,
στο φόβο μη σου σβήσει το κερί,
ξηλώνεται χωρίς καμία τύψη.

Ευρώπη μου, βαρκάδα στο κενό,
πώς χάνεσαι πνιγμένη στην πανώλη!
Κι ας πρόστρεξαν κοντά σου με κανό,
αντίκρυσαν τον βασιλιά γυμνό
– δε θα σ’ το πουν, αλλά το ξέρουν όλοι. (περισσότερα…)

Τέρπειν ἅμα καὶ διδάσκειν

*

τοῦ ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Πολλοὶ μέμφονται σήμερα τὸ ἐκπαιδευτικὸ σύστημα ἐπειδὴ καταναγκάζει, λέει, τοὺς μαθητὲς στὸ παπαγάλισμα μιᾶς ἄχαρης καὶ ξηρῆς, ὅπως ὑποστηρίζουν, διδακτικῆς ὕλης. Καὶ ζητοῦν νὰ καρυκεύσουν τὶς μεθόδους του μὲ νέες, ποὺ νὰ περιλαμβάνουν τὴν τέρψη. Γιὰ νέα παιδαγωγία, συμμετοχική, μαθητοκεντρικὴ μάλιστα, εἶναι ὁ λόγος. Οἱ δὲ διδάσκοντες προτρέπονται νὰ ζητοῦν ἀνυπερθέτως τὴ γνώμη τῶν διδασκομένων, μεταξὺ ἄλλων μὲ ἐρωτήματα τοῦ τύπου:

«Τί σοῦ ἀρέσει νὰ κάνεις στὸ σχολεῖο; Τί ἄλλο θὰ σοῦ ἄρεσε νὰ κάνεις, ἀλλὰ δὲν τὸ κάνεις; Παίζεις μὲ ὅποιο παιχνίδι θέλεις; Παίζεις μὲ ὅποιο παιδὶ θέλεις; Λὲς τὶς ἀπόψεις σου γι’ αὐτὸ ποὺ θέλεις νὰ γίνεται στὴν τάξη μας; Ἐσὺ καὶ τὰ παιδιὰ τῆς τάξης σου παίρνετε ἀποφάσεις γι’ αὐτὰ ποὺ γίνονται στὸ μάθημα;»

«Τέτοιου εἴδους ἐρωτήσεις», διαβάζουμε στὸ ἴδιο ἐπίσημο κείμενο, ἕναν ὁδηγὸ πρὸς τοὺς δασκάλους τοῦ Δημοτικοῦ ἐγκεκριμένο ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖο Παιδείας, «ὑποστηρίζουν ἕνα κλίμα ὅπου τὰ παιδιὰ κατανοοῦν ὅτι οἱ ἀπόψεις τους εἶναι σημαντικές», καὶ συνδιαμορφώνουν μ’ αὐτὲς «μιὰ εὐχάριστη καὶ δημιουργικὴ ἐκπαιδευτικὴ διαδικασία.»

Ὅμως ὅταν πρόκειται γιὰ τὸ «καλλιτεχνικὸ σύστημα», πολλοὶ (συχνὰ καὶ οἱ ἴδιοι) πρεσβεύουν τὸ ἀνάποδο. Ὅσο δύσκολο, ὅσο δυσκατάποτο καὶ στριφνὸ κι ἂν εἶναι τὸ καλλιτέχνημα, ἰσχυρίζονται, ἡ εὐθύνη βαραίνει ὄχι τὸν δημιουργὸ ἀλλὰ τὸν φιλότεχνο. Ἐκεῖνος εἶναι ποὺ ὀφείλει μὲ καιρὸ καὶ μὲ κόπο νὰ μαθητεύσει στὸ ἔργο, καὶ παραιτούμενος ἀπὸ τὴν προσδοκία τῆς ἄμεσης ἀπόλαυσης, νὰ καταστεῖ ἄξιός του.

«Ἄκουσα τὴ Βαλκυρία τοῦ Βάγκνερ», ὁμολογοῦσε ἤδη τὴ δεκαετία τοῦ 1880 ὁ Ἀλεξάντερ Γκλαζοῦνοφ.

«Δὲν κατάλαβα γρί. Δὲν μοῦ ἄρεσε καθόλου. Τὴν ἄκουσα δεύτερη φορά. Πάλι δὲν κατάλαβα τίποτα. Τὴν τρίτη φορά, τὰ ἴδια. Πόσες φορὲς νομίζετε ἄκουσα αὐτὴ τὴν ὄπερα ὥσπου νὰ τὴν καταλάβω; Ἐννιά! Τὴ δέκατη ἐπιτέλους τὰ ἔπιασα ὅλα. Καὶ τότε μοῦ ἄρεσε πολύ.»

Καὶ ὁ ὁμότεχνός του Ἄρνολντ Σαῖνμπεργκ μισὸν αἰῶνα ἀργότερα ὑπερθεμάτιζε.

«Θὰ τὸ ἔχετε ἀσφαλῶς καταλάβει ὅτι δὲν εἶμαι φιλόδοξος καὶ ὅτι δὲν περιμένω ἀπὸ τὸ κοινὸ νὰ κατανοήσει τὴ μουσική μου μὲ τὴν πρώτη κιόλας ἀκρόαση. Θὰ ἤμουν εὐχαριστημένος ἂν μὲ τὴ δέκατη πέμπτη ἀκρόαση ἔπαυε ἁπλῶς νὰ τὴν ἀπεχθάνεται». (περισσότερα…)

Η υποκρισία του ευρωτραμπισμού

*

του ΑΓΓΕΛΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

Τα δυο κυρίαρχα χαρακτηριστικά της νέας προεδρίας Τραμπ, που την διαφοροποιούν μέχρι στιγμής από την πρώτη, είναι η επιθετική πολιτική έναντι της Ευρώπης στην βάση ενός συνεκτικού σχεδίου ριζικής αναδόμησης της διατλαντικής σχέσης και η προώθηση ιδεολογικών συμμάχων ανά τον κόσμο, και κυρίως στην Ευρώπη. Και τα δυο αυτά στοιχεία προϋπήρχαν στην λογική του τραμπισμού, τώρα όμως παίρνουν μια πιο καθαρή και οργανωμένη μορφή.

Από την μια μεριά, η επιθετικότητα του Τραμπ έναντι της Ευρώπης ξεπερνάει την εμμονή του με τους δασμούς και την προσωπική του αντιπάθεια για τους παλιούς φίλους του Ομπάμα, όπως η Άγκελα Μέρκελ. Σήμερα η πολιτική των ΗΠΑ στην Ευρώπη φαίνεται να αντανακλά ένα πιο οργανωμένο σχέδιο, πάνω στις βάσεις του τραμπισμού βέβαια αλλά και με στρατηγικά μακρόπνοα χαρακτηριστικά. Αφορά την βίαιη επανεξισορρόπηση της διατλαντικής σχέσης με όρους όχι απλά αυτοκρατορικής εποπτείας των ΗΠΑ αλλά αποικιακής εξάρτησης της Ευρώπης.

Στο σχέδιο του Τραμπ και των δυνάμεων που έχουν συσπειρωθεί τριγύρω του, η Ευρώπη μετατρέπεται σε μόνιμο αγοραστή αμερικανικής ενέργειας (κάτι που ξεκίνησε επί Μπάιντεν με την εξαναγκαστική αποκόλληση της ευρωπαϊκής αγοράς από το ρωσικό αέριο), αλλά και οπλικών συστημάτων. Εκεί αποσκοπεί άλλωστε η εντεινόμενη ρητορεία περί ανάγκης της Ευρώπης να «πληρώνει για την δική της ασφάλεια». Ταυτόχρονα, η εσωτερική αγορά της ΕΕ πρέπει, με αντάλλαγμα την μη-επιβολή καταστροφικών δασμών από τις ΗΠΑ, να απεμπολήσει όλους τους ρυθμιστικούς της κανόνες σε ζητήματα ανταγωνισμού, φορολογίας, προσωπικών δεδομένων και ιδιωτικότητας και να αφήσει τους αμερικανικούς γίγαντες της ψηφιακής τεχνολογίας να κυριαρχήσουν με τους δικούς τους όρους εις βάρος ευρωπαϊκών εταιρειών αλλά και καταναλωτών. Αν και πιθανότατα αυτό βρίσκει ακόμα κάποιες αντιστάσεις στο κατεστημένο των ΗΠΑ, στο μυαλό του Τραμπ η Ευρώπη μάλλον δεν αξίζει να είναι κάτι παρά πάνω από ένα συμπροτεκτοράτο των ΗΠΑ και της Ρωσίας, η οποία έτσι μπορεί να πειστεί να απαρνηθεί την συμμαχία της με την Κίνα. (περισσότερα…)

Πάνος Θεοδωρίδης, Σπαράγματα μεταφράσεων

Νεανική φωτογραφία του συγγραφέα από τη σελίδα του στο fb

~.~

Η θανή του Πάνου Θεοδωρίδη επισπεύδει την κατάθεση αυτής της μικρής ανθοδέσμης από σύντομες μεταφράσεις του βυζαντινών ποιημάτων, μέσα σε κείμενά του, σαν μικρό φόρο τιμής στη μνήμη του. Αρχιτέκτονας, ποιητής, συγγραφέας, ηθοποιός, αρθρογράφος, μπλόγκερ, πολυσχιδής άνθρωπος. Η αγάπη κι η βαθιά γνώση του για το Βυζάντιο και τη λογοτεχνική όσο και την υλική κληρονομιά του υπήρξε παθιασμένη και μεγάλη. Ας αναφέρω μοναχά το πάθος του με τους νερόμυλους και το σενάριο που έγραψε για την ταινία Δοξόμπους, όπου έπαιζε κι ο ίδιος. Ας επιτραπεί κατ’ εξαίρεσιν, σ’ αυτή την μικρή ανθολόγηση να συμπεριλάβουμε, ως κολοφώνα της, ένα άλλο κείμενό του που εκφράζει την αγάπη του για τον Μανουήλ Φιλή.

Πριν δυόμισι χρόνια του είχα ζητήσει να συμπεριλάβω στην Ανθολογία της Βυζαντινής ποίησης ορισμένα σπαράγματα βυζαντινών ποιημάτων αποδοσμένων στη νεοελληνική, που είχε σε ορισμένες αναρτήσεις του στο φέησμπουκ. Ταυτόχρονα τον είχα ρωτήσει και για ένα μικρό κομμάτι που το παρουσίαζε σαν απόσπασμα από τον Μανουήλ Φιλή.

άλλο να βρίσκεσαι γυμνός το θέρος
κι άλλο στου χειμώνα το εξοχικό παραγώνι
παρόμοια άλλο να θλίβεσαι που είσαι θνητός
κι άλλο να θλίβεσαι γιά φίλο πεθαμένο.

Μου απάντησε πως ήταν πλαστό. Κι όμως συλλογίζομαι τώρα πόσο λιτό κι απέριττο, αληθινό, επιτύμβιο επίγραμμα μοιάζει· ταιριαστό και για τη δική του μνήμη. Ας είναι ελαφρύ το χώμα…

ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~•~

Ιωάννης Γεωμέτρης, ο και Κυριώτης:

Όλα τα πάντα ανθούν, το αμπέλι παλεύει να γεννήσει
ξεχειλίζει το φρέσκο μέλι από τις κερήθρες […]

/// (περισσότερα…)

Το Μεταλλείο

Πάνος Θεοδωρίδης (1948-14.2.2025)

*
Χρόνια πολλά με απασχολούσε η συγκέντρωση ενός άφθονου, άνισου και ποικίλου έργου, που το αρχειοθετούσα μια στα πέντε χρόνια, το κράτησα ενωμένο ένα διάστημα και κατά καιρούς έχανα από μετακομίσεις κάποια ανέκδοτα κείμενα. Πίστευα ότι δεν τους άξιζε ο όρος Άπαντα, ίδιον ταλαντούχων αυτουργών και επουργών.

Εκείνο το βράδυ, εικοσιέξι ετών, διδάχτηκα ότι τα δικά μου άπαντα έπρεπε να έχουν τίτλο το Μεταλλείο. Χώρος που περιέχει πολύτιμα μέταλλα και σκωρίες, λιθορριπές και αγραμμάδες, αφεντικά και εργάτες, χρήματα και προσφάι, ερπετά και πουλάκια, βουνό και θάλασσα.

Κι έτσι το έργο μου δεν θα συγκεντρωνόταν ως θρασύδειλη απόπειρα διαιώνισης αλλά ως φυσική περίπου συσσώρευση λέξεων. Ποιήματα, διηγήματα, μυθιστορήματα, δοκίμια, ρητά, ημερολογιακές σημειώσεις, ταξιδιωτικά, ερμηνείες αρχαίων και μεσαιωνικών κειμένων, στατιστικοί πίνακες, σπαράγματα διατριβών και μονογραφιών, επιστολές, ομιλίες, δεκάρικοι λόγοι, άρθρα και επιφυλλίδες, θεατρικά, σενάρια, νεκρολογίες, αναφορες, δημοσιοϋπαλληλικά κείμενα, απολογίες και αρχαιολογικά ανάλεκτα με τον ιδιώνυμο τίτλο varia minora. Και αυτά, όχι καταχωρημένα ανά είδος λόγου, παρά ανά εποχές κυριάρχων γυναικών, η Εποχή της Μαριάνθης, η Εποχή της Δυναμό και παρόμοια. (περισσότερα…)

Τζούλυ Οτσούκα, Diem perdidi

*

Προλόγισμα – Μετάφραση:
ΜΑΡΙΑ Σ. ΜΠΛΑΝΑ

Η Julie Otsuka (γεν. 1962) είναι Αμερικανίδα ζωγράφος και συγγραφέας με ιαπωνικές ρίζες. Αντλεί από την προσωπική της ζωή για να γράψει αυτοεθνογραφικά ιστορικά μυθιστορήματα για τη ζωή των Ιαπωνοαμερικανών. Το 2002 δημοσίευσε το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο When the Emperor was Divine, το οποίο αναφέρεται στα στρατόπεδα εγκλεισμού των Ιαπωνοαμερικανών κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η ιστορία ξεκινά στην Καλιφόρνια, όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, και βασίζεται στον παππού της Οτσούκα, ο οποίος συνελήφθη ως ύποπτος για κατασκοπεία την επομένη της επίθεσης στο Περλ Χάρμπορ. Το μυθιστόρημά της βραβεύτηκε με το Asian American Literary Award και το American Library Association Alex Award το 2003. Η Οτσούκα συνέχισε να γράφει για την ιστορία της οικογένειάς της και το 2011 δημοσίευσε το παρόν διήγημα με τίτλο Diem Perdidi, σκιαγραφώντας τη μητέρα της που έπασχε από άνοια. Αυτό το διήγημα ήταν ο πρόδρομος του τρίτου μυθιστορήματός της που δημοσιεύτηκε το 2022 με τίτλο Τhe Swimmers (Κολυμπώντας), το οποίο αναφέρεται περαιτέρω στην εμπειρία της ως κόρη μιας μητέρας με άνοια και κυκλοφορεί στα ελληνικά σε μετάφραση Θωμά Σκάσση από τις εκδ. Πατάκη.

«Amici, diem perdidi!» Φίλοι μου, έχασα τη μέρα μου! Φράση που φέρεται να είπε ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Τίτος στους φίλους του, στη σκέψη πως δεν είχε κάνει τίποτα εκείνη τη μέρα για να βοηθήσει κάποιον άνθρωπο. (Σουητώνιος, De Vita Caesarum)

~.~

Θυμάται πώς τη λένε. Θυμάται πώς λένε τον πρόεδρο. Θυμάται πώς λένε τον σκύλο του προέδρου. Θυμάται σε ποια πόλη μένει. Και σε ποια οδό. Και σε ποιο σπίτι. Σ’ αυτό με την μεγάλη ελιά στον κήπο, στη γωνία του δρόμου. Θυμάται τι χρονιά έχουμε. Θυμάται τι εποχή είναι. Θυμάται τη μέρα που γεννήθηκες. Θυμάται την κόρη που γεννήθηκε πριν από σένα –Είχε τη μύτη του πατέρα σου, αυτό πρωτοπρόσεξα πάνω της– αλλά δεν θυμάται τ’ όνομα εκείνης της κόρης. Θυμάται τ’ όνομα του άντρα που δεν παντρεύτηκε –Φρανκ– κι έχει φυλαγμένα τα γράμματά του σ’ ένα συρτάρι πλάι στο κρεβάτι της. Θυμάται πως παντρεύτηκες κάποτε αλλά αρνείται να θυμηθεί τ’ όνομα του πρώην άντρα σου. Εκείνος ο άντρας, έτσι τον αποκαλεί. Δεν θυμάται πώς έπαθε τις μελανιές στα μπράτσα της ή ότι πήγατε βόλτα μαζί το πρωί. Δεν θυμάται ότι έσκυψε κάποια στιγμή, στη βόλτα, κι έκοψε ένα λουλούδι από το παρτέρι του γείτονα και το έβαλε στα μαλλιά της. Ίσως τώρα με φιλήσει ο πατέρας σου. Δεν θυμάται τί έφαγε χτες βράδυ ή πριν πόση ώρα πήρε τα φάρμακά της. Δεν θυμάται να πίνει αρκετό νερό. Δεν θυμάται να χτενίζει τα μαλλιά της.

Θυμάται τους αποξηραμένους λωτούς που κρέμονταν κάποτε από τις μαρκίζες του σπιτιού της μητέρας της στο Μπέρκλεϋ Είχαν το πιο όμορφο πορτοκαλένιο χρώμα. Θυμάται ότι στον πατέρα σου αρέσουν πολύ τα ροδάκινα. Θυμάται πως, κάθε Κυριακή πρωί, στις δέκα, την πηγαίνει βόλτα κάτω στη θάλασσα, με το καφέ αυτοκίνητο. Θυμάται πως κάθε απόγευμα, λίγο πριν αρχίσει το δελτίο ειδήσεων των οκτώ, βγάζει δύο τυχερά μπισκότα σε ένα χάρτινο πιάτο και της ανακοινώνει ότι θα κάνουν πάρτυ. Θυμάται πως τις Δευτέρες επιστρέφει από το κολέγιο στις τέσσερις, και πως ακόμα και πέντε λεπτά ν’ αργήσει, εκείνη βγαίνει στην αυλόπορτα να τον περιμένει. Θυμάται ποιο είναι το δικό της δωμάτιο και ποιο το δικό του. Θυμάται πως το δωμάτιο που κοιμάται τώρα ήταν κάποτε το δικό σου δωμάτιο. Θυμάται πως δεν ήταν πάντα έτσι τα πράγματα.

Θυμάται τον πρώτο στίχο του How High the Moon. Θυμάται τον εθνικό ύμνο. Θυμάται το ΑΜΚΑ της. Θυμάται το τηλέφωνο της κολλητής της, της Τζιν, παρόλο που η Τζιν πέθανε πριν έξι χρόνια. Θυμάται ότι η Μάργκαρετ έχει πεθάνει. Θυμάται ότι η Μπέττυ έχει πεθάνει. Θυμάται ότι η Γκρέης έπαψε να της τηλεφωνεί. Θυμάται ότι η μητέρα της πέθανε πριν εννέα χρόνια, ενώ σκάλιζε τον κήπο της, και τη νοσταλγεί ολοένα και περισσότερο κάθε μέρα. Αυτός ο πόνος δεν σβήνει. Θυμάται το νούμερο με το οποίο η αμερικανική κυβέρνηση φακέλωσε στην οικογένειά της όταν άρχισε ο πόλεμος. 13611. Θυμάται ότι τους έστειλαν στην έρημο, μαζί με την μητέρα και τον αδελφό της, τον πέμπτο μήνα εκείνου του πολέμου και ότι τότε πήρε για πρώτη φορά το τραίνο. Θυμάται τη μέρα που επέστρεψαν στο σπίτι. 9 Σεπτέμβρη, 1945. Θυμάται τον συριγμό του αέρα στο φύλλωμα της φασκομηλιάς. Θυμάται τους σκορπιούς και τα μυρμήγκια. Θυμάται τη γεύση της σκόνης. (περισσότερα…)

Ο Κονδύλης και οι επιστημολογικές μεταθεωρίες [Β]

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Ο Κονδύλης δεν ορίζει κάποια, έστω και εντελώς γενικά, κριτήρια με βάση τα οποία μπορεί να κριθεί η θεωρία του, αλλά και οι υπόλοιπες θεωρίες. Επιμένει όμως εμφατικά στο γεγονός ότι η θεωρία του είναι εμπειρικά ελέγξιμη και μάλιστα κατά το πλείστον ελεγμένη μέσα από τα μεγάλα έργα του, τα οποία ως εφαρμογές της γενικής του θεωρίας δεν έχουν ανασκευασθεί από άλλες εργασίες, εμπειρικού επίσης περιεχομένου.

Τι σημαίνει άραγε αυτό το «εμπειρικά ελέγξιμη» για τον Κονδύλη; Η απάντηση δεν είναι δύσκολη: η ιστορική επαλήθευση. Ολόκληρο το ιστοριογραφικό του έργο (Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, Συντηρητισμός, Η κριτική της μεταφυσικής, Θεωρία του πολέμου, Ο νεοελληνικός Διαφωτισμός, Η παρακμή του αστικού πολιτισμού) θεωρούσε ότι ήταν εμπειρική απόδειξη της Περιγραφικής Θεωρίας της Απόφασης (Ισχύς και Απόφαση, Επιστήμη, Ισχύς και Απόφαση) που αποτελούσε τη θεωρητική του αρχή.

Με την απάντηση αυτή κάπου στο βάθος της οθόνης εμφανίζεται η φιγούρα του Χέγκελ μέσω Κοζέβ:

«για τον μεγάλο Γερμανό φιλόσοφο, το αποτέλεσμα της κλασσικής “διαλεκτικής”, του “διαλόγου”, δηλαδή η νίκη σε μια “συζήτηση” καθαρά λεκτική, δεν αποτελεί επαρκές κριτήριο αλήθειας. Με άλλα λόγια η “διαλεκτική” που κινείται στο επίπεδο του λόγου δεν μπορεί, κατά τη γνώμη του, να καταλήξει ως τέτοια σε οριστική λύση ενός προβλήματος (δηλαδή λύση που παραμένει αμετάβλητη σε όλη τη διάρκεια του χρόνου που την ακολουθεί). Για τον απλό λόγο ότι, αν αρκεστούμε στην ομιλία, δεν θα μπορέσουμε ποτέ να “εξαλείψουμε” οριστικά ούτε τον αντιλέγοντα ούτε συνεπώς την ίδια την αντίφαση, γιατί ανασκευάζω κάποιον δεν σημαίνει κιόλας ότι τον νικώ. Η “αντίφαση” ή η “αντιμαχία” δεν μπορούν να “αρθούν διαλεκτικά” παρά μόνο στο μέτρο όπου διαδραματίζονται στο ιστορικό πεδίο της ενεργούς κοινωνικής ζωής».[1]

Γράφει ο Κονδύλης[2] (περισσότερα…)

«Νά που μου στήθηκες πάλι μπροστά στον καθρέφτη»

*

Σώμα της δίψας, γυμνό, με αλάτι και φώς ζυμωμένο,
πόσο αυστηρά με κοιτάς! Πώς να σου δώσω πνοή;
Τρέμοντας πάντα λυγίζει μπροστά-σου το αμάθητο γόνυ,
τρέμει κι η φλόγα που καίει δίχως αγάπη, κρυφά,
της ηδονής το λιβάνι. Κι εσύ δέ μιλάς, δέ σαλεύεις,
ξένο, ακατάδεχτο, οκνό… Σκλάβο-σου τί με κρατά;

///

Νά που μου στήθηκες πάλι μπροστά στον καθρέφτη. Ρυτίδες
σκάβει, όλο σκάβει το αργό χέρι του χρόνου, κι εσύ,
μάτια-μου, πώς τις κοιτάς! Λές και διαβάζεις το γράμμα
κάποιου χαμένου εραστή που έλαβες μόλις προχτές
και σου θυμίζει εναν κόσμο δικό-σου κάποτε, οικείο,
κι ύστερα απλώς βαρετό. Ξέχασες κιόλας πολλά:
πρόσωπα, ονόματα, δρόμους… Με κόπο θυμάσαι απʼ τη γλώσσα
πού ʼχατε φτιάξει μαζί λίγες σπαστές συλλαβές. (περισσότερα…)