Συντάκτης: il Notaro

D. H. Lawrence, Ὁ θρίαμβος τῆς μηχανῆς


*

Mιλοῦν γιά τόν θρίαμβο τῆς μηχανῆς,
ἀλλά ἡ μηχανή ποτέ δέν θά θριαμβεύσει.

Ἀπό τίς χιλιάδες καί χιλιάδες αἰώνων τοῦ ἀνθρώπου
μέ τό ξετύλιγμα τῆς φτέρης,
τίς λευκές γλῶσσες τῆς ἄκανθας λείχοντας τόν ἥλιο,
χάρη σ’ ἕνα θλιβερό αἰώνα
οἱ μηχανές θριαμβεύουν, κατρακυλώντας μας ἐδῶ κι ἐκεῖ,
ταρακουνώντας τή φωλιά τοῦ κορυδαλλοῦ ὥσπου τ’ αὐγά νά σπάσουν.

Τρανταγμένοι οἱ ὑγρότοποι, ὥσπου φύγανε οἱ χῆνες
καί οἱ ἄγριοι κύκνοι πέταξαν μακριά
γιά μᾶς τραγουδώντας τό κύκνειο ἄσμα.

Σκληρά, σκληρά πάνω στήν γῆ οἱ μηχανές κυλοῦν,
ἀλλά μέσα ἀπό κάποιες καρδιές ποτέ δέν θά κυλήσουν.

Ὁ ἄγριος κύκνος κολυμπᾶ στoύς ὑγρότοπους τῶν λαγόνων του,
καί στίς πλατιές παιδιάδες τοῦ στέρνου του
νεαρός ταῦρος ποιμαίνει τίς ἀγελάδες του,
ἀρνάκια σκιρτοῦν ἀνάμεσα στίς μαργαρίτες τοῦ μυαλοῦ του. (περισσότερα…)

Rainer Maria Rilke, Τρεις γυναίκες

*

Η ΑΝΑΡΡΩΝΥΟΥΣΑ

Σαν το τραγούδι που στους δρόμους τριγυρνά
και μια ζυγώνει και μια λες ότι δειλιάζει,
μια φτερουγίζει — και σχεδόν την ακουμπά —
και μια πιο απόμακρα πηγαίνει και κουρνιάζει:

έτσι μαζί της παίζει τώρα η ζωή·
ενώ εκείνη, αδύναμη και κουρασμένη,
κάνει μια απόπειρα για να της προσφερθεί,
μια αδέξια κίνηση όχι συνηθισμένη.

Και σαν ξελόγιασμα το αισθάνεται σχεδόν
τώρα το χέρι της, που τόσο είχε τραχύνει
αυτή η παράκρουση των άγριων πυρετών,
σαν χάδι λες ν’ αναρριχάται λουλουδιών
το μέτωπό της το τραχύ για ν’ απαλύνει.

///

ΓΥΝΑΙΚΑ ΕΜΠΡΟΣ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ

Καθώς βοτάνι σε ποτό υπνωτικό,
τους κουρασμένους τρόπους της αργά διαλύει
μες στου καθρέφτη το κρυστάλλινο νερό·
εκεί και το χαμόγελό της πάει και δύει.

Και περιμένει ωσότου η στάθμη ν’ ανεβεί·
και τότε χύνει στον καθρέφτη τα μαλλιά της
και, τους εξαίσιους ώμους της για μια στιγμή
αποδεσμεύοντας από το φόρεμά της,

(περισσότερα…)

Μάρκος

*

της ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Τον περιμέναμε όλη μέρα ή μάλλον νύχτα και πάλι νύχτα. Στην ακτή έβλεπες μόνο τα κλεφτοφάναρα, να στέλνουν ξάγρυπνα φωτεινό σινιάλο προς τη θάλασσα. Μελετούσαν για λίγο τα κύματα, όπως το φως τρεμόπαιζε επάνω τους, σβήνοντας έπειτα στην άβυσσο, σαν μυστικό που δεν ειπώθηκε ποτέ. Έφευγαν πάλι και ξαναγύριζαν.

Πού να πήγαιναν;

Άλλοτε κρύβονταν μέσα στους βράχους, για να μη φαίνονται, τσάκιζε κιόλας την αυγή το κρύο. Τελικά το καΐκι έφτασε μια νύχτα σκοτεινή, σ’ ακτή που κανείς τους ως τότε δεν γνώριζε, γιατί ήτανε κατάξερη κι ως βάθος όλο βράχια. ΄Ενας τους έκανε με τα χέρια του χωνί και κάτι ψέλλισε στον άνεμο, περιμένοντας το παρασύνθημα.

Κι ως κεραυνός που σχίζει νέφαλα ακούστηκε και βρόντηξε στη γη μας τ’ όνομά του.

Τον πήραν στην αγκαλιά τους, για να μην πατήσει τα πόδια του μέσα στο νερό. Περπάτησαν για λίγο στα σκοτεινά, μα ο δρόμος ήταν ανηφορικός, κι ο ίδιος όσο που στεκότανε και τους έδινε την αίσθηση πως όπου να ’ναι θα σωριαστεί. Πιστεύοντας ακόμα πως δεν τον πρόδιδε η ώχρα του, ο άντρας έβγαλε το παγούρι του κι έδωσε και στους γύρω του, για να νιώσουν πώς είναι το νερό που ερχόταν απ’ τον τόπο του.

Όλοι το γεύτηκαν μεθυστικά, κι ας ήξεραν πως ποτέ κανείς από αυτό δεν μπορεί να ξεδιψάσει.

***

Ακουμπώντας τα πράγματα στο τραπέζι, που ήταν ήδη στρωμένο με το κεντητό τραπεζομάντηλο, τους χαιρέτησα. Ο κύρης μου με φώναξε, για να μου τους συστήσει. Όσα ονόματα μου έδωσαν δεν ήταν τα πραγματικά, μ’ όλο που εγώ δεν το ήξερα, κι ούτε που τα θυμάμαι τώρα.

Ο ένας ψηλός, γεροδεμένος άντρας, παλληκάρι. Ο δεύτερος γνωστός μας, χωριανός. Το τρίτο πρόσωπο καθόταν σιωπηλά σε μια καρέκλα, πιο πέρα απ’ το τραπέζι. (περισσότερα…)

Περιήγηση στη Μαδουρή της οικογένειας Βαλαωρίτη

*

Το νησί, το αρχοντικό, το παρεκκλήσι
του Ευαγγελιστή Ιωάννη και ο τάφος της Όλγας Βαλαωρίτη

γράφει η
ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΠΟΛΙΤΗ

///

Το νησί

Το όνομά της η Μαδουρή λέγεται ότι το πήρε από κάποιο μαντρί που βρισκόταν στο νησάκι,  και με τα χρόνια η λέξη παρεφθάρη: μαντρί, μαδρί, Μαδουρή. Άλλη εκδοχή υποστηρίζει ότι το όνομα προέρχεται από τη λαϊκή λέξη μαδερή, που σημαίνει γυμνή. Πράγματι η Μαδουρή υπήρξε ένα ξερό, πετρώδες, άγονο νησάκι με άγριους θάμνους -ερυμνός και ακατέργαστος βράχος γράφει ο Σάθας- και είχε ελαιόδεντρα μόνο στη βορειοδυτική πλευρά του. Η έκταση του υπολογίζεται πάνω από 127 στρέμματα (0,127 τ.χλμ.). Ανήκει στο σύμπλεγμα των Εχινάδων το οποίο μετονομάστηκε τη δεκαετία του 1950 από τον Αντώνη Τζεβελέκη καθ’ ομοίωσιν του νησιωτικού συμπλέγματος των Πριγκιπονήσων της Κωνσταντινούπολης. Τα Πριγκιπόνησα της Λευκάδας αποτελούν τα νησάκια Σκορπιός, Σκορπίδι, Σπάρτη, Τσόκαρι, Μαδουρή, Χελώνη που με τη σειρά τους αποτελούν μέρος ενός μεγαλύτερου συμπλέγματος, αυτού των Τηλεβοΐδων Νήσων: Κάλαμος, Καστός, Μεγανήσι, Θηλιά, Κυθρός, Άτοκος, Αρκούδι, Φορμίκουλα, Πρασονήσι, Προβάτι, Αλαφονήσι, Πεταλού. Το όνομα τους συμπλέγματος έλκει την καταγωγή του από τον αρχαίο τοπικό λαό των Τηλεβόων ή Ταφίων. Οι Τηλεβόες ή Ταφίοι είχαν σαν βασική τους δραστηριότητα την πειρατεία και ως βάση τους το Μεγανήσι, που το όνομά του ήταν και Τάφος ή Ταφιάς.

Σύμφωνα με πηγές, το μικρό αυτό αρχιπέλαγος κατά τον Μεσαίωνα υπήρξε ορμητήριο Καταλανών και Τούρκων πειρατών καθώς οι ορμίσκοι των νησίδων λειτουργούσαν ως τέλεια κρησφύγετά τους. Γενικά δεν υπάρχουν στοιχεία για τα νησάκια αυτά πριν από το έτος 1684. Ο ιστορικός Πάνος Ροντογιάννης αναφέρει ότι μέχρι την εποχή αυτή το Μεγανήσι και τα πέριξ αυτού μικρότερα νησιά ήταν ακατοίκητα. Με την έλευση των Βενετών φαίνεται ότι οι γαίες τους παραχωρήθηκαν σε διάφορους ιδιώτες. Από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους – Αρχεία Νομού Λευκάδας αντλούμε πληροφορίες για παραχωρήσεις γαιών σε συγκεκριμένα πρόσωπα, σε ορισμένο χρόνο. Η Μαδουρή πέρασε από πολλά χέρια. Γύρω στα 1740 το όριζε ένας Γάλλος, ο Κάρλ Λεμπόν. Μετά το θάνατό του πέρασε στα χέρια της οικογένειας Βρεττού και στη συνέχεια στη βενετσιάνικη οικογένεια Σεττίνι. Ο Ροντογιάννης αναφέρει ότι το νησάκι είχε περιπέτειες κωμικές, γιατί οι κατοπινοί ιδιοκτήτες, μετά τον Λεμπόν, είχαν δικαστικές φασαρίες με τους καθολικούς ιερείς της Λευκάδας που αξίωναν 50 χρόνων «σαββατιάτικα» αναδρομικά που είχαν κάνει στον Λεμπόν και δεν τα είχαν πληρωθεί. Μάλιστα τα αξίωναν με τόκους. Και είχαν βγάλει τόσο μεγάλο το ποσό της οφειλής που έντρομοι οι ιδιοκτήτες εγκατέλειπαν το νησί. Μετά την πτώση των Βενετών φαίνεται να έχει περάσει στην ιδιοκτησία της οικογένειας Βαλαωρίτη. Συγκεκριμένα στα 1860 ήταν κτήμα των δύο αδελφών, του Ευστάθιου και του Ιωάννη Βαλαωρίτη. Την ίδια χρονιά, οι δυο οικογένειες μοίρασαν την περιουσία τους με συμβόλαιο διανομής. Η διανομή έγινε ανάμεσα στα τέσσερα ξαδέρφια: τον Σπυρίδωνα, τον Δημοσθένη, τον Αριστοτέλη και τον Ξενοφώντα. Μετά από κλήρο, το νησί κληρονόμησαν ο Αριστοτέλης και ο Ξενοφώντας.

Στο νησάκι προϋπήρχε ένας οικίσκος και το παρεκκλήσι του Ευαγγελιστή Ιωάννη που ανακαινίστηκε από τον ποιητή μαζί με το χτίσιμο της έπαυλής του και την γενικότερη αναμόρφωση του νησιού. Βοηθός του ήταν ο έμπιστος επιστάτης του Στυλιανός Βερύκιος από την Εξάνθεια ο οποίος μαζί με τα αδέλφια του και άλλους εργάτες από την Εξάνθεια και τον Δρυμώνα κουβάλησαν καινούριο χώμα από τον κάμπο του Νυδριού, έφτιαξαν ξερολιθιές που στήριζαν αναβαθμίδες στις οποίες φύτεψαν αμπέλια, ελιές, αμυγδαλιές και κέντρωσαν τις αγριλίδες που ήδη υπήρχαν. Επίσης βοήθησαν στις εργασίες για την οικοδόμηση της έπαυλης που ολοκληρώθηκε το 1864, μετά από τέσσερα χρόνια αφότου είχαν μπει τα θεμέλια. Τα σημερινά μεγάλα πεύκα που βλέπουμε φυτεύτηκαν αργότερα από τον γιο του ποιητή. Κατά καιρούς υπήρξαν συκιές, ευκάλυπτοι, κυπαρίσσια, ροδοδάφνες. Στο πίσω μέρος του νησιού ύστερα από παραγγελιά του ποιητή φύτεψαν Βαυκερίτες αμπέλια ποικιλίας «βαρτζαμί» που είχαν φέρει από το χωριό τους. (περισσότερα…)

-> Από πού να ξεκινήσω; #7 Διονύσιος Σολωμός


*

Νιώθουμε συχνά την επιθυμία να ασχοληθούμε σε βάθος με ποιητές, πεζογράφους, καλλιτεχνικά κινήματα και σχολές. Ωστόσο μας δυσκολεύει πολλές φορές ο όγκος τους, η διαφορά του ύφους τους ανά περιόδους και χρονικές φάσεις, καθώς και ο φόβος μιας εσφαλμένης πρώτης εντύπωσης που θα μας αποθαρρύνει. Στο πνεύμα αντίστοιχων εκλαϊκευτικών και βοηθητικών άρθρων για συγγραφείς, σκηνοθέτες, μουσικούς κ.ο.κ., που αφθονούν σε ιστότοπους του εξωτερικού, ο Θάνος Γιαννούδης επιδιώκει να σκιαγραφήσει έναν οδικό χάρτη ανάγνωσης του νεοελληνικού ποιητικού τοπίου. Έναν χάρτη σε καμία περίπτωση πατερναλιστικό, παρά περισσότερο βοηθητικό για τον νέο, καλοπροαίρετο και –κυρίως– απροκατάληπτο αναγνώστη.

~.~

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ
(1798-1857)

-> Από πού να ξεκινήσω;

Όντας το έργο ζωής του Διονύσιου Σολωμού, «καταδικασμένο» εν πολλοίς να μείνει θραυσματικό, αποσπασματικό και ανολοκλήρωτο, φτάνοντας, εντούτοις, παράλληλα και σε ιδιαίτερες λυρικές κορυφώσεις, οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι αποτελούν για πολλούς λόγους την αντιπροσωπευτικότερη και την πλέον δυναμική είσοδο ενός νέου αναγνώστη στον σολωμικό κόσμο. Συνδέονται, αρχικά, άμεσα με ορισμένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της νεοελληνικής Ιστορίας, τον επαναστατικό αγώνα και τα γεγονότα της ηρωικής Εξόδου του Μεσολογγίου, ενώ, ταυτόχρονα, δίνουν τη δυνατότητα σε κάποιον: να αντικρύσει το έργο του Σολωμού σε όλες του τις περιόδους και στις κατά καιρούς μεταλλάξεις μέσω των διαφορετικών γραφών και των πολλαπλών (και απομακρυσμένων χρονικά μεταξύ τους) σχεδιασμάτων, να κατανοήσει το ποιητικό του όραμα και τον τρόπο σκέψης του μέσω των σημειώσεων και των κατευθυντήριων γραμμών που ο ποιητής έδινε στον εαυτό του κατά τη διάρκεια της συγγραφής, να διακρίνει τους βασικούς άξονες και τις επιρροές του ρομαντικού 19ου αιώνα αλλά και τον αγώνα του Σολωμού για την τιθάσευση της ελληνικής γλώσσας, την πλέον καίρια έκφραση, την ύψιστη λυρική διατύπωση και εντέλει τη δημιουργία εθνικής λογοτεχνίας, ενώ, τέλος, να διαβάσει εκ νέου ορισμένους στίχους του που λειτουργούν έκτοτε ως αυτόνομα ρητά και γνωμικά, έχοντας αποκτήσει το κύρος της αυτόνομης αιωνιότητας. (περισσότερα…)

Το πάζλ του Οδυσσέα

*

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ «ΣΩΣΤΟΥ»

Καθώς κοίταζε το πόμολο της πόρτας αναζήτησε μια τεθλασμένη χαρακιά στ’ αριστερά. Δε θυμόταν πώς είχε γίνει, αλλά ήταν το πρώτο που έψαχνε, όταν βρισκόταν μπροστά στην πόρτα. Τη βρήκε η προσμονή του πρώτα κι ύστερα το βλέμμα του.

Σχεδόν έξι χρόνια είχαν περάσει. Είχε φύγει θυμωμένος. Τον έπνιγε το δίκιο. Ήταν τη μέρα που είχε επιστρέψει ο μικρότερος αδελφός του. Τέσσερα χρόνια φευγάτος κι ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Πάντα ο κανακάρης που του τα δικαιολογούσαν όλα. Αυτός από την άλλη, πάντα ο ένοχος. Ο πρωτότοκος που του είχαν κλέψει την ευκαιρία του λάθους. Το «σωστό» είχε τρυπώσει σαν ασθένεια μέσα του. Ο μικρός είχε ζητήσει λεφτά από τον πατέρα και πήρε των ομματιών του.

Όσο έλειπε ο αδελφός του όλα ήταν σωστά. Κάθε πρωί ξεκινούσε ευλαβικά τη ρουτίνα του. Πήγαινε στη δουλειά του πατέρα του. Όλη μέρα μαζί. Στην αρχή, είχε ιδέες πολλές. Να προχωρήσει η επιχείρηση. Να εκσυγχρονιστεί. Μελετούσε, κατέστρωνε πλάνα. Φανταζόταν με χτυποκάρδι ότι θα τα παρουσίαζε  στον πατέρα του κι εκείνος θα τον κοίταζε με περηφάνια. Κάθε φορά, κάτι έλειπε. Κάτι δεν είχε υπολογίσει σωστά. Με τόσο «σωστό» μέσα του και πάλι να μην μπορεί να φτάσει το «κατάλληλο», το «αποδεκτό».

Ο μικρός γύρισε μια μέρα απροειδοποίητα, όπως είχε φύγει. Δεν του παραπονέθηκε κανείς. Όλοι τον αγκάλιασαν με θέρμη. «Μας έλειψες», του είπαν. Τι είχε λείψει, λοιπόν; Το «λάθος». Αυτό που γίνεται αλλιώς Όταν επέστρεψε, το «λάθος» κατέλαβε και την πιο μικρή γωνιά της ζωής τους, σαν αέρας που ανοίγει με δύναμη ένα παράθυρο και εισβάλλει και στο πιο απόμερο σημείο. Τρύπωσε ακόμα και στα μάτια του πατέρα του και καθώς τον έβλεπε πώς κοίταζε τον μικρό κατάλαβε πως το «κατάλληλο» είχε επιτευχθεί.

Το ίδιο βράδυ, έφυγε ξαφνικά. Δούλεψε σκληρά. Μόνος. Όλα από την αρχή. Ανακάλυψε το «κατάλληλο» σχέδιο. Εφάρμοσε τα πλάνα του που πέτυχαν. Έβγαλε χρήμα με ουρά μα με τους δικούς του ξέκοψε οριστικά. Ούτε κουβέντα. (περισσότερα…)

Ρωμαϊκές πομπές

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 04:25
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Σε πολλά, η κηδεία του πάπα Φραγκίσκου θυμίζει εκείνην της βασίλισσας Ελισάβετ λίγα χρόνια πριν. Στον ξεπεσμό τους οι θεσμοί προσφέρονται περισσότερο για το θεαθήναι. Ο καθολικισμός σε Ευρώπη και Αμερική έχει χάσει την ικμάδα του και η θητεία του Μπεργκόλιο στο Βατικανό δεν άλλαξε κάτι ουσιώδες σε αυτό. Ωστόσο, η Αγία Έδρα είναι και θα παραμείνει για το ορατό μέλλον μια τεράστια διοικητική μηχανή με δεκάδες εκατομμύρια εργαζόμενους εξαρτώμενους εμμέσως ή αμέσως από αυτήν και οικονομικούς πόρους ανάλογους.

Αντιστρόφως ανάλογη όμως είναι πλέον η ιδεολογική και κοινωνική της επιρροή. Όταν ο δημόσιος λόγος σου δεν διακρίνεται πλέον επαρκώς από το ζαργκόν του γουοκισμού ή όποιας άλλης σημαίας ευκαιρίας, στην πράξη αυτό που σε στηρίζει είναι η αδράνεια, η ταχύτητά σου είναι η κεκτημένη, κι αυτή είναι φθίνουσα.

Βεβαίως, ο καθολικισμός δεν είναι η Ορθοδοξία του Βαρθολομαίου, ο οποίος οδήγησε τον θεσμό του οποίου προΐσταται στην πολιτική εξαέρωση – βλ. προπάντων Ουκρανία. Δυνάμεις ζωτικές διαθέτει ο καθολικισμός στην Αφρική και στην Ασία. Ίσως εκεί βρίσκεται και το μέλλον του όσο στην Ευρώπη και την Αμερική θα εκτοπίζεται από το Ισλάμ και τους νεοδιαμαρτυρομένους. Ή ίσως πάλι μια νέα εμπνευσμένη ηγεσία μπορέσει να τον ανασυντάξει.

Οι ρωμαϊκές πομπές πάντως δεν πρόκειται να τον σώσουν. Σε μια Ευρώπη πλήρως εκτουρισμένη, ακόμη και ο Ύπατος Ποντίφηξ δεν μοιάζει κάποτε παρά ως ένα ακόμη spettacolo.

///

Κάνουμε κάτι καλύτερα όταν το κάνουμε για τον Άλλον. Δεν έχει σημασία αν είναι ομοϊδεάτης ή κολλητός μας, αν είναι το Έθνος ή η ερωμένη μας, αν υπάρχει πράγματι ή είναι σκιά μισοφανταστική σαν τη Βεατρίκη ή τη Λάουρα. Σημασία έχει ότι μας οιστρηλατεί να ξεπεράσουμε τον εαυτό μας.

///

Το ειρηνευτικό σχέδιο των Αμερικανών για την Ουκρανία, που διόλου τυχαία διέρρευσε την προτεραία των συνομιλιών στο Λονδίνο, επιβεβαιώνει το ήδη διαφανέν: για την Ουάσιγκτον του Τραμπ, το ουκρανικό ζήτημα έχει διευθετηθεί. Οι Ρώσσοι νίκησαν και το Κίεβο οφείλει να καθυποταχθεί. Το ερώτημα του ποιος φέρει την ευθύνη αυτής της ήττας, που είναι ήττα τεράστια και για το ΝΑΤΟ και σύμπασα τη «συλλογική Δύση», κατά Τραμπ έχει επίσης, και φιλαληθώς, απαντηθεί: ο Ομπάμα και ο Μπάιντεν, οι neo-cons και οι Δημοκρατικοί, το βαθύ κράτος και το στρατιωτικό-βιομηχανικό σύμπλεγμα που γεννούν διαρκώς πολέμους.

Τους όρους της προταθείσης συμφωνίας ήταν εκ προοιμίου σαφές ότι ο Ζελένσκυ δεν γινόταν να τους αποδεχτεί – η ρητορική του όλα αυτά τα χρόνια του το απαγορεύει. Αυτό ήταν και το νόημα της διαρροής: να εκτεθεί το Κίεβο ως αδιάλλακτο και να δοθεί στους μεν Ρώσσους η ευκαιρία να ολοκληρώσουν την κατάκτηση των εδαφών που επιθυμούν, στους δε Αμερικανούς ένα ευλογοφανές πρόσχημα για να αποσυρθούν από τις διαπραγματεύσεις και να νίψουν τα χείρας τους. (περισσότερα…)

Οι δώδεκα βασιλοπούλες και τα πασουμάκια τους

*

της ΣΕΣΙΛ ΙΓΓΛΕΣΗ ΜΑΡΓΕΛΛΟΥ

Ήταν μια φορά και δώδεκα καιρούς (λέμε «δώδεκα», γιατί ο χρόνος πολλαπλασιάζει τους καιρούς) δώδεκα βασιλοπούλες ή πριγκιποπούλες – όπως προτιμάτε. Σκέτες κοπελίτσες ήταν, βέβαια, όπως όλες, αλλά το παραμύθι τις θέλει αναβαθμισμένες, για λόγους γκλάμουρ – αλλιώς, το Crown π.χ. θα ’χε πάει άπατο.

Αφού ήταν βασιλοπούλες, είχαν μπαμπά βασιλιά. Αυτός ήταν φυσικά πανηλίθιος, τύραννος, φαλλοκράτης και έπασχε από αντίστροφο οιδιπόδειο: ήταν εκείνος ερωτευμένος με τις κόρες του (και με τις 12 – πού ακούστηκε!).

Μαμά-βασίλισσα δεν υπήρχε πουθενά στην ιστορία. Και ιδού γιατί: όταν δεν είναι κακές μανάδες, ή φθονερές μητριές, ή θεόμουρλες, ή φρικτές μάγισσες, οι μαμάδες των παραμυθιών –εστεμμένες ή μη– διατελούν νεκρές ή ανύπαρκτες. Έτσι, τα παραμύθια ξεμπερδεύουν χωρίς πολλά-πολλά απ’ τις καλές μητρικές φιγούρες, που μπερδεύουν τους πάντες, ακόμη και τον Φρόυντ.  Βέβαια, στην αληθινή ζωή, υπάρχουν μανάδες που μπορούν να μετριάσουν τις αυθαιρεσίες του δεσποτικού πατρός, που σφουγγαρίζουν, μαγειρεύουν, αλλάζουν πάνες, είναι CEO στη Microsoft, πλέκουν κάλτσες για τα στρατά και καμιά φορά αυτοθυσιάζονται, θυσιάζοντας μαζί και τα τέκνα τους (βλ. Σουλιώτισσες). Στα παραμύθια, ποτέ. Είτε τις τρώει η μαρμάγκα από την πρώτη φράση είτε ξεκάνουν κατευθείαν τέκνα και λοιπούς συγγενείς. Μετά, καβαλάνε το φτερωτό άρμα του Ήλιου, και μην τις είδατε (βλ. Μήδεια).

Τέλος πάντων (που λέει ο λόγος),  ο πανηλίθιος μπαμπάς-βασιλιάς διπλοκλείδωνε τις θυγατέρες του το βράδυ, μην τυχόν του ξεφύγουν, προτού τις μοσχοπαντρέψει με βασιλοπαλικαρόπουλα της αρεσκείας του, ώστε να  δωδεκαπλασιάσει το βασίλειό του (οιδιπόδειο, ξε-οιδιπόδειο, είχε τον νου του και στο δημόσιο συμφέρον). Αυτές; Στα παλιά τους τα παπούτσια! Είχαν βρει σούπερ κόλπο να κάνουν την βασιλοπουλική επανάστασή τους.

Kοιμόντουσαν όλες στο ίδιο δωμάτιο, καθότι, λόγω ελλείψεως μητρός και ελλιπούς πατρός, στο κάστρο (που λεγόταν Holy-wood, προς τιμήν της αγίας βασίλισσας, οία είχε τινάξει τα πέταλα γεννοβολώντας έφιππη τις δωδεκάδυμες στο πέριξ δάσος, όπου κυνηγούσε ελάφια) επικρατούσαν συνθήκες ντικενσιανού ορφανοτροφείου. (περισσότερα…)

Ένα σχόλιο του Κ. Π. Καβάφη περί της οικίας του

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Με την πρόσφατη ολοκλήρωση της αποκατάστασης και της αμφιλεγόμενης αναδιαμόρφωσης (εδώ) της οικίας του Καβάφη στην Αλεξάνδρεια, κυκλοφόρησε σχετικό δελτίο τύπου από το Ίδρυμα Ωνάση (εδώ & εδώ) και από το Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού, που πανομοιότυπα αναπαράχθηκε από το μεγαλύτερο τμήμα του έντυπου και ηλεκτρονικού τύπου. Μέσα εκεί διαβάζουμε τα εξής αξιοπρόσεκτα σχετικά με την καβαφική κατοικία στην Αλεξάνδρεια:

Ο δρόμος όπου βρίσκεται η Οικία Καβάφη ονομαζόταν Lepsius κατά την εποχή του Καβάφη, ωστόσο αργότερα μετονομάστηκε σε C. P. Cavafy, προς τιμήν του Έλληνα ποιητή. Το κτίριο περιβαλλόταν από το Ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο, το Ελληνικό Νοσοκομείο και τους οίκους ανοχής της πόλης, τα οποία ο Καβάφης αποκαλούσε ο «Ναός της Ψυχής», ο «Ναός του Σώματος» και ο «Ναός της Σάρκας», αντίστοιχα.

Αυτό το ―φερόμενο ως καβαφικό― σχόλιο έχει κυκλοφορήσει αρκετά χρόνια νωρίτερα, χωρίς να μπορώ να εντοπίσω την ακριβή χρονολογία και τον πρώτο συντάκτη του (ήδη συναντάται στον ιστότοπο του ΙΕΠ (εδώ), και σε διπλωματική εργασία στο ΕΑΠ, από το 2020 (εδώ).

Το αστείο είναι ότι παρά την εκτενή αναπαραγωγή του κειμένου δεν πέρασε από κανενός τον νου να αναρωτηθεί ποια η διαφορά της σάρκας από το σώμα στην καβαφική ποίηση, ώστε να δικαιολογείται διαφορετική χρήση από τον Καβάφη στην ―υποτιθέμενη― ρήση του περί της γειτονιάς του. Μια πρόχειρη ματιά στο καβαφικό corpus επιβεβαιώνει ότι ο ποιητής χρησιμοποιούσε αδιαφοροποίητα και τις δύο λέξεις (σώμα-σάρκα) με ταυτόσημη σημασία (με καταφανώς λιγότερες τις εμφανίσεις της λέξης ‘σάρκα’). Βέβαια, όχι μόνο δεν συνοδεύεται από καμία παραπομπή, αλλά πουθενά και κανείς δεν καταγράφει ούτε διασώζει ένα τέτοιο καβαφικό σχόλιο κι είναι απορίας άξιο, τουλάχιστον για το Ίδρυμα Ωνάση (που κατέχει και το Αρχείο Καβάφη), πώς υιοθέτησε και διατηρεί μέχρι σήμερα αυτή την ψευδώνυμη ρήση, ώστε να την αναπαράγει στον ιστότοπό του με κάθε σοβαρότητα. (περισσότερα…)

«Σε κυνηγάνε;» Σχολιάζοντας την ταινία του Νίκου Κούνδουρου «Ο Δράκος»

*

του ΞΑΝΘΟΥ ΜΑΪΝΤΑ

Στον Στέλιο Χαραλαμπόπουλο 

Έτσι, σιγά, υποβλητικά! Σχεδόν συνωμοτικά.

— Σε κυνηγάνε;

Κι ύστερα με λίγες λέξεις αλλά ξεκάθαρα,

— Πες μου. Δεν καταλαβαίνεις είμαι μαζί σου.

Αυτή τη φορά ψιθυριστά.

— Αν ξανάρθουν το βράδυ, πρόσεξε να μη σε βρούν. Σκαρφάλωσε την πίσω μάντρα της αυλής σου, ύστερα άλλο ένα σπίτι, μια αυλή και μετά είναι το δικό μου. Έλα έχω τον τρόπο μου. Μπορώ να σε κρύψω.

Η φράση που αποκαλύπτει τον χαρακτήρα του έργου.  Σε κυνηγάνε; Ο Δράκος του Κούνδουρου, 1956.  Ο Ντίνος Ηλιόπουλος, του λείπει το μουστάκι, αλλιώς θα ήτανε ίδιος ο Νίκος Πλουμπίδης. Κι αυτόν στο κάτω-κάτω ένας δικός του τον κάρφωσε στο τέλος.

Στην ανάκριση του Δράκου-Ντίνου Ηλιόπουλου ο εξευτελισμός και τα χάχανα των χωροφυλάκων. Γι’ αυτό πάντοτε έλεγες: Το βράδυ στο κρεββάτι με τα ρούχα. Να μην μας πιάσουν με τα σώβρακα, είναι θέμα τιμής. Κι όταν γύρισες σπίτι, κάπου αρχές Δεκεμβρίου, έπεφτες με το παντελόνι να πλαγιάσεις. Για ύπνο ποιος μιλάει τώρα;

Όχι δεν το θέλω έτσι. Προκαλώ την ταινία  και συνεχίζω με άλλο τρόπο. Αντίθετο, εντελώς αντίθετο. Ανακατεύω σκηνές.

— Γιατί σε φέρανε εσένα εδώ;

— Γιατί με πιάσανε.

— Γιατί σε πιάσανε;

— Δεν έτρεξα αρκετά γρήγορα. (περισσότερα…)

Η κουκκίδα

*

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ | 28.iv.25
Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

Η ΚΟΥΚΚΙΔΑ

Αναπτύσσεις ένα κείμενο σαν μια ευρύχωρη πεδιάδα λέξεων με την πεποίθηση ότι επιτυγχάνεις ισορροπημένη έκταση και αξιοπρόσεχτο βάθος, αλλά στις επαναναγνώσεις ανακαλύπτεις μια ελάχιστη λεκτική κουκκίδα, που σου φαίνεται προβληματική στη σύνδεσή της με την υπόλοιπη φράση. Δεν είναι τίποτα σπουδαίο. Μια μικρή λεξούλα, ένα άρθρο, που μπορεί να μπει, μπορεί και να μη μπει. Ποιο είναι όμως το σωστό; Ποιο λέει αυτό που θέλουμε να πει; Γράφω τον στίχο: «βρέχει σαν να πέφτουν αστέρια στη γη» κι αμέσως τον διορθώνω σε «βρέχει σαν να πέφτουν τ’ αστέρια στη γη». Αλλά πάλι είμαι έτοιμος να ξαναγυρίσω στην πρώτη εκδοχή. Ποιο είναι το πλέον αρμόζον; Χρειάζεται το άρθρο; Έτσι το ποίημα καθυστερεί και το μυαλό αδυνατεί για πολύ καιρό να λύσει το πρόβλημα. Μου θυμίζει την «Πανούκλα» του Καμύ, όπου ένας δευτερεύων ήρωας, ένας τύπος από το περιβάλλον του κεντρικού ήρωα, θέλει να γίνει συγγραφέας και να γράψει ένα μυθιστόρημα. Έχει γράψει μόνο την πρώτη πρόταση, αλλά δεν ικανοποιείται κι αδυνατεί να συνεχίσει. Μέχρι να τελειώσει η εξιστόρηση της «Πανούκλας» εκείνος δεν μπορεί να προχωρήσει παρακάτω, επειδή κάθε μέρα διορθώνει και παραλλάσσει εκείνη την αρχική πρόταση.

Ιδού οι επισφάλειες της καθημερινής λεξιθηρίας μας.

*

* (περισσότερα…)

Λογοτεχνία και Ιστορικότητα: Για τη νέα έκδοση των Απάντων του Κώστα Κρυστάλλη

*

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Κώστας Κρυστάλλης – Ένας πρόωρα επαναστατημένος, Άπαντα,
Εισαγωγή – Βιβλιογραφία – Επιμέλεια Ευάγγελος Αυδίκος,
Πρόλογος Ν. Ε. Καραπιδάκης, Εκδοτικός Οίκος Κ. & Μ. Σταμούλη,
Θεσσαλονίκη, 2024

«Μες στου νεκρού το μάτι / κοιμούνται δέντρα και πουλιά». Οι στίχοι αυτοί του Χρήστου Μπράβου είναι, νομίζω, ταιριαστοί και για τον Κώστα Κρυστάλλη, καθώς και για την πρόσληψη του έργου και της διαδρομής του από τον θάνατό του μέχρι και σήμερα. Στην έκδοση των νέων Απάντων του ποιητή και πεζογράφου από τον Ευάγγελο Αυδίκο η ιστορικότητα γίνεται κομβικό στοιχείο οργάνωσης του υλικού, αναδεικνύοντας την έννοια του αρχείου με όρους αισθητικούς, ποιητικούς αλλά και πολιτικούς. Η διάρθρωση του υλικού από τον Αυδίκο δεν επικαιροποιεί μόνο την εξέλιξη και τις συνδέσεις ανάμεσα στο ποιητικό και πεζογραφικό έργο του Κρυστάλλη. Επιτυγχάνει επίσης να αναδείξει ποικιλοτρόπως χωρίς εξιδανικεύσεις και δογματισμούς τις διαφορετικές προσλήψεις του Κρυστάλλη στους κριτικούς λόγους, επιτονίζοντας τις διαφορετικές ιδεολογικές μονομέρειες και διλήμματα που χαρακτήριζαν το εκάστοτε ιστορικό πλαίσιο ως προς τις θέσεις για την ποίηση και τις αξιολογικές τοποθετήσεις και αντιστίξεις της κριτικογραφίας ως προς το ποιοι ποιητές προκρίνονται ως σημαντικοί ή λιγότερο σημαντικοί.

Ο Αυδίκος προσφέροντας συνθετικά την ήδη γνωστή ποιητική και πεζογραφική εργογραφία του Κρυστάλλη, μια λεπτομερή κριτική εισαγωγή, ιστορικές και λαογραφικές μελέτες, επιστολές, ομιλίες, άγνωστα αθησαύριστα κείμενα και μια εντυπωσιακή παράθεση πηγών, αναφορών και βιβλιογραφίας τεκμηριώνει με εντυπωσιακό και ριζοσπαστικό τρόπο τη μακρόχρονη εμπειρία του και τριβή του με τον Κρυστάλλη ενώ παράλληλα αποδεικνύει τη σημασία που έχει η διάταξη του αρχειακού υλικού στην επικαιροποίηση κάθε συγγραφικού έργου και στην ανάδειξη της ιστορικότητας στις συμπλοκές του ίδιου του έργου αλλά και των ποικίλων κριτικών διαδρομών διαχρονικά. Στον τόμο ο Κρυστάλλης δεν εξιδανικεύεται ούτε και μυθοποιείται απλουστευτικά με όρους γενεαλογικούς ή τοπικιστικούς ως σύμβολο του Συρράκου ή της βλάχικης κουλτούρας. Δεν πρόκειται λοιπόν για μια απόπειρα ηρωοοποιημένης μνημείωσης. Ούτε προτάσσεται ένας κοινότοπος βιογραφισμός σε λυρικούς τόνους που επιτονίζει τον θάνατο του Κρυστάλλη σε τόσο νεαρή ηλικία.

Η διάταξη του αρχείου επιτυγχάνει να αναδείξει κριτικά τον Κρυστάλλη στο «εδώ και τώρα» με νέους τρόπους, «φωτίζοντας» όχι μόνο την αγάπη του για τα βουνά, το Συρράκο και τους ανθρώπους του τόπου του μα επιπλέον την τρυφεράδα του, τους σταθμούς της λογοτεχνικής του εξέλιξης, την τρυφεράδα και το ερωτικό στοιχείο της γραφής του, την βαθιά επιθυμία του για μάθηση. Ο Κρυστάλλης ενσωματώνεται στην ιστορική συνέχεια των αγωνιστικών διαδρομών της Ηπείρου μέχρι την απελευθέρωση και τους πνευματικούς αγώνες του τόπου. Τεκμηριώνεται ήδη από τον τίτλο του βιβλίου πως ο Κώστας Κρυστάλλης ήταν «ένας πρόωρα επαναστατημένος» άνθρωπος ο οποίος σε όλη του τη ζωή και σε όλους του τους αγώνες να επιβιώσει στις σκληρές συνθήκες που του έτυχαν προσδοκούσε και έλπιζε μέχρι το τέλος την απελευθέρωση του τόπου του και την απόκτηση της ελληνικής υπηκοότητας. Ο επιμελητής του τόμου συνθέτει ένα κολάζ διαφορετικών χρονικών στιγμών, συμβάντων και φωνών, καταγράφοντας λεπτομερώς κάθε στοιχείο που αναφέρεται στον Κρυστάλλη μέχρι σήμερα, καθώς και την προσπάθεια των διαφορετικών φωνών να τον οικειοποιηθούν και να τον κατηγοριοποιήσουν με διαφορετικά κριτικά, ιδεολογικά, αισθητικά και προσωπικά κριτήρια. Η σύζευξη της έννοιας του αρχείου με την ιστορικότητα κατευθύνει στην ίδια την έννοια της κριτικής. Τα λογοτεχνικά έργα «φέρουν τα ίχνη της αξιολόγησής τους στο παρελθόν και μια νέα ιστορία της λογοτεχνίας θα ήταν η ιστορία των διαδοχικών τους προσλήψεων», σημειώνει ο Τζιόβας[1]. Μέλημα του επιμελητή στην πράξη φαίνεται να είναι η κριτικοί προβληματισμοί των αναγνωστών και αναγνωστριών ως προς το πώς και με ποιες ιδεολογικές και λογοτεχνικές συνέπειες ορισμένοι ποιητές και το έργο τους υπερτιμήθηκαν, υποτιμήθηκαν ή και τα δύο. (περισσότερα…)