Alphonse-Marie de Neuville (1835-1885), Η Υπεράσπιση του Μεσολογγίου
Επιχρωματισμένη λιθογραφία, Μουσείο Μπενάκη
*
του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ
~.~
Μ Ε Ρ Ο Σ B΄
( Μέρος Α’ εδώ )
Ήταν οι μέρες που κυρίευε την ψυχή του Σολωμού η αγωνία για την τύχη της αποκλεισμένης πολιτείας αλλά και της Επανάστασης, όταν αντιχτυπούσαν ως τη Ζάκυνθο οι αντίλαλοι κανονιών από τα ρήχη του Μεσολογγιού, ενώ γυναικόπαιδα «θλιμμέν’ απομεινάρια της φυγής και του χαμού» γέμιζαν τους δρόμους και τα καντούνια του νησιού, και άλλες πόρτες άνοιγαν κι άλλες κλείνανε ερμητικά. Η αγωνία εκείνη θα γεννήσει μια σύνθεση που για χρόνια θα υφαίνει και θα ανυφαίνει, θα καταλύει και θα αναπλάθει όλο και τεχνικώτερα, μέχρι να αποδώσει τέλεια το ύψος του ακέραιου ανθρώπου, «το ύψος της ψυχής και εν ταυτώ τα φυσικά αισθήματα εις όλη τους τη σφοδρότητα» αλλά και «τα ιδιώματα του θείου πλάσματος», όπως σημειώνει ο Πολυλάς. Το έργο αυτό, που θα συγκεφαλαιώσει τη ζωή και τις ιδέες του, ο Σολωμός το δούλεψε περισσότερο από κάθε τι, σε όλη του τη ζωή σχεδόν. Το μέγα γεγονός της Εξόδου θα μετουσιωθεί τελικά με στέρεες λέξεις, τομές παραδειγματικές και έναν έξοχο συνδυασμό αφηγηματικών τρόπων και προσωπικών λόγων, στον ύψιστο συμβολισμό του ανθρώπου που ξεπερνά κάθε ανάγκη μα και κάθε ομορφιά της ζωής, για να λάμψει η ελευθερία ως ουσία του.
Πολυσήμαντο θα ήταν ένα τέτοιο ποίημα («η απόλυτη ύπαρξη του ποιήματος ας είναι πολυσήμαντη» όριζαν εξαρχής οι προλεγόμενοι Στοχασμοί), και ως τέτοιο δεν θα μπορούσε παρά να είναι πολυεπίπεδο –αισθητικά, φιλοσοφικά, αφηγηματικά– ώστε να μορφοποιηθεί η Ιδέα και να γίνει εφικτή η απόδοση της υπεραισθητής φύσης του ανθρώπου και η συμφιλιωτική αρμονία μεταξύ της εξωτερικής ύπαρξης των όντων και της βαθύτερης ουσίας τους. «Μία ενότης πολλών δυνάμεων φανερώνεται εις την ισοζυγία των μορφών. Το νόημα είναι πάντα το αυτό, από την αρχή ως το τέλος, όπου είναι η λέξη αιματοτσακισμένα». Η βία του εχθρού, η πείνα, η αρρώστια, οι πειρασμοί του έρωτα και του ξανθού Απρίλη, η σαγηνευτική φύση που είναι στην πιο καλή της ώρα, δεν θα μετακινεί τους Πολιορκημένους ούτε βήμα από την προσήλωση στο Ιδανικό και στο Χρέος.
Πάθη και αισθήματα, ορμήματα και φρονήματα, όλα σε αρμονική ισοζυγία και με δέος: έρωτας, μητρική αγάπη, τα κάλλη της φύσης, η δόξα, σύμπασα η ζωή. Μα όταν εναντιώνονται στο Πνεύμα όλα τούτα, όταν γίνονται απειλές για την Ιδέα, αυτή, κυρίαρχη, πανωραία και παντοδύναμη, υποτάσσει κάθε ατομικότητα, κάθε πάθος. Σε αυτό το Χρέος (αρχικός τίτλος που σκεπτόταν να δώσει στο έργο τούτο ο Σολωμός) βρίσκεται το βαθύτερο νόημα της τέχνης αλλά και της ζωής τελικά. Γιατί η τέχνη έχει νόημα μόνον όταν ελευθερώνει τον άνθρωπο. Στο ποίημα του Χρέους, όπως σημειώνεται στους Στοχασμούς, «μακρινή πρέπει να είναι η φριχτή αγωνία μέσα εις τη δυστυχία και εις τους πόνους, όπως εκείθε φανερωθή απείραχτη και άγια η διανοητική και ηθική Παράδεισος». Στο τέλος, οι πολιορκημένοι θα θριαμβεύσουν επί της Οδύνης και θα φτάσουν όχι απλώς στην ηθική αυτοσυνειδησία αλλά στη Λύτρωση.
Πώς έφτασε αλήθεια ο Σολωμός σε τούτο το επίτευγμα, σε τέτοιο βάθος και τόσο πλάτος σύλληψης που δεν υπήρξε στην ποίησή μας ποτέ ξανά; Δεν είναι εύκολο να καταλάβεις απόλυτα πώς υψώθηκε αυτό το πρωτοποριακό για όλη τη νεότερη ευρωπαϊκή ποίηση έργο. Έργο που συνθέτει, με έξοχη Μορφή, τη διαλεκτική σύνθεση της Ιδέας (κι όχι απλώς την εγελιανή αλλά στη βαθύτατη πλατωνική της διαύγεια) με έναν απαράμιλλο συνδυασμό κλασικών και ρομαντικών τρόπων. Καθώς «όσο ανέβαινε εις το φως της Ιδέας, τόσο σοβαρότερα αισθάνετο την αξιοπρέπεια της τέχνης του», όπως γράφει ο Πολυλάς (μιλώντας για την «υψηλοτάτη εντολή» που λίγοι ποιητές βλέπουν και αποφασίζουν να εκπληρώσουν), ο Σολωμός όχι μόνο εκπλήρωσε αυτή την εντολή αλλά το πέτυχε χωρίς να «θυσιάσει» στο σοβαρότατο περιεχόμενο του εγχειρήματος το καθαρό κάλλος της πλαστικής μορφής, θυσία στην οποία ακόμη και μεγάλοι ποιητές υποχρεώνονται. Η πλαστική νίκη του λόγου επί των αισθήσεων και η συναίσθηση της ηθικής ελευθερίας δεν μπορούσε να επιτευχθεί με μια μονότροπη, αφηγηματική ή τυπικά στροφική επιλογή. Διότι, εν τέλει δεν ήταν αισθητικό το στοίχημα. Το ποίημα (ας θυμηθούμε πάλι τους Στοχασμούς) ώφειλε «να έχει ασώματη ψυχή, η οποία απορρέει από τον Θεό και αφού σωματοποιηθή εις τα όργανα καιρού, τόπου, εθνικότητος, γλώσσας, με τους διαφορετικούς στοχασμούς, αισθήματα, κλίσες (…), τέλος επιστρέφει εις τον Θεό».
*
Τα αποσπάσματα του Ποιήματος σώζονται σε τρία σχεδιάσματα. Το πρώτο, γραμμένο περί τα τέλη του 1826, ήταν ένας λυρικός προφητικός θρήνος για την πτώση, μόλις επτά κεφάλαια. Από το 1833 ως το 1844 ο Σολωμός θα γράψει το δεύτερο Σχεδίασμα (που είναι επικότερο, σε ομοιοκατάληκτο δεκαπεντασύλλαβο) ενώ το τρίτο (η πλήρης ανάπλαση του δεύτερου στο μέτρο και τη μορφή) θα συντεθεί μετά το 1844, πάλι σε ανομοιοκατάληκτο δεκαπεντασύλλαβο στίχο αλλά με μετατοπίσεις σοβαρές (υφολογικές, θεματικές, αφηγηματικές) που μεταθέτουν όλο τον άξονα αναφορών και χαρακτήρων ώστε να πραγματωθεί το Υψηλό και να μορφοποιηθεί η Ιδέα – για να μιλήσουμε με έναν τρόπο που θα αποδώσει τις σολωμικές οφειλές στον Σίλλερ και τον Έγελο.
Το πρώτο Σχεδίασμα ξεκινά με εικόνα μεγαλειώδη: Ταράσσονται τα σωθικά του ποιητή, λες κι ήρθε η ώρα να ξεψυχήσει. Μυστικά βρίσκεται σε τόπο σκοτεινό και βροντερό που σκιρτούσε σα στάρι που αλέθεται, σα χόχλος που αναβράζει. Καταλαβαίνει ευθύς πως βρίσκεται στο Μεσολόγγι μα δεν βλέπει τίποτε – μήτε κάστρο, μήτε στρατόπεδο, μήτε λίμνη, μήτε θάλασσα, μήτε γη ή ουρανό. Μαυρίλα και πίσσα παντού αλλά και λάμψη, βροντή, αστροπελέκι. Υψώνει σε δέηση τα χέρια και τότε μες στους καπνούς θωρεί μια μαυροφορεμένη να ψάλλει:
Το χάραμα επήρα
Του Ήλιου το δρόμο,
Κρεμώντας [Βαστώντας] τη λύρα
Τη δίκαιη στον ώμο,
Κι απ’ όπου χαράζει
Ως όπου βυθά…
Τη μεγαλειώδη εικόνα, παραλλαγή του πέμπτου κεφαλαίου της Γυναίκας της Ζάκυθος, της «Προφητείας απάνου στο πέσιμο του Μισολογγιού» που επιτείνει ο στίχος «Τα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερον από τούτο το αλωνάκι», ακολουθεί η εικόνα του πολεμιστή:
Παράμερα στέκει
Ο άντρας και κλαίει·
Αργά το τουφέκι
Σηκώνει και λέει:
«Σε τούτο το χέρι
Τι κάνεις εσύ;
Ο εχθρός μου το ξέρει
Πως μου είσαι βαρύ.»
Αυτό το δεύτερο κεφάλαιο του Σχεδιάσματος θα αναπλαστεί και θα εξελιχθεί στο πρώτο του δεύτερου Σχεδιάσματος, γενόμενο μήτρα της σωματοποίησης της Ιδέας και της άρθρωσης του μικτού τρόπου, σπόρος/ αρχή και τέλος του έργου:
Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει·
Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι η μάνα το ζηλεύει.
Τα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η πείνα μνέει·
Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει:
«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ’ έχω γω στο χέρι;
Οπού συ μούγινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει».
Στο Δεύτερο Σχεδίασμα, η κλίμακα δοκιμασίας των Πολιορκημένων, συμπυκνωμένη στο παραπάνω απόσπασμα, εξακτινώνεται μέχρι αυτοί να φτάσουν στην τελική δικαίωση. Η οργάνωση του Σχεδιάσματος ακολουθεί την πάνω και πέρα από είδη αντίληψη του ποιητή για την απόδοση του εξισορροπητικού Υψηλού. Θεματικά, αφηγηματικά και μορφικά στοιχεία, συναρτημένα με τις πράξεις και τις σκέψεις των Χαρακτήρων, σωματοποιούν τις Ιδέες και τις Δυνάμεις τους, με τέλειο συνδυασμό του επικού, του λυρικού και του δραματικού πεδίου, μέσα από ένα πλούσιο φάσμα ποιητικών ειδών. Ο σπόρος για να αναπτυχθεί το Ποίημα έχει ήδη φυτευτεί στο πρώτο κεφάλαιο, όπως όριζε ο πρώτος Στοχασμός:
Εφάρμοσε εις την πνευματική μορφή την ιστορία του φυτού, το οποίον αρχινάει από το σπόρο και γυρίζει εις αυτόν, αφού περιέλθη, ως βαθμούς ξετυλιγμού, όλες τις φυτικές μορφές, δηλαδή τη ρίζα, τον κορμό, τα φύλλα, τ’ άνθη και τους καρπούς. Εφάρμοσέ την και σκέψου βαθιά την υπόσταση του υποκειμένου και τη μορφή της τέχνης. Πρόσεξε ώστε τούτο το έργο να γένεται δίχως ποσώς να διακόπτεται.
Και η ανάπτυξη αρχίζει, με τη φύση στην ωραιότερη στιγμή της, δύναμη που με όλα τα υλικά και ηθικά ενάντια, πολεμά να δελεάσει, να δειλιάσει τους Πολιορκημένους. Γιατί είναι άνοιξη, κι αλίμονο, άνοιξη θα πέσει το Μεσολόγγι.
Η ζωή που ανασταίνεται με όλες της τες χαρές, αναβρύζοντας ολούθε, νέα, λαχταριστή, περιχυνόμενη εις όλα τα όντα· η ζωή ακέραιη, απ’ όλα της φύσης τα μέρη, θέλει να καταβάλη την ανθρώπινη ψυχή· θάλασσα, γη, ουρανός συγχωνευμένα, επιφάνεια και βάθος συγχωνευμένα, τα οποία πάλι πολιορκούν την ανθρώπινη φύση στην επιφάνεια και εις το βάθος της.
Ο προσωπικός λόγος του πρώτου δίστιχου του δεύτερου αποσπάσματος («Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε,/ Κι όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε») και το ειδυλλιακό ύφος που ακολουθεί (το σαν λευκό βουνάκι πρόβατα που κινούμενο βελάζει και μες στη θάλασσα ξαναπετιέται για να ξανασμίξει ολόλευκο με τ’ ουρανού τα κάλλη, η γαλάζια πεταλούδα που φτάνει μ’ ασπούδα στης λίμνης τα νερά, παίζει με τον ίσκιο της κι ευωδιάζει τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο, ως και το σκουληκάκι που κι αυτό ακόμη βρίσκεται σ’ ώρα γλυκιά κι εκείνο), επιτονίζουν τη Δοκιμασία.
Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη,
Η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι·
Με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κραίνει·
Όποιος πεθάνη σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει.
Παντοδύναμος ο Πειρασμός της φύσης. Λίγο ακόμη και το μαυλιστικό τραγούδι της άνοιξης θα ξυπνήσει στους Πολιορκημένους την αγάπη της ζωής. Μα ευθύς ξυπνά ο πολέμαρχος κι ο ποιητής, πολέμαρχος κι αυτός, παίρνει τη σάλπιγγα του χρέους, να κόψει με βία του τραγουδιού τα μάγια, «γυναικός, γέροντος, παιδιού, μη κόψουν την αντρεία». Ας είναι σχεδόν σβηστή η κλαγγή που βγαίνει από το αδύνατο στήθος, ας προκαλεί γέλιο στον εχθρό που περισφίγγει τον σιδερένιο κλοιό. Οι ομηρικοί στίχοι στους οποίους εικονίζεται ο σαρκασμός του χορτάτου μέσα από το εύρημα της αναμέτρησης των δύο σαλπίγγων, η άφιξη του τουρκικού στόλου, ο αντίκτυπος της πεισμωμένης μάχης («Σφόδρα σκιρτούν μακριά πολύ τα πέλαγα κι οι βράχοι») κι ο αντίλαλος της παλαιάς δόξας, συντάσσουν το εγκώμιο των ανίσχυρων μα ηθικά κυρίαρχων Πολιορκημένων που δεν έχουν να αντιμετωπίσουν μόνο την άνοιξη αλλά κι όσα έρχονται μαζί της, τον έρωτα και τη θύμηση, σε ημέρες άκρας δυστυχίας, των ημερών της νίκης.
Έτσι εμφανίζεται στο έκτο απόσπασμα το χρυσό όνειρο κάποιου πολέμαρχου που θυμάται το τραγούδι της αγαπημένης που δεν ζει πια. Γλυκός και μοσκοβολισμένος φαινόταν τότε ο δρόμος, στην κεφαλή του ένας μαγεμένος ήλιος. Μα εκείνη που διηγιέται τη δόξα του, είναι τώρα σαβανωμένη. Πρέπει λοιπόν να μαζέψει «τα λίγα απομεινάρια της πείνας και τσ’ αντρείας», και να σφίξει πάλι το σπαθί «πριν όλοι χάσουν τη ζωή, κι εγ’ όλη την πνοή μου», γιατί είναι μεγάλος ο σκοπός: «να μείνης χώμα πατρικό, για μισητό ποδάρι· / η μαύρη πέτρα σου χρυσή και το ξερό χορτάρι».
Μέσα σε τούτη τη δοκιμασία (που υλοποιεί τον προγραμματικό στοχασμό «Κοίταξε να σχηματίσης βαθμηδόν ωσάν μία αναβάθρα από δυσκολίες») μια κρυφή χαρά αστράφτει και ο ποιητής τη φανερώνει ευθύς: οι γυναίκες μας, οι Ελληνίδες γυναίκες. «Θαυμάζω τες γυναίκες μας και στ’ όνομά τους μνέω». Οι γυναίκες που ανοίγουν τα παράθυρα να συνηθίσουν στη μυρωδιά των φαγητών ώστε να μην τους είναι πια πειρασμός η έλλειψή τους. Ας τις πολεμάει ακόμη και τ’ αεράκι. «Μεγάλο πράμα η υπομονή!… / Αχ! μας την έπεμψε ο Θεός· κλει θησαυρούς κι εκείνη». Είναι άλλο της λευτεριάς το δροσερό αγέρι που χαϊδεύει το βασανισμένο πρόσωπο. Κι ας ξεψυχούνε πλάι τα παιδάκια τους. Ομογνωμούν στη θέληση και στα έργα, ακόμη και στα όνειρά τους. Άλλες νομίζουν πως είμαστε ποτάμια που τρέχουμε προς τη θάλασσα, άλλες δάφνες, άλλες φως. Οι μεγαλόψυχες Ελληνίδες που «δε δειλιάζουν, μολονότι τους επάρθηκε η ελπίδα που είχαν να γεννήσουν τέκνα για τη δόξα και για την ευτυχία», μας διδάσκουν. Έχουμε «να μάθουμε απ’ αυτές και να τες λατρεύουμε έως την ύστερην ώρα». Μια λέξη φτάνει, αυτή που είπε πρωτύτερα ο πολέμαρχος: «να μου το πης να τόχω γω γκόλφι σταυρό στον Άδη».
Οι παραδειγματικές τομές και οι σωματοποιήσεις της Ιδέας (το τραγούδι της φύσης, οι σάλπιγγες, ο εχθρικός στόλος, ο διάλογος των αδελφοποιτών, οι γυναίκες, η εμφάνιση του Ιμπραήμ με τις εικόνες- απηχήσεις στίχων της Ιλιάδας), εν όλω οι χαρακτήρες στους οποίους καταμερίζεται η πνευματική δύναμη, προσδίδουν κλασική ενότητα και μοναδική αρμονία στο ρομαντικό χάος απ’ όπου προβάλλει (σε «είδος μιχτό αλλά νόμιμο»), υπερούσια στην ψυχή των ηρώων, η Ιδέα της Πατρίδας. Η Ιδέα «για την αιωνιότητα, που μόλις τα χωράει», τα όσα «τους λέει μεγάλα και πολλά η τρίσβαθη ψυχή τους./ Αγάπη κι Έρωτας καλού τα σπλάχνα τους τινάζουν·/ Τα σπλάχνα τους κι η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν»), πριν αυτοί καταστούν Μάρτυρές της «με τα μάτια προσηλωμένα εις την ανατολή, να φέξη για νάβγουνε στο γιουρούσι (…) Μνήσθητι Κύριε – είναι κοντά. Μνήσθητι Κύριε – εφάνη».
Τι μένει λοιπόν; Οι Μάρτυρες. Κι ο κύκλος που κλείνει με τον μέγα στίχο του δέκατου τρίτου αποσπάσματος: «Μια φούχτα χώμα να κρατώ και να σωθώ μ’ εκείνο». Η σωματοποιημένη Ιδέα τής μεγάλης πατρίδας στη συμπαντική της διάσταση, έσχατος δεσμός χρόνου και αιωνιότητας, υπέρτατη Θυσία που διά της Δοκιμασίας και του Θανάτου, οδηγεί στην Ανάσταση: «Εφάνη»! Κι ευθύς «άστραψε γέλιο αθάνατο, παιχνίδι της χαράς του, / στο φως της καλοσύνης του, στο φως της ομορφιάς του».
Στο τρίτο Σχεδίασμα το πρώτο και κεντρικό ποίημα (ο περίφημος «Σπόρος» του Φυτού) αλλάζει: το πρώτο κεφάλαιο αρχίζει με επίκληση στη Μητέρα: Θεά- Μούσα, Ελλάδα, Υπέρμαχος Στρατηγός του Γένους, εν τέλει η Πατρίδα ως Μεγάλη Μητέρα, κορυφαία ιδέα του Ποιήματος. Σε ποιαν εμψυχωμένη σιωπή να φώτισε τάχα τον ποιητή αυτή η εξαίσια προσευχή:
Μητέρα, μεγαλόψυχη στον πόνο και στη δόξα,
Κι αν στο κρυφό μυστήριο ζουν πάντα τα παιδιά σου
Με λογισμό και μ’ όνειρο, τι χάρ’ έχουν τα μάτια,
Τα μάτια τούτα, να σ’ ιδούν μες το πανέρμο δάσος.
Νιώθει βέβαια ο ποιητής την ανεπάρκεια των μέσων για να αποδοθεί το κάλλος της Πατρίδας (που ατάραχη διαβαίνει, με φανερά και κρυμμένα μέρη), μα δεν παραιτείται: «… δεν ημπορώ ν’ ακούσω τη φωνή σου, / Κι ευθύς εγώ τ’ Ελληνικού κόσμου να τη χαρίσω; / Δόξα ’χ’ η μαύρη πέτρα του και το ξερό χορτάρι». Και ιδού, πνευματοποιεί και ανασχηματίζει τα ποιητικά μέσα. Λαχταριστή ζωή χαρίζει η μορφή που βγαίνει από το αίμα. Είναι η Θεά που φτάνει και προστάζει τον ποιητή να ψάλλει την πολιορκία του Μεσολογγίου. Σκιρτούν οι ακρογιαλιές, τα πέλαγα, οι βράχοι καθώς «Αραπιάς άτι, Γάλλου νους, βόλι Τουρκιάς, τόπ’ Άγγλου! / Πέλαγο μέγα πολεμά, βαρεί το καλυβάκι». Οι Πολιορκημένοι, πολεμούν και «δεν τους βαραίν’ ο πόλεμος, αλλ’ έγινε πνοή τους,/ … κι εμπόδισμα δεν είναι / Στες κορασιές να τραγουδούν και στα παιδιά να παίζουν».
Η παραδειγματική τομή του τέταρτου κεφαλαίου θα μεταθέσει την αφήγηση σε υπερβατικό επίπεδο, με κέντρο την εικόνα του στύλου της σημαίας που λάμπει στη μαυρίλα της μάχης, «ήλιος και αόρατος αιθέρας κοσμοφόρος» ενός νέου ελληνικού κόσμου, μια σημαία «που μουρμουρίζει και μιλεί και το Σταυρόν απλώνει / παντόγυρα στον όμορφον αέρα της αντρείας».
Στο μεταξύ ο Πειρασμός της φύσης (που ξαναγράφεται έξοχα στο έκτο κεφάλαιο του Τρίτου Σχεδιάσματος) δεν λέει να κοπάσει:
Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη,
Κι’ η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα…
… Αλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τι ’δες·
Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
Ματαίως. Η απόκριση είναι καθαρή: «Έρμα ’ν’ τα μάτια, που καλείς, χρυσέ ζωής αέρα». Στη σωματοποιημένη στο Μεσολόγγι Ιδέα της Πατρίδας, δεν δοξάζεται κάποιος ήρωας ή κάποια ηρωίδα αλλά σύνολη η εθνική ψυχή, ο ένθεος ζήλος κάθε πολεμιστή μα και κάθε αμάχου. Μια ορφανή που είχε αγαπήσει τον καιρό της ευτυχίας έναν δοξασμένο αγωνιστή που έπεσε στη μάχη, απ’ τ’ άκρο της ελπίδας βυθίζεται τώρα στη λύπη αλλά παρηγοριέται κοιτάζοντας το υψηλό παράδειγμα των άλλων γυναικών. Όταν στο όνειρό της άγγελος τής προσφέρει τα φτερά του για να πετάξει και να σωθεί, αυτή τα κρατά (στ’ όνομα Αυτού που τάπλασε, το άδειο από φυσική ζωή σώμα της, «τ’ αγγειό τσ’ ερμιάς, τα θέλει»), όχι όμως για να φύγει αλλά για να κατακτήσει με αυτά την Ιδέα που θα συντελεστεί την ώρα του θανάτου. Ως τότε, ένα τραγούδι μονάχα θα λέει («αηδονολάλειε στήθος μου πριν το σπαθί σε σχίση») και μαζί με τις άλλες γυναίκες του Μεσολογγιού («ακίνητες, αστέναχτες, δίχως να ρίξουν δάκρυ» όλες), ρίχνει στη φωτιά τα πάντα, αδημονώντας να πάρει στα χέρια αιώνιο φυλαχτό την καθαγιασμένη Στάχτη.
Το τρίτο σχεδίασμα οδεύει προς το τέλος του. Πλησιάζει πια η Έξοδος, όλα «Είν’ έτοιμα στην άσπονδη πλημμύρα των αρμάτων / Δρόμο να σχίσουν τα σπαθιά, κι ελεύθεροι να μείνουν, / Εκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το χάρο». Το Χρέος υπηρετήθηκε. Χωρίς μένος, με σταθερή απόφαση, πιστοί όχι πια μονάχα της Πατρίδας που σαν ήλιος «ξάφνου σκει πυκνά και μαύρα νέφη», αλλά της Ιδέας του Απολύτου, νεκροί και ελεύθεροι, οι Πολιορκημένοι απολυτρώνονται από το χοϊκό, υψώνονται στο Αιώνιο. Και έτσι ο μικρός Κύκλος της πολιορκημένης πόλης ξεσκέπασε (όπως όριζαν οι Στοχασμοί) όχι μόνο «τα μεγαλύτερα συμφέροντα της Ελλάδος, για την υλική θέση» μα και «τα μεγαλύτερα συμφέροντα της Ανθρωπότητας, για την ηθική θέση».
*
Από την εσχατολογική δικαίωση του μικρού τόπου που ονομάζεται Ελλάδα, φωτίζεται η Ουσία. Έτσι έγινε ποιητής εθνικός ο Σολωμός, με το Σπαθί του. Κι ας μην το κράτησε στην υλική μορφή του. Φορέας της ιστορικής εντολής της γενιάς του, κατέκτησε απολύτως το δικαίωμα να την αντιπροσωπεύει, κέρδισε το ακριβό προνόμιο να την εκφράζει. Και συγχρόνως έγινε ποιητής παγκόσμιος, εκφραστής της άφατης Ομορφιάς που θα μετουσιώνει πάντοτε την ηθική σε πλαστική στάση, με μιαν έξαρση ζωτικού δυναμισμού, με μια παράφορη ένταση που καίγεται στην ίδια της τη φλόγα. Έτσι ολοκληρώνεται άλλωστε η τραγική προσωπικότητα. Και έτσι μόνο γίνονται ελεύθεροι οι άνθρωποι.
*
*
*
