Όψιμες ματαιότητες

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΟΣΚΑ

~.~

Χρόνια τώρα, ήταν ένας αγαπημένος θείος. Πάντα πρόθυμος να βοηθήσει όπου μπορεί, πάντα εκεί στις δύσκολες, επιθανάτιες κυρίως στιγμές. Μέχρι που εκείνη η κουβέντα ανέδυσε μνήμες παιδικές· στην κατάρρευση οδηγώντας της εικόνας και κυρίως των αισθημάτων. Ποια σκοτεινή πλευρά κρύβεται πίσω από το είδωλό μας στον καθρέφτη; Άρχισε να ξετυλίγεται προς τα πίσω η μαυρόασπρη ταινία της μνήμης.

Στέκεσαι εν έτει χίλια εννιακόσια ενενήντα ένα, μπροστά από το εργοστάσιο Τεχνητής Μετάξης στον Κηφισό. Παραδίπλα βλέπεις ένα απομεινάρι κτήματος με λαχανίδες. Φυτεύουν ακόμα εδώ, σκέφτεσαι. Εκεί στην Κολοκυνθού. Προχωράς πιο μέσα, εκεί που μηχανές πενήντα μέτρων –οι επονομαζόμενες «Γολιάθ»– βράζουν τη μάζα της κυτταρίνης σε πυκνό θειϊκό οξύ, απελευθερώνοντας ψηλά λευκά σύννεφα αναθυμιάσεων στον αττικό ουρανό. Εκεί στο είχε αναφέρει τότε ο χημικός, ο άνθρωπος του Θεού: «οι άνθρωποι δεν συγχωρούν εύκολα, μονάχα ο Θεός μπορεί να συγχωρήσει!».

Έπαιρνε με τα πόδια στην Κατοχή, η μάνα δεκατεσσάρων χρονών κορίτσι, τις γραμμές του τραίνου που περνούσαν απ’ το Χαλάνδρι –αυτές του μουτζούρη που ερχόταν από το Λαύριο– μαζί με τα ξαδέρφια της και μετά από τρεις περίπου ώρες έφθαναν στην Κολοκυθού δίπλα στον Κολωνό. Εκεί η αδερφή της γιαγιάς, η Βενέταινα είχε περιβόλια με κολοκυθάκια και πάσης φύσεως ζαρζαβατικά. Τα φορτώνονταν και γύριζαν σπίτι μετά από άλλες τρεις-τέσσερεις ώρες ποδαρόδρομο. Έτσι θραφήκαν τα δύσκολα κατοχικά χρόνια. Τη θυμάσαι τη θεία Βενέτα – ήσουν παιδί, να τρέμει από το Πάρκινσον που τη βασάνιζε ως το τέλος της. Την είχαν αναλάβει να τη γηροκομήσουν, καθότι άκληρη, τα ξαδέρφια της μάνας. Όχι ανιδιοτελώς, όπως έδειξε η συνέχεια. Τα περιβόλια έγιναν αργότερα βιομηχανικά κτίρια –της τσίγκινης στέγης τα πιο πολλά– και η περιοχή πήρε με τα χρόνια την ανάλογη υπεραξία.

Η άλλη αδερφή της γιαγιάς, η Κατερίνα έμεινε μια παιδούλα. Όποτε τη συναντούσαμε, στο δρόμο για να πάρουμε ψωμί ή το ταψί με το φαγητό από τον φούρνο του «καμπούρη», μας έσφιγγε το χέρι τόσο που να πονέσουμε. Και γελούσε αγαθά. Καθυστερημένη δεν ήταν, απλά εμφανίστηκε ο άγγελος από μέσα της κι έμεινε έτσι, στην αγαθή της ζωής μερίδα. Κάποτε ο θετός γιος του αδερφού της, γιατρός «μεγαλο-μαιευτήρας» κατόπιν, της ξύρισε τα φρύδια. Έτσι για ν’ «αστειευτούν», όπως με κάθε του χωριού «τρελό» να βγουν τ’ απωθημένα, να νοιώσουν «ανώτεροι» στη δεξιά τους στρατευμένη «σωστή λογικότητα». Στο τέλος αυτός κληρονόμησε και το μεγαλύτερο μέρος των εκεί σπιτιών.

Παρ’ όλα αυτά, ο αγαπημένος θείος, ξεμπέρδεψε κι αυτά τα μικρά κληρονομικά… Του φιλούσε τα χέρια από ευγνωμοσύνη η μάνα –εκείνη, που μ’ ένα τσίτι κλαρωτό –μονοφόρι μας μεγάλωνε, για τις λίγες χιλιάδες– που κάποιες τρύπες εξόδων μπάλωσε. Κι ας είχε συμβεί παλαιότερα αυτό…

«Μη νομίζεις ότι υπάρχει κέρδος από τα ενοίκια της Κολοκυθούς. Μόνο τρέξιμο», μου πέταξε κάποτε, αργότερα. Αναρωτιόμουν κι εγώ, γιατί μου το λέει αυτό, τι θέλει να μου πει; Απολογείται; Ήθελε να δει αν γνωρίζω; σκεφτόμουν μετά. Αφού δεν θυμόμουν.

Σήμερα που οι κλωστοϋφαντουργίες της Κολοκυθούς έκλεισαν –ενώ οι «Γολιάθ» δουλεύουν ακόμα στην Ζουενγί της Κίνας, εκεί που ο Μάο ξεκίνησε τη Μεγάλη Πορεία–, οι αναθυμιάσεις του θειϊκού οξέος και της καυστικής σόδας έχουν αντικατασταθεί από τα καυσαέρια των φορτηγών και των λεωφορείων του Κηφισού. Ανεβαίνουν περιέργως μαζί, οι τιμές των ακινήτων. Ο θείος, καθότι της Ανωτάτης Εμπορικής στρατιωτικός, ήταν πάντα εκεί βοηθός –με μια μάλλον προτεσταντική λογική– στη σωστή στιγμή.

Κι ύστερα μπαίνει ο πειρασμός της αμφιβολίας. Γιατί ήθελε να με «βοηθήσει», να με βάλει στην στρατιωτική Ιατρική· ως αναζήτηση επανορθώσεων; Το αρνήθηκα ευτυχώς, αφού τον προηγούμενο χρόνο με είχαν κόψει –ελλείψει μέσου– παρ’ όλα τα άψογα γραπτά μου. Η Ελλάδα μας… Η Ευρώπη, ο Κόσμος. Μια συνεχής διάβρωση εδάφους.

Όταν αρκετά αργότερα άρχισες να βλέπεις στα γραφεία των καθηγητών, ταμπελίτσες με τα ίδια ονόματα των προηγούμενων –δηλαδή των πατεράδων τους– και τα διδακτορικά να αγοράζονται ή ν’ αντιγράφονται από βιβλία –περισσότερα δεν μπορείς να πεις κι αυτά που γράφεις μάλλον τα «ονειρεύτηκες» σε κάποια προηγούμενη ζωή σου–, τότε έφυγες. Ή απλά διέφυγες προς ένα λίγο αξιοκρατικότερο κόσμο – ελπίζοντας.

Και συνεχίστηκαν οι μικρές δήθεν «βοήθειες» του θείου, όπως κι οι καραμπόλες της μπίλιας μας στις σκοτεινές γωνιακές τρύπες της ζωής. Γιατί στην κηδεία της μάνας αγρίεψε το βλέμμα του αδερφού σου – αναρωτιόσουν, όταν η θεία έσπρωξε τον αγαπημένο θείο να κάτσει δίπλα του; Τι γνώριζε; Πόσα είχε σβήσει ο καταγραφέας της μνήμης σου, εν τω μεταξύ! Λένε, πως κάθε χρόνο ξεχνάμε, σβήνουμε το δέκα τοις εκατό της έλλογης μνήμης μας. Κι ευτυχώς! Κάτι ξεσκαρτάρουμε…

Όμως, η εικόνα του μαυρόασπρου φιλμ σταματά όταν κουδουνίζει η μαύρη τηλεφωνική συσκευή μας. Θα πήγαινες Δευτέρα Δημοτικού (;). Ο θείος ο Πέτρος, άνδρας της εξαδέλφης της μάνας, στο σπίτι της οποίας εγηροκομείτο η γηραιά θεία Βενέτα, καλεί από το εμποροραφείο του και λέει στον πατέρα που απάντησε: «να πάει η Μαγδαληνή –η μάνα μας– αμέσως στο σπίτι. Την πετάνε έξω από την διαθήκη της Βενέταινας». Γιατί με πήρε η μάνα μαζί, δεν γνωρίζω. Θυμάμαι να λέει με δάκρυα στα ξαδέρφια της «γιατί μου το κάνετε αυτό, βρε παιδιά, τι σας έχω κάνει;». Και τον αγαπημένο θείο να της απαντά: «πάει τώρα, τελείωσε αυτό, μπήκε η υπογραφή της». Ποιας; Της θείας με το προχωρημένο Πάρκινσον, της έχουσας «σώας τας φρένας»; Μπόρεσε να βάλει υπογραφή;

Με πήρε η μητέρα και φύγαμε. Κι εσύ, να τη ρωτάς «γιατί κλαις μαμά, τι συνέβη;». Η ταινία «κόβεται» εδώ.  Ο θείος ο Πέτρος, αυτός ο υπέροχος άνθρωπος με το εκλεπτυσμένο νησιώτικο χιούμορ από την άκρη της Ελλάδας, το Καστελόριζο, που είχε δοκιμάσει πάνω στο πετσί του, στην εξορία του Άη Στράτη, τα νύχια των γάτων μέσα στο τσουβάλι, δεν ήταν άμεσος συγγενής μας. Ήταν απλά άνθρωπος.

Της είχε εκμυστηρευτεί κάποια στιγμή η μάνα την πίκρα της κι εκείνη πάτησε, μετά τον θάνατό της, το κουμπί να ξεκινήσει η ταινία της μνήμης του. Καλώς, κακώς; Πώς να κρίνεις την άλλη πίκρα, την αδερφική όταν το επταψήφιο νούμερο της πρόσφατης πώλησης προστίθεται στα ήδη περισσά, κι εσύ δεν έχεις να βοηθήσεις τα παιδιά σου;

Η μάνα μας όμως, τους είχε όλους συγχωρήσει. Κι ας της είχε μείνει μια σκιά, ένα μελάνωμα καρδιάς. Έκλαψε την εξαδέλφη της –αδερφή του θείου– που πρώτη έφυγε, σαν αδερφή. Κι ας την είχε κι εκείνη προδώσει. Δεν ξεστόμισε ποτέ λόγο φθόνου για τις αδικίες της ζωής της.

Κι εκείνος, ο αγαπημένος θείος, ήταν πάντα «εκεί». Στον θάνατο του πατέρα, έφθασε «προπομπός» του, χωρίς να γνωρίζει, λίγα λεπτά μετά. Και στον αδερφό της μάνας ήταν παρών… Κι ας είχε φροντίσει πρωτύτερα να την βγάλει από την μέση –«συμβολαιογραφικά»– από την περιουσία της θειάς τους. Το έκανε για τα παιδιά του, τα δις-τρισέγγονά του; Και κάνουν τώρα μαζί διακοπές οι κόρες σου με τις δισέγγονες; Ξαναμοιράζεται η τράπουλα, είπες. Αλλά πώς μοιράζεται ο πλούτος;

Το «ου κλέψεις», «ου ψευδομαρτυρήσεις», ήταν της Παλαιάς Διαθήκης. Τώρα που Εκείνος έφερε την Αγάπη, επιτρέπονται όλα; Όμως, κρίνεται κάποιος από μια μόνο πράξη; Στο ίδιο σακί, ο Κάιν, ο Ιούδας, ο Κοεμτζής, ο Άκης Πάνου; «Μη κρίνετε ίνα μη κριθείτε», είπες· μας έχεις μπερδέψει!  «Τῇ γὰρ ματαιότητι ἡ κτίσις ὑπετάγη» (Ρωμ. 8, 20), το γνωρίζουμε καλά. Εγώ, έναν καθρέφτη απλά κρατώ, που γίνεται κομμάτια και βγαίνουν μέσα απ’ τις ρωγμές χιλιάδες μανουσάκια, νάρκισσοι λευκοί με κίτρινη ωοθήκη. Και σε μεθούν κι εσύ ξεχνάς τα πρότερα, τα ύστερα. Κι αν οι λέξεις κόβουν όπως το γυαλί ή το χαρτί, τότε ας προσέχετε –κι εσείς κι εμείς.

Πρόσφατα, καθήμενοι στο χαμηλό σαλονάκι –τι κοντοί που ήταν οι άνθρωποι τότε, κι έκτοτε!– της πρώτης μας βασίλισσας, της Αμαλίας, μου διηγήθηκε με αρκετή δόση άνοιας κι επιστροφές γεροντικές στο παρελθόν, πώς έγινε δεκτός στην ιστορική οικογένεια της θείας. Η πρόγονος, κόρη του ονομαστού Υδραίου Ναυάρχου είχε διατελέσει «κυρία των τιμών» της βασιλίσσης. Γνωστές οι σχέσεις του απογόνου με τη Βαυαρία, το Παρίσι. Έχει εξαργυρώσει, ίσως νομίζει, τη θέση του στον Παράδεισο, τόσα χρόνια οικονομικός του Στρατού και νεωκόρος· φύλακας του παγκαριού. Περήφανος για τη συμμετοχή του στην Νεολαία του Μεταξά και στην Χι κατά την Κατοχή.

Κι εμείς; Έχουμε δικαίωμα εμείς να μην συγχωρέσουμε, τη στιγμή που τον είχε συγχωρήσει η μάνα; Είμαστε όμως εμείς οι κατάλληλοι, οι αρμόδιοι να συγχωρέσουμε; Θα ήμασταν αλήθεια ευτυχέστεροι με οικονομική ανεξαρτησία; Φευ! Η πίκρα είναι ένας σβώλος που δύσκολα διαλύεται. Μια πέτρα νεφρών που είτε την απορρίπτει ο οργανισμός μέσω επώδυνης διούρησης, είτε χρειάζεται επέμβαση – νυστέρι, ακτίνες λέιζερ. Ή όπως ένα γκρίζο σημάδι παιδικής πνευμονίας που φαίνεται στην ακτινογραφία, όσα χρόνια κι αν περάσουν. Αφαιρείται όμως με εγχείριση η πίκρα; Η αδικία; Πώς συγχωρείται;

Στα μνημόσυνα, μετά το «αιωνία η μνήμη» των ψαλτών, λέγει ο ιερεύς «Κύριε, ως αγαθός, φιλάνθρωπος και ελεήμων Θεός, συγχώρησον την ψυχή του δούλου / της δούλης Σου…». Όμως, Κύριε, κύριε, εμάς ποιος θα μας συγχωρέσει; «Μέχρι τρίτης γενεάς», εσύ το είπες στον Μωυσή, Κύριε; Κι έπειτα πώς επιτρέπεις να μπαίνει ένα Χι, από την Κατοχή ως τις μέρες μας, στη μαύρη κηλίδα της ακτινογραφίας μας; Ή όλες αυτές τις υπολογιστικές εξισώσεις με Χι και Ψι. Χι, όπως χάος, χλεύη, χαμαιλεοντισμός, χοάνη από τη μια μεριά της και Ψι, όπως ψέμα, ψόγος, ψαλμός, ψυχή από την άλλη.

Μεταμορφώνεται κατόπιν, αργά κι αδιόρατα το γκρίζο σημάδι, σε μαύρη τρύπα αναρρόφησης. Εσύ, αφ’ υψηλού κοιτάζοντας, αλείφεις τώρα με τεμπεσίρι τη στέκα σου κι ετοιμάζεις την τελευταία μας καραμπόλα στο συμπαντικό σου μπιλιάρδο. Στην έξοδο των νεφελωδών αναθυμιάσεων. Πώς να κρυφτεί κανείς πίσω απ’ τον «πιραντελικό», σπασμένο καθρέφτη της φθοράς του;

ΥΓ. Αν η αυταπάτη οφείλεται στην άγνοια και την έλλειψη αυτογνωσίας, η ματαιότητα ως αδερφή της ματαιοδοξίας και παράγωγο του υπερεγώ, μοιάζει τ’ αντίθετό της. Ή μήπως βαδίζουν χέρι-χέρι; Όμως, ψυχολόγος δεν είμαι. Ας εκλέξει ο καθένας την αγαθή του μερίδα (Λουκά 1, 42).

*

*

*