Day: 15.01.2020

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |45. Θεοδόσης Βολκώφ (ΙI)

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (παρακαλοῦμε πολὺ μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72. [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Αθ.Β.Γαλανάκης-Αλ.Κορδᾶς γιὰ τὸ Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Θεοδόσης Βολκώφ

(Ὁ Pietro Aretino ἐν ἔτει 2013, Ἀθήνα, Παρισιάνου, 2013)

Ὅπου
ὁ PIETRO ARETINO
ἐν ἔτει 2013
ἀκούει, θέλοντας καὶ μή,
τὶς «συμβουλές» διαφόρων
καί, ἀσφαλῶς, τὶς ἀπορρίπτει

Ἐν ἔτει δυὸ χιλιάδες δεκατρία,
(τῷ σωτηρίῳ, πῶς ἀλλιῶς;) μοῦ λένε –
«Λογά, ἀνεπρόκοπε, παραλυμένε,
Πέτρο, ἔγινες σχεδὸν τριάντα τρία.

Εἶν’ ὥρα τὸν χορὸ τοῦ Ἠσαΐα
κι ἐσύ, ὅπως καὶ τόσοι, νὰ χορέψεις.
Γερνᾶς, Πετρῆ. Καιρὸς νὰ τὸ χωνέψεις.
Ν’ ἀνοίξεις σπίτι κοίτα. Εἶναι χρεία».

Οἱ σκέψεις μου εἶναι τόσο μπερδεμένες…
Σᾶς φαίνομαι ἠλίθιος ἢ γενναῖος;
Ἔχω γνωρίσει τόσες παντρεμένες,
(μὲ γνώση βιβλική) ποὺ νιώθω δέος.

Δὲν ἔχω τόση τρέλα οὔτε θάρρος.
Γαμπρός; Ποτέ!… Ἂν θέλετε, κουμπάρος.

~.~

Ὅπου
ὁ PIETRO ARETINO
ἐν ἔτει 2013
ἀκούει τὸν ἑξάψαλμο,
καθὼς καὶ τὰ ἐξ ἀμάξης,
καὶ ἀπαντᾶ μὲ ἕναν καὶ μόνον στίχο

– Ὁ κόσμος μας, ὁ κόσμος μας πεθαίνει…
Σκυλί, ἀνεπρόκοπε, λογά, κρετίνε,
μαϊμοὺ τοῦ Ἀνθρώπου, Πέτρο Ἀρετίνε,
δὲν βλέπεις γύρω σου τὸ τί συμβαίνει;

Μᾶς τρώει ὅλους κι ἕναν-ἕναν ἡ Ἱστορία,
ἡ μαύρη της μᾶς καταπίνει τρύπα
κι ἐσύ, ἐσὺ σὰν νὰ μὴν ἔχεις τσίπα
γελᾶς χοντρὰ καὶ θὲς καὶ συνοδεία.

Γελᾶς. Γελᾶς. Δὲν ἔχεις τὸν Θεό σου,
καὶ λὲς αὐτὰ ποὺ λὲς χωρὶς ντροπή·
ποῦ βρίσκεις τὴ χαρὰ στὸν θάνατό σου;
Ἐδῶ ὁ κόσμος χάνεται κι ἐσὺ

τολμᾶς νὰ μᾶς σκοτίζεις μὲ στιχάκια;
– Μά…. πάντοτε χανότανε, πουλάκια…

~.~
 
Ὅπου
ὁ PIETRO ARETINO
ἐν ἔτει 2013
συζητᾶ μὲ ἕναν ζηλιάρη ἐραστή,
ἴσως καὶ σύζυγο,
καὶ ἐξηγεῖ τὶς φιλοσοφικές του θέσεις

Μὰ εἶστε σοβαρός; Νὰ χτυπηθοῦμε;
Κατάλαβα καλά; Μονομαχία
ἐν ἔτει δυὸ χιλιάδες δεκατρία;
Καθίστε ἐδῶ. Σὰν φίλοι θὰ τὰ ποῦμε.

Θὰ πιεῖτε κάτι; Ἁπλῶς νερό; Ὁρίστε…
Καὶ τώρα στὸ προκείμενο. Ὡστόσο,
θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ σᾶς δηλώσω –
μοναδικὴ περίπτωσις δὲν εἶστε.

Σπούδασα, ξέρετε, Φιλοσοφία.
Ἡ Φύσις φτιάχνει σὰν κι ἐσᾶς μυριάδες,
κι ἂν ἀπὸ διάφορη ὁ καθεὶς αἰτία,
στὸ βάθος εἴμαστε ὅλοι κερατάδες.

Τὰ κέρατα; Παράφερνα τοῦ γάμου.
Ἐλάτε νὰ σᾶς δείξω τὰ δικά μου.

~.~

(Sexus, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2015)

Ἡ μπαλάντα τῶν θλιμμένων ἀρσενικῶν
 
Πρέπει λοιπὸν κι ἐδῶ κάποιος νὰ ἐγκύψει
καὶ αὐτὸ νὰ ἐγγραφεῖ καὶ νὰ εἰπωθεῖ,
τοῦ ἀρσενικοῦ ἡ πλέον μύχια θλίψη
καὶ ἡ πνιγμένη τοῦ ἄντρα οἰμωγή.
Στὴ Γλώσσα πρέπει νά ’ρθει ὅλη ἡ Γῆ,
νὰ ἐντυπωθεῖ στὸν Λόγο μ’ ἕναν γρόθο
καὶ στὸν Ρυθμὸ μὲ βία νὰ χαραχθεῖ.
Ἀρσενικὰ θλιμμένα μου, σᾶς νιώθω.

Δὲν εἶναι ὁ Θεὸς ποὺ ἔχει ἐκλείψει,
καὶ ὁ Θάνατος ποὺ σᾶς διεκδικεῖ,
δὲν εἶναι ἡ Ἱστορία ποὺ ἔχει ἐνσκήψει
καὶ ποὺ ἑκατόμβες πάλι ἀπαιτεῖ,
μὰ Ἐκείνη καὶ ἡ Ἄλλη καὶ Αὐτή,
μορφὲς καὶ σώματα ἀπὸ χθόνιο δνόφο,
τῆς λάσπης κορυφώσεις ἐν ζωῇ.
Ἀρσενικὰ θλιμμένα μου, σᾶς νιώθω.

Καὶ λέω τὴν πᾶσα ἀλήθεια δίχως τύψη,
–ἡ Σάρκα εἶναι αὐτὸ ποὺ στιχουργεῖ–
οἱ θηλυκές – αὐτό σᾶς ἔχει λείψει
καὶ πάντα θὰ σᾶς τρώει, ἀρσενικοί,
ἐκεῖνο ποὺ κανένας δὲν μπορεῖ
μὰ ποὺ ὁ καθένας θέλει μὲς στὸν ζόφο –
ὅλες τὶς θηλυκὲς νὰ κοιμηθεῖ.
Ἀρσενικὰ θλιμμένα μου, σᾶς νιώθω.

Ἡ Σάρκα τὸν ἑαυτό της ἱστορεῖ –
πῶς δέρνεστε καὶ γδέρνεστε ἀπ’ τὸν πόθο
καὶ πῶς τὸ ἀτσάλι λιώνει ἀπ’ τὸ κερί.
Ἀρσενικὰ θλιμμένα μου, σᾶς νιώθω.

~.~
 
Ἑκτόρειος ἵππος

Ἔκτορ … σὺ δὲ μοῖ θαλερὸς παρακοίτης
Ἰλιάδος Ζ

… Hectoreo quotiens sederat uxor equo
Μαρτιάλης

Ὁ Σκάμανδρος ξερνᾶ ἡρώων πτώματα.–
Μὰ ἡ Νύχτα ζεῖ… Καὶ σὰν κοπάσει ἡ μάχη,
σὲ κάποια τοῦ Ἱεροῦ Ἰλίου δώματα,
ἀκούραστη δουλεύει ἡ Ἀνδρομάχη –
ἐπάνω στὸ λαμπρότερο ἀπ’ τὰ σώματα
τῶν Τρώων καὶ τοῦ ὠθεῖ μὲ βία τὴ ράχη

στὴν κλίνη της… Κρατᾶ γερὰ τὸν ἵππο της
καὶ ἀνάσκελο συνέχεια τὸν δαμάζει
ἀπὸ ἀγάπης ἄσβεστης καὶ ἀνείπωτης
σοφία τρυφερὴ ποὺ τὴν προστάζει,
καὶ ποὺ γροικᾶ, χρησμό, σὲ κάθε χτύπο της,
ἔτσι τὸν μαχητὴ νὰ ξεκουράζει…

Τὸν δαμαστὴ τῶν ἵππων πῶς τὸν δάμασες
–τραχιὰ καὶ τρυφερότατη ἱππεία–
ἡ Σιωπηλὴ ἀπ’ τοῦ Ἔρωτα τὶς Ἄνασσες,
ἡ Ἀνέγνωρη, ποὺ ἁγνεία καὶ λαγνεία
ταίριασες στοῦ ἱμέρου σου τὶς θάλασσες
στὴν τρομερὴ δοσμένη ἱππομανία.

Κορμιῶν ἀνεπανάληπτο ἰδίωμα·
κορύφωση τοῦ ἱπποδάμειου μόγου
κενταύρισσας ὑπέρτατο ὁμοίωμα,
ὁρμὴ ἐπικὴ τοῦ ἱππικοῦ σου λόγου –
τοῦ ἀνδροφόνου εἶσαι τὸ τελείωμα
κι ἡ ἔκρηξη τῆς τίγρης καὶ τοῦ ἀλόγου.

Δυὸ ζώων πῶς ἀκούγονται τὰ φθέγματα
κι ἀπὸ τὸν ὠθισμὸ πῶς θάλλει ὁ κῆπος
καὶ μπρὸς στοῦ κόσμου ἔκπληκτου τὰ βλέμματα,
ἰδού, γεννιέται ἡ ἱππαστί –ὁ νέος τύπος–
καὶ τὸ πιὸ τέλειο ἀπ’ ὅλα τὰ συμπλέγματα –
Ἐσὺ κι ὁ μελανὸς Ἑκτόρειος Ἵππος.

~.~

(Σονέτα, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2016)

Versus II

Τοὺς στίχους μου φαρδιά-πλατιὰ ὑπογράφω
μὲ τὸ χαλκοὺν δισύλλαβο ὄνομά μου·
κι ἔτσι ὅπως μέρα-νύχτα μεταγράφω
τὸ αἷμα μου, τοὺς μύς, τὰ σωθικά μου,
μὲ χρώματα πολεμικὰ μὲ βάφω
καὶ μονομάχος στέκω ἐπὶ τῆς ἄμμου.
Σὲ πολεμῶ καὶ ὁδεύω πρὸς τὸν τάφο,
μικρὴ Ἐποχὴ κι ὅμως μεγάλη ἐχθρά μου,
δοσμένος στὴ σκληρὴ χειρωναξία
τοῦ στίχου μου. Ὁ στίχος μου καὶ πράξη.
Παρὰ τὴν τρομερὴ αἱματοχυσία,
κανεὶς ἀπὸ τοὺς δυό μας δὲν θ’ ἀλλάξει.
Κι ἂς ἔρθει ὅποιος θέλει νὰ μὲ κρίνει.
Γιὰ τὴ σφαγὴ παίρνω τὴν πᾶσα εὐθύνη.

~.~
 
Nel mezzo del cammin

Τί ἔκανα λοιπὸν γιὰ τὸν Θεό μου;
Τριάντα πέντε χρόνια συμπληρώνω.
Τὸ δῶρο τῆς ζωῆς πῶς ξεπληρώνω
σὲ ζωντανοὺς καὶ σὲ νεκρούς; Ἐπ’ ὤμου
πῆρα ποτὲ κανέναν ξένο πόνο;
Παρέδωσε ποτὲ τὸν ἑαυτό μου,
λυτρώνοντας τὸ ἐλάχιστο ἀπ’ τὸν χρόνο,
σὲ κάτι τὸ ὑψηλό; Ἐδῶ στοῦ δρόμου
τὸ μέσον πιὰ ποὺ βρίσκομαι ποιά πράξη
μπορῶ μὲ περηφάνια νὰ ὑπογράψω;
Τέφρα, σκιὰ καὶ κόνις ὅπου ψάξω.
Στ’ ἀκάθαρτα, ζωή, σ’ ἔχω πετάξει.
Λιποβαρὴς κι ἀμείλικτο τὸ ζύγι
στοῦ μηδενὸς τὸ στόμα ποὺ ὅλο ἀνοίγει.

~.~
 
Ξυλογλύπτες Ι

Σὰν τοὺς ἀκούραστους παλιοὺς ἐργάτες,
τοὺς ταπεινοὺς μὰ τίμιους ξυλογλύπτες
ποὺ ὑπηρετοῦσαν Καίσαρες καὶ Πάπες
φτιάχνοντας τέμπλα, ἐκκλησιὲς καὶ κρύπτες,
ἀγόγγυστα δουλεύουμε τὸν Στίχο
γνωρίζοντας πὼς τὸ μικρὸ ὄνομά μας,
ὅπως κι ἂν μνημειώνουμε τὸν ἦχο
τῆς πάλλουσας καὶ φλογερῆς καρδιᾶς μας,
δὲν θὰ καταγραφεῖ στὶς Ἱστορίες.
Ἀνώνυμοι κι ἐμεῖς καθὼς ἐκεῖνοι,
πνιγμένοι ἀπὸ μυριάδες τυραννίες,
θὰ μείνουμε, ἀλλ’ ὅμως δὲν θὰ μείνει
οὔτε τὸ ἔργο μας, χιλιετίες…
Μαζὶ μὲ μᾶς θὰ λιώσει στὸ καμίνι.

~.~
 
F-22 Raptor

Οὐράνιο τέρας ἀπὸ σίδερο καὶ ἀτσάλι,
ἀνθρώπου σύμμειξη καὶ μηχανῆς,
πάνοπλη σκέψη ξεπηδᾶς ἀπ’ τὸ κεφάλι
τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς τεχνικῆς.
Προένταση μετάλλων, πόση βία
αἰθέρων, τῆς μετάκαυσης σεισμός,
ποίηση τῶν καιρῶν, τεχνολογία,
κι ὁ ἐξαίσιος τῆς κόμπρας ἐλιγμός.
Τὰ g σ’ ὅλο τὸ σῶμα, οἱ ὑπερπτήσεις,
ἀόρατο εἰκοσάτονο τσιτάχ,
στὶς τρομερὲς καθέτους σου ἐφορμήσεις
τὰ 2,5 ἀγγίζεις Mach,
τῶν οὐρανῶν ἀδιαμφισβήτητε ἄκτορ,
Ἅρπυια, F-22 Raptor.

~.~

(Versus, Ἀθήνα, Παρισιάνου, 2019)

1. Δῶσε μου χρόνο

Ὢ δῶσε, Κύριε, νὰ φτάσω στὰ ὀγδόντα
μὲ τὸ κορμὶ καὶ τὸ μυαλό μου ἀκέριο,
κι ἐγὼ ναὸ θὰ Σοῦ πυργώσω στέριο
ποὺ θὰ δοξάζει καὶ θὰ ὑμνεῖ πάντα τὰ ὄντα.

Ἂν ὄχι, εὐδόκησε νὰ φτάσω στὰ ἑξήντα,
κι ὁρκίζομαι πὼς θά ‘χω ὣς τότε χτίσει
κάστρο τρανὸ μὲς στὴν τρανή Σου φύση
καὶ μὲ τὸ αἷμα μου βαμμένο ἀντὶ γιὰ τίντα.

Κι ἂν ὄχι, κάνε μὲ νὰ φτάσω στὰ σαράντα,
κι ἂς ἀρκεστεῖς σὲ τοῦτον τὸν πυργίσκο
ποὺ ἔχω μέχρι τώρα κατορθώσει.

Στὸν μισοτελειωμένο αὐτὸν ναΐσκο
ἐκεῖνος ποὺ γνωρίζει θ’ ἀναγνώσει
τὴν πυρωμένη τὴν σφραγίδα Σου – γιὰ πάντα.


Ὁ Θεοδόσης Βολκὼφ γεννήθηκε τὸ 1980 στὴν Ἀθήνα, ὅπου ζεῖ καὶ ἐργάζεται. Ἔχουν κυκλοφορήσει τὰ ποιητικά του βιβλία: Τὰ Τραγούδια τῆς Ψυχῆς καὶ τῆς Κόρης (2004), Γιουβενάλης (2012), Missa Brevis (2012), Ὁ Pietro Aretino ἐν ἔτει 2013 (2013), Sexus (2015), Σονέτα (2016) καὶ Versus (2019). Ἐπίσης, ἔχει κυκλοφορήσει τὸ δοκίμιό του Ὁ ποιητὴς Δημήτριος Ε. Σολδάτος (2018).