Λεπτόπνοος λυρισμός

 

afesis

~ . ~   

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ   ~ . ~   

Δημήτρης Αγαθοκλής,
Άφεσις,
Μελάνι, 2017

Η Άφεσις είναι η πρώτη ποιητική συλλογή του Δημήτρη Αγαθοκλή. Στη συλλογή συμπλέκονται η προσωπική ποιητική βιογραφία και η κοινωνική ανατομία, αναπόφευκτα αλληλοπροσδιοριζόμενες, γι’ αυτό και αποφεύγεται ο ρητός διαχωρισμός των δύο ενοτήτων της συλλογής, ο οποίος, ωστόσο, διακρίνεται στη βαθμιαία μετατόπιση από έναν πιο ιδιωτικό σε ένα πιο δημόσιο λόγο, αλλά και από την ανάλογη ένδειξη στα περιεχόμενα της συλλογής.

Πρόκειται για όρια συχνά δυσδιάκριτα, γι’ αυτό ίσως θα ήταν πιο εύστοχο να πούμε πως στα πρώτα ποιήματα παρακολουθούμε τα πάθη του εαυτού εν χρόνω, ενώ στα επόμενα τα πάθη του εαυτού –του κοινωνικά προσδιορισμένου εαυτού– εν τόπω.

Στα πρώτα ποιήματα η αυτοβιογραφία χωνεύεται μέσα στην ελλειπτική, μυθικά επενδυμένη μνήμη που ανασυνθέτει σε αμφίβολα, επαρχιακής μελαγχολίας, τοπία το μίτο της. Κυρίαρχο μοτίβο η ασκητική της φυγής πολλαπλά βιωμένης, ως ξενιτιά, ως ταξίδι αυτογνωσίας, ως δραπέτευση, ως μαθητεία, ως πόθος του μεγάλου νόστου, η φυγή των ανθρώπων, των ερωτικών ινδαλμάτων στο χρόνο ή στο θάνατο. Αυτή η συνδιαλλαγή με το παρελθόν παίρνει τη μορφή ονειρικής μυθοποίησης, γι’ αυτό και το ποιητικό υποκείμενο συχνά λανθάνει ή ενδύεται την συγκεχυμένη μορφή του, ρομαντικής καταγωγής, πλάνητα (άλλοτε Περσέας άλλοτε Οδυσσέας), ηρωικά αναχωρούντος και σταθερά απόντος.

Ενδεικτικό των τόπων και των τρόπων της συλλογής το πρώτο ποίημα, ο «Πρόλογος (Μειδίαμα)»:

Ήταν γραφτό, πολύ πριν γεννηθώ
πριν ματώσουν τα βιβλία
στο ψαλίδι των χελιδονιών
μικραίνει η μέρα ο ήλιος μικραίνει
(ρόδα στο πέρασμά σου)
φύγαν πουλιά κοπάδια γνέθουν πια
σ’ άλλη μηχανή, τον θρήνο.
Εδώ, ψήλωσε το καλαμπόκι
καθένας χαράσσει νέα γραμμή· σα βόιδι.

Έτσι, ειδώλιο λατρευτικό, αρχαίο
μ’ ένα σερνάμενο καπίστρι είναι γραφτό
σ’ αυτό το χώμα που μισώ
–μύθος μακριά σου– να μείνω.

Αντίστοιχος με αυτή την απατηλή ύλη και ο στίχος που συχνά διαθέτει την ποιότητα ενός λεπτόπνοου λυρισμού και την ολισθηρότητα της ασύνδετης κύλισης από στίχο σε στίχο με συχνή χρήση του διασκελισμού.

Κοχύλια άδεια σπιτικά πρόσφυγες σ’ άλλα δάση
Γεράνια άσπρα και μαβιά πυρκαϊά στα παραθύρια
Φωνή ψιλή της λυγερής ασημόλευκα και μήνη
Μνήμη γλυκό του κουταλιού ασπροσένδονοι καθρέφτες
(«Αίσθηση»)

Στη πρώτη ενότητα συναντάμε αρκετά ποιήματα που, παρ’ όλη τη διάχυση, διαθέτουν την γοητευτική ρευστότητα της οπτασιακής ερωτικής μνήμης:

Αύριο λοιπόν, σαν περάσω όπου περνώ κάθε πρωί
θα κοιτάξω να σου στείλω ό,τι ζητείς
υστερόγραφα στα γράμματά σου:
κάτι να θυμίζει τον δρόμο, τη δημοσιά, εμένα.
(«Εις φίλην ξενιτευθείσαν»)

Άλλοτε το ερωτικό ίνδαλμα πυκνώνεται στο πρόσωπο μιας πρωτεϊκής Ελένης («Πειρατία», «Οθνείη γαίη», «Ελένη»). Στο ποίημα «Πειρατία», κυρίως, αλλά και αλλού, η γλώσσα προσπαθεί να φορτίσει το νόημα όχι δια της αποσιώπησης, αλλά μέσω της συσσώρευσης που εξυπηρετεί μεν τον δοξαστικό τόνο του κειμένου, αλλά δεν αποφεύγει την εκζήτηση, ενισχυμένη, άλλωστε, από λόγιες γλωσσικές επιλογές ποικιλμένης έκφρασης («άνασσας φυγής παιδί όνειρα μαστιγωμένη» ή «πλωρογοργόνα εφιαλτοθραύστα καλλιγύναικα»). Τα πιο πετυχημένα ποιήματα, όμως, κατά τη γνώμη μου, είναι όσα μετέρχονται λιτά γλωσσικά υλικά, ενώ η αρχαιοπρεπής λογιοσύνη ξενώνει το ποίημα. Πολλές φορές, βέβαια, η αναζήτηση της εκφραστικής καθαρότητας καταφεύγει στην έκκεντρη λέξη με την προϋπόθεση, ωστόσο, ότι δεν εξέχει από το υπόλοιπο σώμα («κορμός κυπάρισσου το μπράτσο του πλατάνιστος ο στέρνος»), γιατί αντί για κλασικό παράγουν ένα αδέξια στατικό ύφος που αναγκάζει τον αναγνώστη να διακόψει και να χωνέψει τη λέξη. Εδώ το ομηρικό λεξιλόγιο υπαγορεύεται και από την συνειδητή πρόθεση του ποιητή να δημιουργήσει ένα ανάλογο ομηρικού νόστου, όπου η ξενότητα ως εξορία από τον αυθεντικό εαυτό διοχετεύεται σε έναν κυρίαρχο αφηγηματικό τρόπο: τον απολογισμό ενός τριτοπρόσωπου αφηγητή ή πρωτοπρόσωπου μονολογιστή που αναδιπλώνει τη μνήμη στο τελικό και πάγκοινο δια ταύτα, την απώλεια.

Ο δεύτερος πόλος της συλλογής είναι μια πιο εξωστρεφής αναμέτρηση με το κοινωνικό κακό, και η συνεπακόλουθη στρέβλωση του εαυτού, λειψού, ενίοτε ταρτούφου, ετεροκίνητου, ένοχου, γι’ αυτό και αιτούντος άφεση.

Είμαστε σε ξύλινο κουτί απ’ τη μέση και πάνω.
Από κάτω δεμένοι- ένα ελατήριο μας βαστά
τα κοντά μας χέρια ανοιχτά κρατάν δυο χρυσά πιάτα
και το χαμόγελο πλατύ-πλατύ, ζωγραφιστό.
(«Jack-in-the-box»)

Εδώ και οι προδομένοι Εσταυρωμένοι της ανθρωπότητας, οι πολιτικοί ολοκληρωτισμοί, η κονιορτοποιημένη ατομικότητα, συχνά θεωρημένη σε μια ειρωνική συγκατάβαση. Σε αυτά τα ποιήματα, ο στίχος αποκτά μια πιο πλατιά, πεζολογική περιφραστικότητα, ενίοτε καταγγελτικής ή διδακτικής πρόθεσης που άλλοτε ευστοχεί στην ειρωνική μιμική της, αλλά συχνά παρεκκλίνει της ποιητικότητας εκπίπτοντας σε υπερσχολιασμό (π.χ. στο ποίημα «Άφεσις»). Με αυτά συνυπάρχουν πιο προσωπικά ποιήματα, ο εαυτός ως απότοκο των συνθηκών και συνδημιουργός τους.

Αυτή η διπλή στόχευση να ανιχνευθεί ο εαυτός αφενός μέσα στο ρευστό της μητρικής θάλασσας των αναμνήσεων και του μυθικού ασυνείδητου και αφετέρου στον εγκλεισμό του μέσα στην οικονομία της επιβίωσης παράγει τις δυο κυρίαρχες υφολογικές στρατηγικές της συλλογής. Προσωπικά, θεωρώ την πρώτη κατεύθυνση πιο κατορθωμένη αισθητικά, όπως μορφοποιείται στα ποιήματα «Φθινοπωρινό βράδυ», «Εις φίλην ξενιτευθείσαν», «Αίσθηση», «Ελένη», «Οινοθύελλα», «Όνειρο», «Ταξίδι». Εδώ επιτυγχάνεται η πύκνωση μέσω της έλλειψης, έστω κι αν κάποτε η ελλειπτικότητα δυσχεραίνει την πρόσληψη. Στα ποιήματα «θέσης» χρειάζεται μια λείανση αποφυγής του περιττού ή του προφανούς, και μια πιο ώριμη απόφαση μέσα σε αυτά να μην παρεισδύει, απολογητικά ή αυτοτιμωρητικά, η εξομολογητική ύλη, αλλά να ενισχυθεί η αντικειμενική πραγμάτευση μέσω των τρόπων που ήδη αξιοποιεί η συλλογή, είτε αυτή είναι η ποιητική περσόνα είτε η τριτοπρόσωπη ιστορημένη αφήγηση. Γενικότερα, βέβαια, πέρα από τις επιμέρους ενστάσεις η συλλογή υπόσχεται αυτό που δηλοί η προμετωπίδα της από τα Γράμματα σε έναν νέο ποιητή του Ρἰλκε: «da doch Beginn an sich immer so schön ist» («υπάρχει τόση ομορφιά σε κάθε αρχίνισμα»).

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

 

Advertisements