Τάσος Αναστασίου: Μόνη της στην καφετέρια

 

0000000000000000000000000000000000000000000000000000000

 

1

Καθώς έτρεχε να τον προλάβει, δεν πρόσεξε και βρέθηκε στην άκρη του πεζοδρομίου· μια μοτοσικλέτα πέρασε σχίζοντας τα νερά κι αμέσως το παντελόνι της γέμισε λασπωμένες στάλες. Έφταιγε η βιασύνη της, ο ανόητος ενθουσιασμός της. Λίγα μέτρα πιο κάτω, απότομα, λες κι εκεί ακριβώς κοβόταν η επιφάνεια εργασίας του σύννεφου, η βροχή σταμάτησε. Τον είχε αντικρίσει απ’ το ταμείο του Λινοξυλάκη: καμπουριασμένος, κοιτάζοντας γύρω του, βαδίζοντας γρήγορα. Πάντα του έπρεπε να κινείται, δεν άντεχε λεπτό ήσυχος. Εδώ κοντά ήταν άλλοτε το φοιτητικό δωμάτιο της Δέσποινας. Στις άδειές του, φαντάρος, έμενε μαζί της· κόκκινος από τον ήλιο, κοκαλιάρης, το χιούμορ του κυνικό, άρρωστο, σαν να έλεγε: κοιτάτε με, ανοιχτή πληγή. Δεν φαινόταν πουθενά. Καλύτερα. Γιατί αλλιώς, πετώντας κάτω τις σακούλες της με τα ψώνια, θα έπεφτε στην αγκαλιά του –και τότε θα την κοιτούσε με το ψυχρό αδιαπέραστο ύφος του. Το βλέμμα της συνάντησε τη Φορτέτσα κι αμέσως βιάστηκε να ψάξει άλλο σημείο προσανατολισμού: Τέσσερις Μάρτυρες. Καλύτερα. Ίσως πάλι να του φερόταν τυπικά, κάνοντάς τον να χλομιάσει από κακία. Ήξερε τη δύναμή της πάνω του. Ήξερε και τη δικιά του δύναμη –την ικανότητά του να την σπρώχνει, να την ρίχνει προς τα πίσω. Για ποιο λόγο είχε έρθει; Δεν μπορούσε να βασίζεται στον εαυτό της, ήταν ικανή και να τον φιλήσει –για να τον τρομάξει, να τον αναγκάσει να ξεντυθεί ψυχραιμία και νευρικότητα. Τόσο βραδύνους, δεν θα το εκμεταλλευόταν, όπως εκείνο το βράδυ που του είχε τείνει χείρα παροδικής επανασύνδεσης, καθισμένη δίπλα του, περιμένοντας κέρασμα –μήνυμα που άλλοι θα το αποκρυπτογραφούσαν στο δευτερόλεπτο. Ή μήπως δεν ήταν αυτός;

      The stars we are, the stars will be / just you and me: το τραγούδι πλημμύρισε το μυαλό της μαζί με τον ήλιο που πρόβαλε μέσα από τα σύννεφα. Ο Αργύρης, σαν ντι- τζέι λιώνοντας τον ίδιο δίσκο ξανά και ξανά, το είχε μολύνει. Το άκουγες και θυμόσουν: βόλτες, χορούς, εκδρομές. Και το αντίθετο: πέρναγες έξω απ’ το Εδέμ, τα παράθυρά του σκοτεινά, τα τραπεζάκια του έρημα, και η μελωδία ορμούσε καταπάνω σου, φθινοπωρινή μπόρα κατακαλόκαιρο. Εικόνες γέλιου, συγκίνησης, νόστος παραδείσιας εφηβείας, ανανεωμένος πόθος ζωής. Απίστευτο: η αντίθεση με το παρόν της. Μοναξιά, μοναξιά, με τα δώδεκα σπαθιά. Οι δουλειές της κάθε μέρας, συγκρούσεις, καυγάδες. Απόμακρος θόρυβος τα πλήκτρα του υπολογιστή. Το αφηρημένο, μπουχτισμένο ύφος του. Τι κούραση, Θεέ μου. Είχε ξεχάσει πώς είναι να περπατάς. Απότομα σταμάτησε, οι σακούλες παραλίγο πέφτοντας απ’ τα χέρια της. Της έλειπε η αγκαλιά του, το βλέμμα του. Φοβόταν ότι στο σπίτι τους θα της άνοιγε την πόρτα ο Αργύρης και ανυπομονούσε να διαλύσει τον παραλογισμό της σκέψης της. Τι φρίκη. Και βέβαια δεν ήταν αυτός. Φτάνει. Φύγετε. Όχι άλλες νοσταλγίες, αναστατώσεις. Βρικόλακες, μακριά!

2

Αχτένιστος, με βρώμικα ρούχα, έντονο λαχάνιασμα, κουτσός. Το κεφάλι του γέρνοντας, σαν να προσπαθούσε να ξύσει το μάγουλό του στον ώμο του. Όπως εκείνος ο κουρελιάρης στο χωριό της, που περνώντας δίπλα σου σε ρωτούσε: «Πότε καπάκ’, πότε καπάκ’;»

      Συγκράτησε το βήμα της κι η εκκωφαντική ασχήμια του χάθηκε πίσω απ’ τη Λόντζα.

      Ένιωσε τα μάτια της να μισοκλείνουν. Ανάλαφρο παιχνίδισμα φωτός. Το χωριό της, παρά την εικόνα του τρελού, ανοιξιάτικο. Ήλιε του Μάρτη, Βαπτιστή και Πρόδρομε. Κοίταξε αριστερά της: σ’ ένα τραπέζι δυο φοιτητές έπαιζαν τάβλι· σ’ ένα άλλο, γεμάτο φραπέδες, πέντε μαθήτριες συζητούσαν· οι καφέ αφροί στα ποτήρια τους κατάξεροι, τα καλαμάκια λοξά πάνω στο κολλώδες στόμιο.

      Οι φοιτητές –κοντοκουρεμένοι, καλοντυμένοι– σταμάτησαν το τάβλι και της έριξαν μια ματιά: γάτα που με το ηλεκτρικό της άγγιγμα στο πόδι του τραπεζιού τάραξε την αυτοσυγκέντρωσή τους. Φοιτητές; Ναι. Αγύμναστο σώμα.

      Το οξύθυμο και ειρωνικό ύφος του μπάρμαν –το λερωμένο της παντελόνι;– την απώθησε και δεν μπήκε μέσα. Κάθισε κοντά στην πόρτα, κάτω απ’ την τέντα, κοκκινίζοντας στη σκέψη της Ιεράς Συμμαχίας γύρω της, νιώθοντας ότι, έτσι όπως ήταν μόνη, χωρίς τον Αποστόλη, παρέβαινε θέσφατα. Ο σερβιτόρος πλησίασε, το βλέμμα του θαμπό απ’ την αντηλιά, τα χείλη του μια ενιαία επιφάνεια, κολλημένα. Παράγγειλε με ξαφνική άνεση καφέ φίλτρο κι έβαλε τις σακούλες κάτω απ’ το τραπεζάκι.

      Οι άντρες της παρέας έφταιγαν. Ο Πολύκαρπος με τις απιστίες του. Ο Αργύρης με το πείσμα του. Ο Μίχας με τον κυνισμό του. Ήδη από τότε έπρεπε να τους κρατά σε απόσταση. Φύγετε. Μακριά!

      Ο σερβιτόρος έφερε τον καφέ, το νερό, σιωπηλός, τα μάτια του κοιτώντας πλάγια, στα χείλη του απομεινάρι χασμουρητού.

      Θυμήθηκε κάποτε που δούλευε για ένα διάστημα στο Εδέμ: πίσω απ’ την μπάρα πλένοντας ποτήρια, βάζοντας ποτά, σερβίροντας ξηρούς καρπούς, ο Πολύκαρπος στην άλλη άκρη γελώντας μεγαλόφωνα. Παρόλο που απέφευγε να τον κοιτάζει, η παρουσία του την συνόδευε αδιάκοπα, καθώς έκανε τη δουλειά της. Μικρό ανατρίχιασμα στα μπράτσα και τους ώμους, απολαυστικό αίσθημα πληγωμένης αξιοπρέπειας. Ένα βράδυ ο Πολύκαρπος είχε πιάσει ψιλή κουβέντα με μια κακάσχημη και η Ειρήνη τον κορόιδευε από μέσα της: Έτσι προσπαθείς να μ’ εκνευρίσεις, κακομοίρη; Πετώντας τα ποτήρια που κρατούσε, πήρε απ’ τον πάγκο ένα μαχαίρι και τον πλησίασε φωνάζοντας «Θα σε σκοτώσω!». Κάποιος την τράβηξε από κοντά του, ήδη χαλαρή, ξεθυμασμένη.

      Έφερε το φλιτζάνι στο στόμα περιμένοντας μια στυφάδα που δεν θ’ απογοήτευε τη γλώσσα της. Μαύρος καφές καυτός. Σαν νύχτα που σβήνει, θα χάσει τη μαύρη αχνάδα του, θα μεταμορφωθεί, χλιαρή επίπεδη επιφάνεια. Και τότε θα καθρεφτίσει, κάτω απ’ τα μισόκλειστα βλέφαρά της, το πάνω μέρος του προσώπου της, θαμπό. Μια παρηγοριά όμως θα βαραίνει τη γλώσσα της –η στυφάδα που κανείς δεν μπορεί να την ακυρώσει.

      «Μην κάνεις έτσι», την είχε καθησυχάσει ο Αργύρης. «Δεν είπαμε και να σε παντρευτώ». «Εννοείται», του είχε απαντήσει, τρομάζοντας και μόνο στην αναφορά της λέξης. Όπως αν πεις διαζύγιο, ακόμα και στ’ αστεία, διάβηκες σύνορα. Ή σαν η όλη φράση να χρησιμοποιούνταν ευφημιστικά.

      Στον γάμο της Μέλπως: σταυρώνοντας τα χέρια του δεν κουνήθηκε στο άγγιγμά της, δεν μίλησε. Άραγε της κρατούσε κακία; Ή προσποιούνταν τον άνετο, μέσος όρος τελείως; Ο Πολύκαρπος, όταν παλιότερα τύχαινε να την συναντήσει, δεν φοβόταν να είναι εκδηλωτικός, να την κολακέψει («Γεια σου, Ρηνούλα! Τι ομορφιές είναι αυτές;») ή να την κατακρίνει («Εσύ φταις για όλα!»), νόμιμος δικαιούχος, παρά τα όσα είχαν συμβεί, της φιλίας, της μνησικακίας. Δεν στεκόταν ακίνητος, αρκούμενος να την παρατηρεί, σαν γάτος σε φοβισμένη εγρήγορση.

      Η κοπέλα του έδειχνε οξύθυμη, καταπιεστική. Όμορφη; Έπρεπε να τον είχε συμβουλέψει: Ξανασκέψου το. Έπρεπε κι ας της έλεγε: Και σένα τι σε νοιάζει; Αν δεν είχε μεσολαβήσει το θέατρο του Αλέξανδρου.

      Θυμήθηκε: ο μπάρμαν ήταν τότε μαθητής στο Τεχνικό Λύκειο και συνήθιζε να κοροϊδεύει τον Αργύρη· το ακούρευτο μαλλί και το πολύχρωμο πουκάμισό του τραβούσαν την προσοχή. Διασχίζοντας το προαύλιο του Τεχνικού τα πόδια του πεδικλώνονταν στο σπρωγμένο απ’ τα σφυρίγματα βάδην του.

      Ναι, γάτος. Μεγαλόσωμος, ό,τι πρέπει για τις παιδικές συμμορίες, μαγνήτης πετροβολημάτων. Μέσα στο σπίτι παρατηρητής, μεθυσμένος απ’ τη νύστα, μισανοίγοντας τα μάτια, ξανακλείνοντάς τα, ευπροσήγορος υποδοχέας χαδιών.

3

Σοβαρός, ενθουσιώδης. Κάποιος που δεν κάνει ερωτήσεις, σίγουρος για τον εαυτό του. Πουθενά δεν πήγαινε μόνη της, χωρίς τη συνοδεία του, στο εστιατόριο, στον κινηματογράφο. Ζητούσε τη βοήθειά του για οτιδήποτε, για ένα μάθημα που προετοίμαζε, για ένα διαγώνισμα που σχεδίαζε. Πρόθυμα έσκυβε από πάνω της, χωρίς να βαριέται.

      Σκιά του;

      Υπηρέτης της;

      Ενώ ο Αργύρης: μπορούσε να σε συναντήσει μετά από χρόνια που είχατε να ιδωθείτε και να σου πει: Γεια, τι γίνεται;, λες και χθες ήσασταν μαζί. Τότε, στα ραντεβού τους την αντίκριζε να έρχεται, και το ύφος του παρέμενε ανέκφραστο, λες και δεν είχε αλλάξει τίποτε απ’ την προηγούμενη κατάστασή του, όταν περιμένοντάς την απευθυνόταν στους περαστικούς με αγαλμάτινο βλέμμα.

      Νά τος πάλι. Ξύνοντας το αυτί του στον ώμο του.

      «Πότε καπάκι;» έλεγε ο άλλος στο χωριό. Εννοώντας: πότε θα έρθει κι εσένα η ώρα σου να βάλεις καπάκι; Δηλαδή: να μπεις στο φέρετρο.

      Η ύπαρξη τέτοιας δυστυχίας πώς να μη σε κάνει να οργίζεσαι με τη φύση; Όχι με τη φύση. Με αυτούς που την λατρεύουν. Ή πώς να μη θες ν’ αφιερωθείς στους βασανισμένους, μαλακώνοντας την πίκρα τους, την πίκρα σου, προσπαθώντας να κρύψεις λίγη απ’ την ασχήμια γύρω σου;

      Ο τρελός πλησίασε, απέστρεψε το πρόσωπό του για να μη φανεί ότι την κοίταζε, τα χείλη του ανοιγμένα, το χαχάνισμά του ανάκουστο, και μπήκε μέσα.

      Παρηγορήσου. Τα προβλήματά σου ανάξια λόγου.

      Ν’ αδιαφορεί για τους γονείς του. Να μη μιλά στο τηλέφωνο με τη θεία, τον θείο της. Να μη θέλει στο σπίτι επισκέπτες.

      Και τώρα τελευταία: να μην της απαντάει αμέσως. «Πώς σου φαίνεται αυτό το θέμα για έκθεση;» Ούτε που γύρισε να την κοιτάξει, απορροφημένος.

      Όταν χώρισε από τον Πολύκαρπο, έλεγε μέσα της, ξεγελώντας επίτηδες τον εαυτό της, ότι ένιωθε νεκρή. Τη στιγμή που τον πρόδιδε στη σκέψη της με τον Αποστόλη, την πρόδωσε κι αυτός με την Ιωάννα. Χώρισαν αλλά φοβόταν να ολοκληρώσει την προδοσία της. Ο Αργύρης την έβγαλε απ’ τον φόβο, την ανάγκασε να κάνει ένα ακόμη βήμα. Όλα είχαν γίνει τόσο γρήγορα, μέθη μαζί με χαιρεκακία μαζί με τύψεις. Όταν ο Αποστόλης πήγε για λίγο στην Αθήνα, τον πρόδωσε με τον Πολύκαρπο που, απρόσμενα, φαινόταν να έχει βυθιστεί στην απόγνωση.

      Κι έπειτα: η καθημερινότητα. Σιγά-σιγά, διακριτική, ξέροντας ότι δεν θα συναντούσε αντίσταση, χωρίς να βιάζεται.

      Όπως ένας αλκοολικός που γιατρεύτηκε: φαντάσου· κάποτε, αν δεν έπινε, τα χέρια του έτρεμαν, δυσκολευόταν ν’ ανάψει τσιγάρο. Και τώρα έχει αόριστη μόνο ανάμνηση από εκείνες τις ώρες. Τα χέρια μου έτρεμαν, το λέει αλλά δεν το θυμάται, δεν μπορεί να δει τον εαυτό του αυτοκαταστροφικό, η αναπαράσταση του παρελθόντος επίπεδη, άχρωμη.

      Του είχε πει: «Τώρα πραγματικά νιώθω ελεύθερη». Δεν του είχε πει: Τώρα νιώθω πως ξεπέρασα τον Πολύκαρπο. Κι ο Αργύρης, ενώ διάβαζε ποίηση, ενώ ήξερε από υπαινιγμούς, δεν είχε το σθένος να καταλάβει. Και το «πραγματικά», το πιο φθαρμένο των επιρρημάτων, γι’ αυτό το είχε χρησιμοποιήσει: για να δώσει επιφανειακό χαρακτήρα στα λεγόμενά της και ν’ απομακρύνει την υποψία ενθουσιασμού.

      Όταν τον επισκέφτηκε στο σπίτι του στην Ηλιούπολη και ήρθε η ώρα να φύγει, αντί να την γυρίσει με το αυτοκίνητο της μητέρας του, την συνόδεψε να βρει ταξί. Περπατούσαν, περπατούσαν, ερημιά, με κάθε του βήμα όλο και κοντύτερα στη γελοιοποίηση. Λίγο μετά τον χωρισμό τους της χτύπησε την πόρτα της ξημερώματα. Τον άφησε να ξαπλώσει, έτσι όπως ήταν, με τα ρούχα του, δίπλα της. Δεν την άγγιξε, άναψε μόνο τσιγάρο –κακόγουστη διαμαρτυρία. Και το χειρότερο: τον καταλάβαινε, τον δικαιολογούσε. Την επόμενη μέρα, τρομαγμένη, θυμωμένη, πήρε το αεροπλάνο για την Αθήνα. Όταν μετά από μια εβδομάδα επέστρεψε, τον βρήκε λιγότερο ενοχλητικό: δεν της απηύθυνε τον λόγο, την απέφευγε, τα χέρια του τρέμοντας απ’ την προσπάθεια γι’ αξιοπρέπεια.

      Ο Αποστόλης όλες εκείνες τις μέρες: διστακτικός. Ήθελε, της είπε αργότερα, να σεβαστεί τον χωρισμό της απ’ τον Πολύκαρπο. Δεν ήθελε να την ταράξει. Ανυποψίαστος. Αλλά ίσως της το έλεγε έτσι, για να της δώσει αξία, να της κρύψει ότι τραβήχτηκε προς το μέρος της όχι από μόνος του, όχι από ατόφιο ενδιαφέρον, αλλά επειδή πρώτα είχε διακρίνει τον πόθο στο βλέμμα της.

4

Κοίταξε πίσω της: στεκόταν αντικρίζοντας την μπάρα, το αυτί του κολλημένο στον ώμο του.

      Άραγε τι την αναστάτωνε; Η εμφάνιση του Αργύρη; Η πρωτόφαντη αποδέσμευσή της απ’ το προστατευτικό τείχος του Αποστόλη; Ο εξοδούχος ήλιος;

      Πενταόρια: άγγιγμα ζέστης, ανάλαφρο παιχνίδισμα φωτός έπειτα από μέρες συννεφιάς και κρύου. Έκπληκτη άκουσε τον εαυτό της, καθώς προχωρούσαν στον λόφο: «Ήλιε του Μάρτη, Βαπτιστή και Πρόδρομε». «Τι λες;» την ρώτησε η Μέλπω. Δεν της απάντησε γιατί πίστευε ότι θα ζήλευε· η Μέλπω, καθόλου περίεργη για τις σκέψεις των άλλων, δεν επέμεινε· βλέποντας τον ενθουσιασμό της γέλασε κι αυτή.

      Άγγιγμα από λεπτά δάχτυλα, χωρίς παρανυχίδες άγχους: γιατί να μην είναι εφικτό, γιατί πάντα κάτι να το χαλάει;

      Το στριγκό κέφι του Πολύκαρπου: μάσκα μπαλαφάρας στην οποία, έτσι και δεν ανταποκρινόσουν, μεταμορφωνόταν σε ακατεύναστο μούτρωμα.

      Το παράφορο πείσμα του Αργύρη: σαν κάποιος να την κρατούσε κάτω απ’ την επιφάνεια της θάλασσας, κακόγουστη πατητή.

      Τώρα με τον Αποστόλη: αλλεπάλληλοι θρόμβοι στο αίμα, μπλόκαραν την κυκλοφορία, εκβράζονταν σε αδιόρατους πόνους, το μούδιασμα της απομάκρυνσης.

      – Ντα ίντα θες; Φράγκα;

      Το βλέμμα της στράφηκε πάλι πίσω. Ο τρελός χαχάνιζε μπροστά στον μπάρμαν και τον σερβιτόρο κουνώντας το κεφάλι καταφατικά και χτυπώντας ένα σιγανό παλαμάκι με τα χέρια του.

      – Και πόσα; ρώτησε ο μπάρμαν, το ύφος του αφ’ υψηλού χαζοχαρούμενο.

      Η Ειρήνη ήπιε μια γουλιά καφέ. Για χάρη της είχε έρθει, ποιος ξέρει από ποια ελπίδα κινημένος. Πώς υπέφερε τότε, μεθούσε, κυλιόταν στον δρόμο, κάπνιζε ασταμάτητα.

      Οξύτονος ήχος, μεταλλική αναπήδηση πάνω σε κυριακάτικο δίσκο. Κατρακύλισμα διαρκείας, εκνευριστικό σαν τικ.

      Ο τρελός απομακρύνθηκε απ’ την μπάρα κι έσκυψε στο πάτωμα. Σηκώθηκε κρατώντας ένα νόμισμα, και, γυρνώντας στην μπάρα, το ακούμπησε πάνω στον πάγκο.

      Ο σερβιτόρος πήρε το νόμισμα και, γελώντας πονηρά, το πέταξε στο πάτωμα. Καθώς ο τρελός πήγαινε να το μαζέψει, σερβιτόρος και μπάρμαν κοιτάχτηκαν ανασηκώνοντας τα φρύδια τους.

      Η καθημερινότητα: τα ιδιαίτερα, να πηγαίνει από σπίτι σε σπίτι, μαθητές παράξενοι, δύσκολοι. Πέρυσι ένας πατέρας την είχε διώξει, γιατί η κόρη του δεν πρόσεχε στο μάθημα, συνεχώς την διέκοπτε με αστειάκια.

      Ο μπάρμαν πέταξε πάλι το νόμισμα στο πάτωμα. Χαμογελώντας ανόητα, καθόλου πικραμένα, ούτε καν με απορία, σαν να είχε ήδη ξεχάσει, ο τρελός το μάζεψε πάλι και το έδωσε πίσω. Ο σερβιτόρος το πέταξε στο πάτωμα.

      Η Ειρήνη κοίταξε γύρω της. Οι φοιτητές έπαιζαν τάβλι ανταλλάσσοντας ήρεμα πειράγματα, οι μαθήτριες  μιλούσαν όλες μαζί καπνίζοντας.

      Ο μπάρμαν και ο σερβιτόρος συνέχισαν το παιχνίδι τους, οι κινήσεις τους αργές, ήρεμες, μια συνηθισμένη απασχόληση, σχεδόν δεν την παίρνεις είδηση, όπως το κομπολόι.

      Ο τρελός μάζευε το νόμισμα, οι άλλοι δυο το ξαναπετούσαν, ο τρελός πήγαινε να το μαζέψει. Ανούσια επανάληψη που γέμιζε το οπτικό της πεδίο. Φύγε, άκουσε μια φωνή μέσα της.

      Όμως δεν μπορεί, κάποτε θα βαριόντουσαν. Το χοροπηδηχτό ντιντίνισμα του νομίσματος ξανακούστηκε. Φύγε. Τόση αθλιότητα.

      Σηκώθηκε παίρνοντας μαζί της το ποτήρι με το νερό και στάθηκε στην είσοδο της καφετέριας.

      – Σταματήστε αμέσως, αλλιώς θα σας το πετάξω!

      –  Ίντα ’γινε; είπε απορημένος και σαν τρομαγμένος απ’ τα σάλια της κραυγής της ο σερβιτόρος.

      – Αν δεν σταματήσετε, θα σας το πετάξω! ούρλιαξε η Ειρήνη.

ΤΑΣΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ

Απόσπασμα από μυθιστόρημα που βρίσκεται στο στάδιο της ολοκλήρωσης.

 

 

Advertisements