Χρίστος Ρουμελιωτάκης

Ποίηση και Πόλη: 100 χρόνια Νέα Ιωνία

*

του ΞΑΝΘΟΥ ΜΑΪΝΤΑ

Αν οι Αθηναίοι πολίτες δεν είχαν δημιουργήσει την Πόλη δεν θα είχε γραφτεί η Πολιτεία, οι Νόμοι και η Αθηναίων Πολιτεία, ή ακριβέστερα όπως το καταθέτει με τη μορφή ερωτήματος ο Κορνήλιος Καστοριάδης, “Τι θα μπορούσαν να σκεφτούν για την πολιτική ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης;”[1] Αν ο Αισχύλος δεν είχε δείξει “αλκήν ευδόκιμον” στο “Μαραθώνιον άλσος” όπου συστρατευμένος “μες στων στρατιωτών τες τάξεις τον σωρό” πολέμησε τον Δάτι και τον Αρταφέρνη, δεν θα είχε χαρίσει στην ανθρωπότητα τους Πέρσες. Και είναι σ’ αυτό το έργο που δίνεται με αξιοθαύμαστη ακρίβεια για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας το βαθύ νόημα της Δημοκρατίας: “Δεν είναι δούλοι ανθρώπου, ούτε έχουνε αφέντη” μας λέει ο μεγάλος τραγικός για τους πολίτες οπλίτες της Πολιτείας των Αθηναίων.

Αυτές οι στιγμές του στοχασμού έχουν την γνήσια προέλευσή τους στην άσκηση λογοδοσίας, τον “λόγο διδόναι” στην αγορά, και εκκινούν με το ερώτημα των πολιτών: Τι λέγεις, τι σημαίνει αυτό που λέγεις; Ποιο είναι το νόημα των όσων λέγεις; “Έτσι ορθώθηκε στην ιστορία μας η βλέψη της αλήθειας, όπως και οι βλέψεις της ελευθερίας, της ισότητας και της δικαιοσύνης. Αδιαχώριστες. Είμαστε κυριευμένοι ανεπανόρθωτα απ’ αυτές, τουλάχιστον ορισμένοι από εμάς. Κι ενώ δεν μπορούμε να “θεμελιώσουμε” τις βλέψεις μας αυτές δεν απορρίπτουμε τον σκεπτικισμό, τον σαρκασμό, την χλεύη (Αριστοφάνης). Απορρίπτουμε την πολιτική ασυναρτησία, δεν απορρίπτουμε απλώς το Άουσβιτς ή το Γκούλαγκ, τα πολεμάμε. Δεν μπορούμε να απαλλαγούμε από το νου – κι ας γνωρίζουμε την ανεπάρκεια και τα όριά του. Τα εξερευνούμε αυτά όντας επίσης μέσα στο νου, χωρίς όμως να μπορούμε να δώσουμε λόγο και λογαριασμό για τον ίδιο τον νου”. [2]

Κάτι εντελώς αντίστοιχο συνέβη όταν ο Θαλής ο Μιλήσιος μέτρησε το ύψος των αιγυπτιακών πυραμίδων χρησιμοποιώντας την ομοιότητα των τριγώνων. Γνωστή σήμερα από την θητεία μας στα γυμνασιακά θρανία. Όμως τότε, δηλαδή το 600 π.Χ. περίπου, η μέθοδός του σίγουρα θα υποκινούσε το εύλογο ερώτημα των πολιτών της προσωκρατικής Μιλήτου. Και αυτό στάθηκε αιτία αναζήτησης από τον σοφό μαθηματικό μιας πρότασης ή καλύτερα μιας σειράς προτάσεων που να γίνονται απόλυτα κατανοητές για την αλήθεια τους στους λάτρεις της ερώτησης που μόνο έτσι βίωναν την αγωνία για το νέο που έφερνε στην Πόλη ο Θαλής. Μέσα από αυτή την λαμπρή σχέση με την αγορά, δημιουργήθηκε το πρώτο Θεώρημα και εξ αυτού η Ευκλείδεια Γεωμετρία, το πρώτο αυστηρό μαθηματικό οικοδόμημα, αξεπέραστο μέχρι σήμερα. Η πρώτη επιστήμη ή όπως συνηθέστερα καλείται η Ελληνική Επιστήμη! (περισσότερα…)

Νίκος Ξανθόπουλος, Καταφυγή και παρηγορία για τον φτωχόκοσμο

*

τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΑΚΗ

(Μὲ ἀφορμὴ τὸ βιβλίο: Νίκος Ξανθόπουλος, Ὅσα θυμᾶμαι καὶ ὅσα ἀγάπησα, Ἀθήνα, Ἄγκυρα 2005, σελ. 406 ‒ Μὲ ἕναν ψηφιακὸ δίσκο)

Τὸ βιβλίο τοῦ Νίκου Ξανθόπουλου Ὅσα θυμᾶμαι καὶ ὅσα ἀγάπησα εἶναι ἐκ τῆς προθέ­σεως τοῦ συγγραφέα του —τὸ μαρτυρεῖ καὶ ἡ ἐπιλογὴ τοῦ τίτλου— καὶ ἐξ ἀντικειμένου πρωτί­στως αὐτοβιογραφία, κλασικὴ αὐτοβιογραφία, ὅπως τὴν ὁρίζει ἡ γραμματολογία, ἕνα εἶδος γρα­φῆς δηλαδή, ὅπου ὁ συγγραφέας καταγράφει τὰ γεγονότα τῆς ἐποχῆς του, ὅπως τὰ θυμᾶται, προσπαθῶντας, ἔστω καὶ ἂν δὲν τὸ ὁμολογεῖ οὔτε στὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του, νὰ δικαιω­θεῖ στὰ μάτια τοῦ ἀναγνώστη. Αὐτὴ εἶναι ἡ φύση τῆς αὐτοβιογραφίας.

Τὸ βιβλίο τοῦ Νίκου Ξανθόπουλου εἶναι ἐπίσης, ἔστω καὶ ἂν αὐτὴ δὲν εἶναι ἡ πρόθεση τοῦ συγ­γραφέα του, μαρτυρία τῆς ἐποχῆς του, ἀφοῦ, ἀπὸ τὰ γεγονότα ποὺ ἀφηγεῖται προκύπτει καὶ ἀναδεικνύεται, ἔστω καὶ πλαγίως φωτιζόμενη, ἔστω καὶ κατὰ ἕνα μέρος μόνο, μιὰ ὁλόκληρη ἐποχή, ἐκείνη ποὺ ἀρχίζει μὲ τὸν πόλεμο τοῦ ’40, περνᾶ ἀπὸ τὴν Κατοχὴ καὶ τὴν Ἀντίσταση, διατρέχει τὸν Ἐμφύλιο καὶ τὴ μετεμφυλιακὴ δυστυχία καὶ φτάνει ὣς τὴ Μεταπολίτευση καὶ τὰ τωρινά. Μερικὲς φορές, μάλιστα, μαρτυρεῖ καὶ γιὰ παλαιότερα γεγονότα, ὅπως ἡ Μικρασιατικὴ Καταστροφή, ποὺ ὁ συγγραφέας γνωρίζει μόνο ἀπὸ τὶς ἀφηγήσεις τῶν γο­νέων καὶ τῶν συγγενῶν του ἢ ἀπὸ τὶς συνέπειές τους.

Αὐτὴ τὴν ἐποχὴ κλήθηκε νὰ διέλθει ὁ Νίκος Ξανθόπουλος, ἕνα φτωχὸ προσφυγόπου­λο δεύτερης γενιᾶς ἀπὸ τὴν Ἐλευθερούπολη τῆς Νέας Ἰωνίας καὶ αὐτὴ τὴν ἐποχὴ καὶ τὴν πορεία του σ’ αὐτὴν ἀφηγεῖται. Καὶ αὐτὴ ἡ ἀφήγηση, ὀφείλουμε νὰ τὸ ὑπογραμμίσουμε, ἔχει δύο χαρακτηριστικά, τὴν ἐντιμότητα καὶ τὴ λιτότητα τῆς γραφῆς. Δὲν ἀποκρύπτει πράγμα­τα οὐσιώδη γιὰ τὴν οἰκονομία τῆς γραφῆς, οὔτε τὰ ἐξωραΐζει, τὰ λέει ὅπως θὰ τὰ ἔλεγε σ’ ἕνα φίλο του μιὰ μέρα σ’ ἕνα ταβερνάκι τῆς γειτονιᾶς, ὅπως θὰ τὰ ἔλεγε στὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του. Χωρὶς μεγαλοστομίες, χωρὶς περιττὰ λόγια, χωρὶς λογοτεχνικὲς φιοριτοῦ­ρες, μὲ λόγια ντρέτα καὶ σταράτα. Ὅπως θὰ τὰ ἔλεγε ἕνα παιδὶ τοὺ λαοῦ. Τὸ «παιδὶ τοῦ λαοῦ» τῆς Ἱστορίας τοῦ ἑλληνικοῦ κινηματογράφου δὲν εἶναι κάποιος πολὺ διαφορετικὸς ἀπὸ τὸν ἀφηγητὴ Νίκο Ξανθόπουλο. (περισσότερα…)