σύγχρονη ελληνική ποίηση

Γυναίκα της πολύχρυσης Μυκήνης

*

ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ ΠΟΛΥΧΡΥΣΗΣ ΜΥΚΗΝΗΣ

Γυναίκα της πολύχρυσης Μυκήνης
πάνω σε πέταλο χρυσού δαχτυλιδιού
γάλα απ’ τα βυζιά σου αν μου χύνεις,
μέλι απ’ το μελίσσι του κορμιού *
της ομορφιάς σου, αχ, τον πόνο θα μου πλύνεις
πού ’ναι σκληρός σα δάγκωμα φιδιού.

* Πάντα το εφηβαίο της γυναίκας μου θύμιζε μελίσσι σε διχάλα δένδρου.

///

ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΓΙΑ ΤΑ ΖΩΓΡΑΦΙΣΜΕΝΑ
ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΚÁΛΜΠΑΡΗ

Δεν πήρανε τουλούπες
ομίχλης για να γνέσουν
νήμα από νερό
δεν πήρανε να κάνουν
σχοινί από ρυάκι
διασίδι ποταμάκι
θαλάσσιο υφαντό. (περισσότερα…)

Μια ποιητική ηθική της ειρωνείας

*

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

~.~

Νίκος Ι. Τζώρτζης
Αστοχία υλικού – Αναψηλάφηση Γ΄
Κέδρος 2025

Η Αστοχία υλικού – Αναψηλάφηση Γ΄ αποτελεί ένα ενδιαφέρον βιβλίο. Ο τίτλος της συλλογής παραπέμπει στο υλικό που αξιοποιήθηκε και στη μέθοδο εργασίας που ακολουθήθηκε. Πρόκειται για ένα συνθετικό έργο που αντλεί το υλικό του από πολλές πηγές και κείμενα, λειτουργώντας ως υπομνηματισμός μια ιστορικής ύλης που γέννησε τη σύγχρονη Ελλάδα και ως εργαλείο αναψηλάφησης αυτού του υλικού, σε συνδυασμό με την ψηλάφηση της προσωπικής ιστορίας. Όλα αυτά ιδωμένα με μια ειρωνική ματιά την οποία αρκετές φορές επιτείνει η εμμετρότητα των κειμένων και η πλαστότητα της λόγιας γλώσσας κυρίως στην αναθεώρηση του παρελθόντος. Η ευρύτητα του υλικού οδηγεί και σε μια μορφική πολυτροπικότητα που επιστρατεύει ποικίλες εκδοχές της έμμετρης φόρμας και του ελεύθερου στίχου.

Για να γίνει η αυτοψία του υλικού, το βιβλίο κατατέμνεται σε ενότητες, έντεκα τον αριθμό και κάθε ενότητα σε επιμέρους ποιήματα που επισκοπούν ένα ευρύ φάσμα του ελληνικού παρελθόντος και παρόντος αλλά και ανατέμνουν την προσωπική ιστορία τόσο του ιδιωτικού βίου όσο και του ποιητικού. Κοινό στοιχείο των επιμέρους ιστοριών το τραύμα ενός διχασμένου κόσμου: το μετεμφυλιακό κράτος, οι παγκόσμιες εκδοχές του αποκλεισμού (από τις διχοτομημένες πόλεις έως το ρατσιστικό κράτος της παλαιότερης(;) Αμερικής), οι στρεβλώσεις του κοινωνικού φρονηματισμού που επέβαλαν τα συντηρητικά κοινωνικά και πολιτικά κατεστημένα στη γλώσσα, τη μουσική, τον κινηματογράφο, η δικτατορία, η ελληνική επανάσταση και η οικειοποίηση της ιστορικής αλήθειας από τους κατέχοντες, συνυφασμένα με κείμενα για την ερωτική και καλλιτεχνική διάψευση αλλά και τη λειτουργία της ποίησης στην σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα.

Εκτός από τα κείμενα που έχουν ως αφετηρία το άμεσα βιωμένο, δομικό στοιχείο των ποιημάτων αποτελεί ο διακειμενικός διάλογος, γι’ αυτό και σε ορισμένες περιπτώσεις χρησιμοποιούνται ευρέα αποσπάσματα από ιστορικά αρχεία, εφημερίδες, περιοδικά, βιβλία τεκμηρίωσης. (περισσότερα…)

Τάφος, κέλυφος, κουτί, κελί, στόμα

*

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Βασίλης Ντόκος,
Ο σκοπός του αρχιτέκτονα,
Περισπωμένη 2023

Ο Βασίλης Ντόκος αρχιτεκτονεί ένα σπίτι, το πατρικό του σπίτι, ανασυνθέτοντας και αποδομώντας το συνεχώς, σε μια διαδοχή ποιημάτων που αποτελούν επάλληλες όψεις-επανεγγραφές ενός ψυχικού χώρου ο οποίος αναδιατάσσεται συνεχώς μέσα του, όπως συμβαίνει πάντα με τις οικογενειακές σχέσεις και δη τις τραυματικές. Δεν υπάρχουν, άλλωστε, άλλες. Για να αποδώσει αυτή τη ρευστή και πρωτεϊκή γεωγραφία του οίκου μετέρχεται ένα έξυπνο και απαιτητικό εύρημα. Αυτό της αναλογίας: το σπίτι-βροχή, το σπίτι-κύκλος, το σπίτι-δέρμα, το σπίτι-νόμος κ.ο.κ. Δημιουργείται έτσι ένα πυκνό πλέγμα συνεχών παραμορφώσεων που δομούν σταδιακά ένα σπίτι-σύμπαν ως μια μεγάλη μετωνυμία της στρεβλής οικογενειακής συνθήκης και των χασματικών σχέσεων των μελών της.

Τρεις είναι οι βασικές κατηγορίες αυτής της αναλογίας. Αρχικά, το σπίτι – πρόσωπο (όπως αποτυπώνεται στα ποιήματα «Το σπίτι – δάκρυ/ βλέμμα/ στόμα/ δέρμα/ αυτί»). Δεύτερον, το σπίτι – τελετή αρχέγονων νευμάτων και ανεπίδοτων αισθημάτων (στα ποιήματα «Το σπίτι – λύπη/ δάκρυ/ επιστροφή/ τύψη/ θλίψη/ νόστος/ νέμεση»). Τέλος, ένα σπίτι – σκληρή γεωμετρία των τετραγωνικών που εκμετρούν συνθλίβοντας τον βίο (στα ποιήματα «Το σπίτι – κύβος/ κύκλος/ σκάκι/ πρόσοψη/ κάτοψη/ βάθος/ λυόμενο/ κελί/ ακίνητο/ πίνακας/ όριο/ τάφος/ κουτί/ κέλυφος»). Η δεσπόζουσα αναλογία είναι η τρίτη, καθώς οι ακμές αυτών των σχημάτων-συμβόλων αποδίδουν με την αμετάβλητη στερεότητά τους τον εγκλωβισμό και τον εγκιβωτισμό των ενοίκων στις συντεταγμένες των άκαμπτων σχέσεων: (περισσότερα…)

Eκδοχές της θηλυκότητας

*

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

~.~

Άννα Δερέκα,
Αιμάσσων,
Κέδρος, 2019
Άννα Δερέκα,
Πάντα κινδύνευα από τις λέξεις,
Κέδρος, 2023

Το έργο της ποιήτριας Άννας Δερέκα θα μπορούσε να τοποθετηθεί ευρύτερα στην ποιητική της χειραφέτησης. Από το 1977 μέχρι σήμερα αφηγείται τις εμπειρίες των γυναικών, τα πάθη και τους αγώνες τους να κινηθούν έξω από περιοριστικές κατηγοριοποιήσεις. Το έργο της Δερέκα συνδέει αυτή την εμπειρία με διαφορετικούς τόπους και ιστορικές στιγμές, προσανατολίζοντας στις συζεύξεις του προσωπικού με τις ιστορίες των γυναικών στον μύθο και το πραγματικό. Η Δερέκα «πολιτογραφείται» επίσης ως αναγνωρισμένη περίπτωση διανοούμενης και ποιήτριας που με συνέπεια ανέδειξε ποικιλοτρόπως τα ηπειρωτικά τοπία, τα παραδοσιακά ηχοχρώματα και τις λογοτεχνικές εξελικτικές διαδράσεις της ηπειρωτικής ενδοχώρας. Σε μια εποχή όπου «ποτάμια λύκους κατέβασε ο καιρός»[1] η ποιητική της κατευθύνεται σε πολλαπλές συνομιλίες με το γυναικείο φύλο μέσα σε ένα καλειδοσκόπιο διαφορετικών συμβάντων και συναισθηματικών διακυμάνσεων (σ. 103) που λειτουργούν θραυσματικά και όχι ενοποιητικά, κινητοποιώντας διαφορετικούς χρόνους, συνθήκες και στιγμές. Τα ποιήματά της δεν περιορίζονται λοιπόν σε μια γραμμική «εγχώρια» ιστορική καταγραφή που οριστικοποιείται σε συγκεκριμένη παράδοση: τοπική, αισθητική, δομική ή όποια άλλη.

Παρόλο που χρησιμοποιεί τον λυρισμό, η Δερέκα μπορεί να συνθέσει διαφορετικές ποιητικές παραδόσεις και φόρμες. Είτε μιλάμε για τις ζυμώσεις που επιτελέστηκαν στις συνομιλίες της με ομότεχνούς της, είτε για την εξέλιξη της ποιητικής εργογραφίας της (η οποία μετρά μέχρι σήμερα πάνω από είκοσι βιβλία) η Δερέκα παραμένει κατά τη γνώμη μου αποδημητική. Κριτικά αφομοιώνει και οικειοποιείται ως αναγνώστρια και ποιήτρια την ελληνική με την παγκόσμια ποίηση, προβαίνοντας και συνθέτοντας παράλληλα τις διάφορες σχολές και ρεύματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Οι επικλήσεις της αλλάζουν διαρκώς, το ίδιο και οι επιδράσεις της με αποτέλεσμα να κατασκευάζει δημιουργικά ένα εν εξελίξει ψηφιδωτό δημιουργών και συμβάντων το οποίο κινείται σε μια διαχρονία με διαφορετικά σημεία εκκίνησης. Τα αναδιατασσόμενα σημεία/στίγματα τής δίνουν την επιλογή να αναθεωρεί την έννοια της ασφάλειας, της οικειότητας και τελικά της μετοίκησης.

Βρήκα στέγη
όχι σπίτι.
Σαν τ’ αποδημητικά.[2] (περισσότερα…)

Η ποιητική οντολογία του Κώστα Γουλιάμου

*

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

~.~

Η έβδομη ποιητική συλλογή του Κώστα Γουλιάμου με τον ποιητικότατο τίτλο Το μάτι της λέξης αποτελεί ένα συνθετικό έργο ωριμότητας που επεκτείνει τους βασικούς θεματικούς και μορφολογικούς άξονες μιας δύσβατης και πολύσημης ποιητικής, η οποία συνυφαίνει λειτουργικά και αισθητικά πρωτότυπα τις ποιητικές και πολιτικές (επίκαιρες και διαχρονικές), αλλά και τις υπαρξιακές και οντολογικές ανησυχίες ενός λόγιου ποιητή (poeta doctus) και πολιτικού άνδρα μπροστά σε ένα δυστοπικό μέλλον. Δεν είναι τυχαίο, επομένως, πως σε όλο το μήκος και πλάτος της συλλογής επιχειρείται ένας διακειμενικός διάλογος τόσο με την προγενέστερη ποίηση (ελληνική και παγκόσμια) όσο και με ποικίλες άλλες μορφές τέχνης (π.χ. ζωγραφική, μουσική. γλυπτική), καθώς και μια αγωνιώδης επαναδιαπραγμάτευση του προσωπικού και συλλογικού παρελθόντος της ελληνικής Αριστεράς, το οποίο επανέρχεται δυναμικά και ανασημασιοδοτεί το παγκοσμιοποιημένο, αλλά παρόλα αυτά αλλοτριωμένο και απάνθρωπο πολιτικό και ποιητικό μας παρόν.

Μέσα στα λεκτικά κύτταρα, επομένως, του ανά χείρας συνθετικού ποιήματος, τίθεται ως ατομικό, κοινωνικό, εθνικό και παγκόσμιο ζητούμενο να ανοίξει μέσα μας  «το μάτι της λέξης», με άλλα λόγια να εξανθρωπιστούμε μέσω της ποίησης, αλλά και να αναζητήσουμε κρυμμένες οντολογικές και υπαρξιακές αλήθειες πέρα από τον θάνατο και το ορατό. Η ποίηση, επομένως, εννοείται εδώ ως οντολογική διείσδυση στη βαθύτερη, την κρυμμένη ουσία των πραγμάτων, με άλλα λόγια ως καταβύθιση στο κατά Παρμενίδην «Είναι». Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.

Η συλλογή αποτελείται από τρία και περίπου ίσα μέρη: «Η λάμψη των οστών», «Φλόγα σωμάτων» και «Στην ερημιά της ύλης». Στο πρώτο μέρος του βιβλίου που φέρει τον τίτλο «Η λάμψη των οστών» δεσπόζει η πολύσημη και καταλυτική λειτουργία του φωτός που φωτίζει οντολογικά, ποιητικά και πολιτικά το άδικα χυμένο αίμα των νεκρών συντρόφων, ζωντανεύοντας το τραύμα της ήττας του εμφυλίου μέσα στη μνήμη. Δεν είναι τυχαίο, επομένως, ότι το πρώτο ποίημα με τίτλο «Ημερολόγιο λαού (3 Δεκέμβρη 1944)» επαναφέρει το θέμα των Δεκεμβριανών, ενώ το πρώτο μέρος κλείνει επίσης με τρεις σαφείς και τραυματικές αναφορές στον εμφύλιο: το ποίημα «Σαϊδόνα της Μάνης (27/03/1942)» αναφέρεται στο κάψιμο του συγκεκριμένου χωριού κατά τον εμφύλιο, το ποίημα  [«11.9.1943 Αετός Μεσσηνίας» στο ολοκαύτωμα του χωριού Αετός από γερμανικά αντίποινα στις 11 Σεπτεμβρίου 1943, και, τέλος, το ποίημα «16 Αυγούστου 1949 Συνέσοβα Αρκαδίας»] αναφέρεται στην τραγική ιστορία του  ανταρτοεπονίτη  Καπετάν Πέρδικα, ο οποίος αφού σκοτώθηκε σε ενέδρα χωροφυλάκων στις 16 Αυγούστου 1949 στην τοποθεσία Συνέσοβα, κρεμάστηκε παραδειγματικά στην πλατεία Άρεως στην Τρίπολη στο τέλος του εμφυλίου. (περισσότερα…)

Μετά το Άουσβιτς

*

Εδώ και μήνες
ο θάνατος
συμμάχησε για τα καλά
με το παράλογο.
Γι’ αυτό
ο Αύγουστος του καρπουζιού
δεν έχει σημασία πια.
Τι σημασία έχει η ιστορική παιδεία
κι η καλή καρδιά
όταν μετά το γαμημένο Άουσβιτς
στα μάτια
κάποιου χορτασμένου εβραιόπουλου
μπορείς να δεις
τα πληγωμένα μάτια
κάποιου πεινασμένου κοριτσιού
που ζει
μες στα φριχτά ερείπια
στην ισοπεδωμένη  Γάζα. (περισσότερα…)

Μικρή εισαγωγή στην ποίηση του Βαγγέλη Τασιόπουλου

*

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Ο ποιητής Βαγγέλης Τασιόπουλος, με εννιά ποιητικές συλλογές και μια πρόσφατη συλλογή διηγημάτων στο ενεργητικό του, αποτελεί έναν διακριτό ποιητή της Γενιάς του 1980 ή αλλιώς Γενιάς του ιδιωτικού οράματος,[1] ο οποίος, ενώ στην αρχή της ποιητικής του πορείας παραμένει ως επί το πλείστον περίκλειστος ποιητικά εντός του ιδιωτικού λυρισμού, εξελικτικά και κλιμακωτά αποκλίνει από την ποιητική περιχαράκωση στο ιδιωτικό πάθος-όραμα και ανοίγεται στον ευρύτερο πολιτικοκοινωνικό και ιστορικό χώρο, προσφέροντας μιαν ευρύτερη θέαση του συλλογικού. Στο παρόν κείμενο, επομένως, θα εστιάσουμε (όσο αυτό είναι δυνατόν στο πλαίσιο ενός μικρού  κειμένου) αφενός στην προαναφερθείσα εξελικτική πορεία της ποιητικής του Τασιόπουλου, η οποία προϋποθέτει παράλληλα και μια σημαίνουσα μορφολογική μετατόπιση από το λυρικό-ποιητικό προς το αφηγηματικό-πεζοποίημα, και αφετέρου στην ανάδειξη κεντρικών θεμάτων της ποίησής του που επανέρχονται βασανιστικά και επίμονα με τρόπο που μας επιτρέπει να μιλήσουμε, κατά την άποψή μου, για ένα ποιητικό έργο εν προόδω. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά. (περισσότερα…)

Η «στιχοσύνη» ως «βαλβίδα του ποιήματος»

*

του ΚΩΣΤΗ ΠΑΥΛΟΥ

Παναγιώτης Νικολαΐδης
Πόλη που ράγισε
Σμίλη, 2024

 Η συλλογή Πόλη που ράγισε του Παναγιώτη Νικολαΐδη κυκλοφόρησε τους πρώτους μήνες του 2024 από τις εκδόσεις Σμίλη[1]. Αποτελεί την όγδοη ποιητική συλλογή του σημαντικού αυτού Κύπριου δημιουργού σε ένα σύνολο εννιά ποιητικών καταθέσεών του σε μορφή βιβλίου, αν στο σύνολο αυτό συνυπολογιστεί αφενός η ποιητική σύνθεση Μια στο λευκό και δυο στο μαύρο. Σονάτα για την αφαίρεση (2017), που συνέθεσε σε συνεργασία με τον ποιητή Μιχάλη Παπαδόπουλο, και αφετέρου η συλλογή Γράμματα στην αγαπημένη που κυκλοφόρησε την άνοιξη του 2025. Φανερό είναι επίσης ότι τα ποιήματα που περιλαμβάνονται στην Πόλη που ράγισε παρουσιάζουν μια εσωτερική ενότητα με τα ποιήματα τόσο των δύο προηγούμενων συλλογών του ποιητή, Η Νύφη του Ιούλη (2019) και Ριμαχό (2022), όσο και της πρόσφατης συλλογής του Γράμματα στην αγαπημένη. Ως εκ τούτου, δεν θα ήταν άτοπο να ισχυριστεί κανείς ότι οι τέσσερις συλλογές συνιστούν κατά βάση μια τετραλογία, με πολλές τις ορατές και αδιόρατες διαλεκτικές σχέσεις ανάμεσα σε αρκετά από τα ποιήματα που συγκεντρώνουν. Θα ήταν βέβαια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μια ευσύνοπτη συζήτηση που θα αποσκοπούσε στη μερική έστω διαλεύκανση των σχέσεων αυτών, ωστόσο το απαιτητικό αυτό εγχείρημα θα απαιτούσε μια αυτοτελή, συνθετικότερη εργασία. Σε ό,τι ακολουθεί λοιπόν επικεντρώνομαι αποκλειστικά και μόνο στην Πόλη που ράγισε, επιχειρώντας την ανάδειξη βασικών συνισταμένων του ενιαίου και αδιαίρετου συνόλου του περιεχομένου και της μορφής των ποιημάτων της συλλογής. (περισσότερα…)

Το χιόνι που τραγουδά

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΠΑΣΤΑΚΑ

Ηλίας Κεφάλας,
Μισοφέγγαρα,
Θράκα 2024

Το ποιητικό έργο Μισοφέγγαρα του Ηλία Κεφάλα, μια συλλογή από 225 επιγράμματα, που κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Θράκα το 2024, αποτελεί ένα λεπταίσθητο ποιητικό σύμπαν, όπου το ελάχιστο αποδεικνύεται επαρκές και το καθημερινό ανυψώνεται σε ποιητικό στοχασμό.

Ο Ηλίας Κεφάλας, γεννημένος το 1951 στον Μέλιγο Τρικάλων, μας ταξιδεύει μέσα από τους στίχους του σε έναν κόσμο γεμάτο εικόνες, συναισθήματα και φιλοσοφικές αναζητήσεις. Στα διακόσια επιγράμματα που απαρτίζουν τη συλλογή, ο ποιητής καταγράφει με τρυφερότητα, χιούμορ, ειρωνεία και υπαρξιακό βάθος τα συμβάντα και τα συναισθήματα που διαπερνούν την καθημερινή ζωή. Τα ποιήματα, αφοπλιστικά λιτά και πάντα με έναν ή δύο στίχους, θυμίζουν χάικου όχι ως προς την αυστηρή συλλαβική δομή, αλλά ως προς την πρόθεση: τη σύλληψη και απόδοση μιας στιγμής με ακρίβεια και πνευματικότητα, όπως αυτό:

«Ἀπ᾿ τὰ χαράματα τὸ χιόνι τραγουδῶ – μόνος κατάμονος» (αρ. 1).

Πρόκειται για ένα επίγραμμα που είναι η εναρκτήρια χειρονομία της συλλογής και λειτουργεί ως προγραμματική δήλωση, ως ένα εισαγωγικό μότο του ποιητικού κόσμου του ποιητή. Σε δύο μόνο στίχους, ο Ηλίας Κεφάλας συμπυκνώνει έναν ολόκληρο υπαρξιακό ορίζοντα.

Η εικόνα του χιονιού λειτουργεί σε αρκετά επιγράμματα διττά: είναι και η φύση που παρατηρείται και ο καθρέφτης του εσωτερικού τοπίου. Το χιόνι «τραγουδά» — μια ποιητική προσωποποίηση που ενώνει τον φυσικό κόσμο με τον άνθρωπο. Η φωνή του ποιητή χρωματίζει τον ήχο της φύσης, τον μετουσιώνει σε τραγούδι. Ή μήπως το τραγούδι αυτό είναι δικό του, και το αποδίδει στο χιόνι για να μην ομολογήσει το δικό του κλάμα;

Η δεύτερη φράση του πρώτου επιγράμματος, «μόνος κατάμονος», επαναλαμβάνει την έννοια της μοναξιάς με έμφαση σχεδόν εκκωφαντική. Δεν πρόκειται για την απλή μοναξιά, αλλά για την απόλυτη απομόνωση – το κατάμονος εντείνει τη σιωπή, την παγωμένη ακινησία της ύπαρξης. Ο ποιητής στέκει μόνος μπροστά στη λευκή απεραντοσύνη του χιονιού, όπως ο στοχαστής μπροστά στο άγραφο χαρτί ή η ύπαρξη μπροστά στο κενό. Ο στίχος δεν αναζητά λύτρωση, αλλά αποδοχή: ο ποιητής τραγουδά, ακόμα κι αν είναι μόνος. Είναι μια πράξη αντίστασης απέναντι στον παγερό κόσμο. Εδώ διαφαίνεται η ηθική της λιτότητας που διατρέχει όλη τη συλλογή – να λέγεις το λίγο με τρόπο πλήρη, να τραγουδάς έστω και μέσα στη σιωπή. (περισσότερα…)

Παιδιά στα καλαμπόκια

*

Φωνὴ ἐν Ραμᾷ(λα) ἠκούσθη, θρῆνος
καὶ κλαυθμὸς καὶ ὀδυρμὸς πολύς·

Παιδιὰ στὰ καλαμπόκια συναντιοῦνται
κάθε αὐγή, στῆς προσευχῆς τὴν ὥρα
καὶ σὲ καινὰ εὐαγγέλια μυοῦνται
καπνίζοντας λουλούδια ὑπνοφόρα.

Ἀλλάζοντας φορὰ στὴν ἐξουσία
μὲ τὰ δρεπάνια καὶ πυρσοὺς στὰ χέρια
μοιράζουνε ξανὰ τὴν περιουσία
τοῦ γένους τους μὲ δίκαια μαχαίρια.

Κι’ ὁρμοῦνε στοῦ ναοῦ τὸν ἀχυρώνα
τὴν ὥρα ποὺ ὁ παπᾶς σοδειὰ γυρεύει
μὲ δέηση στοῦ Κύριου τὴν κορώνα.

Τὸ αἷμα τῶν μεγάλων πλέον ὑδρεύει
τὰ καλαμπόκια ἐκτὸς θερμοκηπίων·
μιὰ ἐκδίκηση σφαγῆς ἀθώων νηπίων.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

*

*

*

 

Άνθη που σκάλισε ο ουρανός

*

( Αποσπάσματα )

Δ΄
Τ’ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΟΡΕΣΤΗ

Το υγρό φιλί σου σαν την άμπωτη πήρε κάτι από εμένα
ένα μυστήριο κρυμμένο
μες στους κολπίσκους και τις προεξοχές των βράχων
εκεί που το κύμα ερωτεύεται τον θάνατο.

Ξεφλούδισε το σώμα μου απ’ το γλυκό όνειρο
και γυμνός σαν την πείνα του άγριου ζώου
αφουγκράζομαι τη θαλασσινή βοή
την πανάρχαια μάνα της εφηβείας.

Κ’ είναι ο άνεμος ένα κοχύλι στο αυτί μου
το επικίνδυνο κάλεσμα των χορικών τραγουδά
κι ευθύς τα χέρια μου λερώνονται με το πατρικό αίμα.

Είναι το σπίτι μου κοντά
μια καλύβα παραδομένη στους τρόπους της θάλασσας
μα φοβάμαι να μπω.
Έρχονται από μέσα φωνές ακρωτηριασμένες
του γδικιωμού το τραύλισμα
φωνές σκουριασμένες σαν παλιό μαχαίρι.

Είναι το σπίτι μου ένα ρημοκλήσι
με το ταγκό σκοτάδι των αγίων
τη μαύρη κάπα που καλύπτει τους ώμους των ενοχών μου
σαν δηλητηριασμένο πουκάμισο.

Φοβάμαι να μπω
φοβάμαι ν’ ασπαστώ τα μάγουλα του νεκρού πατέρα.
Φοβάμαι να φιλήσω αυτό που θα με σωπάσει.

~.~ (περισσότερα…)

Η ποίηση ως φιλοσοφία της γλώσσας

της ΘΕΟΔΩΡΑΣ ΒΑΓΙΩΤΗ

Κ. Χ. Λουκόπουλος
Δεκαεννιά βινιέτες για τη γλώσσα και τη σιωπή,
ΑΩ, 2024

Η συλλογή δομείται σε δύο μέρη που ονομάζονται έκαστο «Η γλώσσα και οι λέξεις» και «Η γλώσσα και η σιωπή». Σε σχέση με τον γενικό τίτλο θα περίμενε κανείς το θέμα της «σιωπής» να αναπτυχθεί στο δεύτερο μέρος, όμως ο Κωνσταντίνος Χ. Λουκόπουλος δεν διαχωρίζει ισομερώς και έχει τους λόγους του: η φιλοσοφία της γλώσσας, η ανάγκη για αποσαφήνιση, επιμερίζεται για να ορίσει από τη μια τις «λέξεις» και από την άλλη τη «σιωπή». Γιατί και σιωπή χωρίς λόγο δεν μπορεί να υπάρξει. Η σιωπή προηγείται, η σιωπή έπεται, είναι το Α και το Ω της γλώσσας. Άλλωστε, το πρώτο μέρος είναι φανερά πιο μεγάλο σε έκταση από το δεύτερο, πράγμα που καθιστά τον διαχωρισμό εκ των πραγμάτων ποιοτικό και όχι ποσοτικό. Ως καταρχάς ταυτίζον το περιεχομενικό και φαινομενικό τι της συλλογής, διατείνεται μεταξύ αντίθετων πόλων ώσπου με την αναζήτηση του ιδεατού δια τη φθοράς αποκτά υπόσταση. Στο πρώτο μέρος:

«ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ που ορίζουν, οι ίδιες αναιρούν»
«ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ που έγραψα και οι λέξεις που πίνω»

Ενώ, στο δεύτερο μέρος:

«Η ΣΙΩΠΗ προηγείται επειδή είναι πηγή»
«Η ΣΙΩΠΗ είναι μια στάση κινδύνου (ψυχική) ή μία επικίνδυνη στάση (σωματική)»

Ο Λουκόπουλος έχει επιλέξει τον τρόπο των Γενόσημων (ΑΩ, 2021): έχουμε εδώ πεζά ποιήματα για το σύνολο των βινιετών, των αριθμημένων κατά τον τίτλο και χωρισμένων με τη σειρά τους σε μικρότερα μέρη, όσα χρειάζονται προκειμένου το νόημα να αποκτήσει έκταση και χρόνο. Διαβάζω την τρίτη βινιέτα (IIIème vignette) που τιτλοφορείται ΔΕΛΤΑ, όπου ένας αστερισμός με οδηγεί στον εκφρασμένο για το σώμα πόθο, όχι μέσω του ρομάντζου που παραδοσιακά τους συνδέει, αλλά μέσω της συμπτώσεως, του χρονικού άλματος, της επιστήμης. Διαβάζω την πέμπτη βινιέτα (Vème vignette) όπου τα χιλιάδες καρέ ενός ταξιδιού με ηλεκτρικό τρένο αποτυπώνουν μια θεατρική σκηνή Ναπολέοντος που θρύπτεται αλλεπάλληλα εις Βατερλό. Συνήθως η αποσαφήνιση με ενοχλεί, εδώ όμως, καθώς υπάρχει ο λεκτικός πλούτος να την υποστηρίξει, με ικανοποιεί: «Κι ο χρόνος που γίνεται ανοικτίρμων». Διαβάζω την έκτη βινιέτα (VΙème vignette) όπου ο Έρωτας βαφτίζεται Διάρρηξη, εδώ όμως η αποσαφήνιση περισσεύει στον βαθμό που η ποιητικότητα υπονομεύεται εκ προθέσεως να εναρμονιστεί –υποψιάζομαιππ με το σήμερα: «Και να μην το κοιτάζει στο φύλο του για να αποφασίσει αν θα το ερασθεί (παρά στα μάτια)». Διαβάζω τη δέκατη βινιέτα (Χème vignette) όπου «ΣΑΡ δίχως πόδια, αλλά τον πεθαίνουν οι πόνοι στα γόνατα» κι έχω πιστέψει στη μακρά αδυσώπητη διάρκεια του «κακού». Στη δέκατη τρίτη βινιέτα (ΧΙΙΙème vignette) τα «ΤΟΞΑ συντέμνονται, στον χρόνο που μας αδειάζει, οι στιγμές μας μαζί»  και ο χρόνος ο μυθοπλαστικός και ο χρόνος ο αληθινός, όλες οι χρονικές βαθμίδες πώς μπερδεύονται (θαυμαστικό): (περισσότερα…)