Σωτήρης Γουνελάς

Όλεθρος

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

Μέρες τώρα ο κόσμος παρακολουθεί τον όλεθρο. Στις τηλεοράσεις, στις εφημερίδες, στα περιοδικά, σε τόσα και τόσα ηλεκτρονικά μέσα πολλαπλασιάζεται η εικόνα μιας γενικευμένης επίθεσης που σκοπεύει, είτε λέγεται ρητά είτε όχι στην εξόντωση ενός λαού: του παλαιστινιακού λαού.

Τι νόημα έχει να μελετάται η ιστορία; Να αναλύονται οι πολιτικές διαφορές; Να παρατίθενται τα συμφέροντα των λαών και προπαντός των κρατών; Να εξηγούνται οι βλέψεις των μεγάλων Ανατολής και Δύσης;

Το μεγάλο ζήτημα είναι ότι ο θάνατος χιλιάδων αμάχων και η εξορία και ο εκτοπισμός άλλων, η καταστροφή οικογενειών ολόκληρων, η διαρκής αναστάτωση των ανθρώπων στην περιφέρεια της Δύσης και πιο κεντρικά στην Ανατολή και προπαντός στην Μέση, έχουν καταστεί ΘΕΑΜΑ. Δισεκατομμύρια ανθρώπων σε όλο τον κόσμο παρακολουθεί σφαγές, μάχες, σκοτωμένους, τραυματίες, μικρά παιδιά που τα τρέχουν με φορεία σε μισοκατεστραμένα νοσοκομεία. Παρακολουθούν την παρέλαση της οδύνης, τον θρίαμβο του θανάτου που μοιάζει να είναι ο πρωταγωνιστής χωρίς αντιστάσεις.

Δεν πρόκεται για φυσικό θάνατο, δεν πρόκειται για συγκρούσεις μιας τίμιας αντιπαράθεσης. Πρόκειται για συγκρούσεις που θεμέλιό τους είναι η εκδικητική μανία ένθεν και ένθεν ακόμη κι αν το άδικο γέρνει προς τη μεριά του Ισραήλ. Γιατί ο κλοιός των Παλαιστινίων κρατάει χρόνια, αλλά οι πολλοί στερούνται μνήμης ή αδιαφορούν.

Το ζήτημα είναι να τονίζεται η παρούσα κατάσταση: σήμερα τι γίνεται. Όμως το σήμερα δεν πέφτει από τον ουρανό έχει πίσω του νεκρούς, αναπήρους, νέους ανθρώπους που γυρνούν από τα διάφορα μέτωπα με ψυχικές διαταραχές, καθώς τα μέσα εξόντωσης που έχει προσφέρει η τεχνολογία είναι ανελέητα και τρομαχτικά. Στην κατασκευή τους δεν λογαριάστηκε το ποσοστό αντοχής του ανθρώπινου δυναμικού και εξάλλου, λίγο ενδιαφέρει. Μέσα στον ανθρωπογιγαντισμό των ανθρώπων του σύγχρονου κόσμου, μέσα στον υποτιθέμενο θρίαμβο της Επιστήμης (των θετικών επιστημών) και της Τεχνολογίας δεν χωρούν συναισθηματισμοί ή επικλήσεις υψηλών ιδανικών ή «μιμήσεις πράξεως σπουδαίας και τελείας…». (περισσότερα…)

Το τέλος του ανθρώπου ή Η παραμόρφωσή του

*

Απόσπασμα από το βιβλίο του Σωτήρη Γουνελά  Το τέλος  του ανθρώπου ή Η παραμόρφωσή του  (Αρμός, 2022), το οποίο παρουσιάζεται αυτήν τη Δευτέρα, 13 Νοεμβρίου 2023 και ώρα 19:00, στις Εκδόσεις Αρμός (Μαυροκορδάτου 11, Αθήνα). Θα μιλήσoυν: π. Αντώνιος Πινακούλας, εφημέριος Ιερού Ναού Αγίου Παντελεήμονα Χαλανδρίου, Δημήτρης Βασιλάκης, επ. καθηγητής φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Βασίλης Ξυδιάς, θεολόγος, Στέφανος Ευθυμιάδης, βυζαντινολόγος, καθηγητής Ανοιχτού Πανεπιστημίου Κύπρου και ο συγγραφέας του βιβλίου Σωτήρης Γουνελάς.

~.~

Δυστυχώς και η αποξένωση και η εκμηχάνιση καθιερώθηκαν και οι άνθρωποι τραβούν το δρόμο τους ‘νήπιοι’ σαν τους συντρόφους του Οδυσσέα που έφαγαν τα ιερά βόδια του θεού Ήλιου και στο ταξίδι της επιστροφής δεν επέζησε κανένας. Όταν σβήσεις από μέσα σου την δημιουργία του ανθρώπου “κατ’ εικόνα” Θεού, ο άνθρωπος καταντά-τελικά- κατ’ εικόνα της μηχανής! Φαίνεται πως η παραμόρφωση αρχίζει με τον Καρτέσιο, ο οποίος χωρίζει την ψυχή από το σώμα μηχανοποιώντας το και χωρίζει την ψυχή από την φύση. Έτσι καθιερώνεται ο χωρισμός του υποκειμένου από το αντικείμενο που έκτοτε σημαδεύει τη Δύση αδιάκοπα με επιπτώσεις σε παγκόσμιο επίπεδο. Η φύση ανήκει στα εκτατά (res extensae) και μαθηματικοποιείται.

Ποιό είναι το ζήτημα; Το ζήτημα είναι ότι δεν γίνεται να κάνουμε –δηλ. να κάνει ο άνθρωπος– την φύση αντικείμενο σαν να είναι κάτι ξέχωρο από αυτόν. Η φύση, ο κόσμος δεν είναι ΕΞΩ από τον άνθρωπο-υποκείμενο. Κάνοντάς το αυτό καταδίκασε την πορεία του κόσμου και του ανθρώπου σε ένα είδος αβυσσαλέας απόστασης-διάστασης, έκοψε στα δύο το ενιαίο της ζωής μόνο και μόνο για να καταστήσει τον άνθρωπο κυρίαρχο και κατακτητή της φύσης.

Ο πρώτος που έκανε κριτική στον Καρτέσιο πάνω σε αυτά τα ζητήματα ήταν ο ρώσος Σολοβιώφ στη διατριβή του με θέμα Η κρίση του δυτικού πνεύματος (μεταφράστηκε γαλλικά από τον Μαξίμ Χέρμαν γύρω στα 1942), όπου έγραφε μεταξύ άλλων: θεωρεί ότι «αναπαριστούμε (διανοητικά) την φύση ως ένα ον απολύτως εξωτερικό στη λογική (ratio), που αυτή -η λογική- αγωνίζεται να το δαμάσει». Ο Ντεκάρτ, γράφει ο Σολοβιώφ, «αρνιόταν ακόμα και στα ζώα την ύπαρξη ψυχής και χώριζε με ανυπέρβατη άβυσσο το ανθρώπινο πνεύμα, όχι μονάχα με την υπόλοιπη φύση, αλλά και με το ίδιο του το (ανθρώπινο) σώμα». Και ακόμη: «την μοναδική κίνηση που δέχεται (μέσα στη φύση) είναι η μηχανική κίνηση, που οφείλεται σε μια ώθηση. Εξαιρεί από την φύση κάθε ζώσα ενέργεια» (ό.π.). (περισσότερα…)

Οι Αρχαίοι, ο Χριστός και ο πολιτισμός της βαρβαρότητας

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

Από τα αρχαία χρόνια μέχρι σήμερα έχει περάσει πολύς καιρός, τόσος που η ζωή εκείνη έχει θαμπώσει, σχήματα θαμπά έρχονται ως εμάς με εξαίρεση όλα εκείνα τα αιώνια πράγματα διατυπωμένα με λέξεις που δε καταργούνται στον αιώνα τον άπαντα.

Γιατί υπάρχουν πράγματα που δόθηκαν μια κι έξω («εφάπαξ») και τα οποία διατηρούνται στο βαθμό που το ανθρώπινο γένος επικοινωνεί με τις φωτεινές θείες πηγές του. Όταν η επικοινωνία διακόπτεται, το γένος αυτό το κατά Πλάτωνα  και Λάχεσιν «θανατηφόρον» (δηλαδή φορέας θανάτου) καταπέφτει και σχεδόν διαλύεται: τότε διανύεται σε όλη της την λαμπρότητα η περίοδος της ύβρεως ή της αμαρτίας. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι αυτή είναι η παρούσα περίοδος.

Όταν λοιπόν προσπαθούμε να «επιστρέψουμε» και να ξαναπιάσουμε επαφή με τα αιώνια και τα σπουδαία -σ’ αυτόν εδώ τον τόπο- χρειάζεται πριν απ’ όλα να έχουμε αίσθηση αυτής της πραγματικότητας η οποία απλώνεται παγκοσμίως και παρασύρει τους πάντες στη δίνη της.

Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούμε να εστιάσουμε στην πολιτικο-κοινωνικο-οικονομική πραγματικότητα, ούτε σε μια αρχαιοκεντρική (ελληνική) αίσθηση ή ανάμνηση ζωής, αλλά μονάχα σ’ εκείνα τα στοιχεία ή σημεία που εκπορεύονται από την παρουσία του ανθρώπου, όταν αυτός προσπαθεί να υψωθεί πάνω από τα πρόσκαιρα και τα εφήμερα, πάνω από τα γήινα περιγράμματα και να αγγίξει τις θείες καταβολές.

Ξέρετε, στον κόσμο αυτόν χρειάζεται να διαλέξουμε δασκάλους. Να αρχίσουμε από τους Προσωκρατικούς να συνεχίσουμε με Σωκράτη, Πλάτωνα, Αριστοτέλη, να περάσουμε στους Έλληνες Πατέρες αλλά και στα σύγχρονα ελληνικά και δυτικοευρωπαϊκά έργα, όχι για απόκτηση εγκυκλοπαιδικών ή εξειδικευμένων γνώσεων αλλά για να βρούμε μέσα από αυτά τη συνέχεια Λόγου και Ήθους (ή να ξαναβρούμε) ενός αρχαίου λαού, όπως είμαστε οι Έλληνες, που όμως φαίνεται, σήμερα, δεν πολυδίνουμε σημασία γι’ αυτά τα παλαιότερα, ούτε φαίνεται να φροντίζουμε τη μνήμη έτσι ώστε να αντλούμε από τα αρχαία ελληνικά και χριστιανικά πρότυπα και μάλιστα όσα ξεχώρισαν και ξεχωρίζουν για την οικουμενική τους διάσταση. Τίθεται ζήτημα οικείωσης με τις αλήθειες, τα έργα, τα πρόσωπα γιατί διαφορετικά δεν καταλαβαίνουμε τίποτα ούτε για τα περασμένα, ούτε για τα τωρινά.

Εάν αρχίζαμε από τον Ηράκλειτο θα έπρεπε πριν απ’ όλα να σταθούμε στο απόσπασμα που λέει ότι ο Λόγος είναι κοινός και είναι κοινός όχι μονάχα  για τους ανθρώπους, για τα πάντα, γιατί είναι θείος. Όλα τα ρυθμίζει καθώς «τρέφονται γὰρ πάντες οἱ ἀνθρώπινοι νόμοι ὑπὸ ἑνὸς τοῦ θείου».  Γι’ αυτό εξάλλου λέει ότι ο Λόγος είναι αρμονιστής του σύμπαντος.

Ο Νίκος Γιανναδάκης που είχε ιδιαίτερα ενδιατρίψει στα αρχαίες γραφές σημειώνει ότι ο αρχαίος ελληνικός λόγος έχει ορισμένα χαρακτηριστικά που δεν προσεγγίζονται μέσα από επιστημονικές μεθόδους ή μεθόδους που ανέπτυξε ο νεωτερικός δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός. Πρέπει να κατανοηθεί ότι, αυτός ο ίδιος ο αρχαιοελληνικός λόγος μας υπαγορεύει τον τρόπο με τον οποίο θα τον διαβάσουμε και ο τρόπος αυτός είναι μεταφυσικός, δεν είναι ρασιοναλιστικός ή όπως μεταγράφουν πολλοί αυτό τον όρο ‘ορθολογιστικός’. Δεν μπορεί μέσα από την συλλογιστική λογικοκεντρική διεργασία να δούμε, να γνωρίσουμε, να διαβάσουμε τι λένε οι αρχαίοι και μάλιστα πρόσωπα όπως αυτά που προανέφερα, είτε ένας Ηράκλειτος, ένας Παρμενίδης, ένας Αναξίμανδρος και βεβαίως ο Σωκράτης, ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης. Και τίθεται εδώ το ερώτημα: Ένας άνθρωπος που μας λέει ότι «Ἥλιος οὐχ ὑπερβήσεται μέτρα. εἰ δὲ μή, Ἐρινύες μιν Δίκης ἐπίκουροι ἐξευρήσουσιν», πως μπορεί να είναι ο ιδρυτής της εξελικτικής θεωρίας όπως λέει ο Μαρξ, τη στιγμή που δέχεται απαράβατη και αναλλοίωτη συμπαντική τάξη; Και ισχύει εδώ αυτό που διατύπωσε ο φιλόσοφος Χρήστος Μαλεβίτσης: «Όταν ο Ηράκλειτος λέει «οὐκ ἐμοῦ ἀλλὰ τοῡ λόγου ἀκούσαντας» (την φράση βρίσκουμε πανομοιότυπη στον Παύλο), εννοεί πως ο Λόγος είναι ανεξάρτητος από τον άνθρωπο, δεν είναι ο λόγος ή η λογική του ανθρώπου». Υπονοείται μια συν-ομολογία του ανθρώπου με τον υπερβατικό Λόγο. (περισσότερα…)

Ενύπνιο μήπως;


*

Ενύπνιο μήπως;

Από το παράθυρο αγνάντευα μια συστάδα δέντρων. Φόντο γενικά πράσινο με μια κιτρινάδα χορταριών στη μέση. Στρωμένα χορτάρια κάτω, πατημένα. Ακινησία. Κάτι σαν η ακινησία του πρωινού. Θα ήταν περίπου 7. Ο ήλιος, άφαντος ακόμη, πρέπει να κρυβόταν κάπου πίσω από το σπίτι. Εξοχή. Ύπαιθρος. Βουνό. Πέρα η θάλασσα. Απλωσιά. Όλα ακίνητα. Γιατί μιλούν διαρκώς για κίνηση;

*

Ήμουν μισοξύπνιος πριν κάμποση ώρα και δεν ήξερα αν βλέπω όνειρο ή συμβαίνει κάτι άλλο παράξενο. Κάτι σαν εισβολή, μέσα στον ύπνο ή στο μισοξύπνιο, μιας σειράς εικόνων, μιας συρροής όπου υπήρχαν και μερικές με χρώμα. Ωστόσο, δέσποζε κυρίως μια μορφή. Ένας προχωρημένης ηλικίας άνθρωπος, γύρω στα ογδόντα, που εκινείτο συνέχεια σ’ ένα χώρο σαν κατάστημα ή αίθουσα εκθεμάτων, όπου όμως δεν υπήρχαν πίνακες αλλά διάφορα αντικείμενα: ρούχα, βιβλία, περιοδικά ίσως και κάποια άλλα που δεν κατάλαβα.

Ο άνθρωπος ήταν μετρίου αναστήματος είχε ένα κάπως μυτερό γένι, ή μάλλον γένια αραιά αλλά όχι γενάκι, φορούσε γυαλιά και διατηρούσε κάμποσα μαλλιά. Σε κοιτούσε μέσα από τα γυαλιά του σα να σε έψαχνε, να γύρευε να βρει έως που φτάνει το μυαλό σου και οι αισθήσεις σου, τι «πιάνεις».

Στάθηκα μπροστά σε ρούχα. Τα είχε κάπως στοιβαγμένα σε μια γωνιά, αλλά και σαν εικαστικά αντικείμενα. Έδειξα ένα χρωματιστό. Το ξεδίπλωσε κι ήταν μια φόρμα ριγωτή για νέο κορίτσι. Στο πλάι φορέματα μακριά, άλλης εποχής. Ρώτησα: «Αυτά;». Αποκρίθηκε: «Είναι ακριβά».

Μετακινήθηκα. Προχώρησα προς έναν πάγκο, όπως αυτούς στα καφέ-μπαρ, και πάνω εκεί υπήρχαν λευκώματα, βιβλία, περιοδικά. Άρχισα να κοιτάζω ένα που σχετιζόταν με την «Μικρή μας πόλη». Χατζιδάκις. Αυτό το κατάλαβε και σαν να συγκατένευσε ότι αξίζει τον κόπο, ψιθυρίζοντας ότι «δεν υπάρχουν σήμερα τέτοια». Καθώς το ξεφύλλιζα πήρε το μάτι μου ένα κείμενο με την υπογραφή του ζωγράφου Παρθένη.

Πήρα ύστερα στα χέρια μου δύο μικρά βιβλία με χοντρά σκούρα εξώφυλλα, στενόμακρα και τα κοιτούσα. Μού άρεσε η έκδοση. Σκέφτηκα να τα αγοράσω. Τον άκουσα να λέει τον αριθμό 10. Υπέθεσα πως είναι η τιμή τους. «Θα τα πάρω», είπα.
Αυτός τότε άρχισε να ετοιμάζει αποδείξεις αλλά το έκανε κατά τέτοιο τρόπο που ήταν σαν να επρόκειτο να γράψει κανένα ποίημα ή διήγημα. Κάποια στιγμή είπε: «πενήντα τρία ευρώ».

Δεν κατάλαβα. «Μα τί λέτε;» είπα. «Προηγουμένως είπατε δέκα». «Όχι. Αυτό ήταν για τις σελίδες», αποκρίθηκε. «Δεν είμαστε καλά. Αυτά τα δυο βιβλιαράκια κάνουν 53 ευρώ;», φώναξα. «Δεν μπορώ να τα πάρω, με συγχωρείτε, αλλά πρόκειται για απάτη».

Με κοιτούσε ατάραχος. Είχε πάψει τις ετοιμασίες για ποίημα ή διήγημα –τις αποδείξεις– και περίμενε ακίνητος.

Τελικά μήπως όλοι εξαπατούμε; Μήπως μας έχει χτυπήσει κάτι σαν αρρώστια όπου εδώ δεν ανακατεύονται γιατροί, δεν είναι όπως στον κορωνοϊό, αλλά κάτι βαθύτερο, πιο ύπουλο και σκοτεινό. Να ξεγελάσεις τον άλλο. Να θεωρείς ότι είσαι πιο έξυπνος, πιο καπάτσος, πιο ικανός. Να τον κάνεις να πιστέψει ότι όλα είναι κανονικά. Ότι κι αυτός κάπως έτσι είναι αλλά σε άλλο επίπεδο εργασίας ή απασχόλησης. Να μοιραστείς μαζί του την αρρώστια της απατεωνιάς.

Δεν ξέρω πως έφυγα από εκεί. Εξακολουθώ να βλέπω μπροστά μου αυτόν τον ηλικιωμένο άνθρωπο με τα γένια, τα γυαλιά, τα μαλλιά –τι φορούσε δεν θυμάμαι– και τον τρόπο που κοιτούσε. Μοναδικός. (περισσότερα…)

Για την «Έξοδο με το άλογο» του Νικηφόρου Βρεττάκου

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

Το βιβλίο αυτό αποτελέστηκε αρχικά από σπαράγματα στίχων που γράφτηκαν, καταπώς το συνήθιζε ο Βρεττάκος, πάνω σε πακέτα από τα τσιγάρα. Τα παρέδωσε ο ίδιος στον φίλο του λογοτέχνη Κούλη Ζαμπαθά που με τη σειρά του τα εμπιστεύτηκε στην κόρη του λέγοντάς της: «Αυτά είναι του Νικηφόρου μας, να τα φυλάξεις σαν τα μάτια σου». Η Φαίδρα Ζαμπαθά-Παγουλάτου τα έδειξε με κάποια αφορμή στον ποιητή και αργότερα τα παρέδωσε στο γιό του Κώστα Βρεττάκο για να τα εκδώσει. Η έκδοση απαίτησε μεγάλη προσπάθεια ανάγνωσης αν όχι αποκρυπτογράφησης από τον γιό του, γιατί το χειρόγραφο διαβαζόταν πολύ δύσκολα εξ ου και κάποια κενά όπου δεν ήταν δυνατόν να αποσαφηνιστεί η γραφή. Πρώτη δημοσίευση έγινε το 1959. Ακολούθησαν επανειλημμένες και αναθεωρημένες εκδόσεις (1955, 1964, 1971, 1981).

Στις πρώτες σελίδες της θαυμάσιας νεώτερης έκδοσης του έργου (Έξοδος με το άλογο, Ποταμός, 2008), υπάρχει κάτι σαν μότο ή ειδοποίηση του ποιητή όπου διαβάζουμε:

Χωρίς χρόνο
Χωρίς ησυχία
Τρέχοντας, πάντοτε τρέχοντας
ΕΓΡΑΦΑ

(5 Φεβρουαρίου-5 Μαΐου 1950)

Ούτε χρόνο, λοιπόν, είχε ο Βρεττάκος, ούτε ησυχία. Αλλά επιπλέον: ΕΓΡΑΦΕ πάντα τρέχοντας.

*

*

Στη σύνθεση αυτή επιβεβαιώνεται η ειδοποίηση του ποιητή για τον χρόνο, την ησυχία και το τρεχαλητό. Αλλά ακόμη και προπαντός επιβεβαιώνεται και κάτι άλλο: ο διονυσιασμός του, η αστείρευτη έμπνευσή του, ο καλπασμός της ψυχής που αποτυπώνεται σε στίχους. Αυτός ο διονυσιασμός δεν μας πάει πίσω στους αρχαίους, θα μπορούσε να ειπωθεί εκχριστιανισμένος αλλά θα μπορούσε ακόμη να ειπωθεί, όπως στην παρένθεση του τίτλου «ύμνος στη χαρά», μα έμμεσα και ύμνος στην αγάπη. Αυτό θα το εξηγήσω αργότερα. Τώρα ας πιάσουμε το αρχίνισμα, όπου χτυπούν καμπάνες. Ο ποιητής μιλάει για το τέλος της νύχτας και το φανέρωμα της ημέρας. Υπάρχει ένας ερωτηματικός στίχος: (περισσότερα…)

Ιωάννης Ζηζιούλας (10 Ιανουαρίου 1931 – 2 Φεβρουαρίου 2023)

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

Αντί νεκρολογίας

Ανάμεσα στα τόσα που μπορούν να ειπωθούν για την παρουσία και το έργο του Μητροπολίτη Ιωάννη είναι η ενασχόλησή του πρωτίστως με το ζήτημα της Οντολογίας (λόγος περί του Όντος) που συνάπτεται με την Αλήθεια, την αλήθεια των όντων και όχι την Ηθική που συνάπτεται με ανθρώπινες πράξεις και συμπεριφορές. Υποστήριζε ότι το κύριο θέμα για την ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι «τι ο άνθρωπος κάνει αλλά τι ο άνθρωπος είναι». Και θεωρούσε ότι αυτή υπήρξε πάντα «η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στη δυτική και την ορθόδοξη προσέγγιση του ανθρώπου».

Για να το πούμε με απλούστερα λόγια: ο λόγος για τον οποίο ως ορθόδοξοι ενεργούμε και προωθούμε αληθινές πράξεις και λόγους δεν είναι επειδή μας το υπαγορεύουν ηθικές αρχές αλλά γιατί με το Βάπτισμα στην Εκκλησία πεθάναμε και αναστηθήκαμε σε μια νέα ζωή και επιπλέον είμαστε-κανονικά-«αλλήλων μέλη» κατά την παύλεια διατύπωση. Η οντολογική μας, δηλαδή, πραγματικότητα, οδηγεί και συνιστά τρόπο ύπαρξης και εδώ (ή από εδώ) τίθεται το ζήτημα, σε μας τος σημερινούς πιστούς και μη, να προωθήσουμε στη θέση της γνωστικής αντικειμενικότητας που μαζί με τις ηθικές και τις ηθικολογίες απασχολεί (συχνά απολύτως υποκριτικά) τα κράτη και τις κοινωνίες, την υπαρξιακή (όχι υπαρξιστική) διάσταση του ανθρώπου στη σύναψή της με το μέγιστο γεγονός της Ενανθρώπησης. Το γεγονός αυτό προσφέρει μια νέα γέννηση («γεννηθήναι άνωθεν»), όχι βιολογική, αλλά διαμέσου του σαρκωμένου σώματος του Χριστού.

Ο Μητροπολίτης Ιωάννης αυτό που τονίζει είναι ότι δεν υπάρχει ελπίδα σωτηρίας στην αρετή, την ηθική ζωή, την άσκηση κλπ. αλλά σε μια οντολογική και υπαρξιακή «ανάσταση» που συνιστά νίκη κατά του θανάτου. Όταν ο Περγάμου μιλά για την Εκκλησία ως «κοινωνία προσώπων» συνάπτει τη ζωή των πιστών με το πρότυπο της Αγίας Τριάδος. Συνακόλουθα, κατ’ αυτόν, η αγιότητα δεν ταυτίζεται με μια ηθική τελειότητα (φαρισαϊκού τύπου) αλλά με την μετάνοια, με την αναγνώριση και αποδοχή του οντολογικού γεγονότος της ανθρώπινης αμαρτωλότητας. Για την Εκκλησία, η ηθική δεν μπορεί να δεσμεύει την ελευθερία και την αγάπη μας  γιατί, αν ήταν έτσι, δεν χωράει μέσαθέ της ούτε η αγάπη για τον αμαρτωλό, ούτε το «αγαπάτε τους εχθρούς υμών». Η αλήθεια της ύπαρξης είναι πάνω από την ηθική, όπως πάνω από την ηθική και τους κανόνες είναι το ήθος. (περισσότερα…)

Ρολόγι χειρός

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

Προ ημερών σταματήσαμε μπροστά σε μαγαζί με τσάντες. Ωραίες γυναικείες τσάντες και σε καλές τιμές. Μπαίνοντας μέσα παρουσιάστηκε κι άλλο εμπόρευμα: πορτοφόλια και ρολόγια. Ας αγοράσω ένα ρολογάκι, είπα. Από καιρό το σκεφτόμουν να πάρω ένα ρολόγι του χεριού. Όλος ο κόσμος κοιτάει το κινητό του. Εγώ με το κινητό δεν τα πάω καλά και  μάλιστα σε σχέση με το χρόνο. Είναι δυνατόν να κοιτάς το χρόνο στο κινητό;

Ας δούμε τι σημαίνει κοιτάζω το χρόνο στο χέρι, στο ρολόγι χειρός. Ε λοιπόν, το ρολόγι χειρός σε οικειώνει με το χρόνο. Με το χρόνο, όχι με την αιωνιότητα. Αλλά πρόκειται τουλάχιστον για χρόνο που αγγίζει το χέρι σου, ακόμη και μέσα από το λουράκι που σε σφίγγει. Κι ούτε είναι απαραίτητο ο χρόνος αυτός να νοηθεί μηχανικός. Γι’ αυτό και ο στίχος  του Καρούζου λέει: «ο χρόνος δεν είναι ρολόγι / είναι χιόνι». Δεν είναι ένας πολύ ωραίος στίχος; Που επιπλέον βρίσκεται στους αντίποδες του συνθήματος που καθιέρωσε το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα: «ο χρόνος είναι χρήμα». Τι διαστροφή. Πρώτος και καλύτερος θα το υπογράμμιζε ο Αριστοτέλης. Που, εξάλλου, έγραψε για τον τόκο, ότι είναι μεγάλη διαστροφή το χρήμα να γεννά χρήμα. Και τούτο γιατί έτσι χαλάει η φύση του χρήματος. Καταντάει…Μαμωνάς.

Ως εδώ φτάνει για το χρήμα. Γυρνώ στο χρόνο.

Μας ακολουθεί σαν σκιά. Είναι άλλο αυτό και άλλο να με κυνηγάει ο χρόνος. Εάν ο χρόνος με καταδιώκει, η σχέση μου μαζί του είναι αρρώστια, βρίσκομαι μέσα σ ένα είδος ψυχοπαθολογίας, τρέχω από  το πρωί ως το βράδυ, όπως τρέχουν οι αμερικανοί σε σχετικές κινηματογραφικές ταινίες  (και στην πραγματικότητα).

Και βέβαια τίθεται αμέσως το ερώτημα: γιατί αποδέχονται οι άνθρωποι αυτό τον ρυθμό; Πως τους επιβλήθηκε; Χωρίς να το καταλάβουν έγιναν υπηρέτες των μηχανών ή μήπως, κατά βάθος, κάτι φοβερό προετοιμάζεται και δεν έχουμε πάρει είδηση; (περισσότερα…)

Γιώργος Σαραντάρης: Η ποίηση ως πνευματική στάση

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

Γιῶργος Σαραντάρης, Εἰσαγωγή-Ἀνθολόγηση Ἄγγελος Καλογερόπουλος,
Δύο αἰῶνες ἑλληνικῆς ποίησης, τόμος 21ος, Ἵδρυμα Τάκης Σινόπουλος, Ἀθήνα 2022, σσ. 140.

Νά λοιπόν άλλο ένα βιβλίο για τον Γιώργο Σαραντάρη. Όσο περνάει ο καιρός, όλο και κάποιος καταπιάνεται με τον άνθρωπο και το έργο του. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ισχύει η ρήση της εισαγωγής ότι «στη σύντομη ζωή του ανέλαβε την αποστολή να κηρύξει μια πνευματική επανάσταση που ουδέποτε εξερράγη και στη συνέχεια το έργο του καλύφθηκε κάτω από τους ανώδυνους χαρακτηρισμούς της λεπτότητος, της ευαισθησίας ή της καλλιέργειας μιας εύθραυστης ποιητικής φιγούρας» (σ. 13).

Ο Άγγελος Καλογερόπουλος συγγραφέας του εν λόγω πονήματος και ανθολόγος είναι από τους καλύτερους γνώστες του Γ.Σ., όπως έχει δείξει στο παρελθόν με κείμενα και ομιλίες του και όπως προπαντός αναδείχνεται τώρα με το βιβλίο αυτό. Και θέλω να τονίσω από τις πρώτες κιόλας γραμμές ότι στην εκτενή εισαγωγή του αναφέρονται όλα τα κύρια γνωρίσματα του έργου του Σαραντάρη. Ο Καλογερόπουλος μιλάει για τις επιδράσεις του, τις αφετηρίες του, το χριστιανισμό του, την ποιητική του, τον φιλοσοφικό λόγο του, αλλά το σημαντικότερο είναι ότι επισημαίνει και υπογραμμίζει εκείνα τα σημεία και εκείνες τις θέσεις που όχι μονάχα κάνουν τον Σαραντάρη να ξεχωρίζει αλλά τον διαφοροποιούν ολοσχερώς από τους άλλους ποιητές, Έλληνες και ξένους. (περισσότερα…)

Το Νέο Πλανόδιον θυμάται τον Κωστή Παπαγιώργη (23 Μαΐου 2016)

*
*
Τον χρονικά άπειρο κόσμο μπορούμε να τον παραστήσουμε με μια άπειρη γραμμή, με μια άναρχη και ακατάληκτη αφήγηση, όπως και με ένα βιβλίο που απαρτίζεται από αναρίθμητες σελίδες. Η μέρα ή η στιγμή που ζούμε είναι μια σελίδα ή μια αράδα αυτού του βιβλίου, που παρευθύς χάνεται μέσα στις άλλες. Ποτέ δεν μπορούμε να ξαναβρούμε μια στιγμή που διάβηκε και η μνήμη, το γνωρίζουμε, είναι ο πιο δόλιος οδηγός. Δεν υπάρχει τρόπος να ανοίξουμε το βιβλίο, γιατί είναι κιόλας μπροστά μας ανοιχτό όπως ο κόσμος: ανέκαθεν και διά παντός. Δεν υπάρχει τρόπος να κλείσουμε το βιβλίο, γιατί ένα απειροσέλιδο βιβλίο όπως ένας απειρόχρονος κόσμος δεν έχουν όρια. Δεν υπάρχει τρόπος να δούμε τα εξώφυλλα του βιβλίου, απλούστατα γιατί δεν υπάρχουν (ουκ έχειν αρχήν ουδέ τελευτήν), όπως δεν μπορούμε να τσακίσουμε μια σελίδα του για να την ξαναβρούμε – να συγκρατήσουμε μια στιγμή μέσα στη χρονική διαδοχή.
*
* * *
*
Η ανοιχτή καρδιά που θερμαίνει το Εγώ καθώς το φέρνει σε επαφή μ’ ένα στοιχείο είναι το θαύμα των θαυμάτων. Γι’ αυτό, άλλωστε, δεν είμαστε σε θέση να κρίνουμε τον εαυτό μας. Πάσα αυτογνωσία είναι αυταπάτη ή, με άλλα λόγια, πρόκληση για να επινοήσει κανείς τον εαυτό του. Μόνον οι άλλοι είναι σε θέση να μας ξέρουν. Ο γάμος είναι τάχα η σύνθεση του ανέφικτου; Όταν κάποιος γίνεται ευτυχισμένος, κάποιος άλλος γίνεται εξίσου δυστυχισμένος, διότι το απαιτεί η παγκόσμια τάξη.
*
* * *

(περισσότερα…)

Ποιοι κυβερνούν αυτόν τον κόσμο;

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

Βρισκόμαστε σήμερα στο σημείο όπου ο λεγόμενος νεοφιλελευθερισμός επιβάλλει την αντίληψη του ανθρώπου-καταναλωτή, του ανθρώπου-παραγωγού και του ανθρώπου-επιχειρηματία κι έτσι παραμερίζει αν δεν μηδενίζει τον άνθρωπο-πρόσωπο και τον άνθρωπο-υπεύθυνο πολίτη που συνυπάρχει με τον συνάνθρωπο. Καλλιεργείται έτσι ένας ολοκληρωτισμός και κάτι σαν θρησκεία που εγκαθιδρύει λυσσαλέα ανταγωνιστικότητα και μόνιμη μέριμνα για μεγιστοποίηση κερδών.

Εν μέσω μιας τέτοιας πραγματικότητας που είναι αμφίβολο πόσο την παρακολουθούν οι λαοί, ακούσαμε το πρώτο διάγγελμα του Πούτιν που απευθυνόταν προς όλο τον κόσμο και βεβαίως προς τη Δύση.

Και ενώ από το πρωί ως το άλλο πρωί τα ΜΜΕ ανά τον κόσμο καταγγέλλουν οποιαδήποτε ενέργεια των Ρώσων ως εχθρική και αντίθετη με το διεθνές Δίκαιο, ελάχιστα συζητείται η επιθετικότητα της Δύσης απέναντι στη Ρωσία. Οι εξαγγελίες του νεοεκλεγέντος αμερικανού προέδρου Μπάιντεν από καιρό στοχεύουν τον Πούτιν και τη χώρα του και δημιουργούν κλίμα ψυχροπολεμικό, λες και δεν έφτανε αυτό που είχε επικρατήσει τόσα χρόνια μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Οπωσδήποτε μια αναπτυσσόμενη (ξανά) Ρωσία και μάλιστα μετασοβιετική, δυσχεραίνει την περαιτέρω εδραίωση της παντοδυναμίας των Ηνωμένων Πολιτειών στον κόσμο και την εξακολούθηση της κυριαρχίας τους σ’ αυτόν. Παρ’ όλο που θα έπρεπε να είναι πασιχαρείς αφού ο εξ αυτών ή αν θέλετε, γενικότερα, ο εκ δυσμών πηγάζων καπιταλισμός και το σύστημά του εισέδυσε λάβρος σε όλο τον κόσμο, κομμουνιστικό και μη, και μάλιστα όχι μονάχα στη Ρωσία αλλά και στην Κίνα που από μια άποψη παρουσιαζόταν πιο επαναστατική από την «μητέρα» της.

Μα φαίνεται πως το παιχνίδι δεν είναι μονάχα οικονομικό (κατά βάσιν οικονομίστικο) αλλά και στρατιωτικό και πολιτικό και πλουτοπαραγωγικό. Αποβαίνει μάλιστα σκληρότερο όσο η αληθινή πνευματική-πολιτιστική πραγματικότητα ανθρώπων και λαών περιθωριοποιείται ή συρρικνώνεται (αν όχι παραμορφώνεται) αφήνοντας τα ανθρώπινα όντα έρμαια ενός αδηφάγου υλισμού, και καταναλωτισμού που βοηθούμενος από την προέλαση της τεχνοκρατίας ζητά να συνοψίσει στον άξονα παραγωγή-κατανάλωση το Νόημα της ζωής. (περισσότερα…)

Σωτήρης Γουνελάς, Από τη μια στιγμή στην άλλη

*

Αχρονολόγητες ημερολογιακές καταγραφές

Από τη μια στιγμή στην άλλη μπορεί να σακατευτείς. Περπατούσαμε στο πεζοδρόμιο με τη γυναίκα μου και μια φίλη. Μόλις βγήκαμε από ένα ιταλικό ρεστωράν στη Φωκίωνος Νέγρη και περάσαμε έτσι γρήγορα από τη ζέστη στην ψύχρα της νύχτας. Κόντευε μεσάνυχτα. Θα αφήναμε λίγο πιο πέρα τη φίλη μας και θα μπαίναμε στο παρκαρισμένο αυτοκίνητο. Καθώς τα γράφω αυτά τώρα, κάνω και κάτι σαν αναδρομή ή αναψηλάφηση, χωρίς να πρόκειται για δίκη αλλά για θέμα υγείας.

~ . ~

Βαδίζαμε άλλοτε και οι τρείς μαζί, άλλοτε οι δύο και ο άλλος χωριστά, μάλλον σιωπηλοί. Με κατοικούσε μια θλίψη, κάτι με στεναχωρούσε που αφορούσε, ή μάλλον απέρρεε, από την παρουσία της φίλης που είχαμε συναντήσει, χαμένης σε συμπληγάδες εσωτερικές, μαζεμένες εκεί από χρόνια, απωθήσεις που δέθηκαν κόμπο, συναισθήματα βουλιαγμένα και αδιέξοδα, οιμωγές, ανάσες που πνίγηκαν προτού ακουστεί ο αχός τους. Ταλαιπωρία που χρόνιζε και δεν έβλεπα πως θα τελειώσει. Συχνά έχω μια δυσκολία να αντιμετωπίσω τον ανθρώπινο πόνο, ή μάλλον με κατέχει ένα είδος ευαισθησίας πού ίσως παίρνει σωματική μορφή. Το λέω γιατί αυτό που μου συνέβη μόλις άνοιξα την πόρτα του αυτοκινήτου, ίσως έχει σχέση με την στενοχώρια που ένιωθα. Ένας πόνος διαπέρασε το αριστερό μου μάτι. Φυσιολογικά κάτι θα έσπασε, ένα μικρό αγγείο –τα αγγεία των ματιών είναι λεπτεπίλεπτα και εύθραυστα– και βρέθηκα να ενοχλούμαι από τα φώτα όταν κοιτούσα πάνω τους. Το απέδωσα στην νυχτερινή ψύχρα, στην απότομη αλλαγή θερμοκρασίας, στην ευαισθησία των ματιών μου –τελευταία έμπλεξα και με την φωτεινή οθόνη του υπολογιστή– και πηγαίνοντας σπίτι έβαλα λίγο φυσιολογικό ορό, μόνιμη τελευταία συνήθεια λόγω ξηροφθαλμίας, κατά την επιστημονική ορολογία, από την οποία πάσχω εδώ και μερικά χρόνια.

~.~

Ας μετακινηθούμε όμως, ας αλλάξουμε παραστάσεις που λένε. Κάθισα στο καφενείο του βιβλιοπωλείου “Ευριπίδης” στο Χαλάνδρι –αρχαία Φλύα– και έπιασα να γράφω σ’ ένα καφετί τετράδιο, που τα φύλλα του σαν ανάγλυφα με ραβδώσεις αντιστέκονται στη ροή του στυλού, στο μελάνι, στα σχήματα των γραμμάτων, των λέξεων, στους σχηματισμούς των παραγράφων, με τον ήλιο στα αριστερά μου να σχηματίζει μικρές λίμνες πάνω στα τραπέζια, ενώ από το μεγάφωνο ακουόταν η απαραίτητη τα τελευταία χρόνια μουσική, ευτυχώς αυτή τη φορά ρομαντική, νοσταλγική, αμερικάνικη ωστόσο.

~.~

Εν μέσω λοιπόν παλιών μελωδιών που θυμίζουν χριστουγεννιάτικες σε συνδυασμό με παλιά αμερικάνικα, ερωτικά φιλμ, αισθάνομαι καλύτερα, παρά την κοκκινίλα στο μάτι. Η γιατρός που επισκέφθηκα το πρωί μού έγραψε ένα καταπληκτικό φαρμακάκι χωρίς συντηρητικά –φιαλίδιο– που με τις δύο κιόλας φορές που έριξα, το μάτι πήρε επάνω του, ηρέμησε, ο πόνος υποχώρησε. Ξυπνώντας το πρωί φόρεσα στην κυριολεξία γυαλιά ηλίου μέσα στο σπίτι, με ενοχλούσε κάθε φωτάκι και κάθε φωτιστικό, άφησα για λίγο το μάτι έκθετο στις φωτιστικές ακτίνες ή ανταύγειες που έστελναν ένα-δύο λαμπιονάκια που μένουν αναμμένα για να σπάνε το σκοτάδι της νύχτας, όταν δεν είναι αναμμένο το καντήλι στο εικονοστάσι. Καθώς δεν είχα καλοξυπνήσει και σεργιανούσα μαγκωμένος και πονώντας από το ένα δωμάτιο στο άλλο, ή μάλλον από το κρεβάτι στην κουζίνα και στο σαλόνι-τραπεζαρία-γραφείο, έπαιζα κρυφτό με τα φωτάκια, νόμιζα πως βρίσκομαι πίσω από παραβάν, πανί, σκέπαστρο ή κάτι παρόμοιο και το φως αυτό το λιγοστό που εκπέμπανε τα λαμπιόνια μού έστελνε ριπές και οι ριπές χτυπούσαν το λαβωμένο μάτι και κάτι σαν σπασμός τιναζόταν μέσα του, ένα σκίρτημα, ένα πηδηματάκι, ένα είδος νευρικής κρίσης, και μετά ησυχία κι ύστερα ξανά ανάλογα με την μετακίνηση, την οπτική γωνία, την ποσότητα φωτός, το σκοτάδι. Τυλίχτηκα σε μία δίνη δυσανασχέτησης, άρχισα να αγωνιώ ότι δεν θα βλέπω για μέρες, θα πρέπει να φορώ μαύρα γυαλιά, δεν θα μπορώ να κινηθώ έξω από το σπίτι, γιατί θα κινδυνεύω να τυφλωθώ ή να επιδεινωθεί το πλήγμα, η πληγή ή ό,τι τέλος πάντων ήταν. (περισσότερα…)

Τι γυρεύει ο Ιωνάς στον Εικοστό Πρώτο αιώνα;

 

Σωτήρη Γουνελά, Ιωνάς,
Εκδόσεις Αρμός, 2021

του ΓΕΩΡΓΙΟΥ Κ. ΤΑΣΟΥΔΗ

Ποια της σοφίας του παρότρυνση οδήγησε τον ποιητή να επαναφέρει στο προσκήνιο, μεσούσης μάλιστα μιας άκρως τεχνικής και εκκοσμικευμένης εποχής, δυο χιλιάδες και εικοσιένα έτη μ.Χ., του Ιωνά τα καμώματα; Άραγε ποιος ο απώτερος της πρότασης σκοπός; Άκαιρη όχληση ή επίκαιρη υπόμνηση; Στο τι μας αφορά, άνθρωποι γαρ του 21ου αιώνα, η έρευνα των αληθειών που πιθανόν κομίζει ο βίος του; Πόσο μάλλον εμείς οι ίδιοι, οι άτρωτοι και αλώβητοι, να ερευνηθούμε από δαύτες∙ δη μεταμορφωτικά. Και ποια κοινότητα ζωής, ποια ενναλακτική του βίου θέαση δύναται να γεννήσει η ανταπόκριση να ερευνηθούμε μέσω αυτών[1]. Απλά επιθυμεί να μας συστήσει το ποιόν του Ιωνά, ή μήπως το πώς γίνεσαι Ιωνάς; Γιατί τέλος πάντων, ποιητή, τον Ιωνά!

Διατυπώσεις ρητορικές, προσκλητήριες σε αποκριτικές ιχνηλατήσεις αμιγώς προσωπικές με αρωγό εμπειρία απτή που ομολογεί πως «ο Θεός μπορεί να ανακοινώσει το μυστήριο της αγάπης του για μας δια συνήθων ανθρώπινων μέσων, κι αυτό ακριβώς κάνει[2]». Έτσι λοιπόν ο Ιωνάς, ο κάθε Ιωνάς, μέσα από έσωθεν προγκήματα κι ολούθε αναταράξεις κλητεύεται ως σκεύος εκλογής την του Θεού για τον άνθρωπο εκστατική αγάπη να κοινωνήσει.

Μέσα από ανεμοστρόβιλο σε διέκρινε ο κοσμοσείστης;

Η κτίση, σε κατάσταση αναμονής, προσμένει λυτρωτική μεσίτευση προς αποκατάστασή της. «Οίδαμεν γαρ ότι πάσα η κτίσις συστενάζει και συνωδίνει άχρι του νυν»[3]. Αποκαραδοκεί τη συγκατάβαση του Ιωνά, εκάστου αρχιερέα ανθρώπου, να λειτουργήσει μεταμορφωτικά ωσάν σε ναό λατρείας και δοξολογίας, λυτρώνοντάς την από τη φθορά μέσω της ευχαριστιακής αναφοράς της στον Πρωτομάστορα.

Βουνά σκληρά, αγέρωχα, πέρα η θάλασσα.
Αβυσσαλέα αλλά ειρηνική καιροφυλακτούσε

[…]

Η κτίση σε τριγύριζε στο διάβα σου,
Σε έθελγε, σε έσφιγγε

Τριγύρω ταραχή, φυσομανούσε ο βοριάς, αδιέξοδα να προτάσσονται και αποσπάσεις, μια ζάλη τα μηνίγγια ζάλιζε. Εκεί στο χαλασμό, σαν κοντοστάθηκε, στη στάση και στην όρθωση, αποκαλύφθηκε το υποβόσκον ξάφνιασμα, συντελέστηκε η άνωθεν κλήτευση.

Μια στιγμούλα μονάχα εκοντοστάθης
Και η φωνή σού μίλησε:

Ιωνά πλασμένε από πηλό και πνεύμα
Ζήτα το καλό στη ζωή και μη διστάζεις

Από πηλό και πνεύμα. Της γης και τ’ Ουρανού. Συγκεφαλαίωση των πάντων στου Ιησού τα χνάρια τώρα ειδικά που ο κόσμος μας, ο τωρινός ο πισωγυρισμένος, πήρε τόσο να θυμίζει την άμποτε Νινευή. Η εμμένεια, ο καταναλωτισμός, η ιδιοτέλεια, η εκμετάλλευση ανθρώπου απ’ άνθρωπο, η κοινωνική αδικία, το φούντωμα των ταραχών, η αποξένωση της ανθρώπινης ολότητας απ’ την εικόνα της, ο ηδονισμός, η λερναία ευτέλεια, οι ενθαδικές αντικαταστάσεις του επέκεινα μονόχνοτα και καταθλιπτικά επιβεβαιωτικές του ανθρώπινου «εγώ»[4]

Μα τώρα στρέψου κατά τη Νινευή
δες τους καπνούς που υψώνει το καμίνι της ψυχής
Και ο σκοτισμός
Άνθρωποι πλασμένοι για το φως
Λυμαίνονται το μέσα πλούτος
Και το χαρίζουν στην κραιπάλη

«Οι καιροί ου μενετοί», στον όλεθρο πλησίστιοι οδηγούνται από τις σπάταλες επιλογές τους. «Ο λόγος του Θεού μέσα από το λόγο του ανθρώπου[5]» σπεύσε να ακουστεί κι είθε να εισακουστεί.

ο καιρός επείγει

Και θύμισέ τους, Ιωνά, για την αρχέγονη ξαστοχία το λόγο κάποιου άλλου εκλεκτού, κατοπινού μα και συγκαιρινού σου, του Ομολογητού Μαξίμου. Το φυσικό του ανθρώπου θέλημα, η φυσική ροπή «να θέλει», εξυγιαίνεται ή αλλοτριώνεται από το γνωμικό του θέλημα και από τη στάση του απέναντι στο «πάντα μοι έξεστιν, αλλ’ ου πάντα συμφέρει[6]».

Προτού χαθούνε όλοι από της πεθυμιάς την αμέτρια

Θέλημα γνωμικό και η παρακοή. Όμοια θαλασσοταραχή. Στα κύματα των υποχρεώσεων, των αμφιβολιών, του ωχαδερφισμού, της αναβλητικότητας καταποντίστηκε το επείγον. Αγάπα τον πλησίον σου ως εαυτόν και σύντρεξέ τον στην απώλεια που τον τροχοδρομεί η τύφλωσή του. Η ζωή σου είναι ο αδερφός σου[7]. Όλα λησμονημένα ή αγνοημένα (;).

Αύρα θαλασσινή τον χτύπησε
Κι έψαξε ναύλο να πληρώσει
Με πλοίο πέρα να χαθεί
Την εντολή να παρακούσει.

Το δρόμο διάλεξε του εαυτού που παρακάμπτει θείο θέλημα και αναγκαμένο συνάνθρωπο. Το δρόμο προς την κόλαση, την απώλεια, την άβυσσο του βυθού, της φάλαινας τα σωθικά. Όμως ακόμη κι εκεί στα έσχατα βάθη, χάσκει η παιδαγωγία. Η προσευχή. Η μετάνοια. Η προτύπωση του Πάθους, του τάφου, της εκ νεκρών Ανάστασης. Η εκ νέου κλήση, άκρως προσωπική, και πάλι.

«Στη Νινευή. Στη
Νινευή σε έστειλα
Θυμάσαι;
Σήκω και κίνησε για τη μεγάλη πόλη
Φέρε το μήνυμα, δωσ’ τους να καταλάβουν.»

Τράβηξε, σωτήριος κήρυκας καταστροφής, στο βασιλιά της Νινευή κόμισε το μαντάτο και ω του θαύματος! Παράδοξα, ο σπόρος του σπορέα – Προφήτη, βρήκε προπαρασκευασμένο το χωράφι της καρδιάς του βασιλέα∙ προαίρεση σε αδρανή εγρήγορση. Ο σπόρος ο προφητικός παρευθύς ευδοκίμησε, πήρε αμέσως να καρπίζει.

Από τα βάθη της καρδιάς σηκώθηκε
Ο ξεχασμένος λόγος
Έτριξε ο άλλος εαυτός ο φωτεινός.

Κείνος που λάμπει μέσα μας αγνοημένος. Κείνος που μεταμορφώνει πρόσωπα και πράγματα και καταστάσεις. Μα προσοχή: τη διαύγεια του μεταμορφωτικού σημείου, επίμονα διεκδικούν να νοθεύσουν εκλάμψεις αμφιβολιών, το μάταιο, η ολιγοψυχία κι η λησμονιά πως είναι ο άνθρωπος, ο του Θεού, αυτός που τα θεριά δαμάζει. Γι’ αυτό:

Μείνε λοιπόν άγρυπνος
Στάσου στην έπαλξη επάνω
Κράτα για όπλο υπομονή
Για ξίφος την αλήθεια
Τη λευτεριά δοξάρι
Τη μνήμη που κιθαρωδεί

Άχρι καιρού∙ Εωσότου κατορθωθεί της ηλικίας του Χριστού πλήρωμα∙ Ως εφικτό στ’ ανθρώπου τη φύση∙ Έστω και μια στιγμή πριχού την έσχατη ανάσα. Μείνε λοιπόν άγρυπνος, άνθρωπε του 21ου αιώνα,

Κι έτσι πορεύσου

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Κ. ΤΑΣΟΥΔΗΣ
Θούριο Ορεστιάδας
18 Αυγούστου 2021
Φλώρου και Λαύρου μαρτύρων

~.~

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Stanley B. Marrow, Τα λόγια του Ιησού στα Ευαγγέλια, μτφρ. Σάββας Αγουρίδης, Άρτος Ζωής, Αθήνα 2011, σελ. 27
[2] Πρβλ. Stanley B. Marrow, ό.π., σελ. 162 – 163
[3] Ρωμ. 8, 19.
[4] Πρβλ. Παύλου Φλωρένσκυ, Η αντίστροφη προοπτική – Το εικονοστάσι, μτφρ. Σωτήρης Γουνελάς, Ίνδικτος, Αθήναι 2002, σελ. 56
[5] Ό.π, σελ. 28
[6] Α΄ Κορ. 6, 12
[7] Αρχιμανδρίτου Σοφρωνίου (Σαχάρωφ), Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου (Έσσεξ Αγγλία), 2011