
*
Mή λές, μή λές δέν ὑπάρχει νερό
νά παρηγορήσει τήν στέγνια στίς καρδιές μας
Ἔχω δεῖ
τήν πηγή να ξεπηδᾶ ἀπό τόν βραχόκτιστο τοῖχο
καί σένα νά πίνεις ἐκεῖ. Κι ἐγώ ἐπίσης
μπροστά στά μάτια σου
βρῆκα πατήματα καί σκαρφάλωσα
γιά νά πιῶ τό δροσερό νερό.
Ἡ γυναίκα ἐκείνου τοῦ τόπου, σκιάζοντας τά μάτια της,
ἔσμιξε τά φρύδια της παρακολουθώντας – ἀλλ’ ὄχι γιατί
φθονοῦσε τό νερό
μόνο γιατί περίμενε
νά δεῖ πώς ξεδιψάσαμε καί
ἀναζωογονήθηκαμε.
Μή λές, μή λές δέν ὑπάρχει νερό.
(περισσότερα…)