Θανάσης Γαλανάκης

Στιγμὲς ἀπὸ τὴ μέρα ἑνὸς φίλιππου

*

«Φτερὰ κι ἀγκάθια»
γράφει ὁ
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

~.~

Τουὶντ σακάκι τριμμένο στοὺς ἀγκῶνες, παντελόνι ὑφασμάτινο μὲ ὑποψία τσάκισης, ἕνα-δυὸ νούμερα παραπάνω, σακουλιασμένο στὸν καβάλο. Τὸ μαλλί του εἶναι τὸ μόνο φροντισμένο σημεῖο πάνω του, μὲ ἐπιμελημένη χωρίστρα στὰ δεξιά, γυαλιστερὸ καὶ φρεσκοβαμμένο. Στο δεξὶ χέρι μεταξὺ δείκτη καὶ μέσου τὸ κίτρινο στίγμα δηλώνει χρόνια καπνίσματος, χρόνια ἀναμονῆς. Εἶναι γύρω στὰ ἑβδομῆντα καὶ δὲν ἔχει καμία σημασία πῶς τὸν λένε. Παραμένει ἕνας φίλιππος, ὅπως καλοῦνται μεταξύ τους οἱ συμπαῖχτες, αὐτὸ ποὺ κοινῶς ὁνομάζεται στὴν πιάτσα ἀλογομούρης. Ἕνας καθημερινὸς παπποῦς, παντρεμένος ἢ μόνος, πλούσιος ἢ φτωχός· τὰ ὑπόλοιπα στοιχεῖα τῆς ταυτότητάς του τὰ ἀγνοῶ. Ξέρω μόνο ἕνα πράγμα: βρίσκεται στὸ πρακτορεῖο τοῦ ΟΠΑΠ στημένος μπροστὰ ἀπὸ τὴν ἀριστερὴ ὀθόνη πρὶν τὸ ταμεῖο καὶ παρακολουθεῖ τὶς ἱπποδρομίες, κρατῶντας στὰ ἀδύνατα χέρια του δελτία.

~.~

Κόσμος μπαίνει καὶ βγαίνει στὸ πρακτορεῖο. Κόσμος μένει στὸ πρακτορεῖο. Εἶναι οἱ θαμῶνες, οἱ τακτικοί, οἱ καθημερινοί, οἱ ὁλοήμεροι. Χαιρετιοῦνται καὶ συζητοῦν τὴν ἐπικαιρότητα καὶ τὴν πολιτικὴ σὰν νὰ εἶναι στὸ καφενεῖο. Ἀνταλλάζουν ἀπόψεις γιὰ ἀποδόσεις, στοιχήματα, πονταρίσματα. Μοιράζονται κυρίως τὴν ἧττα. Διαμαρτύρονται γιὰ τὰ δοκάρια στὸ γήπεδο ἢ τὰ δοκάρια στὸ ΚΙΝΟ καὶ στὴν ψηφιακὴ ρουλέτα ‒ τὴν ἀνάδειξη ἀριθμοῦ ὅμορου πρὸς τὸ ποντάρισμά τους. Ὅταν κερδίζουν ἁπλῶς ἀνακοινώνουν πόσα πήρανε μὲ μιὰν ἀπάθεια ποὺ δηλώνει τὴ ὑπεράνω χρημάτων καὶ κερδῶν θέση τους, ὡς νὰ πρόκειται δηλαδὴ γιὰ κάτι τὸ ἀσήμαντο, τόσο πολὺ ποὺ φαίνεται λὲς καὶ προτιμοῦν νὰ χάνουν. Ἄλλωστε, ἡ γκίνια δημιουργεῖ ἐνσυναίσθηση· ἡ νίκη μόνο ἀνομολόγητο φθόνο.

Παρὰ τὴ δημιουργία τῶν πρακτορείων ΟΠΑΠ play τὰ ὁποῖα μοιάζουν μὲ μικρὰ καζίνο, τὸ συνοικιακὸ πρακτορεῖο ἐπιτελεῖ αὐτὸν τὸν ρόλο καταλυτικὰ ἐπὶ δεκαετίες. Πρόκειται γιὰ τὸ λαϊκὸ καζίνο, τὸ καζίνο τοῦ φτωχοῦ, τόσο πολὺ ποὺ ἡ μικροκοινωνία του μοιάζει πολὺ συχνὰ  νὰ υἱοθετεῖ τὸ decorum τῶν ναῶν τῆς τύχης. Ὑπερταξικότητα, κινητικότητα, ἡλικιακὴ ἀντιπροσωπευτικότητα, πασατέμποι καὶ ἐπαγγελματίες, κυρίως ἄνδρες, ἀλλὰ καὶ γυναῖκες. Ὅλοι μποροῦν νὰ μποῦν στὸ πρακτορεῖο δίχως καμία προκατάληψη, δίχως face control καὶ dress code. Τὸ πέρασμά τους ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἑτεροτοπία μπορεῖ νὰ γίνει ἀθόρυβα. Λίγα εἶναι τὰ καταστήματα ὅπου τὸ κοινωνικό τους συμβόλαιο δὲν ἐπιβάλλει τὸν χαιρετισμὸ πρὸς τοὺς ὑπόλοιπους πελάτες ἢ τὸν καταστηματάρχη κ.ο.κ. Στὸ πρακτορεῖο μπορεῖς ἁπλῶς νὰ μπεῖς, νὰ συμπληρώσεις τὸ δελτίο σου, νὰ προσεγγίσεις τὸ ταμεῖο, νὰ ἀφήσεις τὸ ποσὸ τοῦ πονταρίσματος καὶ νὰ φύγεις μὲ τὸ χαρτάκι δίχως νὰ ἀνταλλάξεις οὔτε μία ματιὰ μὲ τὸν πράκτορα. Δὲν εἶναι ἀεροδρόμιο γιὰ νὰ ἀνακοινώνει κανεὶς τὴν ἄφιξη ἢ τὴν ἀναχώρησή του. (περισσότερα…)

Καναρίνια, ἀγελάδες, μαθητές: ἐπιβάτες στὸ ἴδιο τρένο

*

«Φτερὰ κι ἀγκάθια»
γράφει ὁ
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

~.~

Πρὶν ἀπὸ χρόνια ἤμουν στὸ ἐκτροφεῖο τοῦ Παναγιώτη Μακρῆ, ἐκτροφέα καναρινιῶν χρώματος, τὰ ὁποῖα τὰ προετοίμαζε γιὰ τοὺς τοπικούς, ἐθνικοὺς καὶ πανευρωπαϊκοὺς ἢ παγκόσμιους μορφολογικοὺς διαγωνισμούς. Γιὰ περισσότερο ἀπὸ μιὰ δεκαετία συμμετεῖχα κι’ ἐγὼ σὲ ἀντίστοιχες ἐκθέσεις μὲ πτηνὰ δικῆς μου ἐκτροφῆς. Ἐξωγενεῖς συνθῆκες μὲ ὁδήγησαν μὲ πολλὴ λύπη νὰ σταματήσω τὸ κοπάδι μου, τὸ ὁποῖο σιγὰ-σιγὰ καὶ θὰ ξαναρχίσω νὰ φτιάχνω, αὐτὴ τὴ φορὰ πιὸ μεθοδικὰ καὶ σίγουρα πιὸ διαχειρίσιμα ἀπ’ ὅ,τι στὸ παρελθόν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὅλα αὐτὰ δὲν ἔχουν καὶ τόση σημασία. Αὐτὸ ποὺ μοῦ ἔκανε τότε ἐντύπωση ἦταν ὅτι ὁ Μακρῆς ἐπισκεπτόταν τὸ ἐκτροφεῖο κάθε δύο μὲ τρεῖς ἡμέρες γιὰ νὰ ταΐσει, νὰ καθαρίσει, νὰ ποτίσει, νὰ παρακολουθήσει τὴν πορεία τῆς ἀναπαραγωγῆς κ.ο.κ. Τὸν εἶχα, λοιπόν, ρωτήσει τότε, τί γίνεται στὸ ἐκτροφεῖο του ὅταν ἐκεῖνος λείπει. Πρακτικὰ ζητήματα ‒ ἄλλωστε, ἦταν ὁ μέντοράς μου: Ἀφήνει κάποιο παράθυρο ἀνοιχτό; Βάζει κάποιο θερμαντικὸ ἢ ψυκτικὸ σῶμα ἀνάλογα τὴν περίοδο; Παρακολουθεῖ μέσω κάποιας κάμερας τὸν χῶρο; Κι’ ἄλλα τέτοια παρόμοια. Ὁ «πτέραρχος» —ἀπόστρατος τῆς Πολεμικῆς Ἀεροπορίας, ἐξ οὗ καὶ τὸ παρατσούκλι— μοῦ ἐξηγοῦσε πάντοτε λεπτομερῶς τὸ τί καὶ τὸ πῶς, τὰ μυστικὰ τοῦ χόμπι μας, καὶ μεταξὺ ἄλλων μοῦ εἶχε πεῖ: «Καὶ φυσικὰ ὅλη μέρα παίζει μουσικὴ τὸ ραδιόφωνο. “Ντέρτι” ἢ “Μελωδία”. Πάντα λαϊκά».

Οἱ σύγχρονες κτηνοτροφικὲς μέθοδοι ἔχουν εἰσαγάγει τὴ μουσικὴ ὡς ἕνα μέσο «ἐξορθολογισμοῦ» τῆς μαζικῆς ἐκτροφῆς τῶν ζώων. Ἐπιπλέον, ἡ μουσικὴ βοηθᾶ στὴν αὐξημένη παραγωγὴ γάλακτος, στὴν παραγωγὴ μαλακότερου κρέατος, στὴ μείωση τῶν τοξινῶν ἕνεκα τοῦ ἄγχους ἐν ὄψει τῆς σφαγῆς, κι’ ἄλλα τέτοια ἀνθρωπιστικὰ μέν, ἐπιτατικὰ τῆς παραγωγῆς δὲ τεχνάσματα. Φυσικά, στὴν περίπτωση αὐτὴ δὲν μιλᾶμε γιὰ ἕνα ἁπλὸ μουσικὸ χαλὶ ἢ ἕναν λευκὸ θόρυβο, ἀλλὰ γιὰ σημαντικὰ ἢ ἀσήμαντα ἔργα τῆς κλασσικῆς μουσικῆς, μιᾶς καὶ οἱ τονικότητες, ἡ ἁρμονία κι’ ὅλα τὰ συμπαρομαρτοῦντα μοιάζουν στοὺς ἐπιστήμονες ὡς ἀποδοτικότερα γιὰ τοὺς στόχους τους. Βέβαια οἱ ἀγελάδες, τὰ αἰγοπρόβατα ἢ οἱ κότες δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ ἐκτιμήσουν τὸ πρελούδιο σὲ ντὸ δίεση ἐλάσσονα τοῦ Ραχμάνινωφ, (περισσότερα…)

Στους ομοτέχνους του Νέου Πλανοδίου – Ένα ποιητικό δώρο Χριστουγέννων

*

ΣΤΟΥΣ ΟΜΟΤΕΧΝΟΥΣ

Χριστέ μου, δεν θ’ αντισταθώ καθόλου αυτό το βράδυ,
πετώ με θάρρος την αιδώ μες στο ξερό πηγάδι.
Καλπάζει η αγάπη μου η σφοδρή με του έρωτα τον ίππο
και στάθηκε να πιει νερό στον μυστικό μου κήπο.
Μακάριο το πένθος μου και το πικρό μου δάκρυ
αν έβρισκα το ταίρι μου στου πέλαγου την άκρη,
μα αν κάποτε ξεστράτιζε το γλυκερό της βέλος
δεν θα έκλεινα τα μάτια μου μπροστά στο βίαιο τέλος.

Τριγύρω μου καλή χορεία
φωτίζει την τρωτή πορεία
και δώρα τέτοια με κερνάει
στη θλίψη που με προσπερνάει:

σονέτα απ’ τη Μαρία πρίμα
της Άννας την ωραία ρίμα
του Νίκου τους στεντόρειους ήχους
μελωδικούς του Θάνου στίχους
σφοδρές απ’ τον Θανάση δόσεις
στον Ρίλκε τέλειες αποδόσεις
από του Κώστα τη γραφίδα.
Ζαλίζει το άγγιγμα του Μίδα
όμως το φρούτο δεν αλλάζει·
η γεύση πάντα συναρπάζει.

Στην πτώση μου με τέτοια συνοδεία
ξορκίζω την πανάρχαιη τραγωδία.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

*

*

*

Πολιτική / Κατανάλωση

*

«Φτερὰ κι ἀγκάθια»
γράφει ὁ
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

~.~

“A Better Life, A Better World”, “Building a World That Works”, “Building a better working world”, “A Better World has to be Built”, “Building a smarter planet”, “Caring for the world, one person at a time”, “Creating a better everyday life for the many people”, “Bring the world closer together”, “Belong anywhere”. Ὅλα τὰ παραπάνω εἶναι λίγα μόλις ἑταιρικὰ σλόγκαν ἢ φράσεις ποὺ βρίσκονται στὴ δήλωση σκοποῦ μεγάλων ἐμπορικῶν ὀργανισμῶν ποὺ δραστηριοποιοῦνται σὲ κάθε σχεδὸν πεδίο τοῦ ἐπιστητοῦ. Κοινός τους παρονομαστὴς δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν προφανῆ: ἡ ὑπόσχεση ἑνὸς νέου, πιὸ καινοτόμου, πιὸ λειτουργικοῦ, πιὸ συμπεριληπτικοῦ, πιὸ καλοῦ ἐν πάσῃ περιπτώσει κόσμου, ἀνεξαρτήτως παρεχόμενου προϊόντος ἢ προσφερόμενης ὑπηρεσίας. Πλάι ὅμως στὴ σημαντικὴ αὐτὴ δήλωση κρύβεται μιὰ ἀκόμα σημαντικότερη παραδοχή. Ὁ ὑπαρκτὸς κόσμος εἶναι ἀνεπαρκής, προβληματικός, ἀνολοκλήρωτος· τὰ δὲ —πλασματικὰ μονάχα— κυρίαρχα ὑποκείμενά του, δηλαδὴ οἱ ἄνθρωποι, εἶναι ἐξίσου εὐάλωτα, ἐπισφαλῆ καὶ μόνα. Εἶναι ἀνάγκη, λοιπόν, οἱ ὑπηρεσίες καὶ τὰ προϊόντα αὐτὰ νὰ χτίσουν ἕναν καλύτερο κόσμο· καλύτερο, ναί, ὅμως ὄχι «πιὸ καλὸ» ἀπ’ τὸν ὑπάρχοντα. Αὐτὸς ἐκ προοιμίου ἔχει ἀποφασιστεῖ ὅτι εἶναι ἀτελὴς καὶ γεμάτος τυφλὰ σημεῖα, παγίδες, βλάβες καὶ τέλος πάντων «ὄχι καλός». Θὰ ἦταν ἐνδεχομένως ὑπερβολὴ νὰ εἰκάσουμε ὅτι γιὰ τὸν διαφημιστικὸ λόγο ὁ κόσμος εἶναι ἁπλὰ «κακός» ‒ μὲ κάθε πιθανὴ ἐξακτίνωση τῆς λέξης;

Θὰ ἦταν ὑπερβολικὸ καὶ ἄδικο νὰ μποῦμε σὲ μιὰ συζήτηση ὀντολογικῆς τάξεως γιὰ τὸν κόσμο μὲ μιὰ τόσο ἀσήμαντη φαινομενικὰ ἀφορμή. Ἄλλωστε, σὲ κάθε ἐνδεχόμενη ἐπιχειρηματολογία θὰ φτάναμε στὸ ἀδιέξοδο, ἂν σκεφτοῦμε ὅτι διάφορες πολιτισμικὲς παραδόσεις ἔχουν ἀποφανθεῖ γιὰ τὴν ἠθικὴ ταυτότητα τοῦ κόσμου. Ἀλλοῦ ὁ κόσμος κι’ ὁ ἄνθρωπος ἐντός του εἶναι ριζικὰ ἐκ γενετῆς κακοὶ καὶ πειθαρχοῦν σὲ ἕνα κοινωνικὸ συμβόλαιο ποὺ τοὺς τρέπει σὲ μὴ-κακούς, τῇ ἐξαιρέσει τῶν ἁγίων ποὺ καταφέρνουν καὶ γίνονται καλοί, ἂν δὲν εἶναι ἤδη ἐξαρχῆς. Ἀλλοῦ τὸ καλὸ κυριαρχεῖ καὶ θεωρεῖται ἀναγκαῖα προϋπόθεση· ἐξωγενεῖς συνθῆκες ὁδηγοῦν στὸ κακὸ καὶ τὸ ἐπίβουλο, συνήθως πιστώνοντάς το σὲ ἀλλογενεῖς δυνάμεις ποὺ συγκεντρώνουν τὶς δυνάμεις τους γι’ αὐτὸν τὸν σκοπό. Ἀλλοῦ, τέλος, ὅλα εἶναι ἐπιλογὲς καὶ ἐξωτερικὲς πιέσεις. (περισσότερα…)

Ἀκτινογραφία φανατικοῦ

*

«Φτερὰ κι ἀγκάθια»
γράφει ὁ
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

~.~

Δὲν πάει καιρὸς ἀπ’ ὅταν ἄνοιξε στὴν ἀρένα τῶν κοινωνικῶν δικτύων μὲ ἀφορμὴ τὴ δολοφονία τοῦ Τσάρλυ Κὲρκ μιὰ συζήτηση γιὰ τὸν φανατισμὸ καὶ τὰ θλιβερά του ἀποτελέσματα. Καὶ πράγματι, ἂν τὸ σκεφτεῖ κανεὶς ψύχραιμα καὶ ἐξ ἀποστάσεως δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ καταλήξει στὸ ἴδιο συμπέρασμα. Ὁ φανατικὸς δρᾶ παρωπιδικά, σὰν τὸ γαϊδούρι ποὺ ξέρει ἕνα μονοπάτι καὶ δὲν τὸ ἀλλάζει εἴτε ἔχει κατολίσθηση, εἴτε ἔχει ρίξει ἕνα μέτρο χιόνι, εἴτε ἂν προκύψει ἕνας νέος ὁμαλότερος δρόμος ποὺ θὰ διασφαλίσει τὴ σωματική του ἀκεραιότητα. Ναί, εἶναι κάπως ἔτσι. Παρὰ ταῦτα, ἡ ὀπτικὴ αὐτὴ πέρα ἀπὸ ἐξίσου θυμικὴ μὲ τὸν θυμικὸ ἀγώνα τοῦ φανατικοῦ εἶναι κάπως ἀνάλατη, γλυκερή, ἴσως εὐχετική, σὰν τὶς ἐκθέσεις ποὺ γράφαμε στὸ σχολεῖο, τῶν ὁποίων ἂν ἀκολουθούσαμε τὰ προτάγματα ποὺ ὑποστηρίζαμε γιὰ νὰ πάρουμε καλὸ βαθμὸ στὴ μετέπειτα ἐνήλικη ζωή, θὰ φτάναμε νὰ καταφέρουμε τὶς αὐτονομιστικὲς εὐτοπίες (τελικὰ δυστοπίες) τοῦ Καστοριάδη καὶ ἄλλων χαρούμενων στοχαστῶν τοῦ γραφείου.

Προφανῶς, τὰ πράγματα δὲν κινοῦνται πάντοτε στὸ ἀσπρόμαυρο δίπολο, ὡστόσο μιὰ συζήτηση γιὰ τὸν φανατισμὸ («Ποὺ θἄπρεπε νἆναι μόνο στὰ γήπεδα», ὅπως μοῦ ΄λεγε πρόσφατα νηφάλια πλὴν ἐμπύρως ὁ Πατίλης) δὲν γίνεται νὰ περιοριστεῖ σὲ εὐχολόγια καὶ δυνητικότητες· κι’ αὐτὸ ἀφ’ ἑνὸς ἐπειδὴ ἡ νηφαλιότητα εἶναι κατακτημένη κατάσταση κι’ ὄχι φυσική, βιολογικὴ προϋπόθεση, ἀφ’ ἑτέρου ἐπειδὴ τὸν ἀντιμετωπίζουμε καθημερινὰ μένοντας στὸν φαινότυπο καὶ ἀποσιωπῶντας τὸν γονότυπο.

Τὸ γονιδίωμα τοῦ φανατισμοῦ εἶναι ἑλικοειδὲς καὶ κινεῖται σὲ δύο παράλληλους ἄξονες ποὺ ἅπτονται πολλῶν ἐπικρατειῶν. Στὸν πρῶτο ἕλικα/ἄξονα ὑπάρχει ὁ ὀρθολογικοποιημένος φανατισμὸς ποὺ προκύπτει κατόπιν σκέψης, ἐπιλογῶν, συνθηκῶν καὶ ἀποκλεισμῶν ἕτερων φανατισμῶν, ἐνῶ στὸν ἄλλον βρίσκεται αὐτὸ ποὺ ὀνομάζεται κοινῶς «τυφλὸς φανατισμός», ποὺ ὅμως δὲν διαφέρει καθόλου ἀπ’ ὅ,τι καθημερινὰ ὀνομάζουμε «πίστη». Ὁ ἕνας ἕλικας εἶναι προϋπόθεση τοῦ ἄλλου· ὁ πρῶτος ὡριμάζοντας μετατρέπεται στὸν δεύτερο, καὶ κάθε νέα πληροφορία, κάθε νέο ἐρέθισμα, κάθε ἐξωγενὴς παράσταση ἐπανατροφοδοτεῖ τὸν πρῶτο. Ἡ πίστη δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πίστη, ἂν δὲν εἶναι «τυφλή». Ὅλα τὰ ὑπόλοιπα (ἔλεγχος, αἰτιολόγηση, ὀρθολογικοποίηση, ἀξιολογικὲς παράμετροι) ἐδῶ ἀπάδουν.

Ὁ φανατικὸς νιώθει παράλληλα ὅτι ἔχει ἐπιλέξει νὰ στηρίζει κάτι, ἐνῶ τὴν ἴδια στιγμὴ αὐτὸ τὸ «κάτι» τοῦ φαίνεται ὡς προέκταση τοῦ ἑαυτοῦ του, κάτι ποὺ βαστᾶ ἀπὸ τὴ γέννα καὶ δὲν θὰ μποροῦσε ἐπουδενὶ λόγῳ νὰ εἶναι ἀλλιῶς. Εἶναι ὡς νὰ ὁρίστηκε ἀπὸ κάποιον ἢ κάτι στὴν ὑπηρεσία ἑνὸς σκοποῦ ποὺ ἐνῶ πρόκειται γιὰ μιὰ ἁπλὴ πίστη τείνει νὰ γίνεται ἕνα ἀπ’ ἀρχῆς ἕως τέλους συνεκτικὸ modus vivendi et operandi. Οἱ ὅποιες ἀποκλίσεις προκύπτουν περιστασιακὰ ἢ ἀναγκαστικά, γρήγορα γίνονται φύση τοῦ κυρίως κορμοῦ σὲ βαθμὸ ποὺ πλέον δὲν λογίζονται ὡς τέτοιες, παρὰ μόνον ὡς ἐξελιγμένες ἐκδοχὲς τοῦ ἀρχικοῦ πλάνου. Μὲ ἄλλα λόγια, τὰ πάντα βγάζουν νόημα στὸν κόσμο τοῦ φανατικοῦ, καθὼς ἡ βαθιὰ πεποίθηση ὕπαρξης ἑνὸς κόσμου ποὺ μπορεῖ νὰ ἰδωθεῖ μὲ ἴσιο κρέας μόνο μέσα ἀπὸ τὰ μάτια του ἢ τὰ μάτια τῶν ὁμοϊδεατῶν του, πλημμυρίζει τελικὰ τὸ πράττειν του σὲ μιὰν ὁρῶσα [γιὰ τὸν ἴδιον] τύφλωση [γιὰ τοὺς ἄλλους]. (περισσότερα…)

Σονέττα πρὸς παλαίμαχο Μεσσία

*

Ι.

Ἐκεῖνοι ποὺ ἀνακήρυξαν πατέρες
τοὺς ἑαυτούς τους δίχως νἄχουν σπείρει,
χειρότεροι εἶναι ἀπὸ κάποιες μητέρες
ποὺ τριγυρνοῦν στὰ ἄνθη γιὰ τὴ γύρη

γιατὶ δίχως ἀπόγονους νομίζουν
πὼς πλήθυναν τὴ γῆ μὲ φωτοκόπιες.
Πτηνὰ ἐνδημικὰ ποὺ ἀλληθωρίζουν
σὲ πτήσεις διεθνεῖς, μὰ μόνο ἐντόπιες

μικρὲς κι’ ἀδέξιες διαδρομὲς πετᾶνε
θυμίζοντας φραγκόκοτα ἢ κότα
λειράτη, γερασμένη. Μὲ τὰ χνῶτα

τὸ ἀνάστημα τοῦ ἀετοῦ μετρᾶνε.
Κι’ αὐτὸ ποὺ ἴσως γιὰ γάλα τοὺς μυρίζει
ἡ νιότη εἶναι ποὺ τοὺς κατακρημνίζει.

///

ΙΙ.

Ἀρνητικὸ ἀντὶ φωτοτυπία
ἐπέλεξα νὰ εἶμαι ‒ νὰ τὸ ξέρεις.
Καὶ τῆς καριέρας σου ἡλιοτυπία
διορθώνω ἀργά, γι’ αὐτὸ καὶ ὑποφέρεις. (περισσότερα…)

Εσχάτη Κρίση

*

Στον Θανάση Γαλανάκη

Αχ κριτικέ, που δίδασκες και νόμο δεν εκράτεις
Κι αντί να μου νομοθετείς έγινες παραβάτης
Που ήξερες τον Μπένγιαμιν, τον Βέμπερ από στήθους
Και ήσουνα υπόδειγμα αισθητικής και ήθους
Που έβρισκες τους άγνωστους και υποτιμημένους
Και έπλεκες εγκώμια και μοίραζες επαίνους
Που μια ζωή ολάκερη δεν είπες ένα ψόγο
Κι έρχεται κάθε μπαγλαμάς να σου ζητά τον λόγο;
Πού βούταγες στην ποίηση ίσαμε το μεδούλι
Πώς γίναν ίσα κι όμοια αφεντικά και δούλοι;
Εσύ που ’σουν ανάχωμα στη ποίηση που φθίνει
Και τώρα ψάχνεις μάταια να ρίξεις την ευθύνη
Αχ κριτικέ, ποιος θα βρεθεί για σένα να δακρύσει
Και ποιος την δόλια κριτική θα βγάλει απ’ την κρίση;
Και τώρα δίχως κριτικούς, ποιον θα ’χουμε Μεσσία
Να μας κουνά το δάχτυλο με τόση παρρησία
Για μας τους ματαιόδοξους, ποιος θα ’ρθει να μιλήσει;
Η κριτική της κριτικής ήταν κι αυτή μια λύση.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ

*

*

*

H κριτική της κριτικής της κριτικής της κριτικής

*

του ΘΑΝΑΣΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ

Κλειδωμένο μαγαζί:
εἴσοδος μόνο γιὰ μέλη,
κι’ ἂν τεντώσω τὸ σχοινὶ
τότε πάνω μου εἶχα βέλη.
ΜΑΝΙ

Ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἀνακυκλώνεται στὰ ἠλεκτρονικὰ καὶ ἔντυπα περιοδικὰ ἡ γνωστὴ ἱστορία τῆς κριτικῆς, τοῦ ποιός μπορεῖ ἢ δύναται νὰ τὴν ἀσκεῖ, γιατί τὴν ἀσκεῖ πολὺ ἢ λίγο, τί ἐπιδιώκει γράφοντάς την, κι’ ἄλλα παρόμοια ποὺ κρατᾶν σὲ φόρμα τοὺς ντόπιους ἑτοιμόπολεμους γραφιάδες. Μάλιστα, οἱ συζητήσεις αὐτὲς ἔρχονται στὴν ἐπιφάνεια κυρίως σὲ νεκρὲς περιόδους, λ.χ. λίγο μετὰ τὴ χριστουγεννιάτικη παύση ἢ κατὰ τὸ καλοκαίρι – πιθανότατα ἐπειδὴ ἡ ἀπουσία δράσης ἐνοχλεῖ τοὺς πάντοτε διψασμένους γιὰ κατάθεση ἀπόψεων καὶ νύξεων κριτικούς. Κάποιος κακόβουλος θὰ ἔλεγε ὅτι ἡ χρονία αὐτὴ συμπίπτει καὶ μὲ τὸν προκυφθέντα ἐλεύθερο χρόνο τῶν γραφόντων, οἱ ὁποῖοι –ἐλλείψει αὐτῶν τῶν ἴδιων περιστάσεων ποὺ στηλιτεύουν– αὐξάνουν τοὺς βαθμοὺς πρεσβυωπίας τους καὶ βλέπουν καλύτερα τὴν καμπούρα τοῦ ἄλλου. Παίρνω ἀποστάσεις ἀπὸ τὶς κακόβουλες Κασσάνδρες, ἂν καὶ ὁ μύθος τὶς δικαιώνει. Ὁπωσδήποτε, αὐτὸ θὰ ἦταν μιὰ σκέψη ἐκ τοῦ πονηροῦ, λίαν κακόβουλη καὶ διαβλητική. Μακριὰ ἀπὸ μένα αὐτά.

Στὸ κέντρο τῆς συζήτησης, λοιπόν, τίθεται μέσες-ἄκρες τὸ ἐρώτημα «ποιός ἀσκεῖ τὴν κριτική», τὸ ὁποῖο καλλωπίζεται μὲ τὴ μορφὴ τοῦ «πῶς ὀφείλει κανεὶς νὰ ἀσκεῖ τὴν κριτική», ἄσχετα ἂν τελικὰ τίποτα ἀπ’ τὰ δύο δὲν ἰσχύει  – ἀλλ’ αὐτὸ θὰ τὸ δοῦμε παρακάτω. Προσωπικά, ἂν καὶ δὲν βρῆκα διαθέσιμο εἰσιτήριο γιὰ τὴ συζήτηση, σκέφτηκα νὰ γράψω δυὸ-τρεῖς σκέψεις, ἀφοῦ ὅμως πρῶτα διευκρινίσω τὴ θέση μου – τὸ πλέον ἀναγκαῖο γιὰ τοὺς new age γραφιάδες «positionality». Ἂν λάβω ὐπόψιν τὸ πῶς ὁρίζεται ἡ κριτικὴ ἀπὸ τοὺς περισσότερους ποὺ τὴν ἀσκοῦν, τότε ἐπουδενὶ λόγῳ εἶμαι κριτικός. «Κρίνω» τείνει νὰ σημαίνει «διακρίνω», ἐντούτοις πέρα ἀπὸ τὰ χρόνια τοῦ Jauss καὶ τοῦ Iser δὲν ξανάδα κάποιο πρόγραμμα σπουδῶν ποὺ νὰ βγάζει «κριτικούς» σκέτα· ὅσον ἀφορᾶ τὴν κριτικὴ τῇ εὐρείᾳ ἐννοίᾳ, ἀπ’ αὐτὰ ὑπάρχουν νὰ φᾶν κι’ οἱ κότες. Παρ’ ὅλα αὐτά, ἡ ἰδιότητα αὐτὴ φαίνεται νὰ λαμβάνει διαστάσεις ἐπαγγελματικές, ἤτοι προκύπτει κατόπιν σπουδῆς, μαθητείας, τριβῆς καὶ ἐν γένει μὴ-ἐρασιτεχνικῆς ἐνασχόλησης. Κατ’ ἄλλους, οὐκ ἐν τῷ πολλῷ τὸ εὖ, ἑπομένως ἡ ἰδιότητα τοῦ κριτικοῦ πρόκειται περὶ ἑνὸς beneficium. Δὲν πληρῶ προϋποθέσεις γι’ αὐτὴ τὴ δωρεά, οὔτε οἱ σπουδές μου μ’ ἔβγαλαν κριτικό, ἀλλὰ κάτι ἄλλο, ἑπομένως πάει αὐτό…  Ἐπιπλέον, βάσει τῶν πρόσφατων γραφομένων, ἰδίως ἡ «κριτικὴ τῆς κριτικῆς» ἀσκεῖται ἀπὸ τοὺς πλέον ἐπαΐοντες, τοὺς διαπιστευμένους, τοὺς ἔχοντες εἰσιτήριο βρὲ ἀδερφέ. Ὅπως ἔγραψα σαφῶς παραπάνω, δὲν βρῆκα εἰσιτήριο. Σὺν τοῖς ἄλλοις, δὲν εἶμαι σὲ θέση νὰ κρίνω οὔτε τὴν «κριτικὴ τῆς κριτικῆς», διότι αὐτὸ θὰ μὲ ἐπέστρεφε στὴ θέση τοῦ κριτικοῦ βάσει ἁπλῶν μαθηματικῶν ἀποκλεισμῶν. Ἔχοντας, ὡστόσο, τὴ βαθιὰ πίστη ὅτι ἡ κριτικὴ συνιστᾶ τεκμηριωμένη ἀρέσκεια/ἀπαρέσκεια μὲ τὴν παράλληλη –προαιρετικὴ ἐνίοτε– ἐπικουρικὴ χρήση ἐπιστημονικῶν μεθόδων –ἐὰν κι’ ἐφόσον μπορεῖ νὰ ὑπάρξει πλήρης ἐπαληθευσιμότητα–, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀναγκαία συνθήκη τῆς τριβῆς μὲ τὸ κρινόμενο προϊὸν ὡς προϊόν-και-μόνον (εἴτε εἶναι φαγητό, γλυκό, βιβλίο ἢ κριτικὸ κείμενο), θὰ ζητοῦσα τὴν ἄδεια νὰ ἐκφραστῶ παρακάτω ὡς κριτικὸς τῆς κριτικῆς τῆς Κριτικῆς τῆς κριτικῆς.

Κύρια ἀφορμὴ στάθηκε τὸ οἰκεῖο κείμενο τῆς Ἄννας Ἀφεντουλίδου στὸν Ἀναγνώστη. Λιγότερο δὲ ἐκεῖνο τῆς Βαρβάρας Ρούσσου, κυρίως λόγω τῆς μορφῆς του, μιᾶς καὶ τὰ εἴκοσι-ἐννέα εὔλογα ἐρωτηματικά του περισσότερο θέτουν ἐρωτήματα παρὰ ἀποφάνσεις πρὸς συζήτηση. (περισσότερα…)

Παιδιά στα καλαμπόκια

*

Φωνὴ ἐν Ραμᾷ(λα) ἠκούσθη, θρῆνος
καὶ κλαυθμὸς καὶ ὀδυρμὸς πολύς·

Παιδιὰ στὰ καλαμπόκια συναντιοῦνται
κάθε αὐγή, στῆς προσευχῆς τὴν ὥρα
καὶ σὲ καινὰ εὐαγγέλια μυοῦνται
καπνίζοντας λουλούδια ὑπνοφόρα.

Ἀλλάζοντας φορὰ στὴν ἐξουσία
μὲ τὰ δρεπάνια καὶ πυρσοὺς στὰ χέρια
μοιράζουνε ξανὰ τὴν περιουσία
τοῦ γένους τους μὲ δίκαια μαχαίρια.

Κι’ ὁρμοῦνε στοῦ ναοῦ τὸν ἀχυρώνα
τὴν ὥρα ποὺ ὁ παπᾶς σοδειὰ γυρεύει
μὲ δέηση στοῦ Κύριου τὴν κορώνα.

Τὸ αἷμα τῶν μεγάλων πλέον ὑδρεύει
τὰ καλαμπόκια ἐκτὸς θερμοκηπίων·
μιὰ ἐκδίκηση σφαγῆς ἀθώων νηπίων.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

*

*

*

 

Χαντίθ (απόσπασμα)

*

Η ΒΟΥΣ

Τῶν πιστευόντων εἰς τὰ ἀποκαλυφθέντα σοι
καὶ εἰς τὰ πρὸ σοῦ γενόμενα·
τῶν
πιστευόντων εἰς τὴν ἡμέραν τὴν ἐσχάτη
(K, B΄ 3)

I.

Ἐκσφενδονίζει πύρινες τὶς λέξεις
στὰ μάτια σου ἀνάμεσα σὰν ξίφος,
ἀφοῦ θαρρεῖς κακὸ πὼς βάζει ὁ νοῦς του
μονάχα, καὶ καλὸ πολὺ σπανίως.
Τὶς λέξεις ἢ τὴ λέξη· ναί, σὰν βέλος
ποὺ τρίτο ἀνοίγει μάτι στὸ κρανίο
μὲ φλόγες καθὼς σβήνει ἀπιστίες
ἀπίστων καὶ πιστῶν ποὺ ἀμφιβάλλουν.
Μὰ αὐτὸς τὰ τρίχινά του τὰ σαλβάρια
τὰ πέταξε καὶ τώρα τὸ μετάξι
χαϊδεύει τὸ ἱδρωμένο του σαρκίο.
Καρφάκι δὲν τοῦ καίγεται ‒ κοιτάει
τὸν ἥλιο, τὶς καμῆλες, τὰ τουρμπάνια
ποὺ πάνω στὰ εὐτελῆ χρυσαφικά του
(κάθε ἕναν, δηλαδή, κόκκο ἐρήμου)
τρέχουν νὰ ἐκτελέσουν τὶς βουλές του
ποὺ μὲ ἀναγκαιότητα μεγάλη
ξεπρόβαλαν σὰν νύχτα μὲ δρεπάνι.
Δὲν θέλει καὶ πολλά: μονάχα λόγια.
Μιὰν ἄρνηση καὶ μιὰ μικρὴ ἐλπίδα,
ἁπλά, πολὺ ἁπλά,
σὰν ἀγελάδα. (περισσότερα…)

Μια χώρα που τη λένε Χιροσίμα

*

τοῦ ΘΑΝΑΣΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ

Ειρήνη Καραγιαννίδου
Συρτός στα τρία
Πανοπτικόν 2023

Μπερδευόμαστε καμιὰ φορὰ ὅσοι σπουδάσαμε φιλολογία ὅταν πιάνουμε ἕνα βιβλίο στὰ χέρια μας, ἐπειδὴ ἐθιστήκαμε νὰ ψάχνουμε τί ἐνδεχομένως εἶναι ἀξιερεύνητο κι’ ὄχι τί εἶναι ἀξιανάγνωστο σ’ αὐτό. Ἀλλιῶς, θὰ τὸ ἔλεγα ὡς ἑξῆς: ψάχνουμε νὰ βροῦμε τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα ποὺ θὰ μᾶς ὁδηγήσουν τελικὰ σὲ μιὰ κρίση ἢ σ’ ἕνα κείμενο βασισμένο πιθανότατα σὲ ἕνα θεωρητικὸ/ἑρμηνευτικὸ κοστουμάκι, κι’ ὄχι στὴν ἀπόλαυση ποὺ μπορεῖ —ἢ δὲν μπορεῖ— νὰ μᾶς δώσει τὸ λογοτεχνικὸ ἔργο ποὺ πιάσαμε νὰ διαβάσουμε. Τελικά, καταλήγουμε σὲ μιὰν ἀξιολόγηση ποὺ συχνὰ εἶναι παραπλανητικὴ τόσο γιὰ ἐμᾶς ὅσο καὶ γιὰ τὸν ἴδιο τὸν ἀναγνώστη, διότι ἑδράζεται σὲ ἐπισφαλῆ κριτήρια. Ὅταν παρουσιάζουμε ἕνα βιβλίο καλούμαστε νὰ κάνουμε δύο πράγματα: κατὰ πρῶτον νὰ κρίνουμε τὸ βιβλίο σιωπηρά, μιᾶς καὶ ἡ ἀποδοχή μας νὰ συμμετέχουμε στὴν παρουσίασή του δηλώνει κάτι ἐξ’ ὑπαρχῆς (ἐκτὸς κι’ ἂν κάνουμε 20 παρουσιάσεις τὸν χρόνο, ἄρα ἐκεῖ μιλᾶμε γιὰ παροχὴ ὑπηρεσιῶν)· κατὰ δεύτερον νὰ παρουσιάσουμε τὸ βιβλίο αὐτὸ κατὰ τὸν ἑλκυστικότερο δυνατὸ τρόπο ὥστε ὁ κόσμος ποὺ ἔχει ἔρθει, νὰ βρεῖ κάτι σ’ αὐτὸ ποὺ τελικὰ θὰ τὸν ὁδηγήσει νὰ τὸ ἀγοράσει ‒ διότι, κάπου-κάπου ἂς τὸ λέμε, πέρα ἀπὸ πολιτιστικὴ συμβολὴ κι’ ὅλα αὐτὰ τὰ σωστὰ πλὴν γλυκερά, τὸ βιβλίο εἶναι κι’ ἕνα προϊὸν ποὺ ζεῖ καὶ ἐπιβεβαιώνεται ὅταν τὸ κοινὸ τὸ ἀγκαλιάζει ‒ κι’ ὅταν λέω «τὸ ἀγκαλιάζει» ἐννοῶ «τὸ ἀγοράζει». Αὐτὰ γιὰ ἀρχή, ὥστε νὰ διευκρινίσω ἐκ προοιμίου ὅτι ὅλα ὅσα καταλογίστηκαν παραπάνω στὸ μετιέ μου, θὰ τὰ κάνω κι’ ἐγὼ δίχως φόβο καὶ πάθος, ἐλπίζω ὡστόσο κάπως πιὸ συγκρατημένα. (περισσότερα…)

Γιὰ τοὺς «Κολοφῶνες» τοῦ Γιάννη Μαμάη

 

*

του ΘΑΝΑΣΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ

Πραγματοποιήθηκαν χτὲς τὰ ἐγκαίνια τῆς ἔκθεσης «Κολοφῶνες, ἡ μνήμη τῆς τελευταίας σελίδας», στὴν ὁποία ἐκτίθενται 102 κολοφῶνες, σχεδιασμένοι ἀπὸ τὸν ἀρχιμαστρο-Γιάννη Μαμάη, διευθυντὴ τοῦ ἐκδοτικοῦ/σχεδιαστικοῦ τμήματος τῶν ἐκδόσεων Gutenberg. Ἡ ἔκθεση λαμβάνει χώρα στὸ Μουσεῖο Σύγχρονης Τέχνης ‒ Ἵδρυμα Βασίλη καὶ Ἐλίζας Γουλανδρῆ στὸ Παγκράτι καὶ θὰ διαρκέσει ἕως τὶς 20 Ἰουνίου 2024. Τὴν ἔκθεση προλόγισαν οἱ (κατὰ σειρὰ ἐμφάνισης) Παντελῆς Μπουκάλας, Στάντης Ἀποστολίδης, Θανάσης Τριαρίδης καὶ Ἀ. Κ. Χριστοδούλου, ὁ τελευταῖος διὰ χειλέων τοῦ ἠθοποιοῦ Στέλιου Μάινα. Ἡ ἐκδήλωση ἔκλεισε μὲ τὸν Γιάννη Μαμάη, ποὺ μὲ γνήσια συγκίνηση κατέθεσε κάποιες σκέψεις του γύρω ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἀγαθὸ καὶ συνάμα προϊὸν ποὺ λέγεται βιβλίο. Ἀξίζει νὰ ἀναφερθεῖ ὅτι ἡ ἔκθεση πραγματοποιεῖται ἑορταστικὰ στὸ πλαίσιο τῆς ἐπετείου τῶν 60 ἐτῶν ἀπὸ τὴν ἵδρυση τοῦ ἐκδοτικοῦ οἴκου τοῦ Γιώργου Δαρδανοῦ καὶ τῶν τέκνων του, Δανάης καὶ Κώστα Δαρδανοῦ.

Θὰ ἦταν περιττὸ νὰ μιλήσει κανεὶς γιὰ τὴν ποιότητα τῶν βιβλίων ποὺ σχεδιάζονται ἀπὸ τὸν Μαμάη. Κι’ αὐτὸ ἐπειδὴ ἀκόμα κι’ ἂν μιλήσουμε γι’ αὐτὰ ἀποφεύγοντας τὶς εἰδικὲς τεχνικὲς λεπτομέρειες, λίγοι —τί λίγοι, δηλαδη; μιὰ χούφτα!— θἆναι οἱ εὑρισκόμενοι σὲ θέση νὰ κατανοήσουν τὸ μεγαλεῖο τοῦ ἐλάχιστου ποὺ ἀπαιτεῖται, ὥστε ἕνα μάτσο λέξεις ἀπὸ τὸ Μs Word ἑνὸς συγγραφέα νὰ καταλήξει συντεταγμένο κατὰ τρόπο εὔτακτο καὶ αἰσθητικὰ ἀρτιωμένο στὸ σαλόνι μιᾶς ἔκδοσης. Κι’ ὅταν ἀναφέρομαι στὸ «μεγαλεῖο τοῦ ἐλάχιστου» ἐννοῶ τὸ αἰσθητικὸ ἀποτέλεσμα ποὺ προκύπτει ἀπὸ τὴν ἁπλὴ ὑποταγὴ —ναί, αὐτὴ εἶναι ἡ λέξη— στοὺς κανόνες τῆς παραδοσιακῆς τυπογραφίας· τῆς τυπογραφίας, δηλαδή, ποὺ χωρὶς φιοριτοῦρες καὶ ἠχηρὰ πυροτεχνήματα παραδίδει στὸ μάτι τοῦ ἀναγνώστη τὸν ἐνυδατικὸ φυσιολογικὸ ὁρὸ ποὺ ὁ τελευταῖος χρειάζεται κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἀνάγνωσης. Μ’ ἄλλα λόγια, κι’ ὅπως λέει κι’ ὁ Μαμάης, τὸ αἰσθητικὸ ἀποτέλεσμα ποὺ γεννᾶ «βιβλία ποὺ δὲν πληγώνουν τὸ μάτι». Σταματῶ ὅμως ἐδῶ, διότι μιὰ μεγαλύτερη διαπραγμάτευση σχετικὰ μὲ τὶς ἀρετὲς τῆς καλῆς τυπογραφίας καὶ τὶς διαφορές της ἀπὸ τὴν ἐντυπωσιοθηρία αὐτῶν ποὺ —κατὰ τὴν ἄποψή τους— προωθοῦν τὸ τυπογραφικὸ γίγνεσθαι κατὰ τρόπο καινοτόμο, πρωτότυπο μοντέρνο, θὰ προκαλοῦσε μιὰ συζήτηση ποὺ καλὸ θἆταν κάποτε νὰ γίνει, ὡστόσο τὴν ἴδια στιγμὴ λείπουν δύο βασικὲς προϋποθέσεις: (α) ἡ γνώση καὶ ἡ ἐπαφὴ μὲ τὴν παλιὰ τέχνη καὶ (β) τὰ εὐήκοα ὦτα· κι’ ἂν τὸ πρῶτο εἶναι δύσκολο γιὰ τὴ γενιὰ ἡμῶν τῶν νέων σχεδιαστῶν/σελιδοποιῶν, μιᾶς καὶ δὲν προλάβαμε ἢ δὲν μᾶς δόθηκε ἡ εὐκαιρία νὰ ἐργαστοῦμε στὴ μονοτυπία, τὂ δεύτερο εἶναι ἐξίσου σπάνιο ἕως ἀνύπαρκτο, καθὼς οἱ ἰμπρεσιονιστικὲς ἀπόψεις δίνουν καὶ παίρνουν, ὥσπου κάποια στιγμὴ φτάνουν νὰ γίνονται νόρμες ποὺ ἐθίζουν τοὺς ἀναγνῶστες στὸ δόγμα τὸ βιβλίο εἶναι μόνο τὸ κείμενο ποὺ τυπώνεται στὶς σελίδες του. Παρ’ ὅλ’ αὐτὰ τὸ βιβλίο εἶναι βιβλίο· ἂν μᾶς νοιάζουν μόνο τὰ κείμενα, τότε μποροῦμε νὰ ἀγοράζουμε στικάκια USB. Εἶναι φτηνότερα καὶ πιάνουν καὶ λιγότερο χῶρο. (περισσότερα…)