επιστημονική φαντασία

Για την απρόσμενη κυριαρχία της αρχαίας βιολογίας 

*

του ΤΖΙ ΜΑΝΚ ΤΙ

Το τέλος του αιώνα μας και η αρχή της νέας Καλωδίωσης[1] απέδειξαν για μια ακόμη οδυνηρή φορά πως όσα επιτεύγματα και αν έχουμε πετύχει σε επίπεδο τεχνολογικό, ο βαθύτερος φόβος για το ανεφάρμοστο τους στην σφαίρα των υπαρξιακών απαιτήσεων παραμένει ενεργός και αδηφάγος: ήταν αλώστε πρώτος ο Nεξ Μεξ[2] που έδειξε με σαφήνεια πως η απεριόριστη αύξηση του προσδόκιμου ζωής καθώς και η ψηφιοποίηση του Χρυσού Πτηνού[3] δε θα μπορούσε να σταματήσει με τίποτα τον μέγα υπονομευτή των προσπαθειών μας: εκείνο, το Άθλιο.

Θυμάμαι πρόσφατα πως περπατώντας προς την συνοικία μου αντίκρισα μια γυναικά που μου φώναζε για τις επικείμενες μετατροπές· με ρώτησε: «είμαστε στ’ αλήθεια αβοήθητοι;» και άρχισε να κλαίει. Δεν ήξερα τι να της απαντήσω (ένας διανοούμενος δυστυχώς δε ξέρει ποτέ τι να απαντήσει) και το μόνο που παρατήρησα ήταν πως τα μάτια της συσπώνταν. Με αγωνία, ανίκανα να παράξουν εκείνο το υγρό που οι Αρχαίοι μας αναφέρουν ως «δάκρυα» και οι Μεσαίοι ως «καθαρτικό υγρό», τα ματιά της έμοιαζαν έτοιμα να εκραγούν απ’ την υπερπροσπάθεια. Ακόμη περισσότερο ενδιαφέρον ήταν το γεγονός πως η κυρία αυτή, την ώρα που φώναζε με απελπισία πως καταφτάνει το τέλος, έτριβε με τις παλάμες της τα ζυγωματικά της. Ήταν ξεκάθαρο πως αυτή η κίνηση γινόταν αντανακλαστικά: μέσα μου γεννήθηκε το αίσθημα μιας αρχέγονης συμπεριφοράς, ξεχασμένης από καιρό, η οποία τώρα αναβίωνε χωρίς προφανή αιτία πάνω στο πρόσωπο της· η απελπισμένη αυτή κυρία σκούπιζε το ανύπαρκτο υγρό από πάνω της, με τον ίδιο τρόπο που μια μητέρα της αρχαιότητας έκανε το ίδιο στο μωρό παιδί της. Ετούτη η εμπειρία, μου έφερε στο κεφάλι –με τον τρόπο ενός πυρακτωμένου σίδερου ή μιας ατσάλινης rsd– πως πάρα τις αλλαγές που έχει υποστεί το ανθρώπινο σώμα, προς χάριν της μηχανικής του βελτίωσης, οι βαθύτερες ανάγκες μας, όπως εκείνη των «καθαρτικών υγρών», εξακολουθούν να κυριαρχούν, με τρόπο υπόγειο, κρυμμένο, και εν τελεί ολοκληρωτικό. Είναι γεγονός πως η παραφροσύνη που μας κατέκλυσε τα τελευταία χρονιά, δεν είναι παρά φυσικό επακόλουθο της αδυναμίας να δούμε καταπρόσωπο εκείνο που αδιάκοπα θάβουμε κάτω απ’ τα νέα μοντέλα αιώρησης και ζιγκλισμού[4]. Πάρα ταύτα θα ήταν αδύνατον να μην παρατηρήσουμε πως πίσω απ’ τις παρανοϊκές εξαγγελίες περί Γενικού Τερματισμού[5] που συνόδευσαν την αρχή της νέας Καλωδίωσης, υπήρχε πάντοτε μια ανάγκη για επιστροφή σε ορισμένες βασικές βιολογικές δομές –τις οποίες όλοι μας νιώθουμε απαραίτητες για να συνεχίσουμε ν’ αντέχουμε τον σύγχρονο τρόπο ζωής. (περισσότερα…)

Το θέμα είναι η συνείδηση

του ΘΕΟΔΟΣΗ ΒΟΛΚΩΦ

Γιώργος Λαμπράκος,
Αίμα μηχανή,
Εκδόσεις Οκτώ, 2022

«Η τύχη των βιβλίων κρέμεται απ’ την κρίση του αναγνώστη». Το πασίγνωστο και συχνόχρηστο απόφθεγμα του Λατίνου γραμματικού Τερεντιανού Μαύρου ξαναβρήκα εσχάτως στην Ανατομία της Μελαγχολίας του Ρόμπερτ Μπέρτον, φερμένη στα ελληνικά χάρη στον μεταφραστικό άθλο του Παναγιώτη Χοροζίδη.

Στον νεωτερικό μας κόσμο ωστόσο, μέχρι να φτάσουν τα βιβλία από τον συγγραφέα στον αναγνώστη (και τελικά στην κρίση του), μεσολαβούν κάμποσα στάδια. Η μοίρα τώρα των βιβλίων μοιραία δένεται με τις μοίρες όλων των ανθρώπων –εμφανών, ημιφανών και αφανών, ενίοτε δε και επιφανών– που εργάζονται προκειμένου αυτά να πάρουν μορφή – πλέον ως ένυλα ή άυλα αντικείμενα. Από αυτή την άποψη, το Αίμα μηχανή, αμέσως μόλις ο συγγραφέας του έβαλε την τελευταία του τελεία πάνω στο χαρτί ή στην οθόνη του ηλεκτρονικού υπολογιστή του (για την ακρίβεια, το ακροτελεύτιο θαυμαστικό), δέθηκε, κυρίως, μ’ έναν άνθρωπο – έναν άνθρωπο που πια δεν είναι στη ζωή.

Διότι τo «Αίμα μηχανή» του Γιώργου Λαμπράκου υπήρξε ένα από τα τελευταία βιβλία που εξέδωσε και κυκλοφόρησε ο αξέχαστος Σάμης Γαβριηλίδης. Ο δε Γιώργος Λαμπράκος, εκδοτικά μιλώντας, υπήρξε παιδί των Εκδόσεων Γαβριηλίδη, αφού όλα του τα βιβλία πλην ενός (της ποιητικής Ονειροπώλησης), με αποκορύφωμα το πολυσέλιδο μυθιστόρημά του, στεγάστηκαν στον εκδοτικό οίκο του Σάμη.

Μετά την εκδημία του εκδότη και τα όσα θλιβερά ακολούθησαν, το Αίμα μηχανή, που είναι ζήτημα αν παρέμεινε εφτά ή οκτώ σκάρτους μήνες στα βιβλιοπωλεία,  αποσύρθηκε βίαια από την κυκλοφορία και πέρασε στο λίμπο μεταξύ ύπαρξης και ανυπαρξίας. Στο σύντομο αυτό χρονικό διάστημα ωστόσο, προσέχθηκε και εγκωμιάστηκε από μερίδα της κριτικής, πλην όμως δεν πρόλαβε να φτάσει (στον βαθμό που θα του άξιζε) στον τελικό του αποδέκτη – τον γενικό αναγνώστη, αυτόν που τόσο υπολόγιζε σε πείσμα κάθε ελιτισμού ο μέγας της αγγλόφωνης γραμματείας κριτικός Δρ Τζόνσον. (περισσότερα…)