ελληνική ποίηση

Παγώνα Ξενάκη, Επτά ποιήματα

~.~

Ο γιός ο καλογιός και το κοτσύφι

— Κάθου στου πεύκου τα ριζά, πριχού γυρίσεις πίσω!
οι στρατοκόποι δε περνούν, μόν’ τα πουλιά μονάχα.
Του δερβενιού την εμπασιά το βράδυ θα σφαλίσω,
σέρνουν χορό τ’ αερικά, μη δεν το ξέρεις τάχα;

— Μη με μαλώνεις βρε πουλί, κοντεύω ν’ αποκάμω,
μα στρώσε μου στη στράτα μου σιμιγδαλένιαν άμμο.
Καλός είμαι, περίκαλος, μη με μαυροκαρδίσεις
και δυο φτερούγες που δε θες, καλλιό να μου χαρίσεις.

— Τι θέλεις γιέ μου τα φτερά; τα πετεινά πουλάκια,
σουραύλι έχουν για κόκκαλα, κλαράκια που λυγίζουν.
Το χαμομήλι του βουνού γιά νυχοποδαράκια,
σαν κλωσταράκια του άνηθου, δυο δράμια να ζυγίζουν…

— Μα, έχω της φτέρης τη σκιά, πεσκέσι από τη πάχνη
τα μπιρσιμένια τα προυκιά, στον ύπνο σου δε τα ’χες!
Η αραχνούδα τα ’φαγε —αχ, η καλή μου αράχνη—
για να πετώ με την καρδιά, να δρασκελώ τις ράχες.

— Σαν είσαι γιός και καλογιός, κλεισούρι δε κλειδώνω,
θα το κεντήσω με πηγές, να ξαποσταίνεις μόνο.
Κωνσταντινάτα και φλουριά ο ήλιος θα πετάει,
μελένια κριθαρόψωμα να τα ’χεις για προσφάι.

~.~

Φως ανέλπιδα ελπιδοφόρο

Άστρα λαμπρά, σφραγίδες των Χρυσόβουλων,
κάποια από σας θα ’ναι καιρό θρυμματισμένα.
Με πείσμον φως που τρέχει ως Φειδιππίδης,
χρόνια πολλά μετά από τον χαμό σας.

Αστέρια αδημοσίευτα, καθώς,
άγνωστοι στίχοι σε νεκρού ποιητή συρτάρι.
Ένα φωσάκι που έτρεχε άκοπο,
άσχετο απ’ το πολύπαθο κορμί του.

Βουνά αυθέντες, τελετάρχες εποχές,
ατέρμονές μου κονταρίδες,
καημοί αγροδίαιτοι στον κάμπο με τα ψυχανθή
κι’ αφηρημένοι φαροφύλακες…

αχ, παλαζάκια στη ροζέτα τ’ ουρανού,
οσμή του δείπνου μου στο τέλμα του φωταγωγού,
αχ, μυστικά μου μες την τσέπη αρχαίων δέντρων,
γλυκύτατο το φως των αστεριών.

~.~ (περισσότερα…)

Μια συνάντηση με τον Γιώργη Μανουσάκη

 

του ΜΙΧΑΛΗ ΒΙΡΒΙΔΑΚΗ

Ήταν λίγα χρόνια μετά που άρχισε να λειτουργεί το Θέατρο Κυδωνία στα Χανιά όταν ένα πρωί καθώς δούλευα μόνος στο γραφείο μου, άκουσα ή μου φάνηκε πως άκουσα έναν χαμηλό και απροσδιόριστο ήχο στην εξωτερική πόρτα του θεάτρου. Σταμάτησα την εργασία μου να αφουγκραστώ, όμως επειδή δεν άκουγα κάτι που να επιβεβαιώνει την αρχική μου εντύπωση, υπέθεσα πως θα ήταν κάποιος ήχος από την πολύβουη οδό Υψηλαντών και συνέχισα την εργασία μου. Δεν πέρασαν λίγα λεπτά και όλως περιέργως άκουσα τώρα από το φουαγιέ του θεάτρου, ακόμη δηλαδή πλησιέστερα σε μένα, κάτι σαν τον ήχο μιας χαμηλόφωνης διακριτικής  φωνής που ρωτούσε το γνωστό σε όλους «είναι κανείς εδώ;», παίρνοντας ταυτόχρονα όλες τις προφυλάξεις ώστε να μην ενοχλήσει την ατμόσφαιρα του θεάτρου στην περίπτωση που στην διπλανή αίθουσα εξελισσόταν κάποια πρόβα. Υπέθεσα πως θα ήταν κάποιος θεατής που θα ανέβηκε τις σκάλες για να ζητήσει εισιτήριο για την παράσταση, εντούτοις ήταν ανεξήγητο σε μένα πώς από τη θέση του γραφείου όπου ευρισκόμουν δεν άκουσα, καίτοι είχα στρέψει την προσοχή μου, βήματα ή έστω θρόισμα ανθρώπου να ανεβαίνει τα πολλά σκαλοπάτια της εισόδου για να φτάσει στο φουαγιέ. Ξαφνιασμένος ομολογώ από τον αναπάντεχο άγνωστο επισκέπτη, βγήκα από το γραφείο βιαστικά για να τον συναντήσω. Και τότε βρέθηκα μπροστά στον Γιώργη Μανουσάκη.

Τον αναγνώρισα αμέσως καθώς είχαμε συστηθεί πρόσφατα μετά το τέλος της παράστασης που παιζόταν τότε, λέγοντας τα εντελώς τυπικά στον λίγο χρόνο που είχαμε στη διάθεσή μας. Τον καλωσόρισα εγκάρδια και τον κάλεσα στο γραφείο να καθίσει για λίγο. Δέχτηκε κι έτσι τώρα μπορούσα να τον παρατηρώ χωρίς περισπασμούς. Το πρώτο πράγμα που μου έκανε εντύπωση στην επαφή μας αυτήν, ήταν η ακραία ευαισθησία του ανθρώπου που ναι μεν ήταν συμβατή με την πνευματικότητα ενός λογίου όμως ήταν εντελώς ασυνήθιστη ως προς την τυπική συμπεριφορά των Κρητών που μιλούν με βροντερή φωνή και χειρονομούν ζωηρά, τόσο που πολλές φορές αγγίζουν, επιτρέψτε μου να το πω, τα όρια της τραχύτητας. Μια ευαισθησία που ξεχείλιζε στους τρόπους, στη φωνή, στο βλέμμα, στην χειρονομία, στην περπατησιά και περιέβαλλε τον άνθρωπο δίνοντάς του μια αίσθηση ευθραυστότητας, σαν να μην ανήκε μόνο στον πραγματικό κόσμο αλλά να ανήκε εξ ίσου και στον κόσμο της φαντασίας, της ονειροπόλησης, σαν να επρόκειτο καλύτερα για ένα πλάσμα της λογοτεχνίας που ξέφυγε από τις σελίδες κάποιου βιβλίου, πήρε για μια στιγμή μπροστά μου σάρκα και οστά και κινδύνευε τώρα με μιαν αδέξια  κίνηση ή φράση μου να διαλυθεί στον αέρα σαν οφθαλμαπάτη ή σαν ένα απ’ αυτά τα όνειρα που βλέπουμε καμιά φορά τις πρωινές ώρες μεταξύ ύπνου και ξύπνιου.

Χαιρετιστήκαμε. Το χέρι μου συναντήθηκε με το δικό του αφήνοντας ανάμεσα στις δυο παλάμες ένα κενό που μόλις και σου επέτρεπε να αισθανθείς την υφή ενός αβρού, τρυφερού δέρματος, που με έκανε να υποθέσω πως δεν θα είχε ιδέα από χειρονακτικές εργασίες πέρα από το να γράφει με το μολύβι. Αν θα συνέκρινα την ευαισθησία του με κάποιου από τους γνωστούς μου λογοτέχνες που μέχρι σήμερα, που γράφω αυτές τις γραμμές, έχει τύχει να ασχοληθώ με το έργο του μόνον με εκείνην του Πορτογάλου Φερνάντο Πεσσόα θα μπορούσα να την συγκρίνω για να μην πω καλύτερα με κάποιο από τα ετερώνυμα δημιουργήματά του. Καθίσαμε για λίγο στο γραφείο να  μιλήσουμε. Προσπαθούσαμε δηλαδή κι οι δυο να βρούμε θέματα να μιλήσουμε, να σπάσουμε τη σιωπή μεταξύ αγνώστων που όμως μετά από δυο τρεις αμήχανες τυπικές φράσεις, κατέληγε και πάλι να κυριαρχεί στο δωμάτιο. Δεν ήταν εύκολο. Όχι πως δεν υπήρχε ενδιαφέρον, αλλά ένοιωθες κατά έναν περίεργο τρόπο πως η σιωπή, μέσα από την οποία η διαίσθηση συνηθίζει να απλώνει τις γνωστικές της λειτουργίες προς το άγνωστο, αποτελούσε συστατικό στοιχείο της επικοινωνίας του με τον άλλον. Καθόταν απέναντί μου, με βλέμμα συγκεντρωμένο πίσω από τις μυωπικές διόπτρες του, μελαγχολικό, απόλυτα σοβαρός μέσα στο παλιό κοστούμι του δασκάλου, κοιτάζοντας ευθεία μπροστά του χωρίς να παρατηρεί κάτι συγκεκριμένα και μιλούσε αργά, μετρημένα, μετά σώπαινε αρκετή ώρα, μετά επανερχόταν πάλι με μια του ερώτηση.

Αν θυμάμαι καλά τα θέματα που θίξαμε ήταν η δυσκολία να κάνει κανείς σοβαρή τέχνη στην επαρχία, πράγμα για το οποίο είχε και ο ίδιος προσωπική εμπειρία, η προσφορά του Θεάτρου Κυδωνία στην πόλη και το ρεπερτόριο που ακολουθούσε, η ευχή του να συνεχίσουμε έτσι στα δύσκολα… Κρατούσε έναν μπεζ φάκελο και κάποια στιγμή πήρε την απόφαση να μου τον δώσει. Τον άνοιξα μπροστά του. Μέσα ήταν δύο βιβλία του, η ποιητική συλλογή Άνθρωποι και Σκιές και τα μικρά πεζά του Ένα κρανίο καρφωμένο στο κιγκλίδωμα και τα δύο σε καλαίσθητες αθηναϊκές εκδόσεις, που δεν θύμιζαν σε τίποτα την προχειρότητα της επαρχίας. Και στα δύο είχε γράψει από μια πολύ θερμή αφιέρωση. Στο κρανίο είχε γράψει: «Στον άξιο θεατράνθρωπο κ. Μιχάλη Βιρβιδάκη με εκτίμηση και φιλία. Χανιά, Μάρτιος 2005, Γιώργης Μανουσάκης». Τον ευχαρίστησα. Με κοίταξε και στα χείλη του διαγράφτηκε κάτι σαν την αρχή ενός χαμόγελου. Μου είπε ευγενικά πως οι συλλογές αυτές ήταν οι μόνες από τις οποίες του είχαν περισσέψει αντίτυπα, σαν να απολογείτο που μου έφερε μόνο αυτές τις δύο. Του απάντησα πως το δείγμα ήταν επαρκές και πως θα τις διάβαζα πολύ σύντομα, καθώς έψαχνα ήδη να βρω να διαβάσω κάτι δικό του και πως αυτό που μόλις συνέβη ήταν μια ωραία ευτυχής σύμπτωση.

Ακολούθησε και πάλι σιωπή. Τα βιβλία αυτά προφανώς ήταν ο λόγος που είχε οδηγήσει τα βήματά του μέχρι το θέατρο και τώρα που ο σκοπός είχε εκπληρωθεί, αισθανόμουν πως ήθελε να φύγει. Σαν ο χρόνος που είχε διαθέσει για μια πεζή καθημερινή του υποχρέωση, να τον αποσπούσε από τη συγκέντρωσή του στις λέξεις που έπλαθε διαρκώς στο αόρατο εργοτάξιο του μυαλού του και μουρμούριζε πίσω από τα σαρκώδη χείλη του. Σηκώθηκε αργά, σχεδόν τελετουργικά από την καρέκλα και εγώ τον συνόδεψα μέχρι το κεφαλόσκαλο ανταλλάσσοντας μαζί του δυο τρεις αποχαιρετιστήριες φράσεις. Τον κατευόδωσα με το βλέμμα καθώς το σώμα του χανόταν σιγά σιγά στα σκαλοπάτια της στριφογυριστής σκάλας του θεάτρου. Δεν άκουσα την πόρτα της εισόδου να κλείνει.

Δυο χρόνια μετά σκηνοθέτησα στο Θέατρο Κυδωνία δεκαέξι μικρά πεζά από τη συλλογή Ένα κρανίο καρφωμένο στο κιγκλίδωμα σε μία ενιαία παράσταση με τον τίτλο «Το σκοτεινό μας υπόγειο» και είχα την χαρά να έχω στην πρεμιέρα τον ποιητή Γιώργη Μανουσάκη ανάμεσα στους θεατές της παράστασης.  Ακόμα και σήμερα, αρκετά χρόνια μετά, πιστεύω πως η συλλογή αυτή αποτελεί ακραία ποιητική στιγμή στην συνολική παραγωγή του Μανουσάκη και ένα από τα πλέον σημαντικά έργα της εγχώριας ποιητικής παραγωγής που δυστυχώς παραμένει άγνωστο στους πολλούς.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΒΙΡΒΙΔΑΚΗΣ

Διαβάστηκε στην εκδήλωση της 22ας Ιουλίου 2021 που οργάνωσε στα Χανιά εις μνήμην του Γιώργη Μανουσάκη το Θέατρο Κυδωνία από κοινού με το περιοδικό Νέο Πλανόδιον. Αφορμή της εκδήλωσης ήταν η πρόσφατη συγκεντρωτική έκδοση του ποιητικού έργου: Γιώργης Μανουσάκης, Τα Ποιήματα (1967-2007), Κίχλη, 2021.

 

 

 

Τι γυρεύει ο Ιωνάς στον Εικοστό Πρώτο αιώνα;

 

Σωτήρη Γουνελά, Ιωνάς,
Εκδόσεις Αρμός, 2021

του ΓΕΩΡΓΙΟΥ Κ. ΤΑΣΟΥΔΗ

Ποια της σοφίας του παρότρυνση οδήγησε τον ποιητή να επαναφέρει στο προσκήνιο, μεσούσης μάλιστα μιας άκρως τεχνικής και εκκοσμικευμένης εποχής, δυο χιλιάδες και εικοσιένα έτη μ.Χ., του Ιωνά τα καμώματα; Άραγε ποιος ο απώτερος της πρότασης σκοπός; Άκαιρη όχληση ή επίκαιρη υπόμνηση; Στο τι μας αφορά, άνθρωποι γαρ του 21ου αιώνα, η έρευνα των αληθειών που πιθανόν κομίζει ο βίος του; Πόσο μάλλον εμείς οι ίδιοι, οι άτρωτοι και αλώβητοι, να ερευνηθούμε από δαύτες∙ δη μεταμορφωτικά. Και ποια κοινότητα ζωής, ποια ενναλακτική του βίου θέαση δύναται να γεννήσει η ανταπόκριση να ερευνηθούμε μέσω αυτών[1]. Απλά επιθυμεί να μας συστήσει το ποιόν του Ιωνά, ή μήπως το πώς γίνεσαι Ιωνάς; Γιατί τέλος πάντων, ποιητή, τον Ιωνά!

Διατυπώσεις ρητορικές, προσκλητήριες σε αποκριτικές ιχνηλατήσεις αμιγώς προσωπικές με αρωγό εμπειρία απτή που ομολογεί πως «ο Θεός μπορεί να ανακοινώσει το μυστήριο της αγάπης του για μας δια συνήθων ανθρώπινων μέσων, κι αυτό ακριβώς κάνει[2]». Έτσι λοιπόν ο Ιωνάς, ο κάθε Ιωνάς, μέσα από έσωθεν προγκήματα κι ολούθε αναταράξεις κλητεύεται ως σκεύος εκλογής την του Θεού για τον άνθρωπο εκστατική αγάπη να κοινωνήσει.

Μέσα από ανεμοστρόβιλο σε διέκρινε ο κοσμοσείστης;

Η κτίση, σε κατάσταση αναμονής, προσμένει λυτρωτική μεσίτευση προς αποκατάστασή της. «Οίδαμεν γαρ ότι πάσα η κτίσις συστενάζει και συνωδίνει άχρι του νυν»[3]. Αποκαραδοκεί τη συγκατάβαση του Ιωνά, εκάστου αρχιερέα ανθρώπου, να λειτουργήσει μεταμορφωτικά ωσάν σε ναό λατρείας και δοξολογίας, λυτρώνοντάς την από τη φθορά μέσω της ευχαριστιακής αναφοράς της στον Πρωτομάστορα.

Βουνά σκληρά, αγέρωχα, πέρα η θάλασσα.
Αβυσσαλέα αλλά ειρηνική καιροφυλακτούσε

[…]

Η κτίση σε τριγύριζε στο διάβα σου,
Σε έθελγε, σε έσφιγγε

Τριγύρω ταραχή, φυσομανούσε ο βοριάς, αδιέξοδα να προτάσσονται και αποσπάσεις, μια ζάλη τα μηνίγγια ζάλιζε. Εκεί στο χαλασμό, σαν κοντοστάθηκε, στη στάση και στην όρθωση, αποκαλύφθηκε το υποβόσκον ξάφνιασμα, συντελέστηκε η άνωθεν κλήτευση.

Μια στιγμούλα μονάχα εκοντοστάθης
Και η φωνή σού μίλησε:

Ιωνά πλασμένε από πηλό και πνεύμα
Ζήτα το καλό στη ζωή και μη διστάζεις

Από πηλό και πνεύμα. Της γης και τ’ Ουρανού. Συγκεφαλαίωση των πάντων στου Ιησού τα χνάρια τώρα ειδικά που ο κόσμος μας, ο τωρινός ο πισωγυρισμένος, πήρε τόσο να θυμίζει την άμποτε Νινευή. Η εμμένεια, ο καταναλωτισμός, η ιδιοτέλεια, η εκμετάλλευση ανθρώπου απ’ άνθρωπο, η κοινωνική αδικία, το φούντωμα των ταραχών, η αποξένωση της ανθρώπινης ολότητας απ’ την εικόνα της, ο ηδονισμός, η λερναία ευτέλεια, οι ενθαδικές αντικαταστάσεις του επέκεινα μονόχνοτα και καταθλιπτικά επιβεβαιωτικές του ανθρώπινου «εγώ»[4]

Μα τώρα στρέψου κατά τη Νινευή
δες τους καπνούς που υψώνει το καμίνι της ψυχής
Και ο σκοτισμός
Άνθρωποι πλασμένοι για το φως
Λυμαίνονται το μέσα πλούτος
Και το χαρίζουν στην κραιπάλη

«Οι καιροί ου μενετοί», στον όλεθρο πλησίστιοι οδηγούνται από τις σπάταλες επιλογές τους. «Ο λόγος του Θεού μέσα από το λόγο του ανθρώπου[5]» σπεύσε να ακουστεί κι είθε να εισακουστεί.

ο καιρός επείγει

Και θύμισέ τους, Ιωνά, για την αρχέγονη ξαστοχία το λόγο κάποιου άλλου εκλεκτού, κατοπινού μα και συγκαιρινού σου, του Ομολογητού Μαξίμου. Το φυσικό του ανθρώπου θέλημα, η φυσική ροπή «να θέλει», εξυγιαίνεται ή αλλοτριώνεται από το γνωμικό του θέλημα και από τη στάση του απέναντι στο «πάντα μοι έξεστιν, αλλ’ ου πάντα συμφέρει[6]».

Προτού χαθούνε όλοι από της πεθυμιάς την αμέτρια

Θέλημα γνωμικό και η παρακοή. Όμοια θαλασσοταραχή. Στα κύματα των υποχρεώσεων, των αμφιβολιών, του ωχαδερφισμού, της αναβλητικότητας καταποντίστηκε το επείγον. Αγάπα τον πλησίον σου ως εαυτόν και σύντρεξέ τον στην απώλεια που τον τροχοδρομεί η τύφλωσή του. Η ζωή σου είναι ο αδερφός σου[7]. Όλα λησμονημένα ή αγνοημένα (;).

Αύρα θαλασσινή τον χτύπησε
Κι έψαξε ναύλο να πληρώσει
Με πλοίο πέρα να χαθεί
Την εντολή να παρακούσει.

Το δρόμο διάλεξε του εαυτού που παρακάμπτει θείο θέλημα και αναγκαμένο συνάνθρωπο. Το δρόμο προς την κόλαση, την απώλεια, την άβυσσο του βυθού, της φάλαινας τα σωθικά. Όμως ακόμη κι εκεί στα έσχατα βάθη, χάσκει η παιδαγωγία. Η προσευχή. Η μετάνοια. Η προτύπωση του Πάθους, του τάφου, της εκ νεκρών Ανάστασης. Η εκ νέου κλήση, άκρως προσωπική, και πάλι.

«Στη Νινευή. Στη
Νινευή σε έστειλα
Θυμάσαι;
Σήκω και κίνησε για τη μεγάλη πόλη
Φέρε το μήνυμα, δωσ’ τους να καταλάβουν.»

Τράβηξε, σωτήριος κήρυκας καταστροφής, στο βασιλιά της Νινευή κόμισε το μαντάτο και ω του θαύματος! Παράδοξα, ο σπόρος του σπορέα – Προφήτη, βρήκε προπαρασκευασμένο το χωράφι της καρδιάς του βασιλέα∙ προαίρεση σε αδρανή εγρήγορση. Ο σπόρος ο προφητικός παρευθύς ευδοκίμησε, πήρε αμέσως να καρπίζει.

Από τα βάθη της καρδιάς σηκώθηκε
Ο ξεχασμένος λόγος
Έτριξε ο άλλος εαυτός ο φωτεινός.

Κείνος που λάμπει μέσα μας αγνοημένος. Κείνος που μεταμορφώνει πρόσωπα και πράγματα και καταστάσεις. Μα προσοχή: τη διαύγεια του μεταμορφωτικού σημείου, επίμονα διεκδικούν να νοθεύσουν εκλάμψεις αμφιβολιών, το μάταιο, η ολιγοψυχία κι η λησμονιά πως είναι ο άνθρωπος, ο του Θεού, αυτός που τα θεριά δαμάζει. Γι’ αυτό:

Μείνε λοιπόν άγρυπνος
Στάσου στην έπαλξη επάνω
Κράτα για όπλο υπομονή
Για ξίφος την αλήθεια
Τη λευτεριά δοξάρι
Τη μνήμη που κιθαρωδεί

Άχρι καιρού∙ Εωσότου κατορθωθεί της ηλικίας του Χριστού πλήρωμα∙ Ως εφικτό στ’ ανθρώπου τη φύση∙ Έστω και μια στιγμή πριχού την έσχατη ανάσα. Μείνε λοιπόν άγρυπνος, άνθρωπε του 21ου αιώνα,

Κι έτσι πορεύσου

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Κ. ΤΑΣΟΥΔΗΣ
Θούριο Ορεστιάδας
18 Αυγούστου 2021
Φλώρου και Λαύρου μαρτύρων

~.~

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Stanley B. Marrow, Τα λόγια του Ιησού στα Ευαγγέλια, μτφρ. Σάββας Αγουρίδης, Άρτος Ζωής, Αθήνα 2011, σελ. 27
[2] Πρβλ. Stanley B. Marrow, ό.π., σελ. 162 – 163
[3] Ρωμ. 8, 19.
[4] Πρβλ. Παύλου Φλωρένσκυ, Η αντίστροφη προοπτική – Το εικονοστάσι, μτφρ. Σωτήρης Γουνελάς, Ίνδικτος, Αθήναι 2002, σελ. 56
[5] Ό.π, σελ. 28
[6] Α΄ Κορ. 6, 12
[7] Αρχιμανδρίτου Σοφρωνίου (Σαχάρωφ), Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου (Έσσεξ Αγγλία), 2011

Θάνος Γιαννούδης, Χριστόφορος Κολόμβος

 

Χριστόφορος Κολόμβος

Ίσως το φως θάναι μια νέα τυραννία.
Ποιος ξέρει τι καινούρια πράγματα θα δείξει.
Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

Λιγοστά τα χρόνια μας και θα προσπεράσουν
σαν το φως του δειλινού που όλους μας νικά.
Την αγάπη γύρεψα, κόσμε, στη φορά σου
– κι έλεγα πως ψάχναμε για μπαχαρικά.

Είναι που σαλπάραμε –λες– με προθυμία;
Είναι που τα βάσανα μάς παρανοούν
Κάποτε νομίζαμε είν’ η πλάση μία
απ’ τους Υπερβόρειους ως το Καμερούν.

Πέρα απ’ τον ορίζοντα που ’βαλαν στο χάρτη
για να μην κοιτάξουμε οι άνθρωποι ψηλά
φώλιασαν τα τέρατα – κι είν’ οι χρόνοι σκάρτοι
για να ξαναελπίσουμε στην ανεμελιά.

Πάνω που κατόρθωσα να τα καταλάβω
της ζωής τ’ αστέριωτα κι άκαφτα κεριά,
πάνω που παράτησα πια τον αστρολάβο,
κάποιος ναύτης ξέμπαρκος κραύγασε: “Στεριά!”

Κι είναι τώρα η ζήση μας πλήρης αγωνίας,
του Καινούριου, του Λαμπρού, του Μοναδικού
– μες στην καραβέλα μας φέρω σαν Αινείας
ενός πύργου θρύψαλλα πατρογονικού.

Μα ό,τι μας γονάτισε, ξέρεις, δεν ξεγράφει:
σύνορα στα μάτια μας, στις καρδιές στρατός.
Νιώθω πως το δρόμο μας φράξαν χαρτογράφοι
νύχτες θεοσκότεινες, μ’ άγνοια του φωτός.

Τόσες τολμηρές φυλές και θαλασσοπόροι!
Τόσος κάθε ποιήματος πόθος να γραφτεί!
Τόση ελπίδα κρύφτηκε, θε μου, στο βαπόρι!
– κι όμως, μόνη μοίρα τους η καταστροφή…

Γέρε θαλασσόλυκε, του χαμού μας κρότε,
που ’ρθες και ψιθύρισες μυστικά στ’ αυτί:
“Δε γυρίζει ο κόσμος πια όπως ήταν τότε!”
Και να μην υπήρχα εγώ, θα ’χα εφευρεθεί!

Στις καινούργιες μας στεριές που παλιώσαν ήδη,
στ’ άστρα που θ’ αλλάζουνε κάθε λυκαυγές,
στων ρευμάτων το χορό που όλοι σαν παιχνίδι
πέσαμε μ’ ηδονικές κι άναθρες κραυγές,

στο βαθύ τ’ απέραντο που τις ρότες σβήνει
κι όσοι τις ποθήσανε ρήμαξαν πιο ’κει,
στα μποφώρ που μαίνονται, στων καιρών τη δίνη:
Σας γνωρίζω, φίλοι μου, την Αμερική…

ΘΑΝΟΣ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗΣ

 

 

Το πτίλο στον αρσιβαρίστα

του ΓΙΑΝΝΗ ΛΕΙΒΑΔΑ

Στις αρχές Ιουλίου έλαβα μία σειρά από ηλεκτρονικά μηνύματα στα οποία μου ζητείτο να παρέμβω σε μια δημόσια αντιπαράθεση στην οποία, σύμφωνα με τους αποστολείς των μηνυμάτων, όφειλαν άπαντες να ταχθούν υπέρ ή κατά καθώς αυτή αφορούσε την προώθηση της σύγχρονης ελληνικής ποίησης. Αντιπαρατιθέμενοι ήταν ένας κύκλος σχολιαστών και ένας εκδοτικός οίκος.

Λέω σήμερα, κατόπιν εξέτασης των δεδομένων της αντιπαράθεσης, πως τόσο ο κύκλος των σχολιαστών όσο και ο εκδοτικός οίκος, αποτελούν φατρίες, ανήκουν αμφότεροι σε ημικύκλια γνωμιακών αντιλήψεων. Εάν λοιπόν έχω κάτι να πω, δίχως αυτό να σημαίνει πως εάν δεν το εκφράσω η εν λόγω αντιπαράθεση θα απομείνει λειψή στην αποτίμησή της, ή, για να είμαι απολύτως ειλικρινής, στην ενεχυρίασή της, είναι τα παρακάτω∙ τα οποία δεν είναι τίποτε άλλο από απλοποιημένα ψήγματα κειμένων που είχα συντάξει παλαιότερα. Εν ολίγοις θα επαναληφθώ.

Η ποίηση, εφόσον είναι τέχνη -διότι εάν δεν είναι τέχνη χρειάζεται άλλου είδους προσέγγιση- επικυρώνεται με τεκμήρια. Τα στοιχεία μέσω των οποίων επιβεβαιώνεται η ποίηση είτε είναι τεκμηριωμένα είτε είναι τεκμαιρόμενα. Τα τεκμήρια προκύπτουν από έρευνες, μελέτες, στα έργα των σημαντικότερων ποιητών. Τα τεκμήρια δηλαδή δεν στηρίζονται στην ανταπόκριση και την εμπειρία της ποίησης μα στο νόημα και την ερμηνεία της, δεν έχουν να κάνουν με τη συντέλεση ενός υποκειμένου εντός ποίησης ή με τον τρόπο, το είδος, της συντέλεσής του, μα με τη συντέλεση νέου περιεχομένου.

Η γνώμη, λοιπόν, οι γνώμες, δεν τεκμηριώνουν την ύπαρξη ποίησης. Η γνώμη, είτε ως ασαφής δήλωση είτε ως σαφής, αποτελεί μεροληπτική πληροφορία, ενημέρωση μη δοκιμασμένη, μη αληθής -σε σχέση με το φαινόμενο της ποίησης ή επί της ποιητικής διάστασης–  η οποία εκφράζει σκέψεις, επιθυμίες, πεποιθήσεις, ανάγκες και αποβλέψεις.

Στον τομέα της ποίησης κάθε ομοθυμία όπως και κάθε διαφωνία εδράζει στις προαναφερθείσες χρονικές αξίες τεκμηρίωσης. Η διαφορά στον τομέα της ποίησης, δε, εδράζει εξίσου σε όλες αυτές τις χρονικές αξίες.

Όταν λοιπόν γεννάται αφορμή ή ανάγκη απόδειξης, κριτικής ή εξέτασης της ποίησης, συνολικά ή επί μέρους, δεν είναι λογικό να ερωτώνται μόνο όσοι φέρουν γνώμες, αυτό είναι εντελώς παράλογο, χρειάζεται να ερωτώνται κι εκείνοι οι λίγοι οι οποίοι προσφέρουν τεκμήρια, όσο αντιθετικά, ανόμοια ή αντικρουόμενα μπορεί μεταξύ τους να είναι, καθώς τέτοια είναι τα είδη της ποίησης.

Η «δαψιλής δημοκρατικότητα» των γνωμών δεν αφορά την ποίηση, μολονότι αφορά το εύρος μιας αυταπάτης: υπεραφθονία τοποθετήσεων οι οποίες συγκλίνουν απολύτως σε ένα πράγμα, στο αλάθητο της από κοινού έγκρισής τους, θα μπορούσε να πει κανείς, μα είναι πιο ακριβές να πω ότι πρόκειται για μία και μόνη τοποθέτηση η οποία συντίθεται από παραλλαγές ομολογίας πίστης στο δόγμα της αισθητικής επιστασίας.

Μηχανισμό αξιοποίησης και παγιοποίησης των αποκυημάτων μιας τέτοιας αυταπάτης αποτελούν οι διαπιστώσεις και οι αξιολογήσεις οι οποίες έγκεινται σε κερδοσκοπίες μη κερδοσκοπικών εταιριών, σε εξουσίες μη κυβερνητικών οργανώσεων, σε κινήματα πτωμάτων, σε συλλογικότητες ημιμαθών, σε ανθρωπάρια μικροφώνων και τραπεζοκαθισμάτων, σε επιτροπές διεκπεραιωτών ή υπαλλήλων.

Η δαψίλεια αυτή αποτελεί φαινόμενο κοινωνικό, όχι ποιητικό. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου πως ο μηχανισμός αξιοποίησης και παγίωσής της είναι κατά πολύ σημαντικότερος από τις σημειωμένες λέξεις που, τρόπον τινά, εξυπηρετεί, καθώς δίχως αυτόν το μηχανισμό, οι σημειωμένες λέξεις δεν αρκούν για να γίνεται λόγος, για να προτείνεται μια «ταμπακιέρα», όπως συνηθίζουν να λένε.

Ο ντόρος είναι η ποίηση αυτού του μικρόκοσμου διότι η ποίηση δεν είναι ντόρος. Ανάμεσα στην ποίηση και στον διαχειριστικό, διαφημιστικό, ντόρο των εκδόσεων και των εκδηλώσεων υπάρχει χάσμα, το οποίο όσο περνούν τα χρόνια διευρύνεται αντί να περιορίζεται.

Το ζήτημα δεν είναι άλλο από το ποιόν και το περιεχόμενο της ποίησης, στο οποίο αναφέρομαι εδώ και δεκαπέντε τουλάχιστον χρόνια. Στη διάρκεια αυτών των δεκαπέντε χρόνων η κατάσταση δεν έμεινε στάσιμη, υπήρξε αξιοσημείωτη πρόοδος, από λυπηρή έγινε κατάπτυστη. Τα τεκμήρια αξιολόγησης αυτής της κατάστασης υπάρχουν, είναι δημοσιευμένα. Δεν περιέχονται σε κάποιου προϊσταμένου ποίησης το ευαγγέλιο, μα ούτε σε κάποια από τις ιδεολογικές ντιρεκτίβες που διακινούνται ως ιερά κείμενα της ποίησης.

Ο ρόλος της ποίησης είναι ασυγκέραστος. Το πρόβλημα που περιέχει τη λύση. «Το πτίλο στον αρσιβαρίστα».

Η σχέση της ποίησης με την εκδοτική δραστηριότητα είναι ελάχιστη, μετρημένη, πολλές φορές είναι και αντιθετική. Η ποίηση δεν αξιολογείται μέσω αυτής μα εκτός αυτής. Η εκδοτική επιδότηση αφορά την εκδοτική αποτελεσματικότητα, η ποίηση δεν δύναται να επιδοτηθεί καθώς δεν περιέχει απόβλεψη. Η σχέση της ποίησης με την εκδοτική δραστηριότητα είναι ελάχιστη, μετρημένη, πολλές φορές είναι και αντιθετική. Η ποίηση δεν αξιολογείται μέσω αυτής μα εκτός αυτής. Η εκδοτική επιδότηση αφορά την εκδοτική αποτελεσματικότητα, η ποίηση δεν δύναται να επιδοτηθεί καθώς δεν περιέχει απόβλεψη. Η απόβλεψη αφορά τον μέσο όρο.

Ο μέσος όρος δεν είναι αμετάβλητος. Η εξέλιξη της ποίησης είτε από κακή γίνεται χείριστη είτε από καλή γίνεται καλύτερη, είτε το αντίστροφο, διαμορφώνει αδιάλειπτα έναν μέσο όρο. Αυτός ο μέσος όρος, εξελίσσεται και μεταβάλλεται επίσης, ο μέσος όρος γίνεται από κακός χείριστος και από καλός καλύτερος, είτε το αντίστροφο. Αυτό ονομάζεται νόρμα. Η νόρμα είναι εκείνη που διατηρεί τον εκδοτικό και τον «πολιτιστικό» μηχανισμό σε λειτουργία. Το ελάχιστο ποσοστό της ποίησης δεν είναι αρκετό για να διατηρεί αυτόν τον μηχανισμό σε διαρκή λειτουργία. Εάν η ποίηση είναι η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα, ο κανόνας είναι το έρμα του εκδοτικού-πολιτιστικού μηχανισμού. Ας μη λησμονούμε πως κάθε βράβευση και κάθε επιδότηση ενέχει κάποια συγκεκριμένη κριτική/πολιτιστική, και συχνά πολιτική, στόχευση. Ο βραβευμένος ή ο επιδοτούμενος συναινεί απολύτως σε αυτή κι επιπλέον παραδέχεται το ήθος και την ειδικότητα των μελών που την εξέφρασαν – εφόσον δεν την αρνείται.

Αυτά τα λίγα, επαναλαμβανόμενα, ως προκαταρκτικά.

Οι δημοτερπείς δεκαρολογίες δεν μπορούν παρά να είναι δημοσυντήρητες, όποιες κι αν είναι αυτές, γιατί οι προτιμήσεις δεν είναι σταθερές.

Παρίσι, 13 Ιουλίου 2021

Ο δρόμος προς την ελευθερία της ύπαρξης

Εκδοχές ερμηνευτικής ανάγνωσης της ποιητικής συλλογής του Γιώργου Βέη: Βράχια

του ΚΟΣΜΑ ΚΟΨΑΡΗ

Αυτό που έχει ενδιαφέρον ως διασαφητικός δείκτης της ποιητικής συλλογής του Γιώργου Βέη: Βράχια, είναι να προσδιοριστεί ερμηνευτικά τι νοηματοδοτούν αυτά ως σύμβολα στο ποιητικό του σύμπαν. Αποτελούν ένα από τα πια στιβαρά στοιχεία του φυσικού κόσμου που δίνουν τη δυνατότητα στο ποιητικό υποκείμενο να τα χρησιμοποιήσει ως μέτρα της συμπαντικής νομοτέλειας. Είναι ουσιαστικά ένα ψυχικό αντιστύλι. Η αφετηρία ώστε να αντιμετωπιστούν οι βαθύτερες οντολογικές ανησυχίες σχετικά με τον εναγώνιο φόβο του ατόμου για τη φθορά και το θάνατο. Συνιστούν έναν σταθερό συνενωτικό αρμό με την παραδοσιακή ποίηση, όταν το ποιητικό έδαφος γονιμοποιείται στο έπακρο με θεματικούς άξονες εμπνευσμένους από την παντοδύναμη φύση. Οι διακειμενικές σχέσεις της συλλογής με τον Σολωμό και τον Παλαμά ενέχουν μια διττή λειτουργία.

Από τη μια, απηχούν την ανάγκη του δημιουργού να κατανοήσει με σύνεση τους βαθύτερους μηχανισμούς που διέπουν την κοσμική τάξη. Από την άλλη, εξαπολύουν ανιχνευτές εδάφους στο ποιητικό παρελθόν για να ενδυναμώσουν την πάγια πεποίθησή του ότι το κλειδί για την εσωτερική αρμονία είναι η αναζήτηση μιας ουσιαστικής σχέσης με τη φύση ως αντιστάθμισμα στην έσω αποδιοργάνωση. Είναι ο μόνος τρόπος για να αντιπαρέλθει κανείς την αίσθηση του εφήμερου αλλά και ένα αντίβαρο όταν βιώνουμε έναν αλλοτριωμένο κόσμο γύρω μας στις διάφορες εκφάνσεις του. Τα βράχια από ένα άγονο στοιχείο μεταμορφώνονται σε οδοδείκτες που βοηθούν τον άνθρωπο να επανακτήσει την ολιστική αντίληψη για τον κόσμο αντί θρυμματισμένων εικόνων του:

παλίμψηστο είναι
για να διαβάζουμε εκεί το παρελθόν
το καμένο μέλλον των βρύων
αλλά και του πλανήτη την τρελή τροχιά
όταν θα πέσει πάλι πάνω του κομήτης.[1]

Καθένας μέσα στην ποιητική δεξαμενή παύει να αισθάνεται αποσπασματικό-περιθωριοποιημένο στοιχείο της πραγματικότητας αλλά διεκδικεί εκ νέου τον κοινωνικό του ρόλο, καθώς και το ατομικό πεπρωμένο σε έναν κόσμο που μπορεί μέσω της αναθεωρητικής αυτής διαδικασίας να εκληφθεί ως αδιάλειπτη συνέχεια:

Πορτοκαλιές κατάφορτες να σκύβουν όλες μαζί
είδα ξανά στον ύπνο μου
το βελούδο των αγρών
πορτοκαλιές κατάφορτες να σκύβουν όλες μαζί
να μου πάρουν την ανάσα
να τη γυρίσουν σε χρυσάφι θέλουν […].[2]

Τα βράχια αποκτούν μέσω της ποίησης του Βέη υπόσταση. Γίνονται αρωγοί και συνοδοιπόροι του καθενός μας, όταν νιώθουμε πως ολισθαίνουμε αναπόφευκτα στη φθορά. Συνεπώς, χρειάζεται να εμπεδώσουμε την αναγκαιότητα του να γίνουμε ξανά περισσότερο ανθρώπινοι. Τότε, εκείνα που θεωρούμε ενδεχομένως ασήμαντα και ευτελή, μπορούν να φανούν περισσότερο από ποτέ χρήσιμα για έναν ολικό επαναπροσδιορισμό της ζωή μας:

Η ώρα τροχόσπιτο κολλημένο στη λάσπη
με τρύπια λάστιχα βλέπεις εικόνες στίγματα
ένα ακόμα οικόπεδο Χιροσίμα η γλώσσα μας
κακοφορμισμένο απόγευμα
κεφάλι που έγινε μπάλα στα πόδια της Κυριακής
διαστημόπλοιο χωρίς καύσιμα
οι αστροναύτες δεν έχουν πια γη να βλέπουν
αλλά σπασμένα αγγεία των θεών από κομήτες
ξεχασμένοι, γεμάτοι σκουπίδια του νου αυτοί
που ήμασταν κάποτε […].[3]

Η ριζική αλλαγή θεώρησης σχετίζεται με την γόνιμη επενέργεια του χρόνου, όταν δεν τον βλέπουμε πια ως απειλή που ανά πάσα στιγμή μπορεί να μάς συμπαρασύρει στο σημείο μηδέν της ύπαρξης. Για αυτό το λόγο, δεν θα πρέπει να αποφύγουμε τον αληθινό εαυτό μας, αλλά να βρούμε τη δύναμη να τον αντιμετωπίσουμε κατά μέτωπο, ώστε να βγούμε κερδισμένοι και πιο δυνατοί από αυτή την υπαρξιακή αναμέτρηση. Η συγκεκριμένη δοκιμασία συνιστά ανακλαστικό δείκτη της επιζητούμενης αλήθειας και της αυθεντικότητας:

Ο σκύλος επιστρέφει πάντα στον εμετό του
ακριβολογεί και αυτήν τη φορά η Βίβλος
όπως ακριβώς και εμείς δεν ξεχνάμε
κι επιστρέφουμε πάντα στις πληγές που μάς άνοιξαν,
όχι για να τις καθαρίσουμε
αλλά για να τις κάνουμε ακόμα βαθύτερες.
[4]

Ο ποιητής δεν χάνει την πίστη του στην ευοίωνη εξέλιξη των ανθρώπων, αρκεί να μην ξεχνούν να κοιτάζουν ψηλά, κάτι που πάντα αποτελούσε την βασική, αρχέγονη αποστολή τους:

Όχι, δεν θα μείνουμε απόκληροι στο τέλος
χωρίς αντίκρισμα των πόλεων οι νομάδες
η εμπιστοσύνη των άστρων
το άφθιτο σημάδι
πηδάλιο […].[5]

Η πίστη στο αύριο σηματοδοτεί για τον Βέη μια ιδιαίτερη αντίληψη του χρόνου. Διερευνώ το παρελθόν, για να ανακαλύψω εκεί τα μυστικά της συμπαντικής λειτουργίας, ώστε να απεγκλωβιστώ από την αίσθηση παροδικότητας διεκδικώντας ένα μέλλον με ευρύτερη προοπτική. Με τον τρόπο αυτό, αποκτώ την ανθεκτικότητα των βράχων που είναι σε θέση να ατενίζουν τον ατέρμονο ορίζοντα της θάλασσας. Από το αγέρωχο σημείο των βράχων αισθάνεται κανείς ότι δεν υπάρχει τέλος, τέλμα ή όριο, αλλά ότι είναι σε θέση πάντα να ταξιδεύει σε έναν τόπο με ανοιχτό ορίζοντα, ακολουθώντας τη διαδρομή των πουλιών που χάνονται στο βάθος του ωκεανού:

Εκεί που αρχίζει, τελειώνει κιόλας
εφήμερο καθώς το λένε
όλα στο μεταξύ του αντιστέκονται
μα εκείνο δεν παραιτείται ποτέ
το σημάδι του αγαθού
είσαι.[6]

Η ποίηση τότε μετατρέπεται σε μια «υπόσχεση διαρκείας» που «θέλει ν’ ακυρώσει το φθόνο της νύχτας».[7] Για το ποιητικό υποκείμενο, όποιος καταφέρει να ξεφύγει, έστω για λίγο, από την ενίοτε ανυπόφερτη και διαβρωτική καθημερινότητα, αφιερώνοντας λίγο χρόνο στο αντίκρισμα της θάλασσας γίνεται ο μεγάλος νικητής της ζωής. Η θάλασσα στον ποιητικό καμβά του Βέη αποδίδει την εσωτερική ελευθερία και τα βράχια τρέπονται σε βασικό εργαλείο κατάκτησής της:

Ας σταματήσουμε εδώ λοιπόν
στην άκρη των κυμάτων
άπληστοι, ακοίμητοι,
με το κεφάλι ψηλά
ως τάματα στη νίκη
ένα με τ’ άστρα των μηνυμάτων
ένα με τα κήτη που φτάνουν ως εδώ
ένα με το καλοκαίρι του νου
σελήνη στη μέση του λιμανιού.[8]

Αυτό είναι το σημαντικό φιλοσοφικό απόσταγμα αυτής της βαθυστόχαστης συλλογής. Στην ποίηση του Βέη η αυτοπραγμάτωση του οντολογικού είναι οδηγεί στη θάλασσα. Εκεί βρίσκεται ο δρόμος προς την ελευθερία της ύπαρξης.

ΚΟΣΜΑΣ ΚΟΨΑΡΗΣ


[1] «Η γέρικη γλυσίνα»: Γιώργος Βέης, Βράχια, ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 2020, σ. 22.

[2] «Η πάλη», ό.π., σ. 27.

[3] «Μαθήματα ανθρωπολογίας», ό.π., σ. 28.

[4] «Επικαιρότητα», ό.π., σ. 29.

[5] «Κορυφογραμμές», ό.π., σ. 36.

[6] «Πίστη», ό.π., σ. 46.

[7] «Ειλικρίνεια», ό.π., σ. 49.

[8] «Με τους ψαράδες», ό.π., σ. 64.

Τετάρτη 28/7 | 1821-2021, Η Ελλάς των Ελλήνων

~.~ 

Νύχτες του Ιουλίου, Τετάρτη 28/7 | Βιβλία και Ιστορία


«1821-2021 ‒ Η Ελλάς των Ελλήνων: Δύο Αιώνες Εθνικά Δεινά στον Καθρέφτη της Ποίησης». Μια “Παράκαιρη” Ανθολογία του Κώστα Κουτσουρέλη


Στις μεγάλες επετείους δεν είθισται να αναλογιζόμαστε τα εθνικά δεινά και κουσούρια. Όμως αυτά ακριβώς έθεσαν στο στόχαστρό τους οι κορυφαίοι ποιητές μας αυτών των 200 ετών, τις σκοτεινές πλευρές του συλλογικού μας βίου που μας ταλανίζουν έως σήμερα. Με τον ανθολόγο Κώστα Κουτσουρέλη συνομιλεί ο ποιητής και φιλολογικός επιμελητής του τόμου Θανάσης Γαλανάκης. Ποιήματα της ανθολογίας (Gutenberg, 2021) ερμηνεύουν οι Στελλίνα Ιωαννίδου και ο Μιχάλης Βιρβιδάκης,

Θέατρο Κυδωνία, Υψηλαντών 12 Χανιά, στις 9.30 μμ.

Δευτέρα 26/7 | Ανακάλημα του Γιώργη Μανουσάκη (1933-2008)

Νύχτες του Ιουλίου, Δευτέρα 26/7 | Τιμητική εκδήλωση 

ΑΝΑΚΑΛΗΜΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ (1933-2008)


Με αφορμή τον πρόσφατο συγκεντρωτικό τόμο Τα Ποιήματα 1967-2007: Οι δημοσιευμένες συλλογές, Κίχλη 2021, μια βραδιά μνήμης αφιερωμένη στο πρόσωπο και το έργο του κορυφαίου Χανιώτη δημιουργού. Για τον Γιώργη Μανουσάκη μιλάει η φιλόλογος Ράνια Μουσούλη, δρ συγκριτικής λογοτεχνίας, καθώς επίσης οι φίλοι και συνοδοιπόροι του Μιχάλης Βιρβιδάκης, σκηνοθέτης-ηθοποιός, Γρηγόρης Γεωργουδάκης, γιατρός-ποιητής, Αντώνης Πετρουλάκης, ζωγράφος, και Μανόλης Ευκλ. Χρονάκης, παιδίατρος. Συντονίζει ο Κώστας Κουτσουρέλης.
~.~
Θέατρο Κυδωνία, Υψηλαντών 12 Χανιά, στις 9.30 μμ.
~.~

«Ο Απών, ο Παρών, ο Ερχόμενος»

«Ο Απών, ο Παρών, ο Ερχόμενος»: σχόλια στο συνθετικό ποίημα του Μιχάλη Παπαδόπουλου Πρώτα λόγια (Αραχτή Άρκτος, Λευκωσία 2021).

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Όπως όλες οι εμπειρίες αρχετυπικής φύσεως, η εμπειρία της γέννησης, και δη της γέννησης των εγγονιών, που όπως εύγλωττα αποτυπώνει η λαϊκή σοφία «είναι δκυο φορές παιδκιά μας», είναι κυρίως μια αμφίσημη και ταυτόχρονα αναγεννητική εμπειρία, αφού συντίθεται από την εναλλαγή ή τη συγχώνευση δύο αντίρροπων δυνάμεων και καταστάσεων. Της χαρμόσυνης γέννησης των παιδιών-εγγονιών από τη μια, η οποία διασφαλίζει την αδιάκοπη συνέχεια της γραμμής αίματός μας μέσα στον χρόνο, κι από την άλλη της τραγικής επίτασης της αναπόφευκτης εγγύτητάς μας στο τέρμα και στον θάνατο. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που το σημαίνον από πολλές απόψεις συνθετικό ποίημα του Μιχάλη Παπαδόπουλου Πρώτα λόγια αναπηδά από τα βαθύτερα εσωτερικά —αναζωογονητικά και αναγεννητικά— του βιώματα και προβάλλει ως εσωτερική αναγκαιότητα επαναπροσδιορισμού του εαυτού μπροστά στο θαύμα της ζωής και της γέννησης, αποτυπώνοντας όχι μόνο την ωρίμανση του ποιητή, αλλά και μια καίρια ιστορικοκοινωνική θέαση του πραγματικού.[1]

(περισσότερα…)

Raphael Irmer, Μια περίληψη των κεφαλαίων του παλαμικού Δωδεκάλογου

www.kar.org.gr_2016-04-08_18-48-39_screenshot_86

Πρόσφατα λάβαμε μιὰ συνεργασία ποὺ ἕνεκα τοῦ παλαμικοῦ της χαρακτήρα, ἀλλὰ καί τῆς προέλευσής της, θεωρήσαμε ὅτι ἔπρεπε νὰ δημοσιευθεῖ. Ὁ Ραφαὴλ Ἴρμερ εἶναι Γερμανὸς μὲ ἑλληνικὲς ρίζες. Ἔχει σπουδάσει Νεοελληνικὰ (μεταπτυχιακό δίπλωμα) στὸ Πανεπιστήμιο τοῦ Ἁμβούργου. Τὸ παρακάτω κείμενο ἀποτελεῖ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν πτυχιακή του ἐργασία μὲ τίτλο «Der «Dodekalogos» und Zarathustra: Kreative Nietzsche-Rezeption bei Kostis Palamas» (Ὁ Δωδεκάλογος και ο Ζαρατούστρα: δημιουργική πρόσληψη στὸν Κωστῆ Παλαμᾶ), καὶ περιλαμβάνει περιλήψεις τῶν κεφαλαίων τοῦ σπουδαίου αὐτοῦ καὶ πάντα ἐπίκαιρου ἔργου τοῦ Παλαμᾶ. Ἐνῷ τμήματα κλασικῶν σπουδῶν κλείνουν ἀνὰ τὸν κόσμο, εἶναι παραπάνω ἀπὸ ἐλπιδοφόρο νὰ βλέπουμε ὅτι ἀκόμα ἐπιβιώνουν τὰ τμήματα νεοελληνικῶν σπουδῶν.

ΝΠ

~.~ (περισσότερα…)

Δήμητρα Δημητρίου, Μπαλάντες

Τι φταίει, μητέρα, για τα μεγάλα σου δάκρυα;
Κύριε, πικραίνει το νερό των θαλασσών.
FEDERICO GARCIA LORCA, Όναρ

Η μπαλάντα του νερού της θάλασσας

Η θάλασσα
δρασκελίζει τον ορίζοντα
έχει στόμα και χείλια από αφρό
H ανάσα του αέρα την τυλίγει από τη μέση
Λαγαρίζει στο χάδι το νερό των θαλασσών.

Δυο ταυρομάχοι ζαλισμένοι
περνούν μπροστά δρεπανηφόροι.

— Τι μας φέρνεις κορίτσι, ποιος τ’ αχείλι σου στέγνωσε;
— Κύριε, στη χώρα μου θολώνει το νερό.

Μέσα στην άγρια μοναξιά, καταμεσής στο πέλαγο
μάνα από κύμα δάκρυ σκορπάει
Κι αλμυρίζει, ξανά, το νερό των θαλασσών.

Τέσσερις περνούν καβάλα
σε μαύρους της Ανατολίας.

— Σκοτεινό κορίτσι, τι κυλάει στο αίμα σου;
— Κύριε, κλαίω το νερό των θαλασσών.

Στα βράχια τσακίζει στο μπράτσο του ανέμου
μάνα από κύμα φλέβα του κόσμου
Στενάζει, βαθιά, το νερό των θαλασσών.

Τρεις από τ’ άγνωστο φερμένοι
αλυσοδένουν το νερό.

— Πώς γεννιέται, μητέρα, η μεγάλη σου πίκρα;
—Πικρό, πολύ, το νερό των θαλασσών.

~.~

Η μπαλάντα του θαλασσινού νερού (παραλλαγή)

Κορίτσι,
με τα στήθια στον αέρα
Ποια είσαι και πούθ’ έρχεσαι
τι έχεις στο στόμα
που σε πυρπολεί;

— Δράχνω νερό θαλασσινό
πηγής που αιμοστάζει
σαν έπεσε φωτιά καυτή μια μέρα τ’ αλωνάρη
ήλιος που λιάζει τη σπορά κι έκαιγέ μου το στήθος.

Οι θλίψες σου
πικροθάλασσα και πικροκυμματούσα
ρόδι βαθύ και ανοιχτό
καρδιά ρυθμού που πάλλει
νερό ζεστό
ουρανός που εξέπεσε απ’ της ακινησίας το στερέωμα
χωράφι ανήλιαγο
καράβια που στέκουν και στοχάζουνται
φύλλο που ξεβάφει πριν απ’ το στερνό φιλί
του χειμώνα

(χειμώνας κρύος και βαρύς
κι ένα φύλλο για τον ουρανό)

κυμάτων οι αλγηδόνες
σ’ εσένα ανήκουν
μαύρη νύχτα;

— Έρχομαι
απ’ τις αγάπες του χιονιού
κι απ’ τις πηγές των ανέμων
κύμα γιομάτο από σκουριά και βλέφαρα απ’ ομίχλη
φύκια είναι τα στεφάνια μου
κοχύλια τα μαλλιά μου
και στο λαιμό μου εκρέμμασα κλαδάκι από κοράλλι
καθώς πίσω μου θα ξωμακραίνουν
φυκιάδες περίπλοκες
υδρόφιλη ωκεάνια
γλώσσες, σαλάχια
φεγγαρόχτενα ρήματα
σπόγγοι στις θαλασσοσπηλιές
λιβάδια των βαθιών νερών
της Μεσογείου πνευμόνια

(άρμης αποχαιρετισμός
και άλγη του πυθμένα)

λέγοντας «γεια σας»
καθώς σουπιές βυθόβιες θα ψάχνουν την τροφή μέσα στη άμμο
σκουλήκια στη βαθιά τη γη, όστρακα κι αχιβάδες.

Έρχομαι από την πεύκη των βουνών
και τη θαλάσσια αρμύρα.
Προσμένω
ν’ αποθέσω τα κλαδιά μου στη μαύρη πέτρα
και το ξερό χορτάρι των βυθών
προτού η δόξα του φθινοπώρου
τα χρυσώσει.

(Θρήνος στα δάση τα πυκνά,
τα πελαγίσια δώματα
και τα δέντρα τ’ αψηλά)

~.~

Μπαλάντα μιας μέρας τ’ αλωνάρη

Κάτω στην ακροποταμιά κορίτσι περπατάει
κρατώντας βέργα λεμονιάς και προς τον κάμπο πάει.

Κόβει λεμόνια στρογγυλά
(Άι μέρα δίχως στήθος!)
και πλένει τα μπαμπακερά
τορέρο στην καρδια της.

(στην ανθισμένη λεμονιά από κάτω
πληγώνει με ο αγέρας)

Της ομιλώ δεν κυματεί
της κραίνω δε σαλεύει
πυρή φωτιά τα στήθια της
από έρωτα πεθαίνει.

Σε μαντίλι τ’ όνομά του κεντάει.
«Ποιος θ’αγοράσει αυτή τη λύπη από κλαριά
μαντίλια για να φτιάξει;»

(Άι μέρα ατέρμονη!
Άι σιωπή δίχως ήχο!)

Πουλί αν ακούς σπλαχνίσου την
φωνή κυνηγημένη
τι πια δεν μένει μας καιρός
από έρωτα πεθαίνει.

(φθόγγοι κομμένοι και ξεροί
ξερόκλαδα που σπάνε)

~.~

Μπαλάντα του Ιούλη (παραλλαγή)

Τορέρο μαύρα φόρησεν, μαύρον καβαλλικεύκει
βρίσκει μιαν κόρην πόπλενε στης λεμονιάς τον ίσκιο.

— Πού αλαργεύεις, λυγερή
τι έχεις στο στήθος σου που καρπούς
χρυσαφώνει;

T’ αστέρι του καλού μου, που στην κώμη φορεί.

— Εμπόρισσα των μαντιλιών, τι έχεις στα μάτια
που αιμορραγεί;

Tη σκληρή απελπισιά μου, του Ιούλη την κάψα.
Στην ανθισμένη λεμονιά από κάτω
πληγώνει με ο αγέρας.
Κόβω λεμόνια στρογγυλά
πέφτουν κάτω απ’τα κλώνια
ένα κλωνάρι έπεσε
ύστερα δυο και τρία
και στο μαντίλι το ’ραψα
κι εσχίστη το μαντίλι
και με τ’ αηδόνι μίλησα
κι εμάρανε η φωνή του.

~.~

Η μπαλάντα του θεριστή

Οι δυο λεπίδες του καλοκαιριού
η μια θρηνεί, η άλλη ματώνει.

Στις αδιαφέντευτες ξέρες
γης εναλίας και ακρίτισσας
ακροπατεί χρόνος ακένωτος
ψήγματα καιρού αδιάπλαστου, κρυσταλλωμένου
ανέμων άθυρμα
ρίγος εσθήτας.

Όχι σε μνήμη, μα σ’ ύλη ψηλαφητή
στ’ ακροθαλάσσι.

(Άι αδραχτάκι
ψυχής ακύμαντης!)

Κι απ’ όπου χαράζει
ως όπου βυθά

(σαν όρμησε ο θεριστής
στα σιτεμένα στάχυα)
τα είδα όλα σε νησάκι -νήσος τις- σκόπελο μικρό
τα μάτια μου είδαν πολλά μα λέξη δεν μπορώ να πω
τι πριν περάσουν μήνες δυο
γέρνω και τα πικροσφαλώ.

~.~

Του μαζωχτή (παραλλαγή)

Ι.

Χωνόταν ακόμα και στο σώμα μου
χωνόταν ακόμα και μέσα στο σώμα
ακόμα και χωρίς εμένα.

Κι όσο βαθιά, κατάβαθα
πατρίδες πανάρχαιες
έσπειρε φυτευτής

(κεφάλι ανάλαφρο, γερμένο ελαφριά προς τα πίσω,
περνάει ανάποδα, αγγέλου σχήμα)

τόσο στα μέσα μου έβανε
τον τρόμο ζώστρα ο μαζωχτής.

Στα πόδια του κομμάτι κρέας που
άχνιζε
και κάφτρα τρύπα
ξυπνώντας μνήμη πετεινού
αρχέγονου
κίνηση προς τη μεριά του πίσω χρόνου
σε χώρα που μονάχα εγώ την ήξερα
σαν να ’μουν εδώ από πάντα
γερμένο κεφάλι ανάλαφρο
ελαφριά προς τα πίσω
στον ίδιο ουρανό του τόπου μου
καταγεγραμμένου χρόνια πριν.

(Άι όι, ιώ, κοιμήθηκα
μαύρη νυχτιά εντύθηκα)

«Όπου να ’ναι όλα θα χαθούν», το σώμα μου.
Ό,τι αγάπησες, σημαντικά κι ασήμαντα που λιώνουν μες το χρόνο
έργα ανθρώπων και θεών
παμπάλαια
από τη μέσα σου μεριά.

Έβγαλα αχνή μια ανάσα, ύστερη, βαθιά,
τόσο βαθιά, που θέλησα να χαϊδέψω τρυφερά τα χέρια και το πρόσωπό σας.

Κι ένιωσα ξαφνικά ένα κενό
σαν άδειο το κορμί μου
-κι ίσως στ’ αλήθεια να έλειπα-
τι κι αν αυτός τρυπούσε
τη νύχτα και την ερημιά
ξεχνώντας πως οι δρόμοι κάποτε θ’ αδειάσουν
απ’ τα μάτια του
καθώς θα βαθουλώνουν κίτρινα κι ωχρά
με τον μεγάλο φόβο τους κρυφό
αργά, πολύ αργά
μέσα στη νύχτα
φαγωμένα, θαρρείς,
από το μέσα τους
σκοτάδι.

Κι εγώ
με το κεφάλι μου γερμένο ελαφριά προς τα πίσω
περνάω πάλι ανάποδα
πατώντας με προφύλαξη
έξω απ’ τα σπίτια που γνώρισα
απλώνομαι στους δρόμους που περπάτησα
μέσα από βλάστηση πυκνή
κι έτσι όπως κατεβαίνω
κοιτάω τον χρόνο χυμένο από πάνω μας άφθαρτο
χαλκέντερο βιγλάτορα
σαν έξω απ’ το σώμα μου
-κι απ’ το δικό σας-
κι έξω ακόμα από τις λέξεις
να σκίζει τους καιρούς
περνά λυτός μέσα απ’ τον ύπνο
και ξαναβγαίνει
αφήνοντας λίγο αίμα βυσσινί
στις γωνίες.

Έρχεται τώρα κατά πάνω σας, σας βρίσκει.

ΙΙ.

Αγέρας το χλωρό κορμί
μαζεύει το και ντύνει το.
Δίνει το στον αυγερινό
κι εκείνος πιάνει το χορό.

— Πάρ’ την λοιπόν, μα έχε στο νου
πως θα ’σαι ο αντρός του φεγγαριού.

Κι η Πούλια, σ’ άκρη ενός κλωνιού:
— ’Γω η μάνα του χρυσού γιαλού.

~.~

Μπαλάντα των τζιτζικιών που αγάλλονται

Ε, σείς, τζιτζίκια μου όμορφα
για πείτε αν είστε πέρκαλλα
στ’ ακροτόπια τα βουβά και τ’ απάτητα
στη γη σας την πολύχαλκη
ζει ο βασιλιάς, σαν πρώτα;

Kαταλυεί το ’νιν το χώμα, κλώθεται η μοίρα της οργής;
Λυσσάει με το τρικύμισμα το βορινό το κύμα; Μαίνεται στην αναβροχιά, μανίζει με τη στέγνια;
Ακόμη γίνoνται Σεπτέμβρη τα χαρούπια
ξεσπάνε τα πάθη της καρδιάς;
Θυμάστε ακόμα την άκρη του μακρύ γιαλού

(γιαλό-γιαλό πηγαίναμε στις ξέρες
κι αρμενίζω)

ναυτάκια του καλοκαιριού και τα μεγάλα της Αμμοχώστου
τ’ άστρα;

Φουσκώνει ο μούστος στο τσαμπί,
ζει, ζει και ζει το πείσμα σας στο κοχλαστό το θέρος;

ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

~.~

Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ
Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΘΕΡΙΣΤΗ
«οι δυο λεπίδες του καλοκαιριού». Πρβλ. Κυριάκος Χαραλαμπίδης, Ποιήματα: 1961-2017, Ίκαρος, Αθήνα 2019, σ. 169.
«σ’ένα νησάκι…σκόπελο»: Πρβλ. το τελεσίγραφο που έστειλαν οι Τούρκοι στη Γαληνοτάτη το 1570, ζητώντας την παράδοση της Κύπρου: «Και επειδή αυτός [=ο Σουλτάνος] γνωρίζει πως δεν δύνασθε να αντισταθείτε εις έναν τοιούτον ισχυρόν Μονάρχην, σας παρακινεί, ως φίλος, να διαλέξετε το ωφελιμότερον […], εάν θέλετε να αποφύγετε τας επικειμένας δυστυχίας του Πολεμου. Τι είναι η Κύπρος, παρά ένας σκόπελος; ένα μικρόν νησάκιον, τι κάμνει να το παραιτηθήτε της αυτού Μεγαλειότητος, διά να τον ευχαριστήσετε;». Στο Αρχιμανδρίτης Κυπριανός, Ιστορία χρονολογική της νήσου Κύπρου, Επιφανίου, Λευκωσία 2001 (α΄ έκδ. Βενετία 1788), σ. 414.
ΤΟΥ ΜΑΖΩΧΤΗ (ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ)
«κεφάλι»: Η αναφορά στον βιασμό 18χρονης από την Καρπασία, όπως τη διηγήθηκε ο Αχμέτ Ντεριά στη Σεβγκιούλ Ουλουντάγκ και δημοσιεύτηκε στην τουρκοκυπριακή εφημερίδα Afrika (27 Ιανουαρίου 2008): «Εξιστορούνται γεγονότα του ’74 στην Καρπασία. […] Στην περιοχή του Ταύρου Τούρκοι στρατιώτες προσπάθησαν να βιάσουν μια 18χρονη Ελληνίδα. Επειδή η κοπέλα όμως αντιστάθηκε, της κόψαν το κεφάλι, το ξεχώρισαν από το σώμα, και μετά βίασαν το ακέφαλο σώμα». Αναδημοσίευση στο «Τούρκοι, 1974 μ.Χ.», Αντιφωνητής, Θράκη, 6 Φεβρουαρίου 2008, σ. 8.
ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΤΖΙΤΖΙΚΙΩΝ ΠΟΥ ΑΓΑΛΛΟΝΤΑΙ
«Ακόμα…τα χαρούπια»: Πρβλ. το ποίημα του Gabriele d’Annunzio για την Κύπρο, «Le carubbe», Laudi del cielo del mare della terra e degli eroi, τόμ. ΙΙΙ, Alcyone, Fratelli Treves Editori, Μιλάνο 1908, σ. 270.
«και τα μεγάλα της Αμμοχώστου τ’ άστρα»: Στίχος του Βούλγαρου ποιητή Nikola Vaptsarov από το ποίημά του «Γράμμα», στο Κύπρος αγάπη μου, επιμ. Marin Zhechev και Michael Berberov, [Λευκωσία] 1984, σ. 3.
«Ζει ζει και ζει»: Πρβλ. Οδυσσέας Ελύτης, Τα ρω του έρωτα, Αστερίας, Αθήνα 1972, σ. 27: «Ε σεις τζιτζίκια μου άγγελοι / γεια σας κι η ώρα η καλή / Ο βασιλιάς ο Ήλιος ζει; / κι’ όλ’ αποκρίνονταν μαζί // «Ζει ζει ζει ζει ζει ζει ζει ζει ζει»· και Κωστής Παλαμάς, «Κύπρος», Η πολιτεία και η μοναξιά, στο Άπαντα, Μπίρης, Αθήνα χ.χ., τ. 5: σ. 336: «στ’ ωραίο πολύπαθο κορμί η αγνή ψυχή δεν έσβυσε / και ζη και ζη και ζη!».

Ενθύμησις Δημήτρη Αρμάου

Συμπληρώνοντας ἕξι χρόνια ἀπὸ τὴν ἐκδημία του καὶ προεξαγγέλοντας τὸ ἀφιερωματικὸ ἕκτο τεῦχος τοῦ ἔντυπου ΝΠ σὲ συνεργασία μὲ τὴν Ζωὴ Μπέλλα (ἐνῷ ἀναμένεται ἡ κυκλοφορία τοῦ #5 γιὰ τὸν Παναγιώτη Κονδύλη ἐντὸς τῶν προσεχῶν ἡμερῶν), ἀποδίδουμε ποιητικὸ ὁλοκαύτωμα στὴ μνήμη τοῦ ποιητῆ, φιλολόγου, βιβλιο-εργάτη καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα δασκάλου καὶ φίλου Δημήτρη Ἀρμάου. Μείνετε συντονισμένοι.   ΝΠ

~.~

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΡΜΑΟΣ, 31 ΜΑΪΟΥ 2015

Ἀποχωρῶν ἀρματολίκια ἐπῆρες
μὲ λέξεις ὑλικὲς γι᾽ ἀποσκευές σου
καὶ γούρι σου στὸ πέρασμα ἀναπτῆρες
γιὰ τὰ πουράκια του Κενταύρου Νέσσου.

Φονιάδες μοναχῶν ἀπ᾽ τὸ ἀντιμόνιο
περνοῦν ἀπ᾽ ὥρα βάδην σ᾽ ἕνα canto
τοῦ Paradiso μὲ δισσὸ μνημόνιο.

Τοὺς ὀρφισμοὺς συντρέχει τὸ ὕφος — κὰν τὸ
δεῖς ὡς σκυτάλη λυρικῶν δηώσεων·

ἢ καὶ ὡς ὀντὰ βιαίων ἐντυπώσεων.

Κέρκυρα, 10 Αὐγούστου 2018

~.~

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

ΣΤΑΣΙΩΤΙΚΟ…
Για τον Δημήτρη

Τι θέλετε, λοιπόν, ασύστατοι·  να πω:
άδικα ήρθα κι έφυγα; Άδικα είδα
στα 1977 τον Πτολεμαίο
να κατεβαίνει από τα μέρη
της Άμφισσας κύμα
κωνοφόρο μ’ ένα έλατο σελίδες, στην πύλη
μιας κόλασης στεκούμενης τριγύρω.
(περισσότερα…)