Γλώσσα

Η παραγωγή του μηδενός

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

~

Η παραγωγή του μηδενός

Άλλοτε ο άνθρωπος αντλούσε από την επιφάνεια της γης τα τρόφιμα και από τα βάθη της όλες τις μακροπρόθεσμα αναγκαίες για την επιβίωσή του πρώτες ύλες. Σήμερα όμως αυτές οι παραδοσιακά ένυλες αξίες απειλούνται από την μηδενιστική παραφροσύνη και η φωτογραφία ενός αχανούς Data Center εξορύξεως Bitcoin στο Rockdale του Τέξας που έκανε αστραπιαία τον γύρο του κόσμου θέτει ξανά το ερώτημα: τι ακριβώς παράγουν αυτές οι ατελείωτες σειρές ηλεκτρονικών διακομιστών και με τι κόστος λειτουργούν; Και η απάντηση είναι απλή: Καταναλώνουν τεράστια ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας –αρκετή για μία πόλη ενός εκατομμυρίου κατοίκων– και δεν παράγουν τίποτε απολύτως πέραν ενός κρυπτονομίσματος που η αξία του εξαρτάται αποκλειστικά από την πίστη όσων το χρησιμοποιούν. Τέτοιες αξίες όμως εξαϋλώνονται με ταχύτητα ανάλογη της βεβιασμένης παραγωγής τους. Τα κρυπτονομίσματα λοιπόν γράφουν την τελευταία πράξη ενός δράματος τους πρωταγωνιστές του οποίου γνωρίζουμε από καιρό. Η λυσσαλέα χρηματοοικονομική μόχλευση στην οποία διαπρέπουν οι τραπεζίτες, στηρίζεται σε ήδη εξαντλημένα νομισματικά αποθέματα. Τα (υπερ)δομημένα ομόλογα και τα σαθρής βάσεως χρηματιστηριακά παράγωγα, κρέμονται από μία κλωστή. Η κυκλοφορία τους τροφοδοτείται από ένα ιλιγγιώδες φαντασιακό παραλήρημα, τη μέθη μίας χημικής έκστασης που όσο κρατάει είναι μεθυστική αλλά όταν η έξαψή της περνάει αφήνει τον άνθρωπο σε βαθύ σύγκρυο, σκοτάδι και υπαρξιακή απόγνωση. (περισσότερα…)

Greek Way of Life!

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

~

Greek Way of Life!

Ομολογώ ότι ανέκαθεν έβρισκα ανθρωπολογικά ενδιαφέρουσες τις φιγούρες των διαπρεπών φουκαράδων. Με εντυπωσίαζε η παχυλή αμάθεια, η επηρμένη άνεση και η αστραφτερή αναίδεια των κομπάρσων που κατέχουν πρωταγωνιστικούς ρόλους στη δημόσια ζωή της παντέρμης μας χώρας. Εδώ όμως το σκηνικό με την αγγλοφρενή επιγραφή τους ξεπέρασε κατά πολύ. Έδειξε, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι ο ελληνικός τρόπος ζωής οπισθοβατεί αλλά η ξενοφωνημένη Ελλάδα προοδεύει ακάθεκτα. (περισσότερα…)

Άνοιξε η πλατφόρμα!

*

«myΘέρμανση»… άκουσα καλά; Βοήθεια!
myΠαναγιά, βάλε κι εσύ yourΧέρι
γιατι τα πράγματα είναι very, very
ζόρικα πιά για μάς τα κουτορνίθια.

Διεθνιστές κι ελληναράδες βέροι,
όλοι μαζί την έχουμε επιστήθια
φίλη-μας των αιώνων την αλήθεια,
το μυστικό που άλλος λαός δέν ξέρει.

Κι εμείς το μάθαμε απο ποιόν; myΠλάτων,
myΠυθαγόρας, myΑριστοτέλης!
Η γλώσσα των θνητών, των αθανάτων,

της Αγοράς, της Πνύκας, της Θυμέλης,
τροφός τόσων ανήσυχων πνευμάτων,
είναι yourΠόρνη… φτάνει να το θέλεις.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ

*

*

*

Εδώ ο κόσμος χάνεται…

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

~

Εδώ ο κόσμος χάνεται…

Καμιά εικοσαριά χρόνια πριν έτυχε να παραβρεθώ σε δείπνο αθηναϊκού εστιατορίου όπου παρουσιάζονταν οι δημιουργίες ενός κορυφαίου Ισπανού σεφ. Η περίσταση ήταν εορταστική ενώ η γενική αδημονία είχε ενταθεί από την προηγηθείσα, εξουθενωτικώς ερεθιστική, διάλεξη του προσκεκλημένου περί μαγειρικής χημείας και συναφών μυστηρίων. Ο ενθουσιασμός ωστόσο περιορίστηκε σε αμήχανα επιφωνήματα μόλις έφτασε το πρώτο πιάτο. Και τα επόμενα, τεράστια αλλά με ελάχιστο περιεχόμενο, δεν βελτίωσαν αρκετά το κλίμα. Δυό-τρεις βοηθοί του σεφ, που περιφέρονταν ανάμεσα στα τραπέζια με ύφος προσβεβλημένης υψηλότητας και παρείχαν μυστικοπαθείς εξηγήσεις για τούτη τη γαστρονομική επίδειξη, επέτειναν τη σύγχυση. Διότι το δείπνο, εύγεστο ομολογουμένως, ήταν επίσης αεριώδες, σαν ανεκπλήρωτη υπόσχεση. Άφησε τέτοιο κενό ώστε μία από τις παρακαθήμενες κάτισχνες κοπέλες ενός οίκου μόδας, διερμηνεύοντας άριστα τις κρυφές προθέσεις της παρέας, πρότεινε ντροπαλά να πάμε αλλού – για καμιά μακαρονάδα! Το φαιδρό περιστατικό μου ήρθε στη μνήμη καθώς κοιτάζοντας τις παρουσιάσεις κάποιων (δια)φημισμένων εστιατορίων, διαπίστωσα ότι η τάση προς το ολίγιστο παραμένει αμετάβλητη. Ενώ τα πιάτα διαρκώς μεγαλώνουν οι μερίδες μικραίνουν. Η προσοχή αποσπάται από το στόμα και στρέφεται στο «φάτε μάτια ψάρια»! Η έμφαση μετατοπίζεται από τη  γεύση στην εμφάνιση μίας διακοσμητικής σύνθεσης, τόσο περίτεχνης που διστάζεις να την αγγίξεις. Μα η θριαμβεύουσα διακοσμητική έχει ήδη πολλούς κοσμοσύχναστους ναούς. Ευφάνταστα τηλεοπτικά σόου με κομψά φυτά, βιτρίνες πολυκαταστημάτων και μεταμοντέρνες γκαλερί. Τα μοδάτα εστιατόρια επικυρώνουν απλώς την άκρως συμβολική για την εποχή μας έφοδο προς την πανταχού παρούσα εκθαμβωτική κενότητα.

Επιμύθιο: Στις Ιστορίες του κ. Κόινερ, ο Μπρεχτ σατιρίζει έναν κηπουρό που κουρεύει διαρκώς έναν θάμνο προσπαθώντας να πετύχει το άψογο σχήμα. Ως αποτέλεσμα η μορφή θριαμβεύει μα η ύλη αφανίζεται. Ωσότου από τον πλούσιο θάμνο δεν απομένει παρά μία μικρή, τέλεια σφαίρα. (περισσότερα…)

Ὁ γλωσσικὸς βιότοπος τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ οἱ δικές μας ὀφειλές

*

τῆς ΤΑΣΟΥΛΑΣ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Μὲ νωπὴ ἀκόμη τὴν ἡδεῖα μνήμη τοῦ ἐξαίρετου Συμποσίου γιὰ τὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη ποὺ ὀργάνωσε ἡ Περιφέρεια Θεσσαλίας ἀπὸ τὶς 19 ἕως τὶς 22 Σεπτεμβρίου 2024 στὴ Σκιάθο, καταθέτω μὲ τὸ παρὸν κείμενο ὁρισμένες σκέψεις γιὰ τὴν παπαδιαμαντικὴ γλώσσα, μαζὶ μὲ τὶς θερμὲς εὐχαριστίες μου πρὸς τὸν Κώστα Κουτσουρέλη, ὁ ὁποῖος μὲ τὴ γνώση καὶ τὴν εὐαισθησία του συνέβαλε καταλυτικὰ στὴν ἄρτια ὀργάνωση καὶ πραγματοποίηση τοῦ λαμπροῦ αὐτοῦ τριημέρου.

Στὰ μαθητικά μου χρόνια διδάχτηκα τὴ «Σταχομαζώχτρα». Ὅταν βρέθηκα στὰ διδακτικὰ ἕδρανα, δίδαξα «Τὸ μυρολόγι τῆς φώκιας» καὶ ὅταν ἀνέλαβα μέλος συγγραφικῆς ὁμάδας σχολικοῦ ἐγχειριδίου προορισμένου νὰ ἀποτελέσει ὕλη πανελλαδικῶν ἐξετάσεων συμμετεῖχα στὴν ἀνθολόγηση τοῦ διηγήματος «Ὄνειρο στὸ κῦμα». Τὸ ἐρώτημα «τὸν καταλαβαίνουμε πράγματι;», τὸ ὁποῖο θέτει πρὸς συζήτηση σὲ στρογγυλὴ τράπεζα τὸ Συμπόσιο, εἶναι καὶ γιὰ μένα ἰδιαίτερα οἰκεῖο, αἰσθάνομαι ὅμως πὼς στὸ βάθος λανθάνει ἕνα ἄλλο, ποὺ ἐπιτακτικὰ προβάλλει τὴν ἀνάγκη γιὰ ἐπιτέλεση ἑνὸς χρέους: «ὀφείλουμε σήμερα νὰ δημιουργήσουμε τὶς προϋποθέσεις ὥστε ἡ ἐπικοινωνία μὲ τὸ παπαδιαμαντικὸ ἔργο νὰ παραμείνει καὶ τὸν εἰκοστὸ πρῶτο αἰῶνα ἄρρηκτη καὶ παράλληλα γόνιμη καὶ δημιουργική;».

Ὅσοι διατυπώνουν τὶς γνωστὲς ἐνστάσεις γιὰ τὸ ἐμπόδιο, ὅπως ἰσχυρίζονται, τῆς καθαρεύουσας ποὺ καθιστᾶ δυσερμήνευτο καὶ μὴ διδάξιμο τὸν Παπαδιαμάντη ἠθελημένα ἢ ἄθελά τους ἀγνοοῦν πὼς ὁ γλωσσικὸς κόσμος τοῦ παπαδιαμαντικοῦ ἔργου δὲν περιορίζεται στὴ λόγια ἐκδοχὴ τῆς ἑλληνικῆς —ποὺ ἀναμφίβολα ἀποτελεῖ λαμπρὴ καὶ αὐτὴ παρακαταθήκη τῆς γραπτῆς μας παράδοσης—, ἀλλὰ συνιστᾶ ἕνα πολυφωνικὸ γλωσσικὸ σύμπαν, μιὰ ὑπεραιωνόβια βασιλικὴν δρῦν.

Τὸ ὅποιο χρέος μας ἑπομένως ἀφορᾶ τὴ σωτηρία ἑνὸς βιότοπου. Πρόκειται ἀκριβῶς γιὰ ἕνα ἀπειλούμενο γλωσσικὸ οἰκοσύστημα, τὸ ὁποῖο στεγάζει ὅλο σχεδὸν τὸν πολυποίκιλο καὶ πολύμορφο γλωσσικό μας πλοῦτο, τὸν γραμματειακὰ ἢ διὰ τῆς προφορικῆς παράδοσης κληρονομημένο: λέξεις ὁμηρικές, τῶν λυρικῶν ἢ τῆς δραματικῆς ποίησης, λέξεις τῆς ἀττικῆς πεζογραφίας, τῆς Ἁγίας γραφῆς, τῶν ἐκκλησιαστικῶν ὑμνωδῶν κι ἀκόμα λέξεις λαϊκὲς τοῦ σκιαθίτικου ἰδιώματος, ἐκφράσεις καθημερινὲς καὶ ἄλλες προερχόμενες ἀπὸ τὴν παράδοση τοῦ δημοτικοῦ τραγουδιοῦ, ψηφῖδες μιᾶς μοναδικῆς πολυμορφίας καὶ πολυτυπίας, συνυπάρχουν ἁρμονικὰ ἐπεξηγώντας συχνὰ ἄλληλες, καὶ ὅλες μαζὶ συναποτελοῦν μιὰν ἰδιότυπη γλωσσικὴ κιβωτό. Ἔτσι, ἡ ἐπικοινωνία ἐν γένει ἀλλὰ καὶ ἡ διδασκαλία τοῦ παπαδιαμαντικοῦ ἔργου βαθμιαῖα μετατρέπεται, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, σὲ πολύτιμη μαθητεία στὴ γλώσσα. (περισσότερα…)

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Γλῶσσα καὶ κοινωνία

*

Τὸ πλῆρες πρόγραμμα τῶν εκδηλώσεων ἐδῶ

~.~

Lingua nova Greca inventa… «Ἀνεκαλύφθη νέα τις γλῶσσα καλουμένη Ἑλληνική· προσέχετε ἀπ᾿ αὐτῆς, ὅτι ὄργανον τυγχάνει μαγείας, ἀκολασίας καὶ πάσης μαγγανείας· πλήρης δὲ ἐστὶ βλασφημιῶν, καὶ οὐαὶ τῷ γινώσκοντι καὶ μίαν ἢ δύο ἐξ αὐτῆς λέξεις».

Ἱεροκήρυξ Γάλλος τοῦ ΙΓ´ αἰῶνος, διδάσκων ἀπὸ τοῦ ἄμβωνος, ἔδιδεν εἰς τοὺς ἀκροατάς του τὰς ἀνωτέρω πληροφορίας. Καὶ τότε μὲν ἡ διδαχή του ἤχησεν εἰς τὰ ὦτα τοῦ ποιμνίου του ὡς ἐπίκαιρος νουθεσία· ἀλλὰ ποῦ νὰ ἤξευρεν, ὁ μακάριος, ὅτι ἔμελλε νὰ ἔλθῃ ποτὲ χρόνος ὁπότε καὶ προφητικήν τινα ἔννοιαν ἴσως θὰ προσελάμβανον οἱ λόγοι του.

Τότε μὲν εἰς τὸ Παρίσι εἶχεν ἀνακαλυφθῆ, ὡς φαίνεται, νέα γλῶσσα, Ἑλληνικὴ καλουμένη· σήμερον δέ, ὄχι μία, ἀλλὰ περισσότεραι ἑλληνικαὶ γλῶσσαι συγχρόνως ἔχουν ἐπινοηθῆ· ἄλλη μᾶς ἔρχεται ἀπὸ τὸ Παρίσι, καὶ ἄλλη ἐπιδημεῖ ἐνθρονισμένη ἐδῶ, εἰς τὰς Ἀθήνας· καὶ ὅλαι λαλούμεναι, γραφόμεναι, καὶ ἀναγινωσκόμεναι ἀνὰ Ἑλλάδα πᾶσαν καὶ τὴν ἄγλωσσον, ἠχοῦσιν ὡς «σύμμικτον εἶδος κἀποφώλιον τέρας». (περισσότερα…)

Τύχες του στοχασμού στη σημερινή Ελλάδα [1/3]

*

Ποιες είναι οι τύχες του στοχασμού στη σημερινή Ελλάδα; Ακούγεται ο λόγος της φιλοσοφίας, των κοινωνικών επιστημών, της θεολογίας, των ανθρωπιστικών σπουδών στη δημόσια σφαίρα; Πώς προσλαμβάνεται και από ποιους, διεξάγεται ουσιαστικός διάλογος πάνω τους, ποια είναι η επιρροή των ιδεών που διακινούνται;

Αυτά ήταν τα θέματα που τέθηκαν στη δημόσια συζήτηση για τη «Σκέψη στην Ελλάδα σήμερα» που διεξήχθη στις 16 Ιουλίου στον Αίθριο Χώρο του Θεάτρου Κυδωνία, στις εφετινές «Νύχτες του Ιουλίου». Εισηγητές ήταν ο Κώστας Ανδρουλιδάκης, ο Σωτήρης Γουνελάς και η Ιωάννα Τσιβάκου και συντονιστής της συζήτησης ο Κώστας Κουτσουρέλης. Την εισήγηση του Κ. Ανδρουλιδάκη που δημοσιεύουμε παρακάτω, θα ακολουθήσουν προσεχώς οι ομιλίες των άλλων δύο συνεισηγητών.   —  ΝΠ

~.~

του ΚΩΣΤΑ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗ 

Υπάρχει ένα είδος πολυάσχολων στη Ρώμη, που τρέχουν
εδώ κι εκεί καταϊδρωμένοι, έχουν σαν ασχολία τους
την απραξία, ασθμαίνουν χωρίς λόγο, κι ενώ κάνουν
πολλά δεν κάνουν τίποτα.
ΦΑΙΔΡΟΣ, Ανέκδοτα κατά τον τρόπο του Αισώπου  [1]
Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε κατά πού προχωρούμε
— ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ, «Ένας γέροντας στην ακροποταμιά»

Τα ερωτήματα που τέθηκαν ως αφετηρία για τη συζήτησή μας είναι: Ποιες είναι οι τύχες του στοχασμού στη σημερινή Ελλάδα; Ακούγεται ο λόγος της φιλοσοφίας, των κοινωνικών επιστημών, της θεολογίας, των ανθρωπιστικών επιστημών στη δημόσια σφαίρα; Πώς προσλαμβάνεται και από ποιους, διεξάγεται ουσιαστικός διάλογος, ποια είναι η επιρροή των ιδεών που διακινούνται;

Το θέμα μας ταυτίζεται ουσιαστικά με το θέμα της πνευματικής κατάστασης της χώρας μας στην εποχή μας – ένα πραγματικά τεράστιο πλέγμα θεμάτων, το οποίο έχει απασχολήσει κατά καιρούς τους πνευματικούς ανθρώπους και που εδώ μόλις μπορούμε να θίξουμε.[2] Επειδή τα θέματα τούτα είναι βέβαια μεγάλα και σύνθετα, θεώρησα σκόπιμο να τα ξεχωρίσω στα ακόλουθα ειδικότερα ερωτήματα.

1) Υπάρχει στοχασμός στη σημερινή Ελλάδα;   

Ο Κώστας Αξελός, στο νεανικό βιβλίο του Η μοίρα της σύγχρονης Ελλάδας (1954), θεωρεί ότι: «Η σύγχρονη Ελλάδα δεν απέκτησε σκέψη· κι ακόμη περισσότερο της λείπει μια πολύ αρθρωμένη γλώσσα».[3] Με τη λέξη «σκέψη», ο Αξελός εννοεί κυρίως: φιλοσοφία πρωτογενή και συστηματική, και δεν έχει άδικο. Εδώ πρέπει να κάνουμε τη διάκριση ανάμεσα στη συστηματική φιλοσοφία και στον στοχασμό ή τη σκέψη με μιαν ευρύτερη (ουσιαστική) έννοια, όπως εκφράζεται λ.χ. στο δοκίμιο, στη λογοτεχνία, στο θέατρο και αλλού. Αλλά τι εννοούμε με τις λέξεις «σκέψη» και «στοχασμός»; Με επίγνωση ότι το θέμα είναι σύνθετο, θα πρότεινα: η έλλογη θέση ερωτημάτων και η προσπάθεια αναζήτησης απαντήσεων σε ζητήματα και προβλήματα που υπερβαίνουν την ικανοποίηση των αμέσων βιοτικών και πρακτικών αναγκών του ανθρώπου· που υπερβαίνουν τα φυσικά ένστικτα και τις αισθήσεις. Σύμφωνα με την κλασική διατύπωση του Καντ:

«Ο Λόγος μέσα σ’ ένα πλάσμα είναι η ικανότητα να επεκτείνει τους κανόνες και τις προθέσεις της χρήσης όλων των δυνάμεών του πολύ πέρα από [το σημείο που φτάνει] το φυσικό ένστικτο, και δεν γνωρίζει όρια στις απόπειρές του. Αλλά ο ίδιος δεν ενεργεί ενστιγματικά· χρειάζεται δοκιμές, άσκηση και διδαχή, για να προχωρεί σιγά-σιγά από τη μια βαθμίδα της νόησης στην άλλη».[4] (περισσότερα…)

Μέσα στον κοίλο καθρέπτη: Αλήθεια και πραγματικότητα στη σύγχρονη σκέψη

.

του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

Εισαγωγή

Μία φιλοσοφική συζήτηση περί της αλήθειας, της φύσης της πραγματικότητας και της ικανότητας του ανθρώπινου πνεύματος να συλλάβει αυτή την πραγματικότητα καθ’ ολοκληρίαν ή έστω εν μέρει μοιάζει ενδεχομένως παρωχημένη. Με τον κοπιώδη βηματισμό του νεκροζώντανου που περιφέρεται άσκοπα σαν φερέοικος πλάνητας κάποιου διανοητικού Άδη και με το βαρύθυμο βλέμμα του κάποτε αχαλίνωτου αυτοκράτορα που πλέον κανένα βίτσιο δεν εξάπτει τις νευρικές του συνάψεις, ο σύγχρονος δυτικός στοχασμός φαντάζει πολύ μικρός και απρόθυμος ώστε να μπορέσει να αναμετρηθεί με τέτοια επιστημολογικά και γνωσιολογικά ζητήματα. Πρόκειται για ζητήματα των οποίων, ως γνωστό, η σφραγίδα διακρίνεται ευκρινώς στο καταστατικό γέννησης της νεωτερικής φιλοσοφίας. Από τα νοητικά πειράματα με τους κακόβουλους δαίμονες του Καρτέσιου μέχρι τα αρχιτεκτονήματα θηριώδους φιλοδοξίας του Καντ (αλλά και αρχετυπικής ευκρίνειας ως προς τη διατύπωση των ερωτημάτων) και τις επίμονες χουσσερλιανές αναδιφήσεις στα έγκατα της συνείδησης, η φύση της πραγματικότητας και οι δυνατότητες προσπορισμού μιας κάποιας γνώσης για αυτήν αποτέλεσαν συχνά διακυβεύματα κρίσιμης σημασίας και αντικείμενα άγριας πολεμικής.

Η σύγχρονη σκέψη, από την άλλη, επιλέγει να εμπλακεί στη σχετική συζήτηση με ένα μάλλον ανάλαφρο και παιγνιώδη τρόπο, εκπτύσσοντας τις απαντήσεις της κατά μήκος δύο διαμετρικά τοποθετημένων οριζουσών. Η μία εξ αυτών, αυτή με τη μεγαλύτερη απήχηση σε ακαδημαϊκούς, προοδευτικούς κύκλους, αποτελεί κληρονόμο των κλασσικών θεωρημάτων του διαβόητου μεταμοντερνισμού: η πολυσημία συνιστά εγγενές χαρακτηριστικό κάθε νοηματοδοτικού και στοχαστικού ενεργήματος, δίχως καμμία δυνατότητα περιστολής της. Αντιθέτως, κάθε απόπειρα να χαμηλώσει ο βαθμός πολυσημίας οφείλει να αντιμετωπίζεται με καχυποψία, αν όχι και να καταγγέλλεται ως εξουσιαστικός ελιγμός. Απέναντι σε ένα νοηματικό πλουραλισμό (ή πληθωρισμό), κάθε απόπειρα συγκρότησης μίας δεσμευτικής ερμηνείας της πραγματικότητας δεν μπορεί παρά να γίνεται αντικείμενο χλευασμού. Κατά συνέπεια, η πραγματικότητα μοιάζει να εξαχνώνεται και οι φιλοδοξίες του νου να τη συλλάβει σε μία στιβαρή περιγραφή έχουν τόσες πιθανότητες εκπλήρωσης όσες και ενός παιδιού που κυνηγάει πολύχρωμους καπνούς εξοπλισμένο με μία απόχη. (περισσότερα…)

Όταν ενηλικιώθηκε ο μικρός γραφιάς του Jaquet-Droz

*

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ Η ΜΗΧΑΝΗ  #  2

Προσεγγίσεις στον κόσμο της τεχνητής νοημοσύνης και των πραγματικών ή πλασματικών οριζόντων της

~.~

του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

Από τη Νέα Κριτική και τις θεωρίες της πρόσληψης μέχρι την ψυχαναλυτική και μαρξιστική κριτική και από εκεί στις μετά- και απο-δομιστικές προσεγγίσεις, είναι βέβαιο ότι ο 20ός αιώνας δεν παρουσίασε καμμία δυστοκία όσον αφορά στην παραγωγή θεωρητικού λόγου γύρω από το φαινόμενο της λογοτεχνίας. Κάτι που ισχύει είτε η λογοτεχνία εννοηθεί υπό την πιο στενή της, «κοινωνιολογική» έννοια, ως η μορφή εκείνη του έντεχνου λόγου που συνδέθηκε στενά με την άνοδο της αστικής τάξης και που αποτυπώνεται γραπτά στο τεχνούργημα του μηχανικά αναπαραγώγιμου και εμπορεύσιμου βιβλίου, είτε υπό την ευρύτερη έννοια, την πιο συγγενή με την ετυμολογία της λέξης, ως κάθε μορφή έντεχνου λόγου, προφορικού ή γραπτού, σε κάθε πιθανή κοινωνία. Η τελευταία επιλογή βέβαια θέτει κάποια σοβαρά μεθοδολογικά και ορολογικά ζητήματα εφόσον, ανθρωπολογικά μιλώντας, ο έντεχνος λόγος σε πλείστες κοινωνίες δεν συνιστούσε μια ξεχωριστή και ιδιάζουσα τάξη του λόγου που άξιζε να σηματοδοτοθεί με έναν ειδικό όρο παρά ήταν στενά συνδεδεμένος με άλλες πλευρές του κοινωνικού και ειδικά με τον χώρο του ιερού. Εν πάση περιπτώσει, η λογοτεχνική θεωρία και κριτική είχε να επιδείξει μια ζωτικότητα σπάνια, ειδικά για τα μεταπολεμικά δεδομένα των ανθρωπιστικών σπουδών. Μια σύγκριση με την παραγωγή κριτικού λόγου για το επιστημονικό σκέπτεσθαι και πράττειν είναι ενδεικτική. Η «κριτική επιστημολογία» (συμπεριλαμβανομένης της φιλοσοφίας και κοινωνιολογίας της επιστημονικής γνώσης) γνώρισε μια σύντομη άνθιση κατά τις δεκαετίες του 60 και του 70 για να εισέλθει σε μια μόνιμη φάση καθίζησης έκτοτε· παρά τις κάποιες σποραδικές εκλάμψεις εντός των ακαδημαϊκών τειχών (βλ., π.χ., το λεγόμενο «ισχυρό πρόγραμμα» της σχολής του Εδιμβούργου), η μέση κοινωνική αντίληψη για τον ρόλο και τη λειτουργία της τεχνοεπιστήμης έχει παλινδρομήσει σε ένα εντελώς πρωτόγονο και νηπιακό επίπεδο, αντιμετωπίζοντας τους κάθε είδους ειδικούς ως οιονεί ιερατικές φιγούρες, αμόλυντες από κοινωνικές επιδράσεις και σε μόνιμη αναζήτηση μιας κάποιας υπερβατικής, ανιστορικής αλήθειας. Αντίθετα, η λογοτεχνική κριτική, αφού πρώτα ανακοίνωσε τον «θάνατο του συγγραφέα», θα έφτανε στο σημείο, με αφορμή την διάδοση των ψηφιακών τεχνολογιών, σχεδόν να ανακοινώσει και τον «θάνατο του βιβλίου» όπως το ξέραμε. Όχι μόνο, λοιπόν, δεν υπέφερε η λογοτεχνία από κάποια πενία θεωρητικού στοχασμού περί της ουσίας και των λειτουργιών της, αλλά μοιάζει σαν η διερώτηση περί της λογοτεχνίας να έχει δώσει περισσότερους καρπούς (από άποψη ποιότητας και ποικιλομορφίας) στον 20ό αιώνα από αυτούς που είχε να προσφέρει η ίδια η λογοτεχνία ως πρωτογενές έργο. Εκτός από την κουκουβάγια, ίσως και το αηδόνι, το πουλί της λογοτεχνίας, να πετάει το σούρουπο. (περισσότερα…)

Ξενοζηλία καί ὑποτέλεια: Σκέψεις γιά τό παρόν καί τό μέλλον τῆς ἑλληνικῆς

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Σέ μιά πρώτη ματιά, ἡ σημερινή μας συνάντηση φαντάζει πράγμα ἀταίριαστο. Ἡ κρίση πού διέρχεται ἡ χώρα εἶναι ὁλοκληρωτική. Τίποτε δέν μαρτυρεῖ ὅτι θά ξεπεραστεῖ σύντομα. Τί θέλουν λοιπόν οἱ συζητήσεις γιά τά ἑλληνικά καί τήν ὀρθογραφία τους αὐτή τή στιγμή πού ἄλλα, στοιχειωδέστερα, διακυβεύονται;

Ἀπό τήν ἄλλη, ἡ συζήτησή μας μοιάζει, εἰδικά αὐτή τή στιγμή, ὡς ἀπολύτως προσήκουσα – θά ἔλεγε κανείς ἀναγκαία. Στό μέτρο πού τούς ἀναλογεῖ, οἱ περιπέτειες τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας ἀποτελοῦν κι αὐτές μέρος τῆς γενικῆς κακοδαιμονίας μας, συνιστοῦν μιά ὄψη, μιά πλευρά τῆς πολυεδρικῆς μας κρίσης. Δίπλα στήν οἰκονομική καί τήν κοινωνική, δίπλα στή θεσμική καί τήν ἠθική, ὑπάρχει δηλαδή καί ἡ γλωσσική κρίση, καί αὐτή δέν εἶναι διόλου ἀμελητέα.

Μιλῶ γιά γλωσσική κρίση, προσοχή, ὄχι γιά γλωσσικό ζήτημα ἤ γλωσσικό πρόβλημα. Οἱ ὅροι αὐτοί, οἱ ἐπιβεβαρημένοι ἀπό τό παρελθόν, εἶναι παντελῶς ἀκατάλληλοι γιά νά περιγράψουν τή σημερινή μας κατάσταση. Συντελοῦν στή συσκότιση, ὄχι στόν φωτισμό της. Ὅταν φέρ’ εἰπεῖν κάνουμε λόγο γιά τίς τύχες τῆς ἱστορικῆς ὀρθογραφίας σήμερα, ειδικότερα τοῦ ἱστορικοῦ τονισμοῦ, καί ἐπιχειρηματολογοῦμε ὡσάν νά ἐπρόκειτο γιά συνέχεια τῆς διαμάχης μεταξύ καθαρολόγων καί δημοτικιστῶν, χάνουμε ἐντελῶς ἀπό τό ὀπτικό μας πεδίο τήν εἰδοποιό διαφορά τῆς σημερινῆς κρίσης ἀπό τά προβλήματα πού μᾶς ταλάνισαν κατά τό παρελθόν. Ὡστόσο, εἶναι σαφές. Ἡ δισχιλιετής ἔριδα ἀττικιστῶν καί ὀπαδῶν τῆς δημώδους ἔχει ὁριστικά λήξει. Ὅσοι τή διατηροῦν στή ζωή, ἀναρριπίζοντας σκουριασμένα ἐπιχειρήματα ἤ ἐφευρίσκοντας φανταστικούς ἀντιπάλους, λ.χ. τήν τάση τοῦ λεγόμενου «νεοκαθαρευουσιανισμοῦ», τό κάνουν συνήθως ἀπό κεκτημένη ταχύτητα – ἤ καί ὑπολογισμένη ἰδιοτέλεια. Βλέπετε, τό ἀντικείμενο τοῦ παλαιοῦ διαξιφισμοῦ ἐξέλιπε, μερικοί ὅμως ἀπό τούς πάλαι ποτέ ξιφομάχους μακροημερεύουν καί ἐξακολουθοῦν νά διεκδικοῦν τήν προσοχή τῆς δημοσιότητας.

Ἐπιπλέον, στό διχαστικό αὐτό σχῆμα πού κληρονομήσαμε ἔχει προστεθεῖ τελευταῖα καί ἕνα ἄλλο, εἰσαγόμενο καί ἐξίσου ἄσχετο, τό δίπολο ἐθνικιστῶν καί ἀντεθνικιστῶν. Κατά τή γνώμη τῶν πιό μονολιθικῶν ἀπ’ αὐτούς τούς δεύτερους, ὅποιος σήμερα διατυπώνει ἀνησυχία γιά τό μέλλον τῆς ἑλληνικῆς, εἶναι φανερός ἤ κρυφός θιασώτης τοῦ ἐθνικισμοῦ. Καί ἐνῷ οἱ ἴδιοι κόπτονται, καί ὀρθά, γιά τήν ἐξαφάνιση τῶν μειονοτικῶν γλωσσῶν καί ἰδιωμάτων, τούς κινδύνους πού ἀφοροῦν τίς ἐθνικές γλῶσσες τούς ἀποσιωποῦν. Τήν ἴδια στιγμή ἀντιμετωπίζουν τήν ἐπέλαση τῆς ἀγγλικῆς στήν καλύτερη περίπτωση μέ συγκαταβατική ἀπάθεια, ἄν ὄχι μέ διεθνιστική χαιρεκακία. Ὅσο γιά τούς πρώτους, τούς «ἐθνικόφρονες», γραφικοί καί ἀσόβαροι ὅπως εἶναι στήν πλειονότητά τους, μόνο στό νά κρατοῦν ζωντανή τήν κινδυνολογία καί τόν φανατισμό τῶν σταυροφόρων τοῦ ἀντεθνικισμοῦ χρησιμεύουν. (περισσότερα…)

Γλωσσικές νότες ο

*

[ Νύξεις για τα πάθη των λέξεων  ]

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

*

*

*

*

*

*

*

*
Τα αρχιγράμματα που κοσμούν τη στήλη είναι του ζωγράφου Δημήτρη Γέρου.

*

*

Eφευρέτης μηχανών, εφευρέτης λέξεων

Σκριπ 25/6/1895 (από http://efimeris.nlg.gr)

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Το καλοκαίρι του 1895 παρουσιάστηκε στην Αθήνα, προερχόμενος από την Ινδία, ο Οδυσσεύς Μελαχρινός (Πολίτης έμπορος), ισχυριζόμενος ότι κατέχει τρεις ιδιότητες: εφευρέτης μηχανών, εφευρέτης λέξεων και ποιητής. Το σατιρικό Σκριπ άρπαξε την ευκαιρία και άρχισε χοντρή καζούρα στον αφελή μεν κι αγαθό, αλλά και φαντασμένο εκείνον άνθρωπο. Λίγο πριν μεταβάλλει οριστικά τον σατιρικό χαρακτήρα του, αφιέρωσε δύο φύλλα του στη διακωμώδηση του Οδυσσέα Μελαχρινού, παρουσιάζοντας στο αθηναϊκό κοινό με τρόπο περιπαιχτικό τις παραπάνω ιδιότητές του. Παράλληλα παρουσίασε και ένα-δυο ‘ποιήματά’ του, κυρίως όμως έστρεψε τα πυρά της ανελέητης σάτιράς του προς τους ευτράπελους νεολεκτισμούς τού εξ Ινδίας άρτι αφιχθέντος εμπόρου και φιλόδοξου εφευρέτη λέξεων και ποιητή. Στο φύλλο της 25ης Ιουνίου 1895, το έντυπο έβαλε μάλιστα και τη φωτογραφία του Μελαχρινού, την οποία συνόδευε με τα κάτωθι:

«Προσωπικότητες, οποία η του κ. Μελαχρινού, εισί τόσον σπάνιαι εν τω φιλολογικώ και κοινονικώ ημών ορίζοντι, ώστε το “Σκριπ” υψίστην του θεωρεί ευτυχίαν, όταν κατορθώνη να παρουσιάζη εις τους αναγνώστας του έστω και μίαν τοιαύτην κατά δεκαετίαν. Αλλ’ είνε αδύνατον, διότι αστέρες τοιούτου μεγέθου φαίνονται σπανιώτερον, ως θα ομολογήσωσι πάντες οι μέλλοντες να ευτρυφήσωσιν εις τας ολίγας ταύτας γραμμάς.

Ο κ. Μελαχρινός παρουσιάζεται ενώπιον ημών υπό τρεις ιδιότητες: ως εφευρέτης μηχανών, ως εφευρέτης λέξεων και ως ποιητής. Υπό την πρώτην ιδιότητα εκίνησε πολύ το ενδιαφέρον του μηχανικού κόσμου της Ευρώπης, ουχί δε άπαξ εγένετο λόγος περί των μηχανημάτων του δι’ ων προλαμβάνονται τα δυστυχήματα εν περιπτώσει σιδηροδρομικών συγκρούσεων, δι’ ων διευθύνονται τ’ αερόστατα κατά της φοράς του ανέμου και δι’ ων κατασκευάζονται… τέλεια σιγαρέτα. Αλλά περί τούτων δεν πρόκειται, διότι υποθέτομεν, ότι οι ημέτεροι αναγνώσται εύχονται να μη ευρεθώσιν εις συγκρούσεις σιδηροδρομικάς, έστω και υπό τας προφυλάξεις του κ. Μελαχρινού, και δεν επιθυμούσι να ταξιδεύωσιν εις ύψη δυσθεώρητα εν αεροστάτω βαίνοντι προς εναντίαν του ανέμου διεύθυνσιν, άνευ πηδαλίου. Λοιπόν αντί του ύψους τούτου, ερχόμεθα εις το ύψος της ποιήσεως του κ. Μελαχρινού και αντί των σιδηροδρομικών ανατροπών, εις τας ανατροπάς τας οποίας κάμνει ούτος εφευρίσκων νέας λέξεις, προς μεγάλην λύπην του κ. Ψυχάρη».

(περισσότερα…)