Παρασκευή 19 Ιουλίου | Συναυλία του Γιώργου Ανδρέου και της Κορίνας Λεγάκη

*

Παρασκευή 19 Ιουλίου | Μουσική συναυλία

«Ναυς μαγική, η ναυς των ονείρων»

Δημιουργός κοσμαγάπητων τραγουδιών αλλά και συνθέτης δραματικών και ορχηστρικών έργων που έχουν παρουσιαστεί στις σημαντικότερες σκηνές της χώρας, ο Γιώργος Ανδρέου έχει πίσω του μια μακρά και πολύτροπη πορεία στη σύγχρονη μουσική μας. Στις εφετινές Νύχτες του Ιουλίου, πέραν μιας αναδρομής στα γνωστά και αγαπημένα του τραγούδια θα έχουμε την ευκαιρία να ακούσουμε δικές του μελοποιήσεις Ελλήνων και ξένων ποιητών καθώς επίσης ένα απόσπασμα από τη συμφωνική σουίτα Τέλος της παιδικής ηλικίας με τον ίδιο στο πιάνο.

Διαλεγόμενη με τον συνθέτη, η Κορίνα Λεγάκη θα ερμηνεύσει τραγούδια σε πολλές γλώσσες από το προσωπικό της και όχι μόνο ρεπερτόριο.

Γενική είσοδος: 14 ευρώ. Φοιτητικό εισιτήριο: 10 ευρώ.
Προπώληση εισιτηρίων:
https://www.ticketservices.gr/…/naus-magiki-i-naus-ton…/

*

*

*

Ο Σωτήρης κι η Διαμάντω

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Λέγαν πως ήταν όμορφη στα νιάτα της, πέρναγε μισή μέρα στον καθρέφτη και οι άντρες παλαβώναν για την θεια μου την Διαμάντω. Εγώ την γνώρισα μεγάλη. Κι όσο κι αν κοίταζα στο σώμα και στο πρόσωπο, ίχνη δεν έβρισκα ομορφιάς λησμονημένης παρά μια βαϊσμένη μπαστουνόγρια, δύστροπη και τσιγκούνα.

Την πιλάτευε ο άντρας της, ο Σωτήρης:

«Να πάρουμε ένα ψυγείο, Διαμάντω! Καρανιάσαμε όλο το καλοκαίρι να πίνουμε το νερό αλισίβα».

«Ψυ… ψυγείο; Έχει λεφτά, Σω… Σωτήηηρη!»

«Να πάρουμε μια τηλεόρα, Διαμάντω! Παιδιά, σκυλιά δεν έχουμε, να βλέπουμε τίποτα να ξεθολώνει το μάτι μας».

«Τηλεόρα; Έχει λεφτά, Σω… Σωτήηηρη!»

Όλα είχαν λεφτά για την θεια μου την Διαμάντω και μόνον εκείνη δεν είχε. Τα ’κανε κομπόδεμα κι άνοιγε τρύπα από σκατό για να τα κρύψει.

Ο καημένος ο Σωτήρης! Παρηγοριόντανε καπνίζοντας το ’να τσιγάρο πίσ’ απ’ τ’ άλλο.

Φρένιαζε η Διαμάντω:

«Τα τσιγάρα έχουνε λεφτά, Σω… Σωτήηηρη!»

Α, όλα κι όλα! Κάλλιο να ’κοβε τ’ αυτί του ο Σωτήρης παρά να ’κοβε το κάπνισμα. Τέτοιο αυτί που είχε, θα το ’κοβε ευχαρίστως, βέβαια: μεγάλο και πληγιασμένο πάντα, έσταζε αίμα και γέμιζε πύον. Του έβαζε μια χαρτοπετσέτα πάνω, που κόλλαγε μετά και ούρλιαζε να την βγάλει. Ανάθεμά το γι’ αυτί! Και γιατρειά να μην έχει… (περισσότερα…)

Η Μεγάλη Πατριαχίμαιρα

*

Βγήκανε πάλι της ορθότητας οι μπάτσοι
Και τη θεωρία μπέρδεψαν με την ιδεολογία
Για να δικάσουν τον φτωχό τον Καραγάτση
Δουλεύοντας όλα τα τρολ υπερωρία:

«Ας ξεμπερδεύουμε – να φύγουν οι παλιάτσοι
Ν’ αλλάξουμε μια και καλή την ιστορία!
Αυτή η τέχνη στο λαιμό μάς έχει κάτσει,
Θα την ξεσκίσουμε σαν άγρια θηρία!»

Κι η πατριαρχία πέθανε σε μια φυλλάδα
Και σκότωσαν το σεξισμό θεριά ανήμερα,
Τον κατασπάραξαν αράδα την αράδα

Και ξεμπερδέψαμε απ’ όλα τούτα σήμερα.
Μα πέντε δράμια νου να έχεις στην Ελλάδα,
Δεν είναι αυτό λοιπόν η πιο Μεγάλη Χίμαιρα;

ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ

*

*

*

Να σας τον τυλίξω ή θα τον φάτε εδώ;

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΛΤΣΑ

Ο Βαγγέλης είναι 39 Μαΐων ή, για την ακρίβεια, Απριλίων και εργάζεται ως ντελιβεράς στο σουβλατζίδικο: «Καλύτερα σουβλάκι παρά παξιμαδάκι», τίτλος εμπνευσμένος από το επάγγελμα του πατέρα του ιδιοκτήτη, ο οποίος ήταν νεκροθάφτης και ως εκ τούτου στωικός φιλόσοφος.

Ο Βαγγέλης είναι ένας σύγχρονος νέος με παραδοσιακές καταβολές. Τελεί μνημόσυνο ανυπερθέτως κάθε χρόνο στους εκλιπόντες Καζαντζίδη-Παντελίδη, αλλά, όταν γνωρίζει καινούργια άτομα –και δη γυναίκες– ισχυρίζεται ότι αγαπά τη ραπ. Έχει μάθει και τα ονόματα δύο συγκροτημάτων από τον δεκατετράχρονο ανηψιό του και είναι κομπλέ.

Στην ερωτική του ζωή, ο Βαγγέλης υπήρξε επανειλημμένως το θήραμα γυναικών που ήθελαν να τον παντρευτούν. Εξαιτίας όλων αυτών των τραυματικών εμπειριών απέκτησε τη λεγόμενη «φοβία του τυλίγματος», την οποία και δεν κατάφερε να ξεπεράσει αν και ακολουθώντας τις συμβουλές της ψυχολόγου του, εκτέθηκε για ένα τρίμηνο στις εξαιρετικά στρεσογόνες συνθήκες του τυλίγματος σουβλακίων και γύρου ως άλλη ψυχολογική ομοιοπαθητική μέθοδο. Τα χέρια του έτρεμαν κάθε φορά που τύλιγε το σουβλάκι με την πίτα.Με τον γύρο, άγνωστο γιατί, ένιωθε κάπως καλύτερα.  Ίσως επειδή ο γύρος τού άρεσε περισσότερο. Από όλη αυτή την τραυματική εμπειρία, ο Βαγγέλης αποκόμισε δεκαεφτά επιπλέον κιλά που προστέθηκαν στα 108 που ήδη κουβαλούσε. (περισσότερα…)

Το Μ. Καραγάτσι στην πρωτοπορία της συμπερίληψης

*

Από την κ. Σάρα-Ζεϊνέπ Σολή λάβαμε και δημοσιεύουμε την ακόλουθη επιστολή.

~.~

Αγαπητό Νέο Πλανοδίον

Γράφω βιαστικά από την υπερατλαντική μου βάση αυτή την επιστολή, συγκλονιζόμενο από την ένταση που έχει προκύψει τις τελευταίες ημέρες στους φιλολογικούς κύκλους της επαρχιώτικης Αθήνας (την οποία ευτυχώς άφησα προ πολλού πίσω), με αφορμή ένα πρωτοπόρο και ρηξικέλευθο άρθρο για το συγγραφό Μ. Καραγάτσι.

Κακεντρεχείς καθεστωτικές φωνές ενδεχομένως να κάνουν λόγο για ετερόφωτες μεταμοντέρνες περιπτώσεις που προσπαθούν να εγγράψουν έτοιμα εφήμερα σχήματα επάνω στο κλασικό για να λάβουν εξ αντανακλάσεως λίγη από τη λάμψη του και να πετύχουν μια πρόσκαιρη ενδοσυντεχνιακή καταξίωση. Άλλα εκπρόσωπα της ίδιας καταπιεστικής νοοτροπίας ίσως επισημάνουν πως, αν ήθελαν πραγματικά να βρουν παραδείγματα πατριαρχικής αντίληψης, το Γιώργο Θεοτοκό έχει γράψει ένα διήγημα όπου ο πρωταγωνιστής δείχνει σε μια λεσβία κοπέλα τον «ίσιο δρόμο» ώστε να εγκαταλείψει το φλερτ με τη φίλη της και να την οδηγήσει εκείνος εις γάμου κοινωνίαν[1], αλλά απλά έχει αγνοηθεί από την κριτική διότι η Μεγάλη χίμαιρα πουλάει περισσότερο.

Στον αντίποδα των παραπάνω κακοπροαίρετων πιθανών αντιδράσεων, θα προχωρήσω σήμερα ένα βήμα παραπάνω ακόμα και από την ίδια την τολμηρή και αξιέπαινη αρθρογράφο, η οποία κατά την κρίση μου μάλλον παρανάγνωσε το έργο, μιας και στην πραγματικότητα το Μ. Καραγάτσι με το εν γένει συγγραφικό του δημιούργημα δομεί αποδομιστικά έναν συμπεριληπτικό, αντεθνικιστικό και αντισεξιστικό λόγο! (περισσότερα…)

Καραγάτσειο

*

Α! κύριε, κύριε Καραγάτση,
ποιός θα βρεθεί να σας την κάτσει,
μικρός εσείς και μεις μεγάλοι
κράχτες στα σόσιαλ παπαγάλοι!
Τους τρόπους και τους χαρακτήρες,
λασπόνερα σε ανεμιστήρες
σας έχουν προ πολλού λερώσει
μα σεις στέκεστε εκεί στο πλάι
δίχως το αυτί σας να ιδρώσει.
Σεις, ζηλευτή αρρενωπότης
και περιποιημένη φάτσα.
Την αφοπλιστική γκριμάτσα
από τη μια μεριά θα βάλω
της ζυγαριάς, κι από την άλλη
πλάστιγγα ανάλαφρη αρβύλα
την πανηλίθια κορεκτίλα
πάτημα, βήματος αιόλου
του κάθε πικραμένου κώλου.
Α! κύριε, κύριε Καραγάτση,
ποιός τελευταίος θα γελάσει;

ΑΛΕΞΗΣ ΓΟΥΔΑΣ

*

*

*

Παρασκευή 12 Ιουλίου | Αἱ συνέπειαι τῆς παλαιᾶς ἱστορίας (Θεατρική πρεμιέρα)

*

Γεωργίου Βιζυηνού
«Αἱ συνέπειαι τῆς παλαιᾶς ἱστορίας»

Εταιρεία Θεάτρου ΜΝΗΜΗ παρουσιάζει το αριστουργηματικό ρομαντικό διήγημα του Γεωργίου Βιζυηνού Αἱ συνέπειαι τῆς παλαιᾶς ἱστορίας, σε μορφή θεατρικής παράστασης.

Η παράσταση σκηνοθετημένη από τον Μιχάλη Βιρβιδάκη συνίσταται σε έναν ζωντανό διάλογο ανάμεσα στον εκπάγλου ομορφιάς λόγο του μεγάλου συγγραφέα Βιζυηνού, που ερμηνεύεται επί σκηνής από τον ηθοποιό Γιώργο Ραϊλάκη, και στις μουσικές συνθέσεις στο πιάνο του Νίκου Περάκη που συνοδεύουν και σχολιάζουν τα δρώμενα μέσα σε ένα εικαστικό περιβάλλον που υποβάλλει τις άρρητες πτυχές του κειμένου.

Γενική είσοδος: 14 ευρώ. Φοιτητικό εισιτήριο: 10 ευρώ.
Προπώληση εισιτηρίων:
https://www.ticketservices.gr/…/theatro-kydonia…/
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΩΝ
Παρασκευή 12 Ιουλίου 2024, 9μμ, πρεμιέρα
Σάββατο 13 Ιουλίου 2024, 9μμ
Κυριακή 14 Ιουλίου 2024, 9μμ
Σάββατο 20 Ιουλίου 2024, 9μμ
Δευτέρα 22 Ιουλίου 2024, 9μμ
Τρίτη 23 Ιουλίου 2024, 9μμ

*

*

*

Αποχαιρετισμός στον Γιώργο Τσάκαλο

Φωτογραφία του Βασίλη Γόνη

*

Καταμεσήμερο, στο κάμα του καλοκαιριού· κι άρχισαν φίλοι και γνωστοί να προσέρχονται σκυφτοί, βουβοί, στην τελευταία, αποχαιρετιστήρια, κι εκ των προτέρων οργανωμένη, συνάντηση. Όχι στη Σόλωνος μήτε στη Χαριλάου Τρικούπη, μα στο κοιμητήριο των Αγίων Αναργύρων, έξω της παρεμβολής. Τοπόσημο έτσι κι αλλιώς πάντα ήταν ο Τσάκαλος, όχι ο τόπος· ο Τσάκαλος ο ακίνητος ―ο Γιώργος, ο Βιβλιοπώλης― είχε προ πολλού μετασχηματίσει εαυτόν σε τόπο συνάντησης.

Και για άλλη μια φορά έβλεπε κανείς όλη αυτή την ―έξωθεν― ακατανόητη, πολυειδή, πολύμορφη και ποικιλότροπη συνοδεία («εξ ιερέων και λαϊκών […] αντιπροσωπευμένα πάντα τα επαγγέλματα») να συνευρίσκεται επί τω αυτώ, με τη θλίψη κοινή στα πρόσωπα, κατευοδώνοντας το ξόδι πια του Γιώργου Τσάκαλου, κι όχι να λειτουργεί ως βομβούσα και μαχόμενη εκκλησία του δήμου στα στενορύμια του Ναυτίλου ή της Παρουσίας.

Διότι αυτό ακριβώς ήταν που επιτέλεσε κι επιτελούσε χρόνια τώρα ο Γιώργος Τσάκαλος (κι οι φίλοι, συνεταίροι και συνεργάτες του στα βιβλιοπωλεία), με κέντρο το βιβλίο να καταφέρει να λειτουργεί ελεύθερα κι αυτόνομα μια ιδιότυπη εκκλησία του δήμου σε έναν κατ’ εξοχήν ιδιωτικό χώρο, όπως εύστοχα επισημάνθηκε (To παράδειγμα ενός βιβλιοπώλη ή εκεί που ο ιδιωτικός χώρος γίνεται δημόσιος): «Η υπομονή να είσαι για χρόνια σχεδόν ακίνητος και να περιστρέφονται γύρω σου εκατομμύρια γνώμες και λόγια του αέρα σε κάνει “άγιο” του βιβλίου, με τη βαθύτερη σοφία της πορείας της ανθρώπινης ζωής». Γράφω ιδιότυπη, και εννοώ βαθύτατα ιδιαίτερη, γιατί οι άνθρωποι που συγκεντρωνόταν εκεί που “σχεδόν ακίνητος” πίσω από τον πάγκο του βιβλιοπώλη, ο Τσάκαλος συμβούλευε και συνομιλούσε ―πρωτίστως― για βιβλία, μα και για ιδέες, για πάθη προσωπικά και δημόσια κρίματα, για μουσικές ιδιαίτερες, για ποίηση και πολιτική, ήταν «πολλοί άνθρωποι, διαφορετικοί άνθρωποι, αξιόλογοι άνθρωποι αταίριαστοι με την εποχή της μπουρδολογίας. Ένα απίθανο κοκτέιλ αριστεράς, χριστιανισμού, αναρχοαυτονομίας, καλαισθησίας, συντηρητισμού και πρωτοπορίας [θα προσέθετα και του βιβλίου, της ποίησης, λογοτεχνίας, στοχασμού, φιλοσοφίας κλπ. κλπ.]. Και γνώσης, πάνω απ’ όλα γνώσης», καταπώς έγραψε με περιγραφική ακρίβεια άλλος φίλος του.

Όπως όμως όλοι μα όλοι θα συνομολογούσαν, πίσω και πέρα από την αγάπη και τη γνώση του τη βαθιά για το βιβλίο βρισκόταν μια άλλη κινητήρια δύναμη που κανοναρχούσε τη στάση και τη ζωή του: μια απλή, θα ’λεγε κανείς σκανδαλωδώς αφελής κι αθώα, φυσική, καλοσύνη. Μια άκακη, παιδική καρδιά παλλόταν πίσω από το λαμπρό, άδολο και φωτεινό του γέλιο («Μιλῶ περὶ τοῦ Γεωργίου τοῦ Τσακάλου, / συνεταίρου, νταντᾶς, ἀναστενάρη», θα έγραφε τρυφερότατα ο Ηλίας Λάγιος). (περισσότερα…)

Του ημερολογίου

*

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 1984:
ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΑ ΤΟΥ ΑΓΡΙΝΙΟΥ
ΩΣ ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ ΖΑΚΥΘΟΣ

Με μάτια αγελαδινά
τετράγωνο σαγόνι
και με τ’ αυτιά τα πεταχτά
στα αραιά της τα μαλλιά.
Κανείς να μην ζυγώνει
του Διάβολου εγγόνι.

Τα μαλακά μικρά βυζιά
που πέφτουν μαραμένα
ποτέ δεν είχαν μια σταλιά
γάλα, μα ήταν πάντοτε
με πύον γεμισμένα…

Και η λεκάνη της εκεί
σα μια ζυγιά ταμπούρλα
θεόρατα π’ ως περπατά
αλλοίμονο σ’ όποιον κοντά
βρεθεί σ’ αυτή τη φούρια.

Θα φάει τέτοια μια κωλιά
που θα κοπεί του η μιλιά.

Μόνο σε πρόθυμο αυτί
βρίσκει χαρά… Και ξαμολά
γέλωτα μέγα σαν το βρει.
Όμως ποτέ δεν ξεκολλά
από το φθόνο… Το ΚΑΛΟ
κόλαση γίνεται γι’ αυτή
που άγρια την τυραννά. (περισσότερα…)

Λίγο πριν

*

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ | 23.vi.24
Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ
*

ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ

Λίγο πριν γυμνωθεί το δέντρο, κοκκινίζει από ντροπή. Επειδή η συστολή δεν είναι προνόμιο μόνο της ανθρώπινης γυμνότητας. Προπορευόμενο το δέντρο, δείχνει τον δρόμο.

*

* (περισσότερα…)

Σάββατο 6 Ιουλίου | Αφιέρωμα στον Γιάννη Πατίλη

*

Σάββατο 6 Ιουλίου | Τιμητική βραδιά

«Το σπασμένο είναι πιο ανθεκτικό»

Αφιέρωμα στον Γιάννη Πατίλη

Είναι ανάποδη η εποχή κι ωστόσο
Καθώς τα νερά σ’ ένα πλοίο που βυθίζεται
Η ομορφιά εισβάλλει από παντού

Με αφορμή την πρόσφατη έκδοση του συγκεντρωτικού τόμου των ποιημάτων του (Το σπασμένο είναι πιο ανθεκτικό, Ποιήματα 1970-2022, Ύψιλον, 2023), ο Γιάννης Πατίλης, από τους επιφανέστερους ποιητές της γενιάς του και εκδότης του Πλανόδιου, λογοτεχνικού περιοδικού από τα σημαντικότερα της μεταπολιτευτικής περιόδου, συζητάει για τη διαδρομή του στα ελληνικά γράμματα με τον Κώστα Κουτσουρέλη.

Ποιήματα του Γιάννη Πατίλη διαβάζουν ο ίδιος και οι ηθοποιοί του Θεάτρου Κυδωνία.

*

*

*

Η Ακρόπολη από την ταράτσα μας

*

Η ζωή μας στο σπίτι τής οδού Πηλέως κυλούσε και μέσα, στις δυο μεγάλες ανισόπεδες κάμαρες, και έξω, στην βεράντα τής κάτω κάμαρας, μα κυρίως στην πάνω τεράστια ταράτσα με την κληματαριά, το μεγάλο πλεονέκτημα του σπιτιού. Όταν ο καιρός το επέτρεπε, δηλαδή από νωρίς την άνοιξη μέχρι αργά το φθινόπωρο, περνούσαμε πιο πολύ έξω. Αλλά και τις καλές μέρες τού χειμώνα η ταράτσα και η βεράντα γινόταν, για μένα τουλάχιστον, χώρος μελέτης. Έβγαζα το σκαμνάκι μου και διάβαζα κάτω από τον ζεστό ήλιο.

Μερικές φορές κοίταζα κάτω, μέσα στον πλατύ διάδρομο της «σπιταρώνας» της κυρίας Μερόπης και ζήλευα που δεν κατοικούσαμε κι εμείς σε ένα τέτοιο σπίτι με πολλά και μεγάλα δωμάτια. Παρηγοριόμουν όμως, γιατί το πλούσιο φως τού ήλιου, που έλουζε τη βεράντα και την ταράτσα μας, κι εγώ απολάμβανα, δεν έβλεπα να μπαίνει κάτω. Πώς θα χαιρόμουν το διάβασμα έξω, αν μέναμε στο κάτω «πλούσιο» σπίτι; Πλούσιο;…

Και πώς, όταν τις νύχτες τού καλοκαιριού η ζέστη γινόταν αφόρητη, όλη η οικογένεια θα μετακόμιζε στην ταράτσα; Το βορειοδυτικό μέρος της δεν το έπιανε ποτέ ο ήλιος το πρωί· εκεί, πάνω στις φρεσκοπλυμένες κόκκινες τσιμεντόπλακες, απλώναμε μια κουβέρτα κι ένα κατωσέντονο για όλους κι έπαιρνε ο καθένας δικό του μαξιλάρι, δικό του πανωσέντονο και κοιμόμασταν μακάρια ο ένας δίπλα στον άλλο, κάτω από τον καθαρό έναστρο ουρανό.

Ολόκληρη την ύπαρξή μου διαπερνούσε η μαγεία τής αδιατάραχτης νύχτας. Κι έμενα ξύπνια όσο άντεχα, να παρατηρώ τα αμόλυντα και λαμπερά αστέρια, που δεν τα εξαφάνιζε το τεχνητό φως της πόλης· διέκρινα τη μικρή και τη μεγάλη άρκτο, όπως είχα διαβάσει στο βιβλίο της Γεωγραφίας, τη φαρδιά γαλακτερή καμπυλωτή λουρίδα τού γαλαξία, τις φάσεις τού φεγγαριού, την πανσέληνο, του Αυγούστου κυρίως, κι έκανα όνειρα… (περισσότερα…)