Edwin Morgan, Διαστημικά ποιήματα

*

Εισαγωγή-Μετάφραση ΝΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΗΓΑΚΗΣ

Ο Έντουιν Μόργκαν γεννήθηκε στη Γλασκώβη το 1920. Από την εφηβεία του κιόλας, δημοσίευε ποιήματα σε σχολικά περιοδικά και τελικά σπούδασε αγγλική φιλολογία στο πανεπιστήμιο της πόλης αποφοιτώντας το 1946. Είχε μεσολαβήσει ένα εξαετές διάστημα υπηρεσίας στο υγειονομικό σώμα του βρετανικού στρατού κατά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο. Αργότερα, εργάστηκε ως καθηγητής φιλολογίας – και πάλι στο Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης. Το 1968, η συλλογή του The Second Life  τον έφερε στο προσκήνιο του λογοτεχνικού τοπίου της Σκωτίας, απ’ όπου δεν έμελλε να αποχωρήσει μιας και παρέμεινε παραγωγικός και δημοφιλής ως τα βαθιά γεράματα και τον θάνατό του το 2010. Μάλιστα, η ανοιχτή παραδοχή της ομοφυλοφιλίας του το 1990 κατάφερε να εξάψει τα πάθη στον δημόσιο διάλογο. Το 1999, ο Μόργκαν έγινε ο πρώτος Δαφνοστεφής Ποιητής της Γλασκώβης και το 2004 έγινε ο πρώτος Δαφνοστεφής Ποιητής, ο πρώτος «Makar», της σύγχρονης Σκωτίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι, στις 9 Οκτωβρίου του 2004, τα εγκαίνια του Κοινοβουλίου στο Εδιμβούργο επισφραγίστηκαν μ’ ένα δικό του ποίημα ειδικά γραμμένο για την περίσταση.

Η περίπτωση του Μόργκαν είναι χαρακτηριστική για τον δημόσιο, ακόμα και θεσμικό, ρόλο της ποίησης στη Βρετανία. Ας σχολιάσουμε ότι τούτο το γεγονός θέτει εν αμφιβόλω τις ελληνικές, και όχι μόνο, κοινοτοπίες για την ποίηση ωσάν πράξη οπωσδήποτε αντιστασιακή αλλά και για την ποίηση ωσάν αισθητιστική απόσυρση από την πολλή συνάφεια του κόσμου. Ακόμη, ας σχολιάσουμε το ίδιο το corpus του Μόργκαν. Για πολλές δεκαετίες, ο ποιητής διέτρεχε συνεχώς ένα μεγάλο μορφικό και θεματικό κλαβιέ. Έγραψε από αυστηρά σονέτα μέχρι ελευθερωμένο στίχο και διασκεδαστικά ηχητικά στιχουργήματα μιας μορφής concrete poetry. Τα θέματά του φτάνουν από το σοβαρό και το επικό μέχρι το αστείο και το χθαμαλό. Πάντως, η ποίηση του Μόργκαν είναι συνήθως αισιόδοξη – άλλο ένα πλήγμα, αυτή τη φορά προς το στερεότυπο του σκοτεινού καλλιτέχνη. (Είναι χαρακτηριστικό πως, όταν διαγνώστηκε με καρκίνο το 1999, έγραψε ένα ποίημα όπου διαλέγεται ένα κύτταρο υγιές κι ένα καρκινικό.) Ένα θέμα ολοένα επανερχόμενο στην ποίησή του είναι η αγαπημένη του Γλασκώβη, και γενικά η Σκωτία, την οποία βλέπει με τρυφερότητα κι ελπίδα. Ακόμα και στα ποιήματα επιστημονικής φαντασίας που μεταφράζω παρακάτω, ο αναγνώστης θα βρει μια αναφορά στις συμπαθείς φρατέρκουλες των σκωτικών ακτών και μια αναφορά στη δίνη του Κορρυβρέκαν.

(περισσότερα…)

Αναζητώντας την Παναγία Μεσοπαντίτισσα (Μια ημέρα στη Βενετία)

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΖΗΛΑΚΟΥ

Στο Ντορσοντούρο και στην Πούντα ντελλά Ντογκάνα το Κανάλ Γκράντε διασταυρώνεται με το Κανάλ Γκιουντέτσα. Εκεί βρίσκεται η οκτάγωνη βασιλική της Αγίας Μαρίας της Υγείας (Santa Maria della Salute). Ο μεγαλοπρεπής ναός άρχισε να οικοδομείται το 1631, ευθύς μετά το τέλος της επιδημίας πανώλης του 1630, που στοίχισε τη ζωή στα 2/3 του πληθυσμού της βορείου Ιταλίας. Η βυζαντινή εικόνα της Παναγίας της Μεσοπαντίτισσας, η «Μαύρη Μαντόνα» όπως την αποκαλούν διαφορετικά οι Ιταλοί, είναι το επίκεντρο της λατρευτικής ζωής της εκκλησίας.

Στις 22 Οκτωβρίου του 1630 η Γερουσία της πόλης της Βενετίας αποφάσισε πως η νέα βασιλική θα είναι αφιερωμένη στη εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου (Festa della Madonna della Salute). Από τότε η εικόνα εορτάζεται κάθε χρόνο, στις 21 Νοεμβρίου. Οι ελάχιστοι εναπομείναντες Βενετοί (47.000) περνάνε μπροστά από την εικόνα της Παναγίας που βρίσκεται τοποθετημένη στο Άγιο Βήμα. Ένας μεγάλος ανθρώπινος κύκλος σχηματίζεται γύρω από το οκτάγωνο σχήμα της εκκλησίας το οποίο συμβολίζει τους οκτώ ανέμους της θάλασσας. Η κοινή ευχή των κατοίκων είναι μία: η αρχαία πολιτεία να συνεχίσει να σμίγει την αλπική λευκότητα με τα σμαραγδένια πράσινα του Βένετο και το μπλε της Αδριατικής.

Μέχρι τον Αύγουστο του 1669 η εικόνα της Μεσοπαντίτισσας βρισκόταν στον Χάνδακα της Κρήτης, στον ιερό ναό του Αγίου Τίτου. Λίγο προτού η κρητική πολιτεία παραδοθεί στους Οθωμανούς μεταφέρθηκε τον Σεπτέμβριο του 1669 στη Βενετία και τοποθετήθηκε αρχικά στον Άγιο Μάρκο. Σύμφωνα με την παράδοση την φιλοτέχνησε ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Έφτασε στην Κρήτη από την Κωνσταντινούπολη τον καιρό της Εικονομαχίας. Η πιο τεκμηριωμένη άποψη είναι ότι είναι έργο του 11ου ή του 12ου αιώνα. Μπροστά της οι Κρήτες ορκίστηκαν πίστη στη Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας το 1211, όταν ο Βονιφάτιος Μομφερατικός πούλησε μυστικά το νησί στους Βενετούς. Ονομάστηκε «Μεσοπαντίτισσα» διότι ένωσε τις δύο «μπάντες», τους βυζαντινούς Κρήτες και τους Ενετούς. Εκείνα τα χρόνια λατρευόταν στις 13 Ιανουαρίου. Τις Τρίτες περιφερόταν στα σοκάκια του Χάνδακα. Η λιτάνευσή της συνεχίστηκε κατά τη διάρκεια της εικοσιτετράχρονης σύρραξης των Βενετών με τους Οθωμανούς.

~.~

Η καμπάνα του Αγίου Μάρκου χτύπησε δυνατά. Νύκτιο νερό ξεπρόβαλε, παχύ και πυκνό σαν ερωτικό φιλί. Κάποιες ανταύγειες νοητής σελήνης φωτίζανε τον παλμό του, μια διαταραχή πάνω στην τρεμάμενη, σαν από σκούρο μπρούντζο, επιφάνειά του, καθώς γεννιόταν κύμα κι ύστερα κι άλλο κύμα και το εμβόλιμο διάστημα μεταξύ των χτύπων της καμπάνας γινόταν μια χώρα νερού στον κόρφο μου. Να την κατακτούσα δεν γινόταν αυτή την παράξενη χώρα. Μπορούσα μονάχα να τη διασχίσω, μυστικά κι άρρητα εντός μου. Πού θα με έβγαζε η σκοτεινή θάλασσά της; Ήταν η πολιτεία της που μου μιλούσε. Τα λόγια της αντηχούσαν μέσα της και μ’ άρπαζαν. Έπρεπε τη φωνή της να ακούσω καθαρότερα. Να την αισθανθώ προτού τα αδηφάγα πλήθη των τουριστών σκεπάσουν κάτω απ’ τις μεγάλες και φαρδιές ριγηλές βοές τους την πόλη με τα πράσινα νερά και τη λευκή στεφάνη των Δολομίτων. Και μέσα στο αίσθημα αυτό το πιο καθαρό την περίφημη Μεσοπαντίτισσα, που ήθελα από καιρό να αντικρίσω, να συλλάβω καλύτερα σε όλο της το βάθος, ρυθμίζοντας την ομιλία μου μαζί με τη δική της πριν το σκαρί μπατάρει για πάντα στη θάλασσα της συνήθειας, του άλλου χρόνου, του φθαρτού και του φθαρμένου. Η Παναγιά των Βενετών, είπα από μέσα μου, δεν είναι η ίδια με κείνη του Χάνδακα. Αυτή εκεί ήταν μια αγρότισσα κρητικιά μα ετούτη εδώ μοιάζει με τη δέσποινα των νερών.

Η μέρα ήταν βροχερή και κρύα. Ο αέρας λυσσομανούσε. Η υγρασία τρύπαγε ως το μεδούλι και η ομίχλη σκέπαζε το San Giorgio Maggiore. Το ημερολόγιο έγραφε 22 Νοεμβρίου 2022. Σκόπευα να περάσω τη γέφυρα του Ριάλτο και να σταθώ κάτω από το υπόστεγο της Πινακοθήκης της Ακαδημίας για να πιω τον καφέ μου και να διαβάσω ξανά τον στίχο που χρόνια πριν είχε ανοίξει για πρώτη φορά τον δρόμο προς την πόλη των Μεδίκων. (περισσότερα…)

Ὁ ρεμβαστὴς τοῦ Δεκαπενταυγούστου

Ἔργο τοῦ Σωτήρη Σόρογκα (λεπτομέρεια)

*

τοῦ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Ἐπιλογὴ καὶ ἐπιμέλεια: Ἀγγελικὴ Καραθανάση

Ὑπάρχουνε κάποιες  μέρες ποὺ θὰ  μπορούσαμε νὰ τὶς ποῦμε «μέρες Παπαδιαμάντη», ἔτσι καθὼς ἔχουν ἁγιάσει γιὰ δεύτερη  φορὰ μέσα στὸ ἔργο του. Ἀνάμεσα σ’ αὐτὲς  εἶναι κι ὁ «Δεκαπενταύγουστος», τούτη ἡ ἄλλη ἡ μικρότερη Λαμπρή,  ποὺ μᾶς ἔρχεται κάθε χρόνο καταμεσῆς τοῦ καλοκαιριοῦ. Ἔχει γίνει ὄχι μόνο γιορτὴ τῆς Παναγίας, μὰ καὶ γιορτὴ τοῦ Παπαδιαμάντη ἀπὸ τὴ μέρα ποὺ ὁ κὺρ Ἀλέξανδρος ρέμβασε καθισμένος νοερὰ «παρὰ τὴν ἀπορρῶγα ἀκτήν», «εἰς προαύλιον ναΐσκου τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας».[1]

Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ὁ ποιητὴς τῆς σκιαθίτικης ζωῆς ἤτανε «ὣς πενηνταπέντε χρονῶν ἄνθρωπος»,[2] σὰν τὸν ἥρωά του, τὸ Φραγκούλη Κ. Φραγκούλα. Καὶ σὰν αὐτὸν κουρασμένος ἀπὸ τὴ ζωή, μὲ τὴν ψυχὴ γεμάτη πόνο. Ἔμενε πάντα στὴν Ἀθήνα, «στὴν πόλιν τῆς δουλοπαροικίας καὶ τῶν πλουτοκρατῶν»[3] καὶ κάθε φορὰ ποὺ θυμοῦνταν τὸ μικρὸ νησί του ἡ καρδιά του ἔλιωνε ἀπὸ νοσταλγία καὶ πίκρα. Ἐκεῖ, στοὺς κόρφους μὲ τὴν ψιλὴ ξανθὴ ἀμμουδιά, στὶς ψαρόβαρκες, στὰ μοναχικὰ ἐκκλησάκια, στὰ κάτασπρα συμμαζωμένα χωριουδάκια, εἶχε περάσει τὰ μοναδικὰ χρόνια τῆς ζωῆς του ποὺ τά ’φερνε στὸ νοῦ του μ’ ἀγάπη. Ὅμως ἐκεῖ,  στὸ φτωχικὸ πατρικὸ σπίτι περιμένανε τέσσερεις μαυροντυμένες γυναῖκες σιωπηλές.  Ἡ γριὰ μάνα κι οἱ τρεῖς πρόωρα γερασμένες, ἀνύπαντρες ἀδερφάδες του. Ὁ πατέρας εἶχε πεθάνει. Προστάτης τῆς οἰκογένειας ἦταν ὁ ἴδιος. Μὰ ἐκεῖνος ζοῦσε μακριά τους, μοναχός του, ἔγραφε καὶ μετάφραζε καὶ δὲν ἐκατάφερνε νὰ βγάλει μήτε τὸ δικό του, τὸ λιγοστὸ φαΐ. Δίπλα στὴ δική του ἀγωνία γιὰ τὸ καθημερινό, δίπλα στὸν πόνο ποὺ τοῦ ’φερνε ἡ ἀδυναμία του  νὰ προσαρμοστεῖ στὴν κοινωνία του καὶ στὴν ἐποχή του, δίπλα στὴν αἴστηση τῆς παραγνώρισής του ἀπὸ τοὺς πνευματικοὺς ἀνθρώπους τῆς πρωτεύουσας, ἕνας ἀνάξιος γιὸς κι ἀδερφός.  «Φεῦ, οἱ δυστυχεῖς αὐτοί! ὁποῖος πόνος καὶ ὁποία τύψις! Εἴθε νὰ εἶχον υἱὸν καὶ ἀδελφὸν καλλίτερον…».[4] Λίγους μῆνες πρωτύτερα εἶχε χάσει καὶ τὸν ἀδερφό του τὸ Γιώργη. Ἄλλη μιὰ οἰκογένεια, μὲ πέντε μικρὰ παιδιὰ αὐτή, εἶχε μείνει δίχως προστάτη. Κι αὐτὸς δὲν μποροῦσε νὰ τοὺς στείλει μήτε μιὰ ἐλάχιστη βοήθεια. (περισσότερα…)

Ο Νομίζω κι ο Γνωρίζω

*

Ο ΝΟΜΙΖΩ ΚΙ Ο ΓΝΩΡΙΖΩ

Ο Νομίζω κι ο Γνωρίζω πίνανε μαζί ρακές
κι αρχινήσανε κουβέντες ν’ ανταλλάσσουνε κακές.

Είπ’ ο πρώτος πως νομίζει,
πως «νομίζει ότι γνωρίζει»·
είπ’ ο άλλος πως «γνωρίζει»,
πως «γνωρίζει ό,τι νομίζει».

Και σε λίγο τους σωθήκαν οι μιλιές
και ευθύς εξεκινήσαν τις ξυλιές
κι έτσι όπως κατεβάζαν τις ξυλιές
τους ερχότανε καινούργιες οι μιλιές:

—Είμαι Νόμος και νομίζω!
—Είμαι Γνώση και γνωρίζω!
—Ναι, αλλά δεν είσαι Νόμος!..
—Είμ’ η Γνώση κι είμ’ ο Δρόμος…
—Θα σε δείρω που ’σαι Γνώση!
—Τρώνε ξύλο οι καμπόσοι!

Και στην τάβλα απομείναν τα ποτά
και ξεκίνησε καθένα να ρωτά:
«Μα γιατί αυτοί δε σκέφτονται στρωτά
και θαρρούν μον’ τα δικά τους για σωστά;»

Και σ’ αυτό έδωσ’ η τάβλα την απάντηση:
«Τούτ’ οι δυo πάντα χαλούν κάθε συνάντηση
γιατ’ ο ένας τ’ αλλουνού δεν έχει αίσθηση
στη ρακή του εαυτού τους όντας μέθυσοι.»

/// (περισσότερα…)

Αίθουσα αναμονής

*

ΑΙΘΟΥΣΑ ΑΝΑΜΟΝΗΣ

Μήτε που ξέρω πόσον χρόνο έχω περάσει εδώ περιμένοντας. Κάθε λίγο βγαίνει από τις πόρτες κάποιος και φωνάζει ονόματα. «Όλα πήγαν καλά». «Ήταν δύσκολα, αλλά μην ανησυχείτε!».

Ενδιάμεσα βγαίνουν τα φορεία. Τα οδηγούν στη λεωφόρο του διαδρόμου και ύστερα παίρνουν τις εξόδους για τους θαλάμους όπου βεβαιώνεται πάνω σε χαρτιά με σφραγίδες το αμετάκλητο του θεραπευτικού τεμαχισμού. Ο χειρουργημένος δε θυμάται. Μόνο πονά. «Αλλά για λίγο», του λένε.

Ακόμα να με φωνάξουν.

Ξάφνου ανοίγουν οι πόρτες και βγαίνει άλλο ένα φορείο. Μα αυτό δε λοξοδρομεί. Έρχεται κατά πάνω μου δίχως κανένας να το σπρώχνει. Πάνω είμαι εγώ με μάτια ορθάνοιχτα και με φωνάζω με το όνομά μου.

—Πώς πήγε η εγχείριση;

—Πήγε καλά. Δες εδώ! Πήρα μαζί μου αυτή τη σάρκα την κομμένη. Δε μου έκανε καρδιά να την πετάξω σαν άρρωστη και περιττή. (περισσότερα…)

Τρίπτυχο για τον Μιχάλη Γκανά

*

Γεννημένος στον Τσαμαντά Θεσπρωτίας το 1944, ο Μιχάλης Γκανάς, ποιητική φωνή κορυφαία της γλώσσας μας, γιορτάζει εφέτος τα 80 του χρόνια. Με αφορμή την επέτειο, αναδημοσιεύουμε εδώ τρία παλιότερα κείμενα του Κώστα Κουτσουρέλη αφιερωμένα στο έργο του, πρωτότυπο και μεταφραστικό.

~.~

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Ι. Τα ποίηματα 1978-2012

Τους σημερινούς ποιητές, και δικαίως, το ευρύ κοινό τους έχει πάρει από στραβό μάτι. Τους θεωρεί στριφνούς, δύσκολους, ακατάδεκτους. Δύσκολα τους πιάνει στο χέρι του. Αλλά και οι ποιητές από τη μεριά τους, δεν σκοτίζονται και πολύ για αναγνώστες κι απήχηση, μόνη ευγενική φιλοδοξία που τρέφουν είναι να εκφράσουν το ακατάβλητό τους εγώ. Τόσο που και όταν ακόμη, μία στις τόσες, κάποιος από τη συντεχνία κατορθώνει να σπάσει τον κλοιό, να γίνει γνωστός, οι συνάδελφοί του δεν του το συγχωρούν.

Τη δημοτικότητα της Κικής Δημουλά, λ.χ., πολλοί ομότεχνοί της τη θεωρούν ύποπτη, δεν είναι λίγοι όσοι της κουνούν το δάχτυλο δημόσια ότι στα τελευταία της βιβλία έχει βάλει νερό στο κρασί της, ότι επαναλαμβάνεται, ότι αυτοπροβάλλεται υπέρμετρα κ.ο.κ., κ.ο.κ… Από την άλλη, υπάρχουν ποιητές που στους κύκλους των μυημένων θεωρούνται σπουδαίοι, αλλά το όνομά τους κυκλοφορεί λίγο πολύ σαν έγγραφο διαβαθμισμένο, απρόσιτο στους πολλούς. Ο Βύρων Λεοντάρης είναι, αλίμονο, η πιο εξέχουσα τέτοια περίπτωση.

Ο Μιχάλης Γκανάς δεν ανήκει ούτε στη μια ούτε στην άλλη κατηγορία. Το αργότερο από την Παραλογή (1993), αν όχι ήδη από τα Γυάλινα Γιάννενα (1989), έδωσε βιβλία που και διαβάστηκαν και θαυμάστηκαν πολύ, από αναγνώστες κάθε λογής, επαΐοντες και κοινούς. Του απονεμήθηκαν βραβεία και έπαθλα αλλά τραγουδήθηκε κι από χιλιάδες. Κατόρθωσε να γίνει περίοπτος τόσο εντός όσο και εκτός του κλειστού λογοτεχνικού περιβόλου. Ποιος από τους νεώτερους, τους συνηλικιώτες του έστω, μπορεί να ισχυριστεί κάτι αντίστοιχο; (περισσότερα…)

Ο αληθινός λόγος που οι άνθρωποι δεν κάνουν παιδιά

*

Τα δεδομένα της λεγόμενης κρίσης υπογεννητικότητας είναι πολύ γνωστά: οι γεννήσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες παρουσιάζουν πτωτική τάση εδώ και δύο δεκαετίες και όλες σχεδόν οι άλλες εύπορες χώρες βιώνουν το ίδιο. Μεταξύ των προτάσεων για την αντιστροφή της τάσης, η συμβατική σοφία λέει ότι αν το κράτος προσέφερε περισσότερη οικονομική στήριξη στους γονείς, τα ποσοστά γεννήσεων θα άρχιζαν να αυξάνονται και πάλι.

Τι γίνεται όμως αν αυτή η σοφία σφάλλει; Το 1960, οι Αμερικανίδες έκαναν κατά μέσο όρο 3,6 παιδιά. Το 2023, ο συνολικός δείκτης γονιμότητας (ο μέσος αριθμός παιδιών που μια γυναίκα αναμένει να αποκτήσει στη διάρκεια της ζωής της) ήταν 1,62, ο χαμηλότερος που έχει καταγραφεί ποτέ και πολύ κάτω από το ποσοστό αντικατάστασης 2,1. Εν τω μεταξύ τα ποσοστά ατεκνίας αυξάνονται: το 2018, περισσότερες από μία στις επτά γυναίκες ηλικίας 40 έως 44 ετών δεν είχαν βιολογικά παιδιά, σε σύγκριση με μόλις μία στις 10 το 1976. Και σύμφωνα με νέα έκθεση του Pew Research Center, το ποσοστό των Αμερικανών ενηλίκων ηλικίας κάτω των 50 ετών που δηλώνουν ότι είναι απίθανο να αποκτήσουν ποτέ παιδιά αυξήθηκε κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες μεταξύ 2018 και 2023, στο 47%. Στον κυρίαρχο αμερικανικό λόγο, οι εξηγήσεις για αυτές τις τάσεις τείνουν να επικεντρώνονται στους οικονομικούς περιορισμούς: οι άνθρωποι αποφασίζουν να μην κάνουν παιδιά λόγω του υψηλού κόστους της παιδικής φροντίδας, λόγω των περιορισμών στις γονικές άδειες και λόγω του μισθολογικού μειονεκτήματος που αντιμετωπίζουν οι μητέρες. Ορισμένοι υπεύθυνοι (και κάποιοι ανήσυχοι πολίτες) υποστηρίζουν ότι με δαπανηρές κρατικές παρεμβάσεις αυτή η στάση των ανθρώπων είναι δυνατόν να αλλάξει.

Όμως τα δεδομένα από άλλα μέρη του κόσμου, συμπεριλαμβανομένων των χωρών με γενναιόδωρη οικογενειακή πολιτική, δείχνουν το αντίθετο. Σήμερα όλες οι χώρες του ΟΟΣΑ, εκτός από το Ισραήλ, έχουν ποσοστό γονιμότητας κάτω από την αναπλήρωση, και η ταχύτητα της μείωσης κατά την τελευταία δεκαετία έχει ξεπεράσει τις προβολές των δημογράφων. Το 2022, ο μέσος δείκτης γονιμότητας των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν 1,46. Το 2023, ο δείκτης της Νότιας Κορέας ήταν 0,72, ο χαμηλότερος στον κόσμο.

Η Νότιος Κορέα έχει δαπανήσει περισσότερα από 200 δισεκατομμύρια δολάρια τα τελευταία 16 χρόνια σε μέτρα για την ενίσχυση της γονιμότητας, όπως σε επιδόματα τέκνων, διευρυμένες γονικές άδειες και προγεννητική φροντίδα, ωστόσο ο δείκτης γονιμότητας της χώρας μειώθηκε κατά 25% σε αυτό το διάστημα. Η Γαλλία δαπανά υψηλότερο ποσοστό του ΑΕΠ της για την οικογένεια από οποιαδήποτε άλλη χώρα-μέλος του ΟΟΣΑ, αλλά πέρυσι σημείωσε τον χαμηλότερο αριθμό γεννήσεων από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ακόμη και οι σκανδιναβικές χώρες, με το εδραιωμένο από καιρό προνοιακό κράτος τους, τις εγγυήσεις για τη φροντίδα των παιδιών και τις παρατεταμένες γονικές άδειες, βιώνουν απότομη μείωση της γονιμότητας. (περισσότερα…)

Το άλογο του Θανάση Λιδωρίκη

*

Το άλογο του Θανάση Λιδωρίκη

Στην Εθνική Συνέλευση που έγινε στην Τροιζήνα,
οι στρατιωτικοί με οχληρές τους απαιτήσεις,
κερδίσανε πολλά προνόμια με ψηφίσματα.

Και μολαταύτα στου Φαλήρου το στρατόπεδο
βρίσκονταν στρατιωτικοί που τον Καραισκάκη ερέθιζαν,
ώστε με απειλές κι άλλα προνόμια να τους επικυρωθούν.

Τούτων των στρατιωτικών ο μάλλον οχληρός
ήταν ο Μακρυγιάννης.
Κάποιαν ημέρα τόσο αγανάκτησε ο Καραισκάκης,
που αποτεινόμενος στους παρεστώτες, είπε.
«Ξέρετε ποιος είναι τούτος ο αδικημένος;
Εκείνος που ετιμάρευε* πέντε γροσίων άλογο του Θανάση Λιδωρίκη».

*Τιμαρεύω, περιποιούμαι ως ιπποκόμος.

* * *

Άγγελοι μας δροσίζουνε με τις βεντάλιες τους

Από την μια βουβά χωριά
κι από την άλλη φλύαροι πολιτικοί.
Σπίτια κλειστά και άλλα εγκαταλειμμένα
με οπωροφόρα δέντρα,
που μαραζώνουνε τα φρούτα στα κλαδιά τους.

Όσο μια σπίθα θάνατος
μετά ζωή και πάλι η σπίθα του θανάτου.
Νύχτωσε και ο επιστάτης
βλέπει από ψηλά τι κάνουμε
και έχουμε την άκρα κατανόησή του.

Ξερός παράδεισος, ξεράθηκαν τα χόρτα
αλλά τις νύχτες κατεβαίνουνε οι άγγελοι
και μας δροσίζουνε με τις βεντάλιες τους.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

 

*

*

Ο ίσκιος του Παλαμά στο περιοδικό Νέα Γράμματα

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Για τη Γενιά του Τριάντα και τον κύκλο του περιοδικού Νέα Γράμματα, που αποτελεί ημιεπίσημο όργανό της, ο Κωστής Παλαμάς είναι γνωστό ότι συνιστά ένα από τα πιο υψηλά πρότυπα της ελληνικής ποιητικής παράδοσης. Γνωστές οι μελέτες του Αντρέα Καραντώνη και του Κωνσταντίνου Τσάτσου, παροιμιώδης η αφοσίωση του Γιώργου Κατσίμπαλη, του πιστότερου και αποτελεσματικότερου υποστηρικτή του παλαμικού έργου και της παλαμικής πρωτοκαθεδρίας: δική του η πρωτοβουλία της σειράς Για να γνωρίσουμε τον Παλαμά, που άρχισε το 1929, δική του πρωτοβουλία και η ίδρυση το 1960 του Ιδρύματος Κωστή Παλαμά και η πρώτη έκδοση των Απάντων του. Κι αν ο Κατσίμπαλης δεν κατάφερε, παρότι αγωνίστηκε με όλες του τις δυνάμεις, να τιμηθεί με το βραβείο Νόμπελ ο Παλαμάς, το πρώτο ελληνικό Νόμπελ θα το κατακτούσε ένας ποιητής βγαλμένος από τα σπλάχνα της γενιάς αυτής και των Νέων Γραμμάτων, μαθητής (έστω απείθαρχος) του Παλαμά: ο Γιώργος Σεφέρης, ο ποιητής που με το ίδιο πάθος υποστήριξαν, ως ρηξικέλευθη συνέχεια της παλαμικής παράδοσης, με σύγχρονους όρους φυσικά, οι στυλοβάτες των Νέων Γραμμάτων, ο Κατσίμπαλης και ο Καραντώνης, διευθυντής του περιοδικού, που νεότατος έγραψε τα δύο πρώτα του βιβλία για τον Παλαμά και τον Σεφέρη [Εισαγωγή στο παλαμικό έργο, 1929 και Ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης, 1931].

Τα Νέα Γράμματα (είναι χαρακτηριστικό) ξεκινούν τον Ιανουάριο του 1935 με ένα μικρό δοκίμιο του Κωστή Παλαμά υπό τον τίτλο Απόκριση σε κάποια ρωτήματα, καθώς είναι γραμμένο με βάση ερωτήσεις που του είχαν τεθεί από τον Μπόγνταν Ράντιτσα, Κροάτη φιλέλληνα διανοούμενο, διευθυντή του γραφείου τύπου της γιουγκοσλαβικής πρεσβείας στην Αθήνα (και μεταφραστή στα κροατικά των Παπαδιαμάντη, Βάρναλη και Ουράνη), για θέματα σχετικά με την ελληνική αλλά και τη διεθνή λογοτεχνία. Το μικρό αυτό δοκίμιο (βλ. Άπαντα Παλαμά, ΙΔ΄, σ. 348-363) αρχίζει με μια αναδρομή στην ποιητική του και στον αποφασιστικό ρόλο που είχε για την κατίσχυση της δημοτικής. Το εντυπωσιακό όμως είναι άλλο: καλύπτει 15 από τις 48 σελίδες του τεύχους! Οι αναφορές του Παλαμά στους σύγχρονους συγγραφείς ξεκινούν με τους μυθιστοριογράφους της γενιάς του Τριάντα: Μυριβήλης, Θεοτοκάς, Καραγάτσης, Τερζάκης, Πετσάλης, Βενέζης. Αμέσως μετά το κείμενο του Παλαμά ακολουθούν ποιήματα του Γ. Σεφέρη από τη νέα του συλλογή, τη Στέρνα. Ο Σεφέρης θα έχει την πιο ισχυρή παρουσία στις σελίδες του περιοδικού, την πιο περίοπτη θέση· οι δημοσιεύσεις του συγκρίνονται σε συχνότητα μόνο με αυτές του Καραντώνη που είναι ο διευθυντής και ο βασικός κριτικός του περιοδικού. (περισσότερα…)

Ἐμίλ Σιοράν, Ὁ παλαιότερος ὅλων φόβος

*

Επιμέλεια στήλης-Μετάφραση
ΤΕΤΟΣ ΣΟΥΡΔΟΣ

Ὁ Ἐμίλ Σιοράν (ρουμανιστί Τσοράν) γεννήθηκε στίς 8 Ἀπριλίου τοῦ 1911 στό Ρασινάρι της Ρουμανίας. Ριζοχώρι των Καρπαθίων. Θά ἀναπολεῖ πάντοτε τίς παλιές καλές ἡμέρες πού ἔζησε ἐκεῖ. Ὁ πατέρας του, ὁ Ἐμιλιάν, ὀρθόδοξος ἱερέας. Ἡ μητέρα του, ἡ Ἐλβίρα, ἔκλινε πρός τήν ἀθεΐα. Τό 1922, ἕντεκα χρονῶν φοιτᾶ στό γερμανόφωνο Λύκειο τοῦ Σιμπίου, παρακείμενης πόλης. Περιφέρεται ἀσκόπως στά στενά σοκάκια. Πρῶτες κρίσεις ἀυπνίας. Πιθανῶς ἐκεῖ, στίς ροῦγες, «ἅρπαξε γιά πρώτη φορά τήν κακιά ἀρρώστια, τόν ἰό τῆς ἀλήθειας»… (Ἡ συνέχεια τοῦ εἰσαγωγικοῦ σημειώματος τῆς σειρᾶς, ἐδῶ).

Σ χ ε τ ι κ ά   μ έ   τ ό ν   Τ ο λ σ τ ό ι

Ἡ φύση στάθηκε γενναιόδωρη μονάχα ἀπέναντι σέ ἐκείνους πού τούς ἀπάλλαξε ἀπό τήν σκέψη τοῦ θανάτου. Τούς λοιπούς ἀνθρώπους τούς παρέδωσε στόν πιό ἀρχαῖο καί διαβρωτικό φόβο, δίχως ὅμως καί νά τούς διαθέσει τα μέσα ἤ ἔστω νά τούς ὑποδείξει ἕναν τρόπο γιά νά τόν νικήσουν. Εἶναι φυσικό νά πεθαίνουμε, δέν εἶναι ὅμως φυσικό νά μένουμε προσκολλημένοι στόν θάνατο, νά τόν σκεφτόμαστε σέ κάθε εὐκαιρία. Ὁ ἄνθρωπος πού δέν βγάζει τόν θάνατο ἀπό τό μυαλό του εἶναι ματαιόδοξος καί ἐγωπαθής∙ ζῶντας ἀποκλειστικά σύμφωνα μέ τήν εἰκόνα πού οἱ ἄλλοι ἔχουν μορφώσει γι’ αὐτόν, ἀναστατώνεται στήν σκέψη καί μόνο ὅτι μιά μέρα θά φτάσει νά εἶναι ἕνα τίποτα∙ Καθώς ἡ λήθη εἶναι ὁ μόνιμος ἐφιάλτης του, ἐμφανίζεται ἐπιθετικός καί χολωμένος, βρίσκει ἀμέσως ἀφορμή γιά νά δείξει πόσο κακεντρεχής καί κακότροπος εἶναι. Δέν διακρίνουμε ἄραγε στόν φόβο τοῦ θανάτου μιά ὁρισμένη ἔλλειψη κομψότητας; Ὁ φόβος πού ἐμποιεῖ ὁ θάνατος πτοεῖ καί παραλύει τούς φιλόδοξους, ἀφήνει ὅμως ἀνεπηρέαστους τούς ἀπονήρευτους∙ τούς ἐγγίζει, ἀλλά δέν τούς κυριεύει. Οἱ ὑπόλοιποι τόν ὑπομένουν μέ αἴσθημα πικρίας καί θυμοῦ, καθώς καί μέ μιά ὑποβόσκουσα μνησικακία ἀπέναντι σέ ἐκείνους πού διόλου δέν ἀγριεύουν μέ τήν σκέψη του. Οὐδέποτε ἕνας Τολστόι θά συγχωροῦσε ἐκείνους πού γιά καλή τους τύχη δέν κυριεύτηκαν ἀπό τόν φόβο τοῦ θανάτου· θά τούς τιμωρήσει ἐμβάλλοντάς τους τόν τρόμο, περιγράφοντάς τον μέ μιά ἀκρίβεια πού τόν καθιστᾶ συνάμα ἀποκρουστικό καί μεταδοτικό. Ἡ τέχνη του ἔγκειται στό νά φτιάχνει ἀπό κάθε ξεχωριστή, ἐπί μέρους ἀγωνία, τήν ἀγωνία αὐτή καθ’ ἑαυτή, στό νά ὑποχρεώνει τόν κάθε ἀναγνώστη νά ἐπαναλαμβάνει πρός ἑαυτόν, ἐμβρόντητος καί γοητευμένος, τά ἀκόλουθα λόγια: «ὥστε ἔτσι, λοιπόν, πεθαίνουμε».

Στόν συμβατικό καί στερεότυπα ἐπαναλαμβανόμενο κόσμο ὅπου ζεῖ ὁ Ἰβάν Ἴλιτς, ἡ ἀσθένεια μπουκάρει ἀπρόσκλητη. Ἀρχικά νομίζει ὅτι πρόκειται γιά μιά προσωρινή ἀδιαθεσία, κάτι τό περαστικό καί ἀσήμαντο∙ στή συνέχεια, καθώς ὁ πόνος χειροτερεύει, γίνεται ὅλο καί πιό συγκεκριμένος καί ἀνυπόφορος, ὁ Ἰβάν Ἴλιτς ἀρχίζει νά ἀντιλαμβάνεται τή σοβαρότητα τῆς κατάστασης, ὥσπου στό τέλος ἀποκαρδιώνεται ἐντελῶς. «Κάποιες στιγμές, μετά ἀπό πολύωρους πόνους, ὅσο κι ἄν ντρεπόταν νά τό ὁμολογήσει, πάνω ἀπ’ ὅλα ἤθελε νά τόν λυπηθεῖ κάποιος σάν νά ἦταν ἕνα ἄρρωστο παιδί. Ἤθελε νά τόν κανακεύουν, νά τόν φιλᾶνε, νά κλαῖνε γι’ αὐτόν, ὅπως χαϊδεύουν καί παρηγοροῦν τά παιδιά. Ἤξερε ὅτι εἶναι ἕνας σοβαρός δικαστής μέ γκρίζα γενειάδα, καί ἀκριβῶς γι’ αὐτόν τόν λόγο ἦταν ἀδύνατο νά γίνει ἕνα τέτοιο πρᾶγμα. Ἔλα ὅμως πού τό ἀποζητοῦσε».[*] (περισσότερα…)

Σωτήρης Γουνελάς, Τρία ποιήματα

*

Η άγνωστη των ανθρώπων βιοτή

Μέρες, νύχτες
μήνες που διαρκούν
δεν παρουσιάζεται μπροστά σου
η μαγική λέξη,
ο ήχος και το χρώμα,
ο ουρανός.
Ειδάλλως, πως θα γράψεις;

Τι βουή υψώνεται μπροστά σου,
τι θεόρατα στηθαία
να σκεπάζουν το Φως.
Ο κόσμος απέραντη σκιά,
νέφη μας περιβάλλουν
συχνές οιμωγές.
Περιφέρονται πρόσωπα συμπαγή.
Πεταλουδίτσες της μέρας και της νύχτας
ξεδιάντροπες.
Κλείνεις τα μάτια.
Άλλοι τ’ ανοίγουν
και στραβώνονται.
Δεν βλέπουν που πατούν
ονειρεύονται χίμαιρες.

Στάθηκα μια στιγμή
εδώ στη γωνία
και σαν να ακινήτησα.
Με καταλαμβάνει κάθε τόσο
ένα βαθύ αίσθημα
απροσδιόριστο αλλά κυριαρχικό.
Σαν να πλέω
μέσα σε άγνωστο χώρο αναίσθητος.
Κι ύστερα μια βαθιά ανάσα.
Σηκώνεται γαλάζιο χρώμα,
είναι σκέψη που γλιστράει
και θέλει να πάρει μαζί της
το συναίσθημα.
Επιμένει, καθυστερεί,
κωλυσιεργεί, διστάζει.
Τί έρχεται πρώτη
η συγκίνηση ή η σκέψη; (περισσότερα…)

Στο βασίλειο της Κλειούς

*

του ΜΑΡΙΟ ΑΝΤΡΕΑ ΡΙΓΚΟΝΙ

Κάποιες μορφές ματαιότητας γειτνιάζουν με τον ηρωισμό. Γνωρίζουμε από τον Ηρόδοτο ότι πριν από τη μάχη των Θερμοπυλών ένας έφιππος ανιχνευτής που στάλθηκε από τον Ξέρξη προς αναγνώριση, για να κατασκοπεύσει το στρατόπεδο των Ελλήνων, είδε κατάπληκτος πως οι Σπαρτιάτες χτένιζαν αφοσιωμένοι, με ιδιαίτερη φροντίδα, τα μακριά μαλλιά τους πριν να πάνε προς τη σφαγή. Ήταν σίγουροι για το τέλος που θα είχαν, τόσο μεγάλη ήταν η δυσαναλογία των δυνάμεων: άλλωστε ο ίδιος ο βασιλιάς τους, ο Λεωνίδας, είχε προαναγγείλει πως εκείνο το βράδυ «θα δειπνούσαν στον Άδη».

Το επεισόδιο με έκανε πάντοτε να σκέφτομαι εκείνες τις κυρίες του γαλλικού 18ου αιώνα, που ήταν ικανές, όπως αφηγούνται οι Γκονκούρ, να σηκώνονται με το ζόρι από το κρεβάτι του ψυχορραγήματος και να καλλωπίζονται για τελευταία φορά, ώστε να «μην προκαλέσουν απέχθεια στον θάνατο».

*** (περισσότερα…)